Σε βλέπω συχνά να μπαινοβγαίνεις στο τρένο, σχεδόν κάθε μέρα, πάντα με το ίδιο ύφος.
Δεν με θυμάσαι?
Μπορεί να φταίει το ότι φοράς διαρκώς αυτά τα απαίσια μαύρα γυαλιά ηλίου και δεν με ξεχωρίζεις. Και όμως ήλιος δεν υπάρχει μέσα, γιατί τα φοράς? Ώρες-ώρες έχω την εντύπωση ότι δεν θες να με δεις. Δεν θες να με δεις? Να με ακούσεις?
Παλιότερα ήσουν αλλιώς. Αλλά τι λέω, δεν θα θυμάσαι ..
Τι αστείο, δεν βρίσκεις? Παρόλο που είμαι στην ηλικία σου, εγώ θυμάμαι. Θυμάμαι εκείνες τις πρώτες μέρες, τι μέρες και εκείνες, που ήσουν διαφορετικός. Μπορεί χαρούμενος, κρυωμένος, νευριασμένος ή ανήσυχος, όμως το έδειχνες. Οι κουβέντες σου δεν λέω, δεν ήταν και οι πιο ξεκάθαρες, αλλά τουλάχιστον δεν ήσουν μόνο σαρκικά παρών. Έβλεπες γύρω σου, κοίταζες, παρατηρούσες, όπως και να 'σουν. Θα φταίει ότι έχεις ξεχάσει το λόγο όλων αυτών. Όμως δεν θέλω ίσως ακόμα να στον υπενθυμίσω ..
Όσο πέρναγε ο καιρός μάλιστα με θυμόσουν που και που, αν θυμάσαι. Εκείνο το νεύμα σου τα 'λεγε όλα. Ήταν πολλές φορές μην σου πω πιο ξεκάθαρο από κάθε άλλη σου κουβέντα στο παρελθόν. Το ¨ καλημέρα ¨, έστω και με αυτό το κλασικό κούνημα των φρυδιών σου προς τα πάνω, ήταν ένα ορθόδοξο-καλοφτιαγμένο ΚΑΛΗΜΕΡΑ.
Πλέον τίποτα.
Περιμένω το κάθε σου νεύμα, το ξέρεις αυτό. Προσδοκώ την κάθε σου κίνηση, φανερή-μυστική, μπας και γατζωθώ από κάπου.
Μπας και ...
Τις προάλλες μάλιστα, ήμουν σε εκείνη την εφηβική παρέα, απέναντι σου, που ούρλιαζε από χαχανητά και αλλόκοτους θορύβους στο νυχτερινό βαγόνι του συρμού προς Κηφισιά και σε παρατηρούσα.
Τίποτα. Μόνο που χρησιμοποίησες τις πρωτόγονες εκείνες γνώσεις της Φυσικής σου, φλερτάροντας με το απέναντι τζάμι για να τσεκάρεις εάν «πάω καλά».
Θυμάμαι ακόμα εκείνο το βλέμμα σου. Στεγνό, μεγαλίστικο, ώριμο τόσο, όσο θες να δείχνεις. Άλλα πάνω απ 'όλα επικίνδυνο. Επικίνδυνο για όλους εμάς τους μικρούς και «απονήρευτους-για-τη-ζωή». Επικίνδυνο, γιατί αυτό γαλουχεί και κατασκευάζει τόσες και τόσες στρατιές με το χειρότερο είδος ανθρώπων που μπορεί να υπάρξει. Ίδιων.
Θυμάσαι?
Κοιμάσαι?
Μην κοιμάσαι, σε παρακαλώ.
Πόσο ανώριμο ...
Με 'γεια! Σε είδα πόσο το καμάρωνες και χάρηκα για σένα. Στο 'δειξα κιόλας αν θυμάσαι.
Σε ρώτησα όταν το έβγαζες από το κουτί του στο τρένο: Καινούριο?
Ναι, ναι .. Δεν έχει ώρα που το πήρα. Προαγωγή βλέπεις.
Κατόπιν επικεντρώθηκες και πάλι στο νέο σου απόκτημα, ξεχνώντας εμένα, το τρένο, τον κόσμο ολόκληρο γύρω σου. Ή δεν τον ξέχασες, απλά του έδωσες ένα άλλο, πιο sickάτο όνομα, "Facebook".
Και εδώ όλα αρχίζουν .. ή μάλλον τελειώνουν.
Από 'κείνη την ημέρα τίποτα πια.
Μόνο μουσική στη διαπασόν, με τα γυαλιά καρφιτσωμένα πάνω στη μουτσούνα σου, χειμώνα-καλοκαίρι, και πλέον μία συσκευή δεμένη στην παλάμη του χεριού σου πάντα σε διάθεση "Facebook", φωνάζοντας η δύσμοιρη για «ανάσταση νεκρών».
Σε ενοχοποιεί, σε διαψεύδει. Σε εξευτελίζει. Είναι η μεγαλύτερη και πιο περίτρανη απόδειξη της απελπισίας σου για επικοινωνία, διάλογο, επαφή ρε γαμώτο.
Για αυτό μην μου το ξαναπαίξεις άνετος, «κύριος» και ανώνυμος πρωτευουσιάνος. Σε ξέρω καλά, πολύ καλύτερα απ 'ότι υποπτεύεσαι .. Εδώ που τα λέμε όμως και 'γώ τα ίδια δεν κάνω πολλές φορές πλέον? Πλέον δεν δίνω τόση σημασία στο βαγόνι που μπαίνω, όπως παλιά. Δεν αντιλαμβάνομαι την μυρωδιά του άλλου.
Θυμάμαι όταν ήμουν πιο μικρός μου φάνταζε το τρένο σαν ένας κόσμος κανονικός, ολόκληρη η γη θα μπορούσα να πω, και κάθε βαγόνι του σαν μία διαφορετική κάθε φορά κοινωνία. Δεν σου είχε συμβεί ποτέ εσένα αυτό? Πες μου? Κάθε βαγόνι ήταν και ένας μικρόκοσμος, ένα δείγμα της ανθρωπότητας μας, με διαφορετική κουλτούρα από του διπλανού, άλλη ψυχολογία και συμπεριφορά.
Κάποια δευτερόλεπτα όμως αργότερα όλο αυτό λάβαινε τέλος.
Σαν κάποιος άλλος, πιο νοιαγμένος Οδυσσέας να φρόντιζε νωρίτερα γι 'αυτό, και έτσι όλοι τους τώρα, πίσω σε αυτό που αγάπησαν πιο πολύ από κάθε τι στον κόσμο αυτό: την Ησυχία τους. Μία φορά μπήκε θυμάμαι κάποιος ξένος στον μικρόκοσμό μας και μας διατάραξε αυτή τη ανατριχιαστική ησυχία, σκουντώντας μας για να ζήσει λίγο παραπάνω εκείνη την ημέρα, ψελλίζοντας ίσα-ίσα: «Δώστε μου κάτι, να χαρείτε τα παιδιά σας. Να ζήσω θέλω και τίποτε παραπάνω. Ευχαριστώ για το χρόνο σας καλοί μου συνάνθρωποι .. »
Τότε έβλεπες δυσανασχέτηση και αδιαφορία παντού. Μόνο κάτι παιδάκια θυμάμαι που τραβολογούσαν τις μητέρες τους μήπως και σώσουν έτσι κάτι από τον ταλαίπωρο εκείνο συνεπιβάτη μας. Αλλά οι μεγάλες οι κυρίες ήταν πιο ώριμες από τις μικρές ... Δεν θυμάσαι? Και εσύ το ίδιο έκανες.
Μήπως?
Τι λες?
Πες μου κάτι, θα το πιστέψω.
Πες!


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου