ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο χιονάνθρωπος
Είμαστε φανατικοί της
Μετεωρολογίας. Οχι τώρα που όλοι, λίγο πολύ, αλληθωρίζουν προς τον Σάκη
της ΕΤ3, αλλά από παιδιά. Μέσα από τις στήλες της παλιάς «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ» -Ο
καιρός της επομένης- που κάθε πρωί απίθωνε στο παράθυρο ο ταχυδρόμος
για τον παππού. Ακόμη κι όταν εκείνος μετοίκησε εις τόπο χλοερό κι έπαψε
να ενδιαφέρεται για τα εγκόσμια, η παράδοση τηρήθηκε κατά γράμμα.
Ωσπου κάποια στιγμή μεγαλώσαμε και η αισθητική και η εικόνα του
έντυπου τύπου άλλαξε μαζί μας. (Ολο γράμματα, ούτε μία φωτογραφία
-διαμαρτυρόταν ο μικρότερος). Ετσι, η συνδρομή σταμάτησε.
Πάνε χρόνια που ζούμε κατά μόνας σε βουνά και λαγκάδια. Ηταν
αναπόφευκτο λοιπόν, η επαφή μας με τα καπρίτσια της ουράνιας σφαίρας
αντί να κοπάσει, να εξελιχθεί σε αληθινή μανία.
Ακόμη κι όταν δεν αγοράζουμε εφημερίδα -πράγμα σπάνιο έως
απίθανο- η ενημέρωσή μας από smart phones, pc και tablets είναι σαν τον
πρωινό καφέ. Α-πα-ρέ-γκλι-τη.
Ταυτόχρονα όμως, αναπτύξαμε και μια τελείως στρεβλή αντίληψη του
όρου «καλοκαιρία»... Κάθε που η μετεό ανακοινώνει κακοκαιρία και
χιονοθύελλες, ξαναβγαίνει στην επιφάνεια το αρχετυπικό μας ερώτημα:
Γιατί να θεωρείται κακοκαιρία η ευλογία του χιονιού;
Γιατί να μη
θεωρείται κακοκαιρία η ανελέητη επίδραση του ήλιου στα μάτια και στο
δέρμα; Γιατί το αθώο λευκό, που ντύνει κάθε ασχήμια, να μην αποτελεί
ένδειξη υγείας για το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα;
Ευτυχήσαμε ως παιδιά να απολαμβάνουμε θεαματικές κωλοτούμπες,
απίθανες χιονοτσουλήθρες με τη σάκα μας για έλκηθρο, σφράγισμα των
σχολείων για μέρες κι εκείνη τη μοναδική τρέλα για το χιόνι και τις
κατασκευές του -πρόσκαιρες και μάταιες μέχρι το πρώτο φιλί του ήλιου.
Αλλά το στήσιμο του χιονάνθρωπου ήταν και παραμένει το ζητούμενο
για κάθε παιδί. Αφράτος, χαμογελαστός, χοντρούλης με μάτια από
κάρβουνο, μύτη καρότο, κλαδιά για χέρια και μια έκφραση μωρού μετά το
ρέψιμο της μεσημεριανής χαλάρωσης!
Γύρω από το λαιμό του, απαραίτητο αξεσουάρ το καρό κασκόλ.
Ολα αυτά παρέμειναν κλειδωμένα στην cash card της μνήμης μας
μέχρι την έκδοση στα ελληνικά του «Χιονάνθρωπου» του Jo Nesbo, ενός
ευφυούς πενηντάρη από τη Νορβηγία που θέλησε να κονιορτοποιήσει με το
βιβλίο του ένα ακόμη μύθο του παιδικού μας σύμπαντος.
Στο βιβλίο του Nesbo, ο χιονάνθρωπος είναι αιμοβόρος,
φοβιστικός, εγκληματεί εις βάρος άπιστων παντρεμένων που παραβατούν
σεξουαλικά εις βάρος παιδιών και συζύγων, βρίσκει δε πάντα τον τρόπο
να... φιλετοποιεί τα θύματά του προσφέροντας στους μανιακούς οπαδούς τού
noir μια ιδιαίτερη απόλαυση. Με τέτοια θεματική ο συγγραφέας εκτίναξε
τις πωλήσεις του στα ύψη κι επανέφερε στην πρώτη γραμμή τη μεγάλη σχολή
της αστυνομικής λογοτεχνίας της Σκανδιναβίας.
Μία των ημερών, καθώς το αεροπλάνο ανέβαινε στον αττικό ουρανό
με προορισμό το Οσλο, παχύσαρκα αγγελάκια πάνω σε σύννεφα αιθαλομίχλης
στεφάνωναν τον ορίζοντα. Την ώρα που τα μπουμπουνητά απ' τις ξυλόσομπες
και τα αυτοσχέδια τζάκια έφερναν στο νου κατοχικές μνήμες απ' τον
βομβαρδισμό του Πειραιά, το πάλλευκο του χιονάνθρωπου, ως σημαίνοντος
της παιδικής μας αθωότητας αλλά και μιας Ελλάδας πιο καθαρής, ορθώθηκε
μπροστά μας εμποδίζοντας την εισπνοή αυτού του τοξικού νέφους.
Πατώντας το πόδι μας στο πανάκριβο και ειδυλλιακό Bergen, εκεί
όπου ο Χάρι Χόλε -ο τρομερός ντετέκτιβ του Nesbo- ανακαλύπτει το πρώτο
θύμα του χιονάνθρωπου, το λευκό τοπίο αποσυναρμολογήθηκε καρέ καρέ, όπως
το πτώμα στην κορυφή του όρους Ulriken κομμένο αριστοτεχνικά σαν
μεταγιορτινό νουά!
Με τι θάρρος να ατενίσεις τον πεντακάθαρο ορίζοντα όταν ξέρεις
πως κάπου εκεί ψηλά, ένας χιονάνθρωπος γελάει χαιρέκακα προετοιμάζοντας
τον επόμενο φόνο;
Αργότερα, καθώς διασχίζαμε με τρένο την ενδοχώρα με προορισμό
την πρωτεύουσα, εκατοντάδες ποδηλάτες με πλήρη εξοπλισμό έστελναν
χαιρετούρες φιλίας και αγάπης από τα πιο απάτητα σημεία των βουνών και
των πάγων, αποκαλύπτοντάς μας ένα ζηλευτό βιότοπο πολλών χιλιομέτρων,
δώρο της φύσης στον άνθρωπο που σεβάστηκε το παρελθόν για να διασφαλίσει
το μέλλον του.
Οι ξυλόσομπες στην Αθήνα ήλθαν πάλι στα μάτια μας, κορωμένες,
συγχυσμένες από την ανεξέλεγκτη χρήση τους, με τους πολίτες ανίκανους να
κρατήσουν ένα ελάχιστο μέτρο πριν παραδοθούν στην ολέθρια έκθεση στη
ρύπανση.
«Κάψαμε χθες», μας έλεγε φίλος που εννοεί το τζάκι του σαν
αποτεφρωτήριο, «μια κομόντα της πεθεράς μου, δύο πλαστικά πορτοπαράθυρα
κι ένα ζευγάρι άρβυλα του παππού από τον Δεύτερο Παγκόσμιο... Κάπνισε
λιγάκι, αλλά το φχαριστηθήκαμε. Ευτυχώς, είχαμε ανοιχτά παράθυρα και το
ντουμάνι δεν μας έπνιξε...».
Στο Οσλο με τις ήρεμες γραμμές του, οι αναμνήσεις έπαψαν να μας
βασανίζουν και τι περίεργο, στο μεγάλο πάρκο κοντά στα ανάκτορα, ένας
πελώριος χιονάνθρωπος ήσυχος και φιλικός μάς στέλνει κύματα ζεστής
βιοενέργειας που λιώνουν τα εμπόδια και γεφυρώνουν τα χάσματα.
Κάθε φορά που το χιόνι λιώνει, λογικά ένας χειμώνας τελειώνει
για να μας αποκαλύψει ασχήμιες, σκουπίδια και ράκη. Η πόλη αποκαλύπτει
τη γύμνια της κι οι εχθροί της που λούφαζαν στο κρύο και τα σκοτάδια,
γρήγορα ξαναβρίσκουν την ορμή και τη ζέση τους. Καμιά δύναμη στη γη δεν
θα μπορέσει να βοηθήσει αυτή την πόλη, καμιά επιστήμη, κανένας ηγέτης,
αν οι κάτοικοί της δεν ξεπεράσουν τη δυστυχία τους μιλώντας δυνατά και
ξεκάθαρα.
Ο πιο μεγάλος πόνος, ο πιο καθολικός και βαθύς, είναι ο
χωρισμός.
Πριν το διαζύγιο της Αθήνας με την ασφάλεια, την ευγένεια, την
εξυπηρέτηση γίνει οριστικό, ας ακούσουμε το καμπανάκι του τυφλού μας
πείσματος κι ας το αντικαταστήσουμε στην καρδιά μας με το φως.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΥΦΑΛΗΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου