ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Aν ο Ρουπακιάς πήγαινε ένα πρωί στη Νίκαια, συνοδευόμενος από τέσσερα - πέντε «παιδιά» με μαύρες μπλούζες. Αν καθόταν, αμίλητος, να πιει τον καφέ του στο ίδιο εκείνο καφενείο που μαχαίρωσε τον Φύσσα, τι θα λέγαμε;
Θα αναλωνόμασταν μήπως σε συζητήσεις για το δικαίωμα του υποδίκου να κυκλοφορεί ελεύθερος όπου επιθυμεί – όπου, τέλος πάντων, δεν του απαγορεύει ο νόμος;
Ή μήπως θα βλέπαμε, πέρα από τον νόμο, μια βάναυση χρήση του δικαιώματος – μια προπαγανδιστική κατάχρηση που (ξανά)τραυματίζει τα θύματα και την έννομη τάξη;
Μήπως θα βλέπαμε τότε πως ορισμένες χειρονομίες, παρότι νόμιμες, παρότι βουβές, λειτουργούν σαν συμβολική επανάληψη του εγκλήματος;
Η βόλτα του Κουφοντίνα στους δρόμους που ο ίδιος αιματοκύλισε δεν είναι ζήτημα ερμηνείας του σωφρονιστικού κώδικα. Ο κατάδικος επιλέγει να χρησιμοποιήσει το ευεργέτημα που του απονέμει η πολιτεία για να την προσβάλει – για να διαδηλώσει ότι, παρά τους νόμους της, και όχι χάρη σε αυτούς, είναι και πάλι εδώ, ελεύθερος και αμεταμέλητος.
Ο Κουφοντίνας δεν έκανε περίπατο. Εκανε παρέλαση. Το γεγονός ότι η παρέλαση αυτή τυπικά ήταν νόμιμη, δεν την καθιστά και δημοκρατικά ανεκτή. Ισχύει στην περίπτωση του κατά συρροήν δολοφόνου το παράδοξο που είχε διατυπώσει ο Καρλ Πόπερ: Η δημοκρατική ανοχή όταν είναι απεριόριστη καταλήγει σε κατάλυση της ανοχής.
Με την ανοχή στον Κουφοντίνα δεν κινδυνεύει μόνο συμβολικά το γόητρο της δημοκρατικής πολιτείας. Απειλείται ο ίδιος ο πυρήνας της.
Ακούγεται υπερβολικό, αλλά δεν είναι. Ο Κουφοντίνας δεν είναι απλώς ένας συνταξιούχος του αίματος. Αν ήθελε να θεωρείται βετεράνος, θα είχε φροντίσει ο ίδιος να αποκόψει την παρουσία του από όλες τις τρομοκρατικές συμπαραδηλώσεις της.
Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο. Ο εξοδούχος αντιμετωπίζεται και (συμ)περιφέρεται ως διασημότητα της βίας και πόλος τουλάχιστον ηθικής εμψύχωσής της, σε μια συγκυρία που η εγκληματικότητα, για την οποία ο ίδιος καταδικάστηκε, δοκιμάζει την παλινόρθωσή της. Από τη ρουτίνα των μολότοφ μέχρι τις βόμβες κατά δικαστών και μέσων ενημέρωσης, ο χώρος που ψάχνει στο πρόσωπο του Κουφοντίνα έναν καπετάνιο, ανασυγκροτείται.
Γι’ αυτό και η βλάβη που προκαλεί η παράστασή του στον δημόσιο χώρο δεν είναι μόνο ατομική – δεν είναι μόνο η ψυχική οδύνη των παθόντων. Αυτό που διακυβεύεται είναι...
η υποτροπή μιας πληγής της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας που έμοιαζε να έχει, πολιτικά και δικαστικά, επουλωθεί.
Κάθε έξοδος του Κουφοντίνα ξύνει και ξαναξύνει μια συλλογική πληγή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου