Του ΘΑΝΑΣΗ ΝΙΑΡΧΟΥ
Οπως για παράδειγμα η λέξη «αλληλεγγύη» που, κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, σημαίνει «τη σχέση αμοιβαίας ηθικής ή υλικής στήριξης μεταξύ ατόμων, συνήθως στο πλαίσιο ενός συνόλου, π.χ. οικογένειας, ομάδας, τάξης».
Ομως στο θέμα μας.
Ακούσαμε πριν από λίγες μέρες τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ να λέει πως το κόμμα του «ρίχνεται στη μάχη της αλληλεγγύης προκειμένου να βοηθήσει τους πυρόπληκτους». Δεν χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ για να θυμηθεί κανείς πως το έναυσμα ώστε η λέξη «μάχη» να χρησιμοποιείται για «ψύλλου πήδημα» εδώ και είκοσι έξι χρόνια υπήρξε ο Ανδρέας Παπανδρέου με το «δίνει μάχη για τη ζωή του». Τώρα τι είδους μάχη είναι αυτή που δίνει κανείς όταν εκείνο που του συμβαίνει δεν το επέλεξε ο ίδιος, αλλά του ήρθε κατακέφαλα, εξ ουρανού, και επομένως δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, δεν φαίνεται να το αναρωτιέται κανείς που συνειδητοποιεί τις λέξεις ως ξέφραγο αμπέλι, φτάνει να ηχούν ως εύσημα.
Μακάρι να ήταν μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την άστοχη χρήση μιας λέξης. Δυστυχώς όλα τα κόμματα ανεξαιρέτως φαίνεται να πιστεύουν πως όσο πιο στρογγυλεμένες και αξιοπρεπώς εκφέρονται οι λέξεις τόσο πιο υποφερτή γίνεται η πραγματικότητα, ενώ αντίθετα όσο πιο βάρβαρες και εκχυδαϊσμένες ακούγονται τόσο πιο ουσιαστική είναι η κριτική που της γίνεται (της πραγματικότητας).
Ωστόσο αν απομονώνουμε σήμερα τη «μάχη της αλληλεγγύης» είναι γιατί στον συνδυασμό τους φαίνεται να δεινοπαθούν εξίσου και οι δύο λέξεις. Η λέξη «μάχη», καθώς προϋποθέτει οργάνωση και προπαντός μια εμπόλεμη συνθήκη, δεν θα μπορούσε ποτέ να εγγυηθεί την αξιοποίηση και την άνθηση μιας λέξης όπως η «αλληλεγγύη», που φτάνει όχι μόνο στο αποκορύφωμά της, αλλά ακόμη και στους πρόποδες της εννοιολογικής της υπόστασης, όταν φέρνει στην επιφάνεια μια αυθόρμητη ανάγκη να υπάρξεις εσύ ο ίδιος χάρη στη βοήθεια που προσφέρεις σε έναν άλλον ή σε κάποιους άλλους ανθρώπους.
Η αλληλεγγύη έχει νόημα όταν υπάρχει χωρίς καμιά λογική επεξεργασία και όχι γιατί χρειάστηκε να ξεπεράσει κανείς τα μύρια όσα εξωτερικά ή εσωτερικά εμπόδια προκειμένου να την εκφράσει ως μια μορφή μάχης.
Διαφορετικά...
Το διαβόητο «περί δικαίου ή αδίκου αίσθημα» είναι μια νοητική κατασκευή όσων έχουν αυτοαναγορευτεί σε αυθεντικούς ερμηνευτές της βούλησης του κοινού νου. Με αυτήν την κατασκευή επιχειρούν να υποκαταστήσουν ή να υπονομεύσουν τη λειτουργία της θεσμισμένης δικαιοσύνης.
Διαβάζω πως «η δικαιοσύνη αποδίδεται στο όνομα του ελληνικού λαού και δεν μπορεί να γίνεται χωρίς ο λαός να έχει λόγο στις αποφάσεις της» ή «οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού. Ως εκ τούτου, οφείλουν να είναι ευθυγραμμισμένες με το κοινό περί δικαίου αίσθημα» (ΣΕΗ).
Πώς μπορεί να έχει λόγο ο λαός στις δικαστικές αποφάσεις και πώς συγκροτείται το «περί δικαίου αίσθημα»;
Ποιος το ερμηνεύει;
Οποια απάντηση και να δοθεί σε αυτά τα ερωτήματα οδηγεί κατευθείαν στην κατάλυση μιας εκ των βασικών αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της διάκρισης των εξουσιών. Αυτή η αρχή έχει θεσπιστεί για να μπορούν οι δικαστές να κρίνουν ανεπηρέαστοι από έξωθεν παρεμβάσεις, με βάση αποκλειστικά τη δικανική τους πεποίθηση.
Αυτό πολλές φορές δεν προκαλεί δυσανεξία μόνο στην εκτελεστική εξουσία. Εξίσου ενοχλεί και εκείνα τα κόμματα και τις συλλογικότητες που δεν πιστεύουν στο πολίτευμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ετσι έχουν κατασκευάσει τη θολή και απροσδιόριστη έννοια του «κοινού περί δικαίου αισθήματος», την οποία βέβαια αυτοί εκφράζουν μονοπωλιακά. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να επηρεάσουν την κρίση των δικαστών, ώστε να τους πιέσουν οι αποφάσεις ενδιαφέροντός τους να είναι σύμφωνες με τη θέλησή τους.
Σε αυτό δεν αποβλέπουν οι συγκεντρώσεις έξω από τις δικαστικές αίθουσες;
Σε αυτό δεν αποβλέπουν τα «λαϊκά δικαστήρια» του Διαδικτύου;
Ολοι αυτοί με τη συμπεριφορά τους...
[Από newsit]
Στο επίκεντρο έχει βρεθεί τις τελευταίες ώρες ο γνωστός καλλιτέχνης, Σωκράτης Μάλαμας, καθώς ζήτησε να κατέβει πανό που αφορούσε τον Δημήτρη Λιγνάδη την ώρα της συναυλίας του. Το γεγονός αυτό, αναστάτωσε τους χρήστες στο Twitter, oι οποίοι άρχισαν να «κράζουν» τον τραγουδιστή.
Ο Σωκράτης Μάλαμας διέκοψε τη χθεσινοβραδινή συναυλία του στο Πέραμα Ρεθύμνου, ζητώντας να κατέβει το πανό «Βιαστής Είναι», που αναφέρεται στην αποφυλάκιση του Δημήτρη Λιγνάδη.
Ο αγαπημένος μουσικός και τραγουδιστής, τόνισε ότι συμφωνεί απολύτως με το μήνυμα του πανό, ζήτησε να κατέβει και να ανέβει αργότερα, λέγοντας ότι του αποσπά την προσοχή.
Η κίνηση αυτή φαίνεται πως δεν άρεσε σε αρκετούς θαυμαστές του και χρήστες των social media, οι οποίοι ξεκίνησαν να απαιτούν ακόμα και #cancel του γνωστού καλλιτέχνη
“Το Twitter” είναι ο updated ευφημισμός για τον αποκτηνωμένο όχλο.
Πάγια άποψη μου είναι άλλωστε * ότι ο Σωκράτης Μάλαμας και η χορεία των συναδέλφων του τραγουδοποιών των ‘90s αποτέλεσαν ένα από τους “πολιτιστικούς” βραχίονες της μεγαλόπνοης επιχείρησης διαμόρφωσης αυτού του όχλου.
Αισθάνεται ως εκ τούτου κάποιος μια ικανοποίηση, βλέποντας τον όχλο – Φρανκενστάιν να στρέφεται εναντίον των δημιουργών του.
Η απάντηση του ΣΜ “συμφωνώ απολύτως με το μήνυμα του πανό, απλώς να κατέβει γιατί μου αποσπά την προσοχή” είναι …
Ο Ζαμπέτας, αν δεν κάνω λάθος, δεν τραγούδησε ποτέ για την Κύπρο. Το θέμα το είχε αναλάβει εργολαβικά ο Νταλάρας. Hταν η διαφορά ανάμεσα στο λεγόμενο «έντεχνο» και στο λεγόμενο «λαϊκό».
Το «λαϊκό» δεν είχε ανάγκη από ερμηνευτικές υποσημειώσεις για να επικοινωνεί με το κοινό του. Το απόλυτο κριτήριο ήταν η ευφορία που προκαλούσε. Στον Ζαμπέτα πήγαινες για να διασκεδάσεις. Στον Νταλάρα έπρεπε να συνοφρυωθείς, ει δυνατόν, δε, να κλάψεις.
Κι αυτή η συνθήκη δεν ίσχυε μόνον για το τραγούδι. Iσχυε και για τον κινηματογράφο, για το θέατρο, ίσως λιγότερο για τη λογοτεχνία. Ο λεγόμενος «έντεχνος» ή «ποιοτικός» καλλιτέχνης αδιαφορούσε για το αν το κοινό του διασκέδαζε ή στραμπούλαγε τα σαγόνια του απ’ τα βαθιά χασμουρητά. Το αίσθημα της κοινότητας ανάμεσα στον δημιουργό και στο κοινό του δεν στηριζόταν στη συνενοχή που γεννούσε η ίδια η καλλιτεχνική πράξη. Hταν μια συνθήκη απόψεων που το έργο υποτίθεται υπηρετούσε, όμως στην πραγματικότητα υπηρετούσε ο καλλιτέχνης με τον βίο και την πολιτεία του.
Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω ότι στη συνθήκη κυριαρχούσε η Αριστερά.
Από πότε υπεγράφη;
Iσως από τον καιρό του Βιετνάμ. Ο καλλιτέχνης έπρεπε να είναι «δικός τους» όταν ανέβαινε πάνω στη σκηνή. Και τους θεωρούσε «δικούς του». Πόση απόσταση από τον Ζαμπέτα που τραγουδούσε μπροστά στον Παττακό: «Γουστάρω τον σκύλο, τον αράπη, τον Πα-τα-κό». Eτσι οι καλλιτέχνες υπερασπίστηκαν τον Οτσαλάν, δίκασαν τον Κλίντον και καταδίκασαν τα μνημόνια. Η πλατεία ήταν γεμάτη από έντεχνους.
Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν στο μυαλό όταν διάβασα όσα συνέβησαν στη συναυλία του Σωκράτη Μάλαμα. Εκεί έκανε την εμφάνισή του το πιο πρόσφατο γκάτζετ της θεατροκρατίας – θεατροκρατία, κατά Πλάτωνα, η τυραννία του κοινού. «Είναι βιαστής». Ο Μάλαμας διέκοψε τη συναυλία του και, αφού δήλωσε στους ενδιαφερομένους ότι συμφωνεί μαζί τους, τους κάλεσε να κατεβάσουν το πανό. «Διότι το θέμα μας δεν είναι αυτό απόψε». Δεν ξέρω αν το είπε, θα μπορούσε όμως κάλλιστα να το πει.
Αν ήσαν σε θέση να το καταλάβουν αυτό όσοι ύψωσαν το πανό, δεν θα το είχαν υψώσει. Ομως προφανώς δεν είναι σε θέση να το καταλάβουν. Δεν πάνε στη συναυλία για να ακούσουν τον Μάλαμα. Πάνε στη συναυλία για να πουν τα δικά τους.
Δεν επιχαίρω, όπως πολλοί, με το «πάθημα» του κ. Μάλαμα. Τον άνθρωπο δεν τον γνωρίζω και για να είμαι ειλικρινής δεν θα ήθελα να βρεθώ στη θέση του. Οχι επειδή βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πλήθος μικρονοϊκών. Είναι αναγκασμένος να παραδεχθεί πως ένα μέρος του κοινού του, αυτό το οποίο αισθανόταν δικό του επ’ αμοιβαίο όφελος, αποτελείται από μικρονοϊκούς.
Κι αυτούς...
Εντάξει οι ψηφιακές ταυτότητες. Αλλά οι νέες κανονικές ταυτότητες, για τις οποίες εκκρεμεί ο διαγωνισμός, πού είναι;
Αυτή ήταν η πρώτη αντιπολιτευτική πατέντα με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αντιταχθεί ακόμη και στο gov.gr wallet – που θα ενσωματώνει ψηφιακά δίπλωμα οδήγησης και αστυνομική ταυτότητα.
Η άλλη πατέντα ήταν να καταγγείλει την εφαρμογή επειδή θα έχει ισχύ μόνο στην ελληνική επικράτεια – και δεν θα ισχύει ως ταξιδιωτικό έγγραφο.
Χωρίς μάλλον να το καταλαβαίνει, η αξιωματική αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση επειδή είναι πιο μπροστά από την Ευρώπη, που δεν είναι ακόμη έτοιμη για να στηρίξει την άυλη πιστοποίηση των μετακινούμενων προσώπων.
Τα ίδια έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ και για την ελληνική ιδέα του ψηφιακού πιστοποιητικού εμβολιασμού. Μέχρι που...
Ζητεί διακομματική για τα μίντια επειδή λέει η κυβέρνηση τα ελέγχει, αλλά δεν διερωτάται πόσο γίνεται πιστευτός όταν οι θεατές βλέπουν καθημερινά παρόντα τα στελέχη του στα τηλεπαράθυρα (το πρόβλημα των Μίντια είναι άλλο, κείται πέραν της πολιτικής διαμάχης αλλά δεν αφορά το παρόν κείμενο).
Ζητεί επίσης διακομματική για το Ταμείο, επειδή η κυβέρνηση θα το κατασπαράξει υπέρ των δικών της επιχειρηματιών. Όμως ουδείς θυμάται εάν επί της διακυβέρνησεώς του κάλεσε κάποτε την αντιπολίτευση να συνδιαχειριστεί μαζί της ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα. Μόνο στην υπερψήφιση του τρίτου μνημονίου ζήτησε τη βοήθειά της, και την ίδια στιγμή την έβριζε ως τρόικα εσωτερικού. Ναι, για να τη δελεάσει της υποσχέθηκε ότι δεν θα κάνει εκλογές, και… έκανε!
Φυσικά, είναι μια επιχειρηματολογία αύξουσας τοξικότητας, η οποία όμως δεν είναι ιοβόλος, παραμένει ανενεργή στο κοινωνικό σύνολο. Για τον απλούστατο λόγο ότι καμιά κυβέρνηση που έχει τη δεδηλωμένη δεν κάλεσε ποτέ και άλλα κόμματα να μοιραστούν την εξουσία της. Άλλωστε θα ήταν και καταστρατήγηση της λαϊκής εντολής. Όταν ο λαός δίνει αυτοδυναμία, δίνει εντολή, και την αναιρεί στις εκλογές εάν η εντολή που έδωσε καταστρατηγήθηκε.
Νομίζουμε ότι το πρόβλημα δεν ξεκινάει από την «επιτυχημένη» πορεία της κυβέρνησης. Θέσαμε σε εισαγωγικά τη λέξη γιατί της έτυχαν πρωτόγνωρα, Έβρος, κορονοϊός, ρωσική επίθεση, παγκόσμια αναταραχή. Οπότε δεν έχουμε δεδομένα παραλληλισμού. Δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης, ούτε καν με το προεκλογικό της πρόγραμμα, ώστε να κατηγορηθεί για αθέτησή του, καθώς το πήρε ο άνεμος των εξωγενών γεγονότων (κάτι που δεν είχε γίνει με το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης Τσίπρα. Η αθέτησή του ήταν εσωγενής. Αναγκαστική μεν αλλά αυτόβουλη).
Λόγω της πρωτοτυπίας και ορμητικότητας των γεγονότων, η μόνη σύγκριση (που είναι αναπόδεικτη) είναι το λαϊκό αίσθημα (το οποίο αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις), ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα τα πήγαινε χειρότερα.
Εκεί εδράζεται και η απαίτηση Τσίπρα για «συγκυβέρνηση» σε επί μέρους τομείς της επικαιρότητας. Υπολείπεται το κόμμα του σε ικανότητα διακυβέρνησης, υπολείπεται ο ίδιος (κατά τις δημοσκοπήσεις πάντα) σε πρωθυπουργική καταλληλότητα, και προσπαθεί να φιλοτεχνήσει εικόνα προσωπικής και κομματικής κυβερνησιμότητας. Δεν είναι κακό, είναι λάθος. Και κυρίως είναι και τεμπελιά.
Αντί να στρωθούν να παρουσιάσουν ένα ολοκληρωμένο - αλλά λεπτομερώς κοστολογημένο - πρόγραμμα...
Γιατί; Το σκεφτήκαμε τώρα που μας γδέρνει η ενεργειακή;
Πώς είδαμε τότε, από την πρώτη μέρα της μεταπολίτευσης (τον Ιούλιο του 1974), την πετρελαϊκή κρίση που εκτός των άλλων ξερίζωσε και την ελληνική βιομηχανία;
Μόνο πολιτικά. Καθαρά πολιτικά. Χωρίς να μετρήσουμε το αύριο και τις ανάγκες της οικονομίας του τόπου.
Μας έφθανε να κρατικοποιήσουμε τα τότε ερείπια της κρίσης. Να εξαγοράσουμε τον εργατοπατερισμό παραδίδοντάς του (από το 1975 και μετά) ό,τι απέμεινε σε βιομηχανικά συγκροτήματα, αλλά και σε κλάδους.
Έτσι διαλύσαμε την τότε ισχυρότατη ναυπηγική βιομηχανία. Τότε δώσαμε το πρώτο χτύπημα στις μικρομεσαίες, δορυφορικές και με δουλειές φασόν, στα ναυπηγεία, στον τότε χώρο κατασκευών και σιδηροβιομηχανίας.
Τότε ξεκίνησε ο ξεριζωμός της χημικής μας βιομηχανίας, της βιομηχανίας ειδών αμύνης, της μεταλλουργίας, της χαλυβουργίας. Και ας έκαναν κύκλο ανταγωνιστικής παρουσίας τους και στην παγκόσμια αγορά.
Έτσι "κάψαμε" ανταγωνιστικά τη μεταλλευτική βιομηχανία, μεγάλο μέρος από την τσιμεντοβιομηχανία και αφανίσαμε ό,τι ισχυρό είχαμε στην κλωστοϋφαντουργία.
Ο κομματικός ανταγωνισμός και η υποβάθμιση των αναγκών της οικονομίας σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, με πηγή του κακού το πετρέλαιο και την ακραία διεθνή κερδοσκοπία, ήταν που έφερε στο 1975-1985 την έξοδό μας από την πορεία με τις δυνατότητες να κρατηθούμε και ανταγωνιστικά.
Από τότε φάνηκε η αποεπένδυση, η αποβιομηχάνιση και η τάση αφανισμού των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων-στηριγμάτων και στην προσπάθεια για αναβάθμιση της θέσης της βιομηχανίας στον ανταγωνισμό.
Τότε χάθηκε η ουσιαστική συμμετοχή των μικρομεσαίων στην αμυντική βιομηχανία, στη ναυπήγηση, στη χαρτοβιομηχανία, στο ξύλο, στο σίδερο και στην εφαρμογή του ηλεκτρισμού στην οικοδομή και στην παραγωγή.
Όταν τα έχει ζήσει αυτά, δημοσιογραφικά, και γυρνάς πίσω να τα ξαναδείς με τα σημερινά δεδομένα δεν φαίνεται υπερβολικό να αναλογισθείς μήπως η πετρελαϊκή κρίση του 1973 ήταν όντως μια αφορμή για να δικαιολογηθεί και ο "ανεξήγητα" συνεχής αλλά και επίμονος αρνητισμός της μεταπολίτευσης να δώσει πραγματικές ευκαιρίες να αναγεννηθεί η βιομηχανία. Να εκβιομηχανισθεί η χώρα, σε νέες βάσεις και να καλυφθούν τεράστια κενά της παραγωγής, μετά την απώλεια 85 συγκροτημάτων και κλάδων.
Να δεχθούμε ότι δεν μπορούσαμε να συντηρήσουμε τους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, της ένδυσης και του παπουτσιού στο προκλητικό σημείο που είχαμε φθάσει με εξαγωγές και στο Παρίσι και στη Ρώμη. Είναι όμως ή δεν είναι απαράδεκτο να μας ντύνουν σήμερα οι Τούρκοι;
Να συμφωνήσουμε ότι η παγκοσμιοποίηση, μετά το 1990, δεν θα άφηνε σε χλωρό κλαρί την παραγωγή σε είδη και ανάγκες σπιτιού. Είναι όμως ή δεν είναι απαράδεκτο να αφανισθούν μέχρι και απλά καθημερινά υλικά οικοδομής και χρήσης από τα νοικοκυριά, προερχόμενα κυρίως από την ελληνική παραγωγή;
Να μη διαφωνήσουμε ότι η αγροτοβιομηχανία και η αγροτική μας μικρομεσαία παραγωγή δεν μπορούσε να σταθεί ανταγωνιστικά στην παγκόσμια αγορά και τις συνεχείς προκλήσεις της. Είναι όμως ή δεν είναι και εδώ απαράδεκτο ότι η Τουρκία συνεχίζει χρόνια τώρα να μας γεμίζει το μισό μας τσουκάλι, σκόρδα, κρεμμύδια, πατάτες και κρέας;
Το 1973 με την πετρελαϊκή κρίση ξεκίνησαν όλα αυτά. Αλλά δεν σταμάτησαν ούτε όταν το πετρέλαιο ξαναγύρισε και κάτω από τα 10 δολ. Ούτε όταν η Ευρώπη έβαλε πάλι εμπρός και έφθασε τη συμμετοχή της βιομηχανίας στο 15% του ΑΕΠ.
Γιατί στο Ελλάδισταν της μεταπολίτευσης ήταν και παραμένει μέγα αμάρτημα να κάνεις πολιτική ανάπτυξης στηριγμένη και στην ενίσχυση της ιδιωτικής οικονομίας.
Γιατί η ντουντούκα μας λέει ότι...
Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ
«Οχι άλλη ρόκα παρμεζάνα». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του σημερινού άρθρου και, ναι, σωστά καταλάβατε, είμαι μακριά από την Αθήνα για λίγες ημέρες. Ολοι μας έχουμε συνδέσει τα ελληνικά νησιά με κάποιες παραδοσιακές ταβέρνες, πάνω στο κύμα, μέσα σε ένα περιβόλι σε κάποια Χώρα ή σε ένα λιμάνι δίπλα στα καΐκια. Σχεδόν πάντοτε υπήρχε μια γιαγιά που μαγείρευε και μια οικογένεια που έφερνε βόλτα το υπόλοιπο μαγαζί. Οι συνταγές περνούσαν από τη μια γενιά στην άλλη. Σε κάθε τόπο έβρισκες έναν τοπικό θρύλο για «τους κεφτέδες της Κατερίνας» ή «τα γεμιστά της κυρά Ελένης».
Για τους τακτικούς επισκέπτες, η επίσκεψη σε μία από αυτές τις ταβέρνες ήταν κάτι σαν προσκύνημα.
Για τους ξένους ήταν η μύηση σε απλές ελληνικές παραδοσιακές γεύσεις. Σε όλους, όμως, έμενε και μένει μια έντονη ανάμνηση, που μοιάζει με εκείνη που περιγράφει ο συγγραφέας όταν δοκιμάζει τα μανταλέν του…
Με τα χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Οχι πάντοτε προς το χειρότερο, ούτε και προς το καλύτερο.
Ενας εγγονός συνεχίζει την παράδοση δίπλα στο κύμα, με τη διαφορά ότι ακούς και λίγο Τζόνι Κας ή έχεις και εμφιαλωμένο κρασί από ψαγμένους παραγωγούς που τους ανακαλύπτει κάθε χειμώνα.
Ενας Αθηναίος, που πιστεύει ότι μπορεί παντού να στήσεις μια Μύκονο, πήρε μερικά τέτοια μαγαζιά και προσπάθησε να τα κάνει κάτι άλλο. Τραγωδία· χάθηκαν οι γεύσεις, η εμπειρία, η «ψυχή» του μέρους. Αρκετά μέρη άντεξαν και πουλάνε με τεράστια επιτυχία αυτό ακριβώς που ήταν και είναι. Η αντοχή τους στον χρόνο είναι αξιοθαύμαστη, γιατί ακριβώς δεν προσποιούνται ότι είναι κάτι άλλο. Στην εποχή μας, παγκοσμίως, αυτή η αυθεντικότητα είναι που κάνει προορισμούς σαν τα νησιά μας μοναδικούς.
Και μετά έχεις τη «ρόκα παρμεζάνα» ή το «ριζότο με μελάνι σουπιάς και θρύμματα από πορτοκάλι». Θέλεις να φωνάξεις «άσ’ το, ρε φίλε, άσ’ το όπως ήταν!» γιατί όσο μαγικό και να είναι, το σημείο χάνει κάτι παραπάνω από τη μισή του μαγεία πουλώντας κάτι που φαίνεται ότι είναι εντελώς τεχνητό και «μοδάτο».
Βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι, γενικότερα, καθώς χιλιάδες επισκέπτες ανακαλύπτουν τα δικά μας «μυστικά» στο Αιγαίο. Θα δοκιμαστούν παραδόσεις, τοπικές αντοχές και υποδομές, η ταυτότητα κάθε μέρους. Για εμάς τους επισκέπτες, η μύηση περνούσε πάντοτε μέσα από τα πανηγύρια, που είναι το τεστ της αυθεντικότητας και του σεβασμού στην παράδοση, και τις τοπικές ταβέρνες που άντεχαν στον χρόνο.
Κάτι μου λέει ότι ...
Του ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ
Είναι λίγο-πολύ γνωστό το λεξιλόγιο της τηλεοπτικής μετάδοσης κατά τη διάρκεια των πυρκαγιών. «Κόλαση φωτιάς», «παρανάλωμα πυρός», «μάχη με τις φλόγες», «ανεξέλεγκτη πυρκαγιά», «πύρινα μέτωπα», «τεράστια καταστροφή» κ.λπ. Είναι φράσεις επαναλαμβανόμενες –σε εθνικό, μάλιστα δίκτυο– μέχρι τελικής πτώσης. Του τηλεθεατή…
Το εν λόγω τηλεοπτικό λεξιλόγιο είναι λογική απόρροια του τρόπου που καλύπτονται τα μεγάλα γεγονότα όπως είναι οι πυρκαγιές.
Κατ’ αρχάς οι ρεπόρτερ στέλνονται στο μέτωπο ως γαρνίρισμα σε αυτό που πρωτίστως πουλάει η τηλεόραση: το κατακόκκινο πλάνο, τις φλόγες εδώ κι εκεί, τα μαυρισμένα πρόσωπα των πυροσβεστών που προσπαθούν να τις περιορίσουν. Ουσιαστικές πληροφορίες δεν υπάρχουν στο τάδε δένδρο που καίγεται, σε μια περιοχή που ελάχιστοι κατανοούν κατά πού πέφτει. Να σημειώσουμε πως κάθε κάμερα –και κάθε ρεπόρτερ που τη συνοδεύει– καλύπτει ένα μικρό κλάσμα της καταστροφής. Ο τηλεοπτικός χρόνος για τις πυρκαγιές (μόνο πέριξ της Αθήνας) είναι άπλετος. Επομένως, για «να γεμίζουν το πλάνο» κάτι πρέπει να λένε. Ετσι, καταφεύγουν διαρκώς στους επονομαζόμενους «μπακαλιάρους».
Τα τελευταία χρόνια όμως υπάρχουν δύο λέξεις που επίσης επαναλαμβάνουν: «πραγματικά» και «κυριολεκτικά». Κι αυτό είναι λογικό διότι, όπως γράφαμε παλιότερα, «στην Ελλάδα της υπερβολής καταστρέψαμε τις έννοιες. Χρησιμοποιήσαμε τις λέξεις τόσο πολύ που τις κάναμε ξέπνοες. Τις θανατώσαμε. Κυρίως σκοτώσαμε τις λεπτές διαφορές, εκείνες που βοηθούν την αναλυτική σκέψη. Ισως γι’ αυτό δεν μπορούμε ποτέ (σε συλλογικό επίπεδο) να χωρίσουμε το στάρι από την ήρα. (…) Τα πάντα έχουν αναχθεί στον υπερθετικό βαθμό, που σημαίνει ταυτόχρονα, ότι όλα έχουν την ίδια βαρύτητα…» («Οι πληθωριστικές λέξεις», «Καθημερινή», 7.8.2008).
Επομένως τα επιρρήματα «πραγματικά» και «κυριολεκτικά» είναι αναγκαία σε μια γλώσσα που έκανε τις αναταράξεις κατά τη διάρκεια μιας πτήσης «τρόμο στον αέρα», βάφτισε «μακελειό» ένα τροχαίο δυστύχημα, είπε «κόλαση» τη φωτιά σε ένα παράπηγμα.
Τα επιρρήματα αυτά είναι κατά κάποιον τρόπο ένας τρόπος αυτοκριτικής του δημοσιογραφικού κόσμου. Την κάνει η νεότερη γενιά συναδέλφων, εκ μέρους ημών των μεγαλύτερων που ξοδέψαμε τις λέξεις σαν να μην υπάρχει αύριο, και σαν να ήταν… τα δανεικά του κράτους.
Δυστυχώς ο γλωσσικός πληθωρισμός δεν περιορίστηκε στον τηλεοπτικό λόγο.
Μπήκε στη Βουλή.
Εγινε κομμάτι της πολιτικής αντιπαράθεσης, υποβαθμίζοντάς την. Και αυτό διότι...
Toυ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΟΥΡΗ
Ετέθη ο θεμέλιος του Δρομοκαΐτου λίθος
παρόντος του πρωθυπουργού και των αρχών εν γένει.
Τους υπεδέχθη με χαράν και των τρελλών το πλήθος,
και τέλος όλοι έφυγαν κατενθουσιασμένοι.
Μίαν ευχή εκφράζομεν επί τη ευκαιρία:
το ευγενές μας κτίριον ποτέ να μην αδειάση
Ήγουν, πας Έλλην κύριος και Ελληνίς κυρία
ευχόμεθα να το ιδή και να το δοκιμάση.
Ευχόμεθα μετ’ ου πολύ και δεύτερον να γίνη
και εν ανάγκη μάλιστα να κτίσωμεν και τρίτον,,
Γιατ’ είναι μονοπώλιον και η παραφροσύνη,
εδώ στην χώρα των Μουσών, στην χώραν των Χαρίτων.
Αλλ’ όμως...
Γιώργου Σεφέρη, «Το απομεσήμερο ενός φαύλου»
Τράβα
αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να
φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι,
βόα μηχανή,
να ’ρθούμε πρώτοι εμείς!
— οι στερνοί.
Τα
στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια
και τ’
αποβράσματα και τ’ αποφόρια
μιας
μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά
για
μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.
Πολιτικάντηδες,
καραβανάδες,
ψιλικατζήδες,
κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και
θηλυκά —
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!
Φτωχή
Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια
γράφουνε το γολγοθά σου·
μάνα
λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν
αντέχεις τέτοια πομπή:
Το
ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια
και με μπαούλα·
τη χύτρα που έβραζε
κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη
μεμιά
σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου
μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός
αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά
του παραμιλεί.
Δες
το σελέμη, δες και το φάντη
πώς
θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που
ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα
πιστά του μηρυκαστικά.
Μαυραγορίτες
από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια
σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι
αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε
εκεί
στα
χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί...
Αν και είναι κοινότοπο, δεν γίνεται επαρκώς κατανοητό: η ποιότητα ζωής σε μια χώρα είναι συνάρτηση της ποιότητας των θεσμών της.
Θέλεις απόδοση δικαιοσύνης και προστασία του περιβάλλοντος;
Μερίμνησε να έχεις αντίστοιχους στιβαρούς θεσμούς που τα διασφαλίζουν. Εύκολα λέγεται, δύσκολα γίνεται.
Διαχρονικώς, η λειτουργία των θεσμών στον ελληνικό δημόσιο βίο υπάγεται στο στενά ιδιοτελές κομματικό παίγνιο ισχύος.
Αποτέλεσμα;
Οι θεσμοί απισχνούνται, τα δημόσια αγαθά που προστατεύουν ευτελίζονται.
Δύο φαινομενικώς άσχετα θέματα της επικαιρότητας –η καταδίκη του Δ. Λιγνάδη και οι πολεοδομικές ρυθμίσεις για τα αυθαίρετα– συνιστούν εκφάνσεις θεσμικής κακοδαιμονίας.
Η καταδίκη του Δ. Λιγνάδη για δύο βιασμούς ανηλίκων και η αναστολή εκτέλεσης της ποινής του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο προκάλεσαν εύλογες απορίες. Το έθεσε εύστοχα η ανακοίνωση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών: «Αδυνατούμε να αντιληφθούμε πώς είναι δυνατόν κάποιος που προφυλακίστηκε, γιατί υπήρχαν ενδείξεις για κατά συρροή βιασμό, να απελευθερώνεται όταν πλέον αποδεικνύεται πως έχει τελέσει δύο βιασμούς». Το πανό «Είναι βιαστής», που πρόσφατα σήκωσαν θεατές στην Επίδαυρο, αποτυπώνει, αντιστικτικά, την εκ πρώτης όψεως αίσθηση του παραλόγου: τις πρωτοδίκως διακριβωμένες εγκληματικές πράξεις να μην ακολουθεί η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής.
Αυτή την αίσθηση επικρίνει θυμωμένα και, ενίοτε, χυδαία η κοινή γνώμη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Την ίδια αίσθηση εξέφρασε μέρος της κοινωνίας πολιτών (ΣΕΗ) με οξύ και αφοριστικό αλλά, πάντως, κόσμιο τρόπο («δεν ζούμε πια σε κράτος δικαίου»).
Η κοινή γνώμη εκφράζεται βιωματικά και, συχνά, συνωμοσιολογικά. Η κοινωνία πολιτών τείνει να εκφράζεται καταγγελτικά και, μέρος αυτής, αφοριστικά. Αμφιβάλλω αν κανείς τους διάβασε τη δικαστική απόφαση, ιδιαίτερα το τεχνικό μέρος της: διαφωνούν με το συμπέρασμα της δικαστικής κρίσης για αναστολή εκτέλεσης ποινής.
Δεν είναι περίεργο: κοινή γνώμη και κοινωνία πολιτών εκλογικεύουν το «παράλογο», στρέφοντας τη συζήτηση στο ενδεχόμενο μεροληψίας (πιθανώς ανεπίγνωστη) δικαστών υπέρ του διάσημου και συναγελαζόμενου με την πολιτική εξουσία Λιγνάδη, σε μια δίκη όπου η υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου, όπως συνήθως συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις (π.χ. δίκες Ουάινσταϊν, Μάξγουελ κ.λπ.), ήταν να διασυρθούν τα θύματα. Στο μέτρο που, έστω αφοριστικά, διευρύνεται το πεδίο συζήτησης, αυτή η εξέλιξη είναι δυνητικά γόνιμη.
Η πολιτική διάσταση του θέματος, όμως, απαιτεί σύνθετους χειρισμούς.
Η πολιτική κριτική της δικαστικής απόφασης δεν πρέπει να υπονομεύει τη Δικαιοσύνη ως θεσμό. Η συνωμοσιολογική ή αφοριστική γλώσσα δεν πρέπει να είναι η γλώσσα ενός κόμματος εξουσίας. Οταν ο κ. Τσίπρας, επίδοξος πρωθυπουργός, και ήδη, πάντως, υπηρέτης των θεσμών, λέει ότι «αυτός που έκανε τα πιο ειδεχθή εγκλήματα, βιασμούς, αφέθηκε χθες ελεύθερος γιατί ήταν κολλητός της εξουσίας», αφενός αποσιωπά πως ο Λιγνάδης καταδικάστηκε, αφετέρου υπαινίσσεται την ύπαρξη δικαστικού-πολιτικού σχεδίου για την αναστολή. Εμφανίζει, δηλαδή, τη Δικαιοσύνη ως υποχείριο της πολιτικής εξουσίας.
Αυτή η στάση είναι βαθιά προβληματική.
Πρώτον, υπεραπλουστεύει (παρακάμπτει το γεγονός ότι η απόφαση του δικαστηρίου είναι καρπός στοχαστικής κρίσης και επίλυσης ερμηνευτικών διλημμάτων) και, δεύτερον, καλλιεργώντας τη συνωμοσιολογία, εκτρέφει τη δυσπιστία των πολιτών έναντι της Δικαιοσύνης, απομειώνοντας έτσι το κύρος της.
Ο υπεύθυνος πολιτικός ηγέτης ενεργεί σύνθετα – επεξεργάζεται το ακατέργαστο λαϊκό αίσθημα και το εκφράζει με θεσμικούς όρους. Και επικρίνει και προστατεύει. Οταν, όμως, επιδιώκει την κομματική κατίσχυση, υπάγοντας ιδιοτελώς μια ποινική δικαστική απόφαση στο κομματικό παίγνιο ισχύος, η κριτική του διαβρώνει τη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για λεπτή διάκριση που απαιτεί διανοητικώς και ηθικώς εκλεπτυσμένους παίκτες.
Η θεσμική κακοδαιμονία αποτυπώνεται, με διαφορετική μορφή, και σε άλλα πεδία, όπως αυτό της πολεοδομίας. Το κατ’ ευφημισμόν υπουργείο Περιβάλλοντος (ΥΠΕΝ) έδωσε ακόμη έξι μήνες παράταση σε κατεδαφίσεις αυθαιρέτων σε αιγιαλούς, έστω κι αν οι κατεδαφίσεις έχουν τελεσιδικήσει, έστω κι αν η «τακτοποίηση» παράνομων κατασκευών σε αιγιαλούς απαγορεύεται ρητώς («Κ», 5/4/22). Περαιτέρω, μη χάνοντας ευκαιρία να εξυπηρετήσει τους δυνητικούς «πελάτες» του, το ΥΠΕΝ ανακοίνωσε ότι οι κάτοχοι δασικών αυθαιρέτων, αν τα δηλώσουν και καταβάλουν το συναφές παράβολο, θα υπαχθούν σε ρύθμιση αναστολής των προστίμων ή των εντολών κατεδάφισης («Κ», 8/7/22). Τέλος –σχήμα λόγου αυτό– σχέδιο νόμου του ΥΠΕΝ προβλέπει την έκδοση οικοδομικών αδειών χωρίς κανέναν έλεγχο από δημόσια αρχή αλλά μόνο με την ευθύνη του μηχανικού («Κ», 21/6/22). Ο αφελώς περιχαρής κ. Σκρέκας διανοίγει λαμπρό πεδίο οικιστικής αυθαιρεσίας. Εκλογές έρχονται, δεν θα ζημιωθεί ούτε αυτός ούτε το κόμμα του.
Ιδού η μεγάλη εικόνα: το κράτος αυτοκαταργείται σε ό,τι αφορά την προστασία ενός μείζονος δημόσιου αγαθού (οικιστικό περιβάλλον), ενώ όταν ενεργοποιείται το κάνει για να προστατεύσει αυτούς που το καταπατούν!
Γιατί να μη συνεχίζονται οι αυθαιρεσίες εφόσον το κράτος κινητροδοτεί τους δράστες τους;
Και η περίπτωση Λιγνάδη και οι πολεοδομικές ρυθμίσεις αυθαιρέτων δείχνουν...
Το RADAR είναι "ΑΝΑΙΣΘΗΤΟ" σε ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ και "ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΤΟ" στην ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ κάθε χρώματος.
Αν περιμένετε να μάθετε τι "στριγκάκι" αγόρασε η κυρία-Χ ή πώς είναι το "ντεκολτέ" της κυρίας-Υ είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Αν προσδοκάτε "αποκλειστικότητες" και άμεση ενημέρωση επι παντός επιστητού επίσης είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Το λειτούργημα της άμεσης ενημέρωσης επι παντός επιστητού το αφήνουμε στους "φυσικούς" υπηρέτες της, τους ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ, έντιμους ή ανέντιμους,ηθικούς ή ανήθικους, "κομιστές" ή ουδέτερους, έξυπνους ή ηλιθιους, αδιάβλητους ή λαμόγια.
Μπορεί να κηρυχθεί πόλεμος και να το μάθετε από άλλους.
Ό,τι αξιόλογο* γράφουν οι λειτουργοί της ενημέρωσης χωρίς παρωπίδες στα μάτια, το RADAR το αναδημοσιεύει με αναφορα στην πηγή
Ο,τι αξιόλογο* θάβουν στα ψιλά, το RADAR το ξεθάβει
Ό,τι αξιόλογο* στείλουν οι αναγνώστες το RADAR θα το προβάλλει
"Πυρά" που προσβάλλουν νοημοσύνη και συνειδήσεις ο "Αγρυπνος Φρουρός" φιλοδοξεί να τα αναχαιτίσει
*Ως "αξιόλογες" ο "Αγρυπνος Φρουρός" ορίζει κάθε είδους ειδήσεις που αφυπνούν κοιμiσμένες συνειδήσεις, αλλά και κάθε είδους "από καρδιάς απόψεις" από μορφωμένους και αγράμματους ακόμα κι αν διαφωνεί με τους εκφραστές τους
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ : Agrypnos.Frouros@gmail.com