"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΞΥΛΟΛΙΟ-ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟ-ΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η 28 Φλεβάρη χωρίς την Μαρία των Ψεκιών…

 Του ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Στις 28 Φλεβάρη του 2025, η Ελλάδα ήταν μια κλειστή χώρα
. Οχι μόνο οι πρωτεύουσες των νομών, αλλά και όλες οι μικρότερες και μεγαλύτερες πόλεις είχαν προγραμματισμένες συγκεντρώσεις, πολλές από τις οποίες ήταν οι μεγαλύτερες στην ιστορία τους. Οι δρόμοι ξεχείλιζαν από ανοργάνωτο κόσμο με αυτοσχέδια πλακάτ, που ως συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, στέκονταν στις πιο λαϊκές εκδοχές της δημόσιας συζήτησης. Καφετέριες ή συνοικιακά καφενεία, που δεν συνηθίζουν να κλείνουν ούτε το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, ενημέρωναν τους πελάτες τους ότι «στις 28 θα είμαστε κλειστά». Και, κυρίως, η εμβέλεια του ζητήματος ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οπως λεγόταν κατά κόρον τότε, η επικαιρότητα ήταν «μονοθεματική». Κάθε γεγονός που έβγαινε στην επιφάνεια, πραγματικό ή φανταστικό, και συνδεόταν με τα Τέμπη, μονοπωλούσε για μέρες το δημόσιο ενδιαφέρον.  

Εναν χρόνο μετά, σχεδόν τίποτα δεν θυμίζει εκείνη την κατάσταση. Η τρίτη επέτειος του δυστυχήματος των Τεμπών βρίσκει τη χώρα με ασύγκριτα μικρότερη προσμονή, οι κινητοποιήσεις είναι πολύ μικρότερες, η κυβέρνηση δεν βρίσκεται σε πανικό και δεν αγωνιά για το πώς θα διαχειριστεί μια κρίση.  

Ασφαλώς, υπάρχουν μια σειρά από συγκυρίες που βοήθησαν σε αυτή την εξέλιξη. Για παράδειγμα, πριν έναν χρόνο ήταν αρκετά νωπή η δημοσιοποίηση ηχητικών μέσα από το τρένο που είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη αναταραχή στην ελληνική κοινωνία. Ομως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που «σκότωσε» τις κινητοποιήσεις των Τεμπών, και αυτός είναι η Μαρία Καρυστιανού. 

Σε ένα λαϊκό αφήγημα, η Μαρία Καρυστιανού είναι επίσης και αυτή που «γέννησε» τις κινητοποιήσεις των Τεμπών. 

Ομως αυτό δεν είναι διόλου ακριβές. Τον Μάρτιο του 2023 είχαν γίνει σε όλη την Ελλάδα πολύ μεγάλες κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, όταν ακόμα το όνομα της Καρυστιανού ήταν γενικά άγνωστο. Από την πρώτη στιγμή και για τρία χρόνια, σχεδόν κάθε κάλεσμα για την υπόθεση συγκέντρωνε το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή του κόσμου. Η Μαρία Καρυστιανού «πάτησε» σε αυτό το ενδιαφέρον για να μετατραπεί σε Αγία των κινητοποιήσεων για τα Τέμπη. Αλλά δεν τις δημιούργησε η ίδια.  

Κάθε νουνεχής αναλυτής μπορούσε να προγνώσει ότι η απόφαση της Καρυστιανού να πολιτευθεί θα της αφαιρούσε αυτό το φωτοστέφανο. Η πολιτική εκ των πραγμάτων είναι διαχείριση αντιθέσεων. Και μάλιστα, πραγματικών αντιθέσεων, όχι παρεξηγήσεων. Κανείς δεν μπορεί να εμπλακεί σε αυτήν και να συνεχίσει να παριστάνει ότι εξαιρείται των αντιθέσεων. Ανθρωποι πολύ πιο έμπειροι από την κυρία Καρυστιανού, κατέρρευσαν όταν το προσπάθησαν.  

Επιπλέον, η κυρία Καρυστιανού είχε δύο ακόμα ζητήματα να αντιμετωπίσει, εξίσου δύσκολα. 

Το πρώτο ήταν ότι εκτός από το να υποκριθεί ότι εξαιρείται των αντιθέσεων που γεννά η πολιτική, ήταν περίπου απαγορευτικό να ενταχθεί σε αυτές. Ακριβώς γιατί είχε στηρίξει μέχρι πρότινος τη δημόσια παρουσία της σε μια αγιοποιημένη εικόνα. 

Και το δεύτερο, ότι η κυρία Καρυστιανού είχε πάρα πολλές φορές διαψεύσει ότι πρόκειται να πολιτευθεί και είχε μαζί της έναν «στρατό» υπερασπιστών της, που ορμούσε να κατασπαράξει όποιον υποστήριζε ότι ετοιμάζει κόμμα. H ιδέα ότι τόσον καιρό έλεγε ψέματα, και ταυτόχρονα κατεβαίνει στην πολιτική για να επιβάλει την αλήθεια, την ηθική και την τιμιότητα, είναι κάπως άτοπη. 

Οι συνέπειες για την κυρία Καρυστιανού έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους και δεν είναι μικρές. Η δημοτικότητά της βρίσκεται περίπου στο 1/3 αυτής που απολάμβανε πριν έναν χρόνο. Τα δυνητικά ποσοστά του κόμματός της τείνουν προς το μονοψήφιο. Και οι απώλειες στον μηχανισμό που στήθηκε μετά κόπων τον τελευταίο ενάμισι χρόνο είναι συνεχείς. 

Στο στόχαστρο των περισσότερων -αν όχι όλων- όσων διαμαρτύρονται, βρίσκεται η δικηγόρος της κ. Καρυστιανού και πρώην πολιτεύτρια της «Νίκης», Μαρία Γρατσία. Σε μια σειρά από πόλεις, οι επιτροπές που είχαν στηθεί για τη δημιουργία του κόμματος, είναι εξοργισμένες με τη βασική σύμβουλο της κυρίας Καρυστιανού και ζητούν την αποπομπή της. Ο λόγος δεν είναι μόνο ότι ασκεί έναν ασφυκτικό έλεγχο σε οργανωτικό επίπεδο στο εγχείρημα. Είναι επίσης ότι διασφαλίζει ότι αυτό θα στραφεί προς τις πιο ακραίες θέσεις της λεγόμενης λαϊκής Δεξιάς, την ίδια ώρα που οι τοπικές επιτροπές έχουν φτιαχτεί στη συντριπτική τους πλειονότητα από απογοητευμένους αριστερούς ή πρώην μέλη και υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ. 

Οταν η Καρυστιανού θέτει ζήτημα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων (και όταν το «μαζεύει», καταθέτει τον εξωφρενικό και ανυπόστατο ισχυρισμό ότι στην Ελλάδα γίνονται κάθε χρόνο «200 με 300 χιλιάδες αμβλώσεις») δεν χάνει μόνο υποψήφιους ψηφοφόρους. Χάνει επίσης και τον κόσμο που έστηνε το κόμμα. Στις απώλειες συμπεριλαμβάνεται και η μεγαλύτερη και παλιότερη τοπική επιτροπή του «κόμματος», αυτή των Χανίων, η οποία διαλύθηκε ολοσχερώς μετά από μια οργισμένη ανταλλαγή επιστολών, στο τέλος της οποίας προέκυψε το συμπέρασμα ότι η πρώην πρόεδρος του συλλόγου των Τεμπών στηρίζει πλήρως τη δικηγόρο της. 

Με πολιτικό σύμβουλο πολιτεύτρια της Νίκης και τις κινητοποιήσεις των Τεμπών να είναι πλέον απολύτως αποσυνδεδεμένες από αυτήν, η κυρία Καρυστιανού είναι σχεδόν αδύνατον να παραμείνει για πολύ καιρό ακόμα στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων. Θα μπορούσε να διεκδικήσει μόνο μια θέση ως ηγέτιδα της ανερχόμενης Ακροδεξιάς, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι υπόλοιποι θα της κάνουν χώρο για αυτό. 

Καθώς όλα αυτά θα παίρνουν τον δρόμο τους, η ελληνική κοινωνία χρωστά στον εαυτό της δύο ερωτήματα που τα έχει καθυστερήσει χαρακτηριστικά

Πρώτον, γιατί...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΟΡΓΙΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οργισμένοι Έλληνες: Οι πρίγκιπες που αναγκάζονται να ζουν ως κοινοί θνητοί

 

Toυ ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Δεν χρειαζόταν η τελευταία δημοσκόπηση της MRB που έδειξε ότι το 47% των Ελλήνων δηλώνουν «οργισμένοι» για να καταλάβει κανείς ότι η οργή είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί σε μεγάλη μερίδα του εξυπνότερου, εργατικότερου, πιο βασανισμένου και πιο αδικημένου λαού στον κόσμο. Αρκεί κανείς να δει τον τρόπο που οδηγούν ή που αλληλεπιδρούν. Νεύρα, νεύρα και άλλα νεύρα με όλους και με όλα. Και είναι λογικό.

Όπως ήδη έγραψα οι Έλληνες είναι ο εξυπνότερος λαός στον κόσμο. Ταυτοχρόνως είναι και ο πιο εργατικός. Όμως δυστυχώς αδικείται διαρκώς και βασανίζεται όσο κανένας άλλος.

Όλα αυτά φυσικά υφίστανται μόνο στο μυαλό όσων τα πιστεύουν, αλλά αυτοί είναι πολλοί και η πραγματικότητά τους διαμορφώνεται από το σχήμα του αετού που κάποιοι, δολίως, του κρατούν δεμένα τα φτερά (οι Αμερικάνοι, οι Ευρωπαίοι, οι Εβραίοι, οι Ιλουμινάτι, ο καπιταλισμός, η Νέα Τάξη Πραγμάτων, η Mercosur... ό,τι έχετε ευχαρίστηση). Δεν έχει σημασία αν ο «αετός» είναι στην πραγματικότητα φασιανός, καρακάξα ή κότα. Σημασία έχει ότι ο ίδιος πιστεύει ότι είναι αετός και του αξίζουν τα πάντα.

Οι Έλληνες στα σπίτια τους μεγαλώνουν ως πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Τοποθετούνται στο κέντρο του κόσμου και από μικρή ηλικία μαθαίνουν ότι οι επιθυμίες τους είναι διαταγές. Ένα μέσο ελληνικό σπίτι κινείται στο ρυθμό όχι των αναγκών, αλλά των ορέξεων των παιδιών. Κι όσο η όρεξη ικανοποιείται χωρίς δεύτερη κουβέντα, τόσο ανοίγει. Ταυτοχρόνως, ο γύρω κόσμος αντιμετωπίζεται ως ξένος και εχθρικός. Ο γείτονας που διαμαρτύρεται επειδή το παιδί θέλει να παίξει μπάσκετ στο σαλόνι στις 3 το μεσημέρι, ο προπονητής που δεν αναγνωρίζει ότι προπονεί τον νέο Ρονάλντο, ο καθηγητής που βάζει χαμηλό βαθμό και δεν διακρίνει την διάνοια που κρύβεται πίσω από την τεμπελιά, είναι εχθροί. Και μάλιστα εχθροί με τους οποίους δεν θα πολεμήσει το παιδί, αλλά ο μπαμπάς και η μαμά.

Και μετά έρχεται η ενηλικίωση. Έρχεται η στιγμή που η πραγματικότητα είναι τόσο ισχυρή που ο μπαμπάς και η μαμά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να την κρύψουν. Κι αν δεν σε ρίξει σε κατάθλιψη, θα σε γεμίσει νεύρα. Αν έχεις γεννηθεί πρίγκιπας είναι όντως φοβερά εκνευριστικό να δουλεύεις ως υπάλληλος.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και σε επίπεδο κοινωνίας. Οι Έλληνες από το πρωί μέχρι το βράδυ «ενημερώνονται» από δημοσιογράφους που τους χαϊδεύουν τα αυτιά, κολακεύουν κάθε τους κουσούρι και υπερτιμούν κάθε τους επίτευγμα. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ακούνε πόσο σπουδαίοι είναι και ταυτοχρόνως πόσο αδικημένοι είναι σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Η «ενημέρωση» τους έχει πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα και συζεί με την κολακεία των προκαταλήψεων και των πεποιθήσεων (πόσες φορές έχετε πχ ακούσει συγκρίσεις με άλλες βαλκανικές χώρες που πολύ βολικά ξεχνούν ότι πριν 15 χρόνια η Ελλάδα χρεωκόπησε και σώθηκε επειδή κάποιοι ξένοι την κράτησαν στη ζωή;).

Αυτοί οι δημοσιογράφοι παρέα με τους πολιτικούς και λοιπούς δημοσιολογούντες περιγράφουν διαρκώς μια πραγματικότητα, στην οποία η ευημερία έρχεται χωρίς θυσίες και χωρίς κόπο.

Δικαιωματικά. Επειδή το αξίζουμε.

Όχι επειδή προσαρμοζόμαστε στην πραγματικότητα και εκμεταλλευόμαστε τις ευκαιρίες της, όχι επειδή καταφέραμε κάτι, αλλά επειδή υπάρχουμε και είμαστε Έλληνες. Και ως Έλληνες έχουμε μάθει και εξακολουθούμε να ακούμε ότι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Διδακτικό νταραβέρι μ’ έναν εκπρόσωπο του αδικημένου λαού

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΜΠΟΥΡΑΚΗ 

 Προ ημερών, μπήκα σ’ ένα βουλκανιζατέρ γιατί ένα από τα λάστιχα του αμαξιού έχανε αέρα. Ο ιδιοκτήτης μ’ έβαλε να καθίσω σ’ ένα αμφίβολης καθαριότητας σαλονάκι, ξεβίδωσε τα μπουλόνια του τροχού, πήρε την ρόδα και χάθηκε μέσα στο πλαστικό παραβάν μιας πόρτας που υπήρχε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Επειδή όμως εμένα μ’ αρέσει να παρακολουθώ όλη την διαδικασία με τα έμβολα να ανεβοκατεβαίνουν, μετά από δυο-τρία λεπτά, σηκώθηκα και τον ακολούθησα. Αυτό που έγινε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Στο δωμάτιο που ήταν γεμάτο από μηχανήματα και από ντάνες με παλιά ελαστικά, υπήρχε το αφεντικό που καταγινόταν με την ρόδα μου κι ακόμα δύο νεαροί που έκαναν κάποια άλλη αντίστοιχη δουλειά. Ήταν δυο Αφρικανοί, με φόρμες εργασίας, μουτζουρωμένοι και με κατάμαυρα χέρια. 

Με το που εμφανίστηκα στην πόρτα, με κοίταξαν εμβρόντητοι, κι ύστερα, λες και είχαν αντικρίσει τον διάολο, πέταξαν ό,τι κρατούσαν στα χέρια τους, εργαλεία, ελαστικά, κόλες και όρμησαν σαν δαιμονισμένοι προς ένα παράθυρο που έβγαζε μάλλον σε κάποιον ακάλυπτο.

Ο ένας πρόλαβε να πεταχτεί έξω σαν ακροβάτης, ο άλλος ήταν επίσης έτοιμος να σαλτάρει, όταν τον σταμάτησε η φωνή του αφεντικού. «Όχι ρεεε… stop, stop είπα… πελάτης είναι, ελάτε μέσα». 

Κι ενώ τα δυο παλικαράκια –δεν ήταν πάνω από 20 χρονών- ξεφύσησαν ανακουφισμένα και ο έξω ξαναγύρισε από τον ίδιο δρόμο, το αφεντικό στράφηκε σε μένα, και μισοαπολογιτικά για αυτό που είδα, αλλά και μισοενοχλημένα που βρέθηκα απροσκάλεστος στη γιάφκα του, μου είπε. «Νόμιζαν ότι είναι έλεγχος».

«Όχι δεν είμαι έλεγχος» απάντησα και ξαναγύρισα στο αμφίβολης καθαριότητας σαλονάκι, στο μπροστινό μέρος του βουλκανιζατέρ. Προφανώς, τα δυο παιδιά εργάζονταν ανασφάλιστα, γι αυτό και ήταν κρυμμένα στο αθέατο πίσω μέρος του μαγαζιού. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης που είχε συμφωνηθεί -σε περίπτωση ελέγχου της επιθεώρησης εργασίας- ήταν να την κοπανήσουν από το παράθυρο. Και μόλις είδαν έναν άγνωστο να μπαίνει αιφνιδιαστικά στο δωμάτιο, φοβήθηκαν και όρμησαν έξω.

Το «κλου» της ιστορίας όμως, ήταν η συνέχεια. 

Το αφεντικό με ακολούθησε έξω και μου εξέθεσε το σύνολο των επιχειρημάτων του.  

«Καμπουράκη» (με είχε αναγνωρίσει), «είδες που μας καταντήσανε;» (Κι αυτόν, όχι μόνο τους δύο λαθραίους που έτρεξαν πανικόβλητοι). «Να πηδάμε απ’ τα παράθυρα για να επιβιώσουμε, αλλιώς θα το κλείσουμε το μαγαζί.» (Αντικυβερνητικός).  

«Εμ βέβαια, τρώνε-τρώνε οι πολιτικοί, που να περισσέψει χρήμα για μας που δουλεύουμε;» (Αντισυστημικός).  

«Δεν πιστεύω να με καταγγείλεις» (το γύρισε στην κλάψα), «γιατί εσείς οι δημοσιογράφοι και οι γραβατάκηδες τα κάνετε κάτι τέτοια.» (Εναντίον των ελίτ).  

«Να ξέρεις πως αν με καταγγείλεις, αυτοί οι δυο θα μείνουνε στους πέντε δρόμους.» (Να και ο ηθικός εκβιασμός). «Και τέλος πάντων, εσείς οι κρητικοί» (ήξερε κι από πού είμαι) «δεν είσαστε ρουφιάνοι, είσαστε άντρες, έτσι;» (Να και η κολακεία).

Δεν θα σας γράψω τι του είπα. Πάντως, μου ξεκαθάρισε ότι δεχόταν κάθε άλλη λύση (ποια δηλαδή;), πλην της ασφάλισης των δυο εργαζόμενων, διότι «θα το ’κλεινε το μαγαζί, εξάλλου αυτοί θέλουν να φύγουν για την Γερμανία». 

Τέλος, όταν μου ξαναφόρεσε την ρόδα στο αμάξι και πήγα να τον πληρώσω, μου είπε με μια πλατιά χειρονομία, «κερασμένο ρε Καμπουράκη». (Να και η δωροδοκία των 15 ευρώ). Δεν δέχτηκα προφανώς.

Αθάνατη Ελλάδα με...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο χαρακτήρας του Ελληνα ανά τους αιώνες

 

Toυ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΙΝΟΥ

Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Τσάτσος διετέλεσε μία σπάνια και πολυτάλαντη προσωπικότητα. Καθηγητής του πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός, υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμανλή και μετά την κατάργηση της βασιλείας το 1975 ετιμήθη με το αξίωμα του πρώτου Προέδρου της Δημοκρατίας.

Αυτής της πολυσχιδούς προσωπικότητας ο επίτιμος διευθυντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αγγελος Ζαχαρόπουλος μου θύμισε ένα κείμενό του, που την εποχή που έδωσε στη δημοσιότητα συζητήθηκε πάρα πολύ και νομίζω ότι αξίζει να το θυμηθούμε.

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος επέλεξε μία πρωτότυπη μέθοδο να παρουσιάσει τις σκέψεις του.

Εβαλε έναν ρωμαίο συγκλητικό, πρώην διοικητή ελληνικών επαρχιών, να τις εκφράσει μέσω επιστολών προς τον διάδοχό του, ο οποίος επρόκειτο να αναλάβει καθήκοντα κυβερνήτη της Αχαΐας στην Ελλάδα.

Σκοπός των επιστολών ήταν να μάθει ο μέλλων κυβερνήτης τον χαρακτήρα του λαού που επρόκειτο να διοικήσει.

Χαρακτήρας που φαίνεται ότι δεν άλλαξε στα 2.300 περίπου χρόνια που ακολούθησαν.

Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στις σκέψεις του Κ. Τσάτσου τον τίτλο: «Το αναλλοίωτο του χαρακτήρα των Ελλήνων».

Ο περιορισμένος χώρος του παρόντος κειμένου επιβάλλει την παράθεση μόνον των σημαντικότερων σημείων των σκέψεων του Κ. Τσάτσου, όπως υποτίθεται εκφράστηκαν από τον ρωμαίο συγκλητικό:

«Ο Ελληνας είναι πιο εγωιστής από εμάς και συνεπώς και από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι “πάντων χρημάτων μέτρον”, κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο ορθώνεται το εγώ των Ελλήνων.

Χάρις σ’ αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σ’ αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς. Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. Το ίδιο εγώ που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των ανθρώπων (…). Η μοίρα μας έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί τον νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια (…). Ο Ελληνας δεν συγχωρεί στον συμπολίτη του καμία προκοπή. Οποιος τον ξεπεράσει ο Ελληνας τον φθονεί με πάθος. Και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε θα το κάνει. Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου ηθικού φόνου».

Ο Κ. Τσάτσος, όταν δημοσίευσε το πόνημά του στη «Νέα Εστία» το 1954, χρησιμοποίησε τον τίτλο: «Οξύρρυγχοι πάπυροι» επειδή στο υποτιθέμενο σενάριο, οι παραινέσεις του ρωμαίου συγκλητικού προς τον φίλο του είχαν γραφεί σε παπύρους, που βρέθηκαν στην πόλη Οξύρρυγχος της Αιγύπτου.

Πόσοι άραγε από…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΒΥΣΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Με βύσματα και αραλίκι δεν πας μακριά

 Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ

Η θητεία στον στρατό είναι μια καταλυτική εμπειρία για κάθε νέο Ελληνα. Σου δίνει πρώτα απ’ όλα την ευκαιρία να γνωρίσεις ανθρώπους που μάλλον δεν θα συναντούσες ποτέ άλλοτε στην προσωπική ή επαγγελματική σου ζωή. Η εμπειρία δημιουργεί επίσης αναμνήσεις, από εκείνες που με χαρά ανασύρεις ύστερα από χρόνια.

Η θητεία είναι, ή μάλλον ήταν ελπίζουμε, και μια βουτιά στον κυνισμό και στις πάγιες παθογένειες του τόπου. Βαθιά βουτιά. Θυμάμαι ακόμη την ουρά νέων παιδιών που περίμεναν να μιλήσουν με τους γονείς τους από ένα καρτοτηλέφωνο για να βεβαιωθούν ότι
«ο θείος Γιώργος μίλησε στον τάδε βουλευτή για τη μετάθεση». Ο κυνισμός ήταν μεταδοτικός, καθώς ξαφνικά κάποιος θύμωνε γιατί ο διπλανός είχε μεγαλύτερο βύσμα. Ισως δεν καταλαβαίνουμε πόσο διαβρωτική είναι αυτή η διαδικασία, πόσο ποτίζει τις νέες γενιές με την αντίληψη ότι όλα γίνονται και επιτυγχάνονται με αυτόν τον τρόπο, με μέσα και γνωριμίες. Και μάλιστα όταν αυτό σου συμβαίνει στα 18 ή στα 22 στον στρατό, που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είναι «θωρακισμένος» από ρουσφέτια και μέσα, η ζημιά είναι μεγάλη. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τη διαπίστωση – κλισέ ότι «δεν μάθαμε τίποτα», «σκοτώναμε μύγες» κ.λπ.

Αντιλαμβάνομαι ότι κάποια πράγματα είχαν ήδη αλλάξει πριν καθιερωθεί το νέο μοντέλο θητείας. Οταν ένας φαντάρος έπαιρνε μετάθεση για μια παραμεθόριο περιοχή, δύσκολα άλλαζε. Ελπίζουμε όλοι ότι η νέα προσπάθεια θα αποδώσει καρπούς. Είμαστε μία χώρα με συνεχώς μειούμενο πληθυσμό, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην επάνδρωση μονάδων. Δεν υπάρχουν περιθώρια για συμβιβασμούς και εκπτώσεις. 

Ταυτόχρονα είμαστε και μία χώρα με πολύ μορφωμένους νέους, οι οποίοι συχνά εξειδικεύονται σε τομείς που σχετίζονται άμεσα με την άμυνα. Είναι αδιανόητο να μην τους αξιοποιούμε στο μικρό διάστημα που περνούν από τον στρατό.

Θα χρειαστούν μεγάλες δόσεις πολιτικής βούλησης, τόσο από την πολιτική όσο και από τη στρατιωτική ηγεσία, για να κοπούν οι συνήθειες του παρελθόντος κάθε φορά που θα χτυπάει το τηλέφωνο.  

Αλλος δρόμος δεν υπάρχει, όμως, γιατί...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΕΠΑΡΧΙΩΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μέρες του Μπραντ Πιτ στην Υδρα

 Toυ ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ανθρώπινο είναι η παρουσία ενός Μπραντ Πιτ ανάμεσά μας να δημιουργεί προσδοκίες, τις οποίες οφείλουμε να μην αφήσουμε ανεκμετάλλευτες. 

Κατ’ αρχάς να υπενθυμίσω ότι πριν από πολλά πολλά χρόνια την Υδρα είχε επισκεφθεί και η Σοφία Λόρεν για το περίφημο «Το παιδί και το δελφίνι». Ομως τότε τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Η εμφάνιση των διασημοτήτων δεν είχε εκδημοκρατισθεί ακόμη. Ξέραμε πως ανήκουν σε έναν άλλον κόσμο από τον δικό μας κι εμείς απλώς είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μια γεύση από την παρουσία τους. Δεν υπήρχε αυτή η ωραία και άκρως δημοκρατική οικειότητα που έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μας μέρες που είναι. Είναι δώρο του Ελληνα Θεού. 

Ενώ ο υπόλοιπος κόσμος ασχολείται με τον θλιβερό Επσταϊν και την υψηλή πορνοπελατεία του, εμείς παρακολουθούμε τις κινήσεις ενός ανθρώπου που αντιλαμβανόμαστε πως δεν διαφέρει και πολύ από όλους εμάς τους υπολοίπους. Λένε πως τρώει χρησιμοποιώντας μαχαιροπίρουνα, το πρωί λέει καλημέρα και το βράδυ καλησπέρα, ντύνεται κανονικά, με παντελόνι και πουκάμισο ή μπλούζα, γελάει με τα αστεία ακόμη και από ευγένεια. Κοινώς δεν του λείπει τίποτε για να γίνει ένας από μας. Ή, για να αντιστρέψω τον συλλογισμό, εμάς δεν μας λείπει τίποτε για να γίνουμε σαν κι αυτόν. Εξ ου και οι προσδοκίες.  

Η παραμονή του Μπραντ Πιτ στην Υδρα είναι σαν τον προθάλαμο για το μεγάλο άλμα της Ελλάδας στο κινηματογραφικό στερέωμα. Δεν ήρθε το Χόλιγουντ στην Ελλάδα, όπως συνέβαινε μέχρι τώρα. Η Ελλάδα ετοιμάζεται να μετακομίσει στο Χόλιγουντ, έστω και ως ντεκόρ ή ως κομπάρσος. Ομως από κάπου πρέπει να ξεκινήσει κανείς για να φτάσει εκεί ψηλά. Ε ναι, το άκουσα κι αυτό επί τη ευκαιρία. Ηρθε η ώρα η χώρα μας να αναπτύξει κινηματογραφική βιομηχανία λόγω της επίσκεψης του Μπραντ του Πιτ. Ιδρύεται, λέει, και πανεπιστημιακό τμήμα κινηματογραφικών σπουδών.

Ορισμένοι, οι συνήθεις γκρινιάρηδες και δύσπιστοι, διακρίνουν ένα ελαφρύ άρωμα επαρχιωτισμού στη συμπεριφορά μας. Ηρθε η κουρσάρα με τα νίκελ στο χωριό και τρέχει η πιτσιρικαρία από πίσω της για να εισπράξει λίγη από τη λάμψη της. 

Ας μην αδικούμε τον εαυτό μας. Η Ελλάδα ως παγκόσμιο ντεκόρ έχει μέλλον απ’ ό,τι όλα δείχνουν. Οφείλουμε να το καλλιεργήσουμε. Στο κάτω κάτω έχουμε μεγάλη παράδοση ως κομπάρσοι. Να θυμίσω μόνον τον Μινωτή στο «Νοτόριους» του Χίτσκοκ. Ο ρόλος ήταν βουβός, όμως φαντασθείτε τι θα είχε γίνει αν είχε μιλήσει κιόλας. 

Γι’ αυτό φρονώ ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Σαν ερωτευμένα δεκαπεντάχρονα με τον Μπάρκουλη

 

Toυ ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

μπραντπιτισμός (ο) 1. υπερβολικός θαυμασμός του κατώτερου προς τον ανώτερο «ο μπραντπιτισμός του τον έκανε να περνά την κάθε ανοησία που έβγαινε από το στόμα του αφεντικού του για σοφία» 2. αίσθημα κατωτερότητας «νομίζω ότι στα περισσότερα χωριά της Ελλάδας έχουν ξεπεράσει τον μπραντπιτισμό για τους πρωτευουσιάνους» 3. υπερβολική ενασχόληση με ασήμαντα θέματα «ο μπραντπιτισμός των ενημερωτικών εκπομπών οφείλεται περισσότερο στο επίπεδο των δημοσιογράφων και λιγότερο στο επίπεδο του κοινού»

Αν υπάρχει κάτι που δείχνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το χαμηλό επίπεδο της «ενημερωτικής» τηλεόρασης είναι η κάλυψη των γυρισμάτων της ταινίας με πρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ στην Ύδρα.

Σαν χωριάτες του περασμένου (και του προπερασμένου) αιώνα που θαυμάζουν τον επισκέπτη από την πόλη ή σαν 15χρονα κοριτσάκια στη δεκαετία του ’60 ερωτευμένα με τον Μπάρκουλη, δεκάδες δημοσιογράφοι έχουν αναδείξει σε πρώτο θέμα το ότι ένας διάσημος ηθοποιός θα δουλέψει για καμιά εβδομάδα στην Ελλάδα.

Και δεν το κάνουν μόνο σε πρωινάδικα και μεσημεριανάδικα.

Η σύντομη παραμονή του Μπραντ του Πιτ έγινε μέχρι και θέμα στα δελτία ειδήσεων επειδή οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τους Έλληνες το έκριναν ως ένα από τα 5-10 πιο σημαντικά θέματα της χώρας και του πλανήτη.

Κάποιος μπορεί επιπόλαια να πει «μα αυτά θέλει ο κόσμος», και θα κάνει λάθος γιατί…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΡΑΛΟΙΦΟ-ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟ-ΛΑΚΑΦΩΣΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Για να μην ξεχνάμε...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πώς άραγε θα είναι η φετινή συγκέντρωση για τα Τέμπη;

 Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ


Απέχουμε λίγες ώρες από τις επετειακές συγκεντρώσεις για το δυστύχημα των Τεμπών και η ατμόσφαιρα δεν θυμίζει σε τίποτα την αντίστοιχη περσινή
.  

Στα μέσα κοινωνικού φυτιλιάσματος, που πέρυσι ήταν γεμάτα καλέσματα και εμπρηστικές αναρτήσεις, σήμερα βασιλεύει η γαλήνη. Ένα ποστ από δω, ένα ποστ από κει, αλλά τίποτα που να θυμίζει τον Φεβρουάριο του 2025. Ακόμα και το μαθητικό συλλαλητήριο (που πολύ λογικά έγινε σε ώρα μαθημάτων ώστε οι μαθητές να μη χάσουν τα φροντιστήρια και τις δραστηριότητες τους) είχε κάτι τις το διεκπεραιωτικό.

Κάποιος μπορεί να πει ότι πολύς κόσμος έχει πια κουραστεί από τις συνεχείς προσπάθειες δημιουργίας κλίματος αναταραχής και ότι δεν μπορείς να «επαναστατείς» κάθε χρόνο.  

Σίγουρα η κόπωση θα παίζει κάποιο ρόλο, αλλά υπάρχει κάτι που είναι πιο σημαντικό από αυτή: τα αντικρουόμενα συμφέροντα.

Πέρυσι σύσσωμη η αντιπολίτευση έβλεπε στο πρόσωπο της κβαντικής ιατρού Μαρίας Καρυστιανού ένα χρήσιμο εργαλείο για τη φθορά της κυβέρνησης. Το κεντρικό πρόσωπο των συλλαλητηρίων δεν είχε ακόμα αποκαλύψει τις πολιτικές της φιλοδοξίες (παρότι ήταν φως φανάρι πως τις είχε) κι έτσι τα κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούσαν να ενωθούν κάτω από τις φτερούγες της, ελπίζοντας το καθένα σε κάποιο κέρδος. Και οι ίδιες οι συγκεντρώσεις, παρότι πολιτικές, δεν εμφανίζονταν ως κομματικές.

Φέτος η κβαντική ιατρός έχει ανακοινώσει ότι θα ιδρύσει κόμμα και άρα το συλλαλητήριο για τα Τέμπη θα μετατραπεί αυτομάτως σε μια προεκλογική της συγκέντρωση.  

Η Καρυστιανού δεν είναι πια μόνο μια χαροκαμένη μάνα. Τώρα η βασική της ιδιότητα είναι αυτή της πολιτικού που αναπόφευκτα έχει ως πρώτο μέλημα την επιτυχία στις εκλογές. Μια επιτυχία που σημαίνει αποτυχία της υπόλοιπης αντιπολίτευσης (δεν θα στερήσει ψήφους από την κυβέρνηση). Γιατί τα κόμματα να συμβάλουν σε αυτή την επιτυχία, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις με εκείνην ως κεντρικό πρόσωπο;

Από την άλλη είναι αδύνατον τα κόμματα που μέχρι πριν λίγο καιρό έσκιζαν τα ρουχαλάκια τους για το «έγκλημα των Τεμπών» και είχαν ανοίξει τις κάνουλες των κροκοδείλιων δακρύων, να δηλώσουν ορθά κοφτά την αποχή τους. Είπαμε, δεν είναι και τα πρώτα μυαλά αλλά μέχρι εκεί τους κόβει. Οπότε κάνουν τις πάπιες και ετοιμάζουν τις μεζούρες τους.

Ξέρουν ότι οι συγκεντρώσεις θα είναι μια πρώτη, μη δημοσκοπική, ένδειξη της δυναμικής της κβαντικής ιατρού και τις περιμένουν με αγωνία. Πιθανότατα ελπίζοντας να είναι όσο το δυνατόν μικρότερες.  

Τώρα που το εργαλείο τους...

 

Υπαρκτού Καρυστιανο-Ρουτσο-Αριστερο-σουργελο-κηραλοιφο-ξεφτιλαρόπληκτου ψεκασμένου ελληνισμού κωμωδία

Ελληνόφωνου εθνοπατερο-ξεφτιλαρόπληκτου κωλοχανείου τραγωδία: ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ - ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΡΕ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΟΙ ΤΕΝΕΚΕΔΕΣ

 
 


 

 

 

 

 

Σαν σήμερα (28/2/ΧΧΧΧ)

 

1854: Ιδρύεται το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ


1904: Ιδρύεται στη Λισαβόνα η ποδοσφαιρική ομάδα της Μπενφίκα


1935: Ο δρ. Γουάλας Κράδερς εφευρίσκει το νάιλον.


1901: Γεννιέται ο αμερικανός χημικός Λίνους Καρλ Πόλινγκ, αμερικανός χημικός ο οποίος τιμήθηκε με Νόμπελ Χημείας το 1954 και Νόμπελ Ειρήνης το 1962. Αυτός και η Μαρία Κιουρί είναι οι μοναδικοί κάτοχοι δύο βραβείων Νόμπελ στην ιστορία του θεσμού.


1942: Γεννιέται ο Μπράιαν Τζόουνς, ιδρυτικό μέλος των Rolling Stones.


1986: Δολοφονείται ο σουηδός πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε
 
 
 
 
 
 


2020 Πεθαίνει στα 97 της χρόνια η συγγραφέας Άλκη Ζέη. 

 

 




 

2023: Σύγκρουση εμπορικής με επιβατική αμαξοστοιχία στα Τέμπη με 57 νεκρούς, επειδή ένας μ@λ@κ@ς σταθμάρχης δρομολόγησε τους συρμούς που κινούνταν αντίθετα, στην ίδια γραμμή, και στο κράτος-μπουρδέλο ΔΕΝ είχαν προχωρήσει τα έργα εγκατάστασης τεχνολογικών λύσεων ασφαλείας για την αποφυγή τέτοιων τραγικών συμβάντων

 

 2025 Αφήνει την τελευταία του πνοή , σε ηλικία 74 ετών, ο Αλέξης Κούγιας μετά από πολυήμερη νοσηλεία σε  ΜΕΘ ιδιωτικού νοσοκομείου.

 

 

ΠΑΣΟΚικά ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Τους έκαψε η ψέκα με το ξυλόλιο

 

Γράφει ο ΣΤΕΝΤΩΡ 

 Πέρυσι τέτοιον καιρό το ΠΑΣΟΚ προσπαθούσε να ακολουθήσει το ρεύμα των Τεμπών.

Προσπαθούσε να ανταποκριθεί στον ανταγωνισμό της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Η αγωνία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ισοφαρίσει, αν όχι να υπερθεματίσει, οδήγησε και σε κάποιες υπερβολές. 

Φαίνεται τώρα ότι οι μόνοι που ωφελήθηκαν από εκείνο το κλίμα –του χυμένου ξυλολίου της τοξικής καχυποψίας– ήταν οι αντισυστημικοί, εντός κι εκτός Κοινοβουλίου. 

Τώρα, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στη θέση να εκδίδει ανακοινώσεις κατά της Καρυστιανού, με την πατερναλιστική επισήμανση ότι «όσο μιλάει για θέματα που δεν γνωρίζει, εκτίθεται». 

Είναι εύκολο να ακολουθήσεις τον συρμό. Είναι πολύ ριψοκίνδυνο όμως να τον εγκαταλείψεις.  

Στο ΠΑΣΟΚ –που έχει ταυτότητα κυβερνητικού κόμματος, κι ας έχει πάνω από δεκαετία να κυβερνήσει– πήγαν...

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΛΕΟΥΜΕΝΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΤΑΛΙΝΑΡΙΑ: Γιατί αντιδράτε σα να πέφτετε από τα σύννεφα;

 

ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΛΑΓΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ειρηνοποιοί σουργελαράδες

 Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

Ο ΣΥΡΙΖΑ κρούει τον παροιμιώδη κώδωνα του κινδύνου, ενόψει του πολέμου που ετοιμάζονται να ξεκινήσουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν
.
«Εγκυμονεί», τονίζεται στην ανακοίνωση του κόμματος, «τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια ασφάλεια και σταθερότητα». Για τον λόγο αυτόν, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητεί από την κυβέρνηση να αναλάβει «διπλωματική πρωτοβουλία στο πλαίσιο της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής»!

Προφανώς, για τον ΣΥΡΙΖΑ, η διατήρηση του καθεστώτος της ισλαμικής δικτατορίας στο Ιράν δεν εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια ασφάλεια, πόσω μάλλον κοινούς κινδύνους. Μολονότι ο δεδηλωμένος σκοπός του καθεστώτος είναι να αποκτήσει πυρηνικά για να εξαφανίσει από τον χάρτη το Ισραήλ.  

Είναι γνωστό, όμως, ότι το Ισραήλ ήδη διαθέτει αυτή τη δυνατότητα, αν και δεν το αναγνωρίζει ανοιχτά. Επομένως, δεν υπάρχει περίπτωση να μην ανταποδώσει. 

Γιατί όμως να φανταζόμαστε το μέλλον; 

 Υπάρχει το παρελθόν, για να μας δώσει να καταλάβουμε πώς συμβάλλει στη σταθερότητα της περιοχής το Ιράν. Ποιος έστησε τον «κλοιό της φωτιάς», όπως τον έλεγε το καθεστώς, τους Χεζμπολάχ, τους Χούθι και τη Χαμάς, με οικονομικούς πόρους, όπλα, τεχνογνωσία και εκπαίδευση; Εκεί πήγε όλος ο πλούτος του Ιράν: στο όνειρο ενός μεγαλειώδους Αρμαγεδδώνα, που τρέφουν κάποιοι καθυστερημένοι και ανισόρροποι.

Καταλήγουμε, λοιπόν, ότι η πραγματική πηγή της αποσταθεροποίησης στην περιοχή και ευρύτερα είναι το Ιράν των μουλάδων – οι οποίοι, αν εξαιρέσουμε τα πυρηνικά, ζουν στον Μεσαίωνα.  

Οποιος στηρίζει το Ιράν και το καθεστώς του στηρίζει, κατ’ επέκταση, και το σύνθημα «φρομ δε ρίβερ του δε σι», δηλαδή την εξάλειψη του Ισραήλ. Ισχύει και για όσους από απλή, αγνή και άδολη ανοησία (όπως η αγαπημένη τους απλή αναλογική…) παίρνουν θέση με την πλευρά του Ιράν. Γιατί ο στείρος αντιαμερικανισμός είναι και αυτός μια μορφή ανοησίας.

Το απόγειο της ανοησίας, όμως, είναι η ιδέα τού ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει «διπλωματική πρωτοβουλία» για την εκτόνωση της έντασης

Μήπως τους διαφεύγει ότι οι δύο πλευρές, Ιράν και ΗΠΑ, ήδη συνομιλούν μέσω τρίτων;

Η Ελλάδα θα κάνει τη διαφορά με το «ειδικό βάρος» της;  

Επίσης, ποια μπορεί να είναι αυτή η μαγική «διπλωματική λύση», όταν οι διαφορές είναι αγεφύρωτες; 

 Η μοναδική σκοπιμότητα μιας τέτοιας ενέργειας θα ήταν η αυτοϊκανοποίηση του ναρκισσισμού των ειρηνοποιών, η αυτοεπιβεβαίωση της δήθεν ηθικής ανωτερότητάς τους.  

Το πρόβλημα είναι της Αριστεράς γενικώς, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ το αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο (δηλαδή τον αφελέστερο) τρόπο: δεν βλέπουν την πραγματικότητα που απλώνεται μπροστά στα μάτια τους, προτιμούν να την πλάθουν με τη φαντασία τους κατά τα συμφέροντά τους.

Παραμένουμε στον χώρο, γιατί η κατάθεση κοινού πορίσματος από πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, στην Εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ερμηνεύεται ως προανάκρουσμα συνεργασίας. 

Μακάρι, γιατί κακό χωριό τα λίγα σπίτια. Επιπλέον, αυτά που τους χωρίζουν είναι αστεία και ανάξια λόγου, απλές διαφορές αποχρώσεων στην αριστερίλα. Η εξουσία τούς κράτησε ενωμένους τότε ως κυβέρνηση, η ανάγκη της επιβίωσης θα τους ενώσει τώρα

Να σας πω και τη συνέχεια του παραμυθιού; 

Αφού ενωθούν ξανά και φιλιώσουν, θα επιστρέψει και ο Αλέξης! (Και, εννοείται, η Ολγα θα λιποθυμήσει από τη χαρά της…) 

Θα επιστρέψει, γιατί θα καταλάβει κάποια στιγμή ότι το rebranding που επιχειρεί είναι για τα πανηγύρια. 

Επίσης, επειδή ο Αλέξης...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΛΑΜΟΓΙΑΡΑΔΙΚΟ: Πώς να γίνεις πρωθυπουργός. Η ιστορία του Σούλη…

Του Strange Attractor

Ο Σούλης Σκορδοπίπογλου γεννήθηκε σε μια μικρή, ημιορεινή, και κυρίως μουντή κωμόπολη της Πελοποννήσου.

Σε μια περιοχή και μια εποχή όπου τα εργοστάσια έκλειναν, οι αγρότες φυτοζωούσαν, οι κτηνοτρόφοι είχαν κλείσει τα μαντριά τους και έφευγαν στις πόλεις, και οι μόνοι που ευημερούσαν ήταν οι… πολιτικοί.

Από μικρό παιδί τους έβλεπε, κάθε φορά που είχε εκλογές, να επισκέπτονται τα μέρη του, κοστουμαρισμένοι, και να βγάζουν πύρινους λόγους για την επερχόμενη ευημερία, την ώρα που οι επίσης κοστουμαρισμένοι οδηγοί τους περίμεναν ανυπόμονοι στις (κρατικές) λιμουζίνες, με τις μηχανές αναμμένες.

Παρατηρώντας τους πολιτικάντηδες στα καφενεία, και στα πηγαδάκια, ο Σούλης από νωρίς κατάλαβε πως η πραγματική εξουσία δεν κατοικοεδρεύει στη Βουλή, αλλά εκεί… στις ζυμώσεις, και εκφράζεται με ψίθυρους, υποσχέσεις, χάρες, και ρουσφέτια, μεταξύ ανθρώπων που καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον, και το πώς παίζεται το παιχνίδι.

Στα 21 του χρόνια, κι έχοντας αποφοιτήσει από ΙΕΚ, με ειδικότητα στην τραπεζική, αγόρασε ένα εισιτήριο (μονής διαδρομής) για τη Νέα Υόρκη, εκεί που έμενε ένας μακρινός θείος του, εστιάτορας επί πολλά χρόνια.

Επίσημα, όπως έλεγε στους γνωστούς του, ο Σούλης πήγαινε για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μάρκετινγκ.

Ανεπίσημα όμως είχε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό, στο μυαλό του.

Η Νέα Υόρκη δεν τον υποδέχθηκε με ανοικτές αγκαλιές. Αντιθέτως τον δοκίμασε.

Δούλεψε ως βοηθός σερβιτόρου στο μαγαζί του θείου του, στην ιταλική συνοικία του Μπρονξ, ακούγοντας περισσότερο παρά μιλώντας.

Έτσι, παρατηρώντας τους θαμώνες έμαθε ονόματα, έμαθε σχέσεις, και κυρίως έμαθε ποιος πληρώνει τα «χρέη» του στην ώρα του και ποιος όχι.

Και το κυριότερο όλων που έμαθε ήταν πως τα χρέη δεν έχουν να κάνουν τόσο με τα λεφτά όσο με την υποσυνείδητη επιρροή που ασκεί ο δανειστής στον οφειλέτη.

 

Ο θείος του, παλιό κουμάσι, δικτυωμένος από καιρό, σύντομα αντιλήφθηκε τη χρυσή σιωπή του Σούλη, την παρατηρητικότητά του, αλλά και τη φοβερή του μνήμη.

Έτσι, ένα βροχερό βράδυ, ο ανεψιός προσκλήθηκε σε ένα από τα πίσω δωμάτια μιας γειτονικής ιδιωτικής ιταλικής λέσχης, όπου οι όποιες συζητήσεις ήταν ψιθυριστές και σύντομες, και οι όποιες αποφάσεις σκληρές και τελεσίδικες.

Στην αρχή έκανε θελήματα, όπως π.χ. μεταφορές σφραγισμένων φακέλων. Αργότερα κρατούσε τα μαύρα βιβλία «επιχειρηματιών» της γειτονιάς…

Το ταλέντο του στη «λογιστική» ήταν αδιαμφισβήτητο και σύντομα χρίσθηκε «σύμβουλος», ενημερώνοντας τα αφεντικά του για το ποια τοπική επιχείρηση τα πήγαινε καλά, άρα μπορούσαν να την αρμέξουν περισσότερο, και ποια όχι, άρα θα έπρεπε να χαλαρώσουν τη θηλιά.

Και όπως ανακάλυψε, ο εκβιασμός είναι μια τέχνη. Βασικά είναι θέατρο.

Δεν ξεκινάς ποτέ με απειλές. Ξεκινάς με φιλία.

Τηλεφωνείς για χρόνια πολλά, επισκέπτεσαι τον στόχο για να δεις αν είναι καλά, πας στα γενέθλια του παιδιού του, στους γάμους των ανεψιών του, στέλνεις δωράκια στη σύζυγο πού και πού, κ.ο.κ.

Πάνω απ’ όλα τον συγχαίρεις για την «επιχειρηματικότητά» του, και λίγο μετά, αφού είστε πλέον σχεδόν κολλητοί, του προσφέρεις προστασία απέναντι σε τυχόν υποθετικές απειλές.

Μια τακτική, που αν ακολουθηθεί σωστά και μεθοδικά, καταλήγει σε κάτι σαν «συνδρομητική υπηρεσία».

Ο Σούλης τα μελέτησε όλα αυτά με προσοχή.

Κατάλαβε πως οι πραγματικοί «παίκτες» δεν φωνάζουν, δεν αγριεύουν, και ποτέ δεν απειλούν. Καταφέρνουν όμως να είναι απαραίτητοι στους στόχους που «προστατεύουν».

Να λύνουν προβλήματα τα οποία η αστυνομία δεν μπορεί να λύσει, και ούτε θέλει να αγγίξει. Προβλήματα όμως, που οι ίδιοι οι «παίκτες» δημιουργούν.

Για πέντε ολόκληρα χρόνια ο Σούλης ρουφούσε αυτά τα μαθήματα, τα οποία κανένα πανεπιστήμιο δεν θα μπορούσε να του προσφέρει.

Έμαθε πώς να κτίζει δίκτυα γνωριμιών, όπου ο ένας χρωστούσε στον άλλον.

Έμαθε πώς να μοιράζει τα κέρδη, έτσι ώστε να εξασφαλίζει την αφοσίωση.

 

Και κυρίως έμαθε πως η ηθική είναι μια ελαστική έννοια, ειδικά όταν την περιτυλίγεις με οικογενειακές αξίες, και πατριωτικές κορώνες!

Γι’ αυτό λοιπόν, όταν επέστεψε στην πατρίδα του, δεν το έκανε ως ένας ακόμη τραμπούκος κακοποιός, αλλά ως ένας μορφωμένος… μεταρρυθμιστής.

Η γενέτειρά του δεν είχε αλλάξει. Τα μαγαζιά συνέχιζαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, και οι νέοι συνέχιζαν να την εγκαταλείπουν.

Κάτι άλλο που επίσης δεν είχε αλλάξει ήταν οι πολιτικάντηδες, οι οποίοι συνέχιζαν τους πύρινους λόγους στην πλατεία, και τα πονηρά πηγαδάκια στα καφενεία.

Σιγά σιγά και ο Σούλης μπήκε στο παιχνίδι.

Φρόντισε να καλλιεργήσει σχέσεις με τους τοπικούς παράγοντες (δημάρχους, βουλευτές, κλπ), οργανώνοντας συζητήσεις και μαζώξεις με θέμα την οικονομική ανάταση, την ανάγκη για πολιτική σταθερότητα, και το μέλλον του τόπου…

Ήταν μαέστρος στις δημόσιες σχέσεις, και θυμόταν τα ονόματα όλων, όπως κάποτε θυμόταν τα έσοδα, αλλά και τα χρέη, κάποιων άλλων.

Με αυτά και με αυτά ο Σούλης δημιούργησε ένα δίκτυο χρήσιμων γνωριμιών, και αν και αδέκαρος και ανεπάγγελτος, έγινε ένα είδος παράγοντα, συναγελαζόμενος με «επιχειρηματίες», με πολιτικούς, με κομματόσκυλα, και γενικά με όποιον μπορούσε να ασκήσει επιρροή.

Γνώρισε εργολάβους με δικαστικές εκκρεμότητες, δημοσιογράφους που έψαχναν πληροφορίες σαν τα καρτάλια, συνδικαλιστές που έψαχναν κονέ, και κάθε είδους απατεώνες που μυρίζονταν χρήμα και επιρροή.

Στον καθένα πρόσφερε προστασία, ανάλογα με τις ανάγκες τους.

Στον εργολάβο πρόσφερε υποσχέσεις για νομοθετικές ρυθμίσεις των εκκρεμοτήτων του, στον δημοσιογράφο αποκλειστικές πληροφορίες, στον συνδικαλιστή μεσολαβήσεις και ψηφαλάκια, στον απατεώνα φακελάκια.

Ποτέ δεν απείλησε κανέναν, ποτέ δεν μίλησε άγρια. Χαμογελούσε, και άφηνε υπονοούμενα… μέχρι εκεί.

Όταν επιτέλους κατέβηκε υποψήφιος για βουλευτής, η προεκλογική του εκστρατεία ήταν χάρμα ιδέσθαι. Ένα αριστούργημα ανεπαίσθητης πίεσης!

Οι τοπικοί καταστηματάρχες, που δίσταζαν να κολλήσουν τις αφίσες του στο μαγαζί του, διαπίστωναν ξαφνικά ότι οι επιθεωρήσεις από εφορία, αστυνομία, υγειονομικό, κλπ, γίνονταν όλο και πιο συχνές.

 

Ενώ αντιθέτως, όσοι τον υποστήριζαν ανακάλυπταν πως ήταν δικαιούχοι νέων δημοτικών, αγροτικών, και άλλων έκτακτων επιχορηγήσεων.

Ο Σούλης δηλαδή δημιουργούσε κίνητρα.

Όσον αφορά στους πολιτικούς του αντιπάλους, αυτοί έκαναν το λάθος να τον υποτιμήσουν εξ αρχής.

Έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν «αστραφτερό δανδή», που σπούδασε στα ξένα, και που έφερνε μοντέρνες και απραγματοποίητες ιδέες και προτάσεις, και που σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούσε απειλή.

«Μόνο λόγια και φρου φρου κι αρώματα είναι ο φιόγκος», έλεγαν μεταξύ τους…

Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι το μυαλό του «φιόγκου» ήταν σαν κομπιούτερ, ούτε αντιλήφθηκαν το απέραντο αόρατο δίκτυο γνωριμιών και υποχρεώσεων που είχε χτίσει με επιμονή και μεθοδικότητα όλο αυτό το διάστημα.

Και έτσι, σε δέκα μόλις χρόνια μετά από την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, ο Σούλης όχι μόνο ήταν βουλευτής, αλλά και αρχηγός του κόμματος.

Και λίγο μετά… πρωθυπουργός!

Κυβερνώντας με βάση όλα όσα είχε μάθει στα πίσω σκοτεινά δωμάτια του Μπρονξ.

Μοίραζε τα υπουργικά αξιώματα όχι λόγω ικανοτήτων, αλλά ως επενδύσεις στην αφοσίωση που χρειάζονταν. Δεν πα να ‘ναι ο άλλος τενεκές ξεγάνωτος; Κάνε τον υπουργό και θα είναι δικός σου για πάντα. Αυτό ήταν το μότο του.

Όσο για τους αντιπάλους του, τόσο στην αντιπολίτευση όσο και μέσα στο ίδιο του το κόμμα, δεν ανησυχούσε, ούτε έμπλεκε σε συγκρούσεις. Απλά όλοι τους εμφανίζονταν ως πρωταγωνιστές  από το πουθενά σε διάφορα σκάνδαλα που έρχονταν στο προσκήνιο έτσι στα ξαφνικά.

Και το κυριότερο;

Ο Σούλης αναγνώριζε την πολύτιμη αξία των «φίλων» κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, τους οποίος φρόντιζε να χαϊδεύει, και να τους μοιράζει κρατικά έργα δεξιά κι αριστερά, με τους ίδιους να αναγνωρίζουν το πολιτικό του μέγεθος, όπως γνώριζαν πολύ καλά το κόστος της ανυπακοής…

Όσο για τα ΜΜΕ, τι να λέμε;

Τους φλόμωσε στις κρατικές διαφημίσεις, και στις έκτακτες επιχορηγήσεις.

 

Τον «υπόγειο» αυτό έλεγχο επί των πάντων, ο Σούλης τον ονόμασε «σταθερότητα».

Την παρακολούθηση μέσω υποκλοπών, κ.ά. των αντιπάλων του (και όχι μόνο) την ονόμασε «εθνική ασφάλεια».

Τις περίεργες σχέσεις του με τους (δήθεν) επιχειρηματίες, τις ονόμασε «στρατηγική οικονομική συνεργασία», κ.ο.κ.

Την αντιπολίτευση την ονόμασε «χάος».

Και ο λαός, ο οποίος έτρεμε το χάος, το οποίο θα κυριαρχούσε αν χάναμε τον Σούλη, όπως έλεγαν καθημερινά τα ΜΜΕ, τον λάτρευε.

Ακόμη και οι οικονομικοί αναλυτές, ακόμη και οι ξένοι παράγοντες, τον επευφημούσαν για την οικονομική ανάκαμψη και σταθερότητα που έφερε (στα χαρτιά).

Η χώρα προόδευε, με μεγάλα έργα υποδομών (από τους φίλους του επιχειρηματίες που λέγαμε), τα οποία πρόσφεραν θέσεις εργασίας, άσχετα αν ποτέ δεν ολοκληρώνονταν, με το δημόσιο να αποζημιώνει τους εργολάβους κάθε τρεις και λίγο.

Πολλές φορές, αργά τη νύχτα, ένα φωτάκι ήταν αναμμένο στο Μαξίμου.

Ήταν ο Σούλης που από το παράθυρο του γραφείου του έβλεπε την πρωτεύουσα να κοιμάται.

Πιο μικρή από τη Νέα Υόρκη, σκεφτόταν, αλλά με τις ίδιες αρχές λειτουργίας.

Η οικονομική ισχύς δεν έχει να κάνει με το μέγεθος, αλλά με τη δομή, έλεγε μέσα του.

Γι’ αυτό και ποτέ δεν ξέχασε τα πολύτιμα μαθήματα που πήρε στο Μπρονξ. Αντιθέτως τα εμπλούτισε, και τα εφάρμοσε κατά κόρον.

Όχι σε σκοτεινά δωμάτια και πατάρια, αλλά σε φωτισμένα από πανάκριβους πολυέλαιους κυβερνητικά γραφεία.

Οι χώροι  ήταν διαφορετικοί, αλλά οι βασικοί κανόνες παρέμεναν οι ίδιοι. Όπως και οι άνθρωποι.

Και στο φινάλε, ο Σούλης δεν θεωρούσε τον εαυτό του διεφθαρμένο, απλά πραγματιστή.

Ο κόσμος όλος είναι μια σκηνή, ένα δούναι λαβείν, και μια αγορά «επιρροών», έλεγε.

Με δικούς της κανόνες. Τους οποίους ο Σούλης ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά.

 

Κάποιοι αυτό το ονομάζουν έγκλημα. Κάποιοι άλλοι… πολιτική.

Για τον Σούλη ήταν και τα δυο μαζί. Με κοινό παρονομαστή την επιτυχία.

Και αισθάνονταν περήφανος… ειδικά όταν έμαθε ότι …