|
Οι νόμοι περί καθορισμού του ελάχιστου μισθού έχουν μακρά ιστορία.
Ο ο
πρώτος ψηφίστηκε στη Νέα Ζηλανδία το 1894, και σε μια εποχή λιτότητας
και διεύρυνσης της ανισότητας, ο πολιτικός πειρασμός ν’ αυξηθεί ο
κατώτατος μισθός ενδέχεται να ενταθεί.
Οι οικονομολόγοι τείνουν να είναι αντίθετοι στη θέσπιση κατώτατου
μισθού, υποστηρίζοντας ότι πλήττουν την απασχόληση. Ωστόσο, θεωρητικά
είναι εφικτό ο κατώτατος μισθός ν’ αυξήσει τόσο την απασχόληση όσο και
τις αμοιβές.
Μέχρι το 1990 οι περισσότερες εμπειρικές μελέτες κατέληγαν
στο συμπέρασμα ότι υψηλότερος κατώτατος μισθός πλήττει την απασχόληση,
ιδίως μεταξύ των νέων. Τότε οι οικονομολόγοι Ντέιβιντ Καρ και Αλαν
Κρούγκερ εξέτασαν τις επιπτώσεις που είχε η αύξηση του κατώτατου μισθού
στα ρεστοράν του Νιου Τζέρσι και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στην
πραγματικότητα η απασχόληση αυξήθηκε.
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, η
συζήτηση σχετικά με τον κατώτατο μισθό έχει ωριμάσει, ενώ αλλαγές στην
εφαρμοζόμενη πολιτική προσφέρουν νέα παραδείγματα για ανάλυση.
Η Βρετανία εισήγαγε τον κατώτατο μισθό το 1999, ενώ στις ΗΠΑ
καταγράφηκαν πολυάριθμες αλλαγές στον κατώτατο μισθό, ο οποίος σε
ομοσπονδιακό επίπεδο αυξήθηκε κατά 40% μεταξύ 2007 και 2009.
Οι δύο
πλευρές των οικονομολόγων εξακολουθούν να μη συμφωνούν αν η θέσπιση
κατώτατου μισθού πλήττει την απασχόληση ή όχι, αν και οι θέσεις τους δεν
απέχουν πλέον τόσο πολύ.
Η περίπτωση της Βρετανίας προσφέρεται για
συμπεράσματα. Οταν θεσπίστηκε, ο εθνικός κατώτατος μισθός ορίστηκε στο
46% του μέσου μισθού και λίγο χαμηλότερα για τους νέους. Προσαρμόζεται
δε σε ετήσια βάση από μια επιτροπή. Προτού θεσπιστεί ο κατώτατος μισθός
πολλοί ανησυχούσαν πως θα επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην απασχόληση.
Ωστόσο, σήμερα αποτελεί κοινή παραδοχή ότι ο κατώτατος μισθός έπληξε
λίγο ή καθόλου την απασχόληση.
Η πλέον χτυπητή συνέπεια από τη θέσπιση του κατώτατου μισθού στη
Βρετανία ήταν η μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων. Οχι μόνο αυξήθηκε ο
μισθός του 5% των εργατών με τις μικρότερες αμοιβές, αλλά αυξήθηκαν οι
μισθοί των καλύτερα αμειβόμενων εργατών. Οι μισθολογικές ανισότητες στο
κάτω μισό της μισθολογικής κλίμακας μειώθηκαν έντονα από τα τέλη της
δεκαετίας του ’90.
Μια νέα μελέτη τριών Βρετανών οικονομολόγων αποδίδει το γεγονός στη
θέσπιση του κατώτατου μισθού. Η μισθολογική ανισότητα μειώθηκε ιδιαίτερα
για τις γυναίκες και γενικότερα για τους χαμηλόμισθους.
Αυτά τα νέα
ευρήματα προκαλούν πολλά ερωτήματα, που προς το παρόν οι οικονομολόγοι
δεν έχουν απαντήσει.
Τι ακριβώς γίνεται στις αγορές εργασίας αν ο
κατώτατος μισθός δεν πλήττει την απασχόληση αλλά μειώνει τις
μισθολογικές ανισότητες; Οι εταιρείες μειώνουν το κόστος κόβοντας
μισθούς αλλού; Ενισχύουν την παραγωγικότητα των χαμηλόμισθων;
Σύμφωνα με
τα ευρήματα μερικών πρόσφατων μελετών, οι εταιρείες εφαρμόζουν πληθώρα
στρατηγικών προκειμένου ν’ αντιμετωπίσουν την αύξηση του κατώτατου
μισθού. Μερικές αυξάνουν λίγο τις τιμές, ενώ άλλες προσπαθούν να
εξοικονομήσουν χρήματα μέσω της μείωσης του τζίρου τους.
Οσοι χαράζουν πολιτική αντιμετωπίζουν πρακτικά ζητήματα. Οργανισμοί όπως
ο ΟΟΣΑ θεωρούν πλέον ότι η θέσπιση ενός λογικού κατώτατου μισθού, στο
30%-40% του μέσου μισθού, δεν επιφέρει τόσα δεινά και ενδέχεται να είναι
επωφελής. Το παράδειγμα της Βρετανίας υποδηλώνει ότι ο κατώτατος μισθός
θα μπορούσε να οριστεί και λίγο ψηλότερα.
Η επιτυχία της επιτροπής που αναπροσαρμόζει τον κατώτατο μισθό
υποδηλώνει ότι ίσως είναι προτιμότερο αυτό να γίνεται από τεχνοκράτες
και όχι από πολιτικούς. Οι τακτικές, μικρές αναπροσαρμογές που
εφαρμόζονται στη Βρετανία είναι ευκολότερο να απορροφηθούν από τις
εταιρείες παρά οι ακανόνιστες σημαντικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού
που παρατηρούμε στις ΗΠΑ. Οποια και αν είναι τα ελαττώματά τους, οι
κατώτατοι μισθοί θα παραμείνουν.
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου