Όταν ένας πατέρας λέει «σκότωσαν το γιό μου ψυχικά», όπως είπε ο πατέρας του Κύπριου φοιτητή Α. Δημητρίου μετά τον κτηνώδη ξυλοδαρμό που υπέστη ο γιός του από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2007, τι θέλει να μας πει; Για να τον καταλάβουμε πρέπει να πασχίσουμε να μπούμε στη θέση του. Θα δούμε, τότε, στο μεταφορικό τρόπο ομιλίας του, την έκφραση απίστευτης οδύνης. Αν μείνουμε στις λέξεις χωρίς να συναισθανθούμε αυτό που δείχνουν, δεν θα κατανοήσουμε το μήνυμα. Η δήλωση του πατέρα είναι κατανοητή, όχι τόσο γι αυτό που λέει, όσο γι αυτό που δείχνει.
Ένας αριστερός βουλευτής διατείνεται: «Βία είναι τα τρία Μνημόνια. Βία είναι να μην μπορείς να ταΐσεις το παιδί σου. Βία είναι να μην έχεις ρεύμα, τα βασικά, να μην έχεις φάρμακα. […] Βία είναι η «Ρικομέξ». Βία είναι το «Σάμινα». Όλα αυτά είναι βία».
Αν αναρωτηθούμε φορμαλιστικά για τη λογική εγκυρότητα του συλλογισμού του, χάνουμε το νόημα. Αναζητώντας εμπεδωμένους ορισμούς των εννοιών στα λεξικά για να τους αντιπαραβάλλουμε με την «εκκεντρική» χρήση τους από τον ομιλητή, δυσχεραίνουμε την κατανόησή μας. Είναι σα να διαβάζουμε «λογικά» τις λεκτικές ακροβασίες στα ποιήματα της Κικής Δημουλά. «Τουλάχιστον/ ν’ αλλάζεις πότε-πότε το νερό στις φωτογραφίες μου», γράφει κάπου η ποιήτρια. Τι θέλει να πει; Περίπου ό,τι και ο κ. Διαμαντόπουλος – να μας επιστήσει την προσοχή σε κάτι που είτε μας διαφεύγει, είτε το προσπερνάμε, είτε δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε γι αυτό.
Μα είναι βία τα Μνημόνια; Είναι σα να ρωτάμε: μα ποτίζονται οι φωτογραφίες; Λογικά μιλώντας, όχι. Ούτε το Μνημόνιο δέρνει κανέναν, ούτε οι φωτογραφίες ποτίζονται! Και οι δύο δηλώσεις κάτι άλλο εννοούν. Τι; Θα το καταλάβουμε αν ξεφύγουμε από το «λογικό» σχήμα της πρότασης για δούμε τι δείχνει ο ομιλητής.
Αν πούμε:
Μα η γλώσσα του Διαμαντόπουλου να ιδωθεί με τον ίδιο τρόπο όπως η γλώσσα της Δημουλά; Γιατί όχι; Και στις δύο περιπτώσεις οι ομιλητές θέλουν να δηλώσουν κάτι πέρα από αυτό που λένε. Η πολιτική δεν είναι λιγότερο μεταφορική από την ποίηση, απλώς συχνά δεν το συνειδητοποιούμε. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πλέον βαρυσήμαντες πολιτικές ομιλίες βρίθουν μεταφορικών περιγραφών (θυμηθείτε τη συγκλονιστική ομιλία «Έχω ένα όνειρο» του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ).
Σε στιγμές οξείας κρίσης δεν διασαλεύεται μόνο η σταθερότητα της καθημερινής ζωής, αλλά αναδεύεται η ίδια η γλώσσα. Οι οδυνηρές εμπειρίες της χρεοκοπίας αναζητούν νέα γλωσσικά σχήματα για να περιγραφούν. Για όποιον επιμένει να διατηρεί απροκατάληπτα το πολιτικό του αισθητήριο σε εγρήγορση, τα νέα μεταφορικά σχήματα που αναδύονται εκφράζουν πρωτοφανείς αγωνίες, οι οποίες δεν ζητούν τόσο «λογική» επεξεργασία, όσο βαθιά κατανόηση.
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να θέτει κανείς τα σωστά ερωτήματα. Όσο επιδιώκουμε να ρωτάμε: «είναι βία τα Μνημόνια;», τόσο θα απομακρυνόμαστε από αυτό που πρέπει να είναι ο στόχος σε μια δημοκρατική πολιτεία - η αλληλο-κατανόηση. Όσο, όμως, επιμένουμε να ρωτάμε: «τι εννοούν όσοι βιώνουν τα μέτρα του Μνημονίου ως βία;», τότε αλλάζουμε παιχνίδι: δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για διεισδυτική κατανόηση, δείχνουμε στους πλέον χειμαζόμενους συμπολίτες ότι πασχίζουμε να τους καταλάβουμε, και, τελικά, δημιουργούμε χώρο μέσα μας να αναζητήσουμε πιο συνετές πολιτικές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου