Toυ ΠΕΤΡΟΥ ΛΑΖΟΥ
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή παρουσιάζεται περίπου σαν επανεκκίνηση. Νέο κόμμα, νέα πρόσωπα, νέο ύφος, νέα αρχή.
Όλα νέα, δηλαδή, εκτός από τις ιδέες, τις πρακτικές και την αντίληψη για την οικονομία. Εκεί, όπως φαίνεται, το 2015 παραμένει απολύτως επίκαιρο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας πρώην πρωθυπουργός επιστρέφει. Στη Δημοκρατία όλοι έχουν δικαίωμα να επιστρέψουν, να παρουσιάσουν τις (ανανεωμένες ή ολότελα νέες) θέσεις τους, να ξαναζητήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και να κριθούν.
Το πρόβλημα είναι ότι επιστρέφει σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Λες και το πρώτο επτάμηνο του 2015 ήταν απλά μια ατυχής παρεξήγηση, μια άσχημη στιγμή ή ακόμη χειρότερα, μια ηρωική σύγκρουση που απλώς δεν ολοκληρώθηκε σωστά.
Η άποψη ότι τις τράπεζες "τις έκλεισαν οι Ευρωπαίοι" και ότι θα έπρεπε να τις είχε κλείσει πρώτη η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, δεν είναι απλώς ένα ακόμη λεκτικό ολίσθημα. Είναι ολόκληρη πολιτική σχολή σκέψης, συμπυκνωμένη σε μία φράση. Η πεποίθηση ότι η ρευστότητα, οι καταθέσεις, οι επιχειρήσεις και η εμπιστοσύνη μπορούν να χρησιμοποιούνται σαν διαπραγματευτικά πιόνια, επειδή κάποιος θεωρεί πως παίζει σκάκι με την Ευρώπη.
Μόνο που οι τράπεζες δεν κλείνουν σε κάποιο θεωρητικό οικονομικό εργαστήριο. Κλείνουν στην πραγματική ζωή. Στα ταμεία των επιχειρήσεων, στις εισαγωγές πρώτων υλών, στους μισθούς, στις συντάξεις, στα ΑΤΜ και στην αγωνία του πολίτη που δεν γνωρίζει αν την επόμενη ημέρα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα δικά του χρήματα. Και φυσικά οι Ευρωπαίοι δεν ξύπνησαν ένα πρωί με λουκέτα στα χέρια. Είχαν προηγηθεί μήνες άγονης διαπραγμάτευσης, φυγή καταθέσεων, εξάντληση ρευστότητας, σύγκρουση χωρίς σχέδιο και ένα δημοψήφισμα που ανακοινώθηκε χωρίς να έχει εξασφαλιστεί τι ακριβώς θα συνέβαινε μετά.
Η απόφαση της ΕΚΤ ήταν το τελευταίο ντόμινο. Όχι αυτό που προκάλεσε όλα τα προηγούμενα.
Χειρότερο όμως είναι το γεγονός ότι, έντεκα χρόνια αργότερα, δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική κατανόηση των αιτιών που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Διότι η κρίση δεν γεννήθηκε ούτε στις Βρυξέλλες ούτε στο Βερολίνο. Χτίστηκε επί δεκαετίες στην Ελλάδα. Με ελλείμματα, υπερδανεισμό, πελατειακό κράτος, ανύπαρκτη ανταγωνιστικότητα, χαμηλή παραγωγικότητα, φοροδιαφυγή, αδύναμους θεσμούς και μια οικονομία που κατανάλωνε συστηματικά περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε.
Βεβαίως είχαν ευθύνες οι δανειστές, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αλλά αυτό δεν απαλλάσσει κανέναν από τις δικές του. Και το νέο πολιτικό εγχείρημα δεν δείχνει να θέλει να τις αναλάβει. Προτιμά τη γνωστή, εύπεπτη ιστορία του αθώου λαού, της κακής Ευρώπης και των ξένων που επιβουλεύονται τη χώρα. Πολύ βολικό. Κυρίως για όσους δεν θέλουν να κοιταχτούν στον καθρέφτη.
Η ίδια νοοτροπία εμφανίστηκε ήδη στην πρώτη "κόντρα παροχών" με το ΠΑΣΟΚ για τα εισιτήρια των μέσων μαζικής μεταφοράς. Το ΠΑΣΟΚ πρότεινε δωρεάν μετακινήσεις για τους νέους έως 24 ετών. Η απάντηση ήταν δωρεάν μετακινήσεις για όλους, πλην των τουριστών. Ο ένας δίνει, ο άλλος δίνει περισσότερα και κανείς δεν εξηγεί σοβαρά ποιος θα πληρώσει. Η γνωστή ελληνική πολιτική γενναιοδωρία, πάντα με το πορτοφόλι κάποιου άλλου.
Κι όλα αυτά με νέα πρόσωπα στην πρώτη γραμμή. Κάτι όμορφο και σωστό. Αλλά η ανανέωση δεν μετριέται με ηλικίες, βιογραφικά και φωτογραφίες. Μετριέται με το αν εγκαταλείπονται οι βλακώδεις ιδέες, οι αυταπάτες και οι πρακτικές που κατέστρεψαν τη χώρα. Μέχρι στιγμής, δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Βλέπουμε την ίδια λογική, απλώς πιο προσεκτικά συσκευασμένη.
Το ανησυχητικότερο είναι ότι οι μετρήσεις καταγράφουν ήδη σημαντική αποδοχή. Ένα μέρος της κοινωνίας συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρξαν capital controls, κλειστές τράπεζες, νέα ανακεφαλαιοποίηση, ύφεση, τρίτο μνημόνιο και χρόνια πρόσθετης επιτήρησης, που διαφορετικά δεν θα ήταν αναγκαία. Η συγχώρεση είναι δικαίωμα. Η πολιτική αμνησία όμως είναι πολυτέλεια που η Ελλάδα δεν αντέχει.
Ειδικά σήμερα, σε μια παγκόσμια οικονομία γεμάτη πολέμους, γεωπολιτικές αναταράξεις, αβεβαιότητα και διαρκή αναζήτηση ασφαλών επενδυτικών προορισμών. Η χώρα χρειάστηκε χρόνια για να ξανακερδίσει μέρος της αξιοπιστίας της. Δεν έχει κανένα περιθώριο να ξαναδοκιμάσει τις ίδιες πολιτικές, με άλλο όνομα και άλλο λογότυπο.
Οι αγορές δεν ψηφίζουν και δεν απονέμουν ιστορικό δίκαιο. Απλώς τιμολογούν τον κίνδυνο. Και όταν μυρίζονται επιστροφή σε δημοσιονομικούς πειραματισμούς και πολιτική αστάθεια, στέλνουν τον λογαριασμό αμέσως, συνήθως στους ίδιους που πίστεψαν τις υποσχέσεις.
Η Ελλάδα πλήρωσε πολύ ακριβά για να μάθει ότι η πραγματικότητα δεν υποχωρεί μπροστά στα συνθήματα, ότι οι ζουρνάδες είναι βουβοί μπροστά στον ορθολογισμό. Το ζήτημα είναι…
αν τα δίδακτρα έπιασαν τόπο, αν το πάθημα έγινε μάθημα ή αν θα επιτρέψουμε στην ίδια πολιτική αυταπάτη να επιστρέψει μεταμφιεσμένη σε νέα αρχή.
Διότι τη δεύτερη φορά, η ευθύνη δεν θα ανήκει μόνο σε εκείνους που θα μας εξαπατήσουν, αλλά και σε όσους θα επιλέξουν να ξεχάσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου