"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο σνομπισμός της νοσταλγίας

Της ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ
 

Τι ωραία που ήταν στις δεκαετίες του 1950, του 1960, του 1970. Τότε που, τα καλοκαίρια, τρέχαμε ξυπόλητοι στον δρόμο, κάναμε μπάνιο με το λάστιχο, παγώναμε τις μπίρες στην παγωνιέρα και στο νησί υπήρχε μόνο μία, άντε δύο ταβέρνες και παραδοσιακά καφενεδάκια. Τα μαγαζιά που σήμερα είναι μπαρ και μπουτίκ στέγαζαν τσαγκαράδικα και σιδεράδικα. Κι εκεί που χτίστηκαν μεγάλα ξενοδοχεία, «παίζανε γυμνά, παιδιά με μαύρα μάτια, αγάλματα πικρά». Τι ωραία που ήταν όταν δεν είχε γίνει το λιμάνι και βγαίναμε από το πλοίο με τις λάντζες. Και που δεν μας έκοβαν τη θέα τα γιοτ και τα κρουαζιερόπλοια.

Τα ακούμε συχνά αυτά. Και, ίσως, τα έχουμε πει κι εμείς.  


Τούτο το δύσκολο και αμήχανο καλοκαίρι ακούγεται μια παραλλαγή τους σε σχέση με τα τουριστικά, κοσμικά νησιά. «Ελάχιστος ο κόσμος στη Μύκονο φέτος. Να φανταστείς, στο Ματογιάνι παίζουν τα παιδιά στον δρόμο όπως τη δεκαετία του 1980». Βέβαια, σε εμένα που είμαι «παλιά» στα των Κυκλάδων, στη δεκαετία του 1980 η Μύκονος μού φαινόταν ήδη μεταλλαγμένη σε σχέση με αυτήν του 1960 και του 1970, τότε που η μητέρα μου έπαιζε κουμ καν στο μοναδικό αξιοπρεπές ξενοδοχείο του νησιού, το Λητώ. Και φαντάζομαι ότι η Μύκονος του 1970 θα φαινόταν «χαλασμένη» στον Καραγάτση και τη Μελίνα που παραθέριζαν στο νησί στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ετσι είναι, κάθε γενιά κι η νοσταλγία της.

Τι άτιμο πράγμα όμως αυτή νοσταλγία. Και πόσο σνομπισμό κεφαλαιοποιεί τελικά. Με την έννοια του sine nobilitate – που σημαίνει «χωρίς ευγένεια» – και από την οποία προέρχεται η λέξη σνομπ.


Η ωραιοποίηση της φτώχειας



 

Ναι, θαύμα ήταν στη Μύκονο – και σε κάθε Μύκονο και Σαντορίνη – τότε που τα παιδιά έπαιζαν ξυπόλητα στα σοκάκια της. Για εμάς τους παραθεριστές όμως που αφήνουμε στο φλου αρτιστίκ την αλήθεια ότι τα παιδιά έπαιζαν ξυπόλητα επειδή δεν είχαν παπούτσια. Που θέλουμε να ξεχνάμε ότι τα μεγάλα ξενοδοχεία, τα μπαρ και οι μπουτίκ δημιούργησαν χιλιάδες θέσεις εργασίας και όχι μόνο για Μυκονιάτες. Οτι η κατασκευή του λιμανιού, τα κρουαζιερόπλοια, τα γιοτ όχι μόνο τροφοδοτούν την εθνική οικονομία – μέσω εξαρτώμενων επιχειρήσεων – αλλά κινούν και την τοπική οικονομία ενός νησιού που, πριν από κάμποσες δεκαετίες, οι κάτοικοί του τηγάνιζαν τα ψίχουλα της μόστρας (το μυκονιάτικο παξιμάδι) με ντομάτα και κρεμμυδάκι ώστε να μοιάζει με κιμά και τα έριχναν πάνω από τα μακαρόνια για να ξεγελάν την πείνα τους.

Ναι, δεν υπάρχει ίχνος ευγένειας στο να νοσταλγείς μια παραλία για πάρτη σου όταν η οργάνωση αυτής της παραλίας μπορεί να εξασφαλίσει τον κιμά σε κάποια σπίτια.

 

Ο φθόνος της Μυκόνου

Το έχουμε ξαναπεί ότι η Μύκονος είναι το νησί που αγαπάνε να μισούν (και, στα κρυφά, να λιγουρεύονται) πολλοί. Κάτι σαν ιδεολογικό ταμπού. Εξανέστησαν λοιπόν οι θεματοφύλακες του «back to the roots» με την προσωρινή απαγόρευση των πανηγυριών και είπαν, για να καταδείξουν την αποστροφή τους για την κυβερνητική απόφαση, να τα βάλουν με τα μπιτς μπαρ της Μυκόνου. Γιατί, σου λέει, ο κορωνοϊός κολλάει στα πανηγύρια και όχι στα μυκονιάτικα κλαμπ;

«Είναι η οικονομία, ανόητε» που θα έλεγε και ο Τζέιμς Κάρβιλ. 


Πρώτον, στα συγκεκριμένα μαγαζιά γίνονται εξουθενωτικοί έλεγχοι. 


Δεύτερον, κινούν την οικονομία, και όχι μόνο για ένα βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: