Ζούμε υπό τον φόβο της δημοσιονομικής κατάρρευσης και με την αγορά παγωμένη. Ζούμε με αγωνία για το σήμερα. Ετσι, λίγη σημασία δίνουμε στην απώλεια του μέλλοντος, εμείς οι ώριμοι, υπερενήλικες και μεσήλικες. Οι νέοι όμως το βλέπουν αλλιώς.
Οι νεότερες γενιές αποκλείονται διαρκώς από το μέλλον, ως δυνατότητα βελτίωσης και ως ελπίδα ανόδου. Κανείς δεν τους το λέει έτσι, ωμά, αλλά αν εξετάσουμε όλο το περιβάλλον, παιδεία, απασχόληση, προσδοκίες, ευκαιρίες, θα δούμε ότι στην αυγή της δεκαετίας του 2010, ένας 18χρονος ή ένας 25χρονος έχουν πολύ λιγότερες ευκαιρίες από τη δεκαετία του 1970 ή του 1980, ακόμη και του 1990.
Οι οικογένειες μπορεί να είναι πιο ευκατάστατες και πιο μορφωμένες, μπορεί να διαθέτουν και να παρέχουν πολύ περισσότερους υλικούς πόρους για την εκπαίδευση και την ευζωία των τέκνων τους, το όλο περιβάλλον να ξεχειλίζει μοντερνισμό και καταναλωτική σαγήνη, οι διαφημίσεις να υπόσχονται λαμπρούς νέους κόσμους, αλλά την ώρα της κρίσεως, δηλαδή την ώρα του απογαλακτισμού και της ένταξης στην παραγωγή, οι νέοι του 21ου αιώνα έχουν πολύ λιγότερες ευκαιρίες και πολύ μεγαλύτερη ανασφάλεια. Και δυσθυμία. Και οργή.
Τα αίτια είναι πολλά. Οικονομική, γεωπολιτικά, κοινωνικά, εντέλει ιστορικά. Δεν μπορούμε όλα να τα αναλύσουμε. Μπορούμε, ωστόσο, να σταθούμε λίγο στην παιδεία. Διότι, κατά τη γνώμη μας, στην ελληνική δύσθυμη μεταδημοκρατία, η παιδεία είναι ο μεγάλος ασθενής, μαζί με την άρρυθμη, τυχαία ανάπτυξη.
Η έρευνα της ΓΣΕΕ για το κοινωνικό κόστος της παιδείας, που ανακοινώθηκε προ ημερών, μάς δείχνει πόσα παιδιά εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση, πόσα χρήματα δαπανούν τα νοικοκυριά, πόσο χαμηλές είναι οι επιδόσεις του συστήματος σε σχέση με τις δαπάνες. Ας περιοριστούμε σε ελάχιστους αριθμούς:
Ενα διαμέρισμα κόστισε τους γονείς του ο Δημητράκης για να μπει στα ΤΕΙ Αγρινίου, κι άλλο μισό θα φάει για να αποφοιτήσει και να παρακαλάνε οι γονείς του να βρει μια θεσούλα – έτσι στρογγυλά συνοψίζει ένας φίλος το σενάριο «Ελληνες μικρομεσαίοι σπουδάζουν το μανάρι τους». Ο Δημητράκης, μέχρι τα 25 περίπου, θα παρκάρει σε φροντιστήρια, ιδιαίτερα, ιδιωτικά σχολεία, Ιντερνετ καφέ, στην εν γένει Ελλάδα του Φραπέ, ζώντας με χαρτζιλίκια και με κάνα μεροκάματο του ποδαριού, σπουδάζοντας μινιμαλιστικά για ένα πτυχίο χωρίς μαθησιακό περιεχόμενο, χωρίς επαγγελματικό αντίκρισμα.
Μέχρι να αποφοιτήσουν, ο Δημητράκης ΤΕΙ και ο Κωνσταντίνος Μάστερ Μονοετούς, έχουν ξεκοκαλίσει ένα - ενάμισι διαμέρισμα. Ολοκληρώνοντας και την τριτοβάθμια εκπαίδευση, θα βρεθούν άοπλοι, απαράσκευοι και ανυποψίαστοι, στην αρένα με τα γκόλντεν μπόις και τις διαφημίσεις Τζόνι Γουόκερ γύρω γύρω, και θα απορούν γιατί δεν βρίσκεται και γι’ αυτούς μια γκόλντεν δουλειά. Θα εκλιπαρούν για μια τρίμηνη σύμβαση, για ένα αμισθί σταζ, ο πατέρας τους θα εκλιπαρεί γνωστούς και φίλους, όλες οι πόρτες θα είναι κλειστές.
Τα παιδιά της απέραντης μικρομεσαίας Ελλάδας, της υπογεννητικής, τα πολυφίλητα και χαϊδεμένα, αυτά που στράγγιξαν τους γονείς τους, ανακαλύπτουν οδυνηρά ότι αφενός έχουν μείνει αμόρφωτα και ακατάρτιστα, αφετέρου ότι η πραγματικότητα έχει μόνον αγκάθια και κίτρινα σκυλόδοντα: Εως εδώ ήταν, το μέλλον τέλειωσε.
Το μέλλον το ξόδεψαν άλλοι – οι γονείς τους
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου