"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Τα email κι ο πρότερος έντιμος βίος

 


Tης ΤΖΙΝΑΣ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

Η ιστορία με τα email ψηφοφόρων του εξωτερικού πως κάπως, κάπου, με κάποιο τρόπο (;) έφτασαν στην κατοχή της Άννας Μισέλ Ασημακοπούλου είναι σημαντική για διάφορους λόγους.

Ο πρώτος είναι ο προφανής…Η συλλογή και η επεξεργασία τέτοιων προσωπικών δεδομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί συναίνεση, απαγορεύεται από το Γενικό Κανονισμό GDPR. Είναι μια παλιά κοινή πολιτική τακτική που απλώς πρέπει να σταματήσει κι είναι ζήτημα χρόνου για την κ. Ασημακοπούλου και τους συνεργάτες της να κληθούν να δώσει πραγματικές απαντήσεις.

Ο δεύτερος είναι οτι πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα στο οποίο αιρετή αξιωματούχος του κυβερνώντος κόμματος σπεύδει να βαφτίσει «λάσπη» την κριτική των πολιτών. Ενώ στο ίδιο στυλ σχολίασε και ο γραμματέας αποδήμων της ΝΔ, απευθυνόμενος σε…απόδημους. Πλέον δεν μιλάμε καν για δυσανεξία, δηλαδή, πήγαμε κατευθείαν στη δίκη προθέσεων, πράγμα εξαιρετικά δυσάρεστο (για να το θέσουμε κομψά) όταν μιλάμε για επώνυμους πολίτες και όχι για κομματικά στελέχη και τρολ του Twitter.

Ο τρίτος όμως είναι, ίσως, και ο σημαντικότερος. Ότι αν δεν απαντηθεί αυτή η ιστορία άμεσα και πειστικά, κινδυνεύουν να δημιουργηθούν ερωτηματικά σε καλοπροαίρετους (το υπογραμμίζω) πολίτες που έδωσαν τα στοιχεία επικοινωνίας τους στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες εγγραφής στους ειδικούς καταλόγους ψηφοφόρων εξωτερικού. Και σε οποιαδήποτε αντίστοιχη κρατική αρχή.

Για να το πούμε πολύ απλά, ορισμένα πράγματα είναι πάνω από τα κόμματα: Μεταξύ λογικών ανθρώπων μπορούμε να συμφωνήσουμε πως, ό,τι κι αν ψηφίζει κανείς, θέλει να νιώθει πως το κράτος είναι σε θέση να προστατεύει τα προσωπικά στοιχεία του. Πόσο μάλλον που ζούμε σε μια εποχή που η ευαλωτότητα της κυβερνοασφάλειας είναι ένα τεράστιο θέμα διεθνώς, ενώ η δυσπιστία του μέσου πολίτη απέναντι στη δημόσια γραφειοκρατία είναι ένα μάλλον διαχρονικό πρόβλημα. Είναι σημαντικό να αισθανόμαστε ασφαλείς, λοιπόν, όταν δίνουμε το email μας στο ψηφιακό κράτος, το θέλουμε αυτό.

Υπάρχει όμως και μια συγκεκριμένη παράμετρος που δεν μπορούμε να αφήσουμε απ’ έξω. Ότι στη χώρα που σέρνεται εδώ και δυο χρόνια το σκάνδαλο των υποκλοπών, μας επιτρέπεται να έχουμε μια δυσπιστία απέναντι στην ευαισθησία της κυβέρνησης μας για την προστασία της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων.

Κάπου δικαιούμαστε κι εμείς να φλερτάρουμε ένοχα με την υποψία ότι δεν αποτελούν και πρώτη προτεραιότητα αυτά τα ξενικά νομοθετήματα τα «τζι ντι πι αρ»,  όταν π.χ. έχουμε διαβάσει για χιλιάδες παρακολουθήσεις χωρίς αιτιολόγηση, όταν έχουν καταγγελθεί από ανεξάρτητες αρχές απαράδεκτες συμπεριφορές και απόπειρες εμπλοκής της έρευνας, όταν έχουμε ακούσει για παράνομα spyware που αποστέλλονταν με sms ως δήθεν «επιβεβαίωση εμβολιασμού», όταν δεν έχουμε δει ένα από τα φερόμενα ως εμπλεκόμενα πρόσωπα να περνάνε το κατώφλι του ανακριτή.

 

«Άσχετη η μια υπόθεση από την άλλη» θα πει σίγουρα κάποιος. Σύμφωνοι. Αλλά, ξέρετε…

 

NoυΔο-γαλαζαίικο ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η παντοδυναμία δεν κρατάει πολύ

Της ΤΖΙΝΑΣ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

Πότε άραγε χάθηκε η δυνατότητα των μελών της κυβέρνησης και του κυβερνητικού κόμματος να δέχονται και να αντέχουν την κριτική;

Διότι πλέον δεν μιλάμε απλώς για μια τάση που τείνει να παγιωθεί αλλά για μια εμφανή βαθιά απαξίωση, συνοδευμένη με προγραφές και δημόσιες δίκες επί των προθέσεων όσων δεν υιοθετούν τα κυρίαρχα κυβερνητικά αφηγήματα.

Όσοι τολμούν να αναφερθούν στο δυστύχημα των Τεμπών κάνουν «πολιτική εκμετάλλευση». Επι καμίας άλλης κυβερνήσεως δεν ακούγαμε τόσες πολλές ευθείες ή έμμεσες νουθεσίες για σιωπή όταν υπήρχαν υπόνοιες για κρατικές αβλεψίες σε θανατηφόρα δυστυχήματα ή/και καταστροφές.

Όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μας εγκαλούν για τις υποκλοπές, για τις απειλές σε μέλη ανεξάρτητων αρχών και δημοσιογράφους, για τα pushback προσφύγων τότε «επιτίθενται πολιτικά στην κυβέρνηση και το ΕΛΚ».

Λέγεται, δηλαδή, στα σοβαρά κι από υπεύθυνα χείλη ότι εκατοντάδες ευρωβουλευτές που ψηφίζουν ψηφίσματα που μας εγκαλούν, η Frontex, η Ευρωπαία Συνήγορος του Πολίτη κ.α. όλοι αυτοί δολοπλοκούν πολιτικά εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, που θέλει πάντα να ρίξει «άπλετο φως» σε υποθέσεις που, όμως, παραδόξως, άθελα της φυσικά, παραμένουν πεισματικά σκοτεινές.

Όταν μερικοί από τους πιο έγκριτους νομικούς επιστήμονες της χώρας εκφράζουν τις διαφωνίες τους με τους Ποινικούς Κώδικες γίνονται «καθηγητάδες», «παρατρεχάμενοι» που «στηρίζουν τα δικαιώματα των εγκληματιών», ενώ αφήνονται υπόνοιες πως δρουν με γνώμονα το συμφέρον υπόδικων πελατών τους.

Και, τώρα που πέρασε ο «συριζαικός μπαμπούλας» και δεν διεκδικεί πια την πρωτιά, άπαξ και κάποιο κόμμα διαφωνεί με την κυβέρνηση βαφτίζεται «νέος ΣΥΡΙΖΑ», εχθρός της σταθερότητας ή της προόδου και μερικά ακόμη πιο εξωφρενικά για «μπαχαλάκηδες» κλπ που δεν χρήζουν καν αναφοράς.

Η κυβέρνηση έχει ήδη κλείσει πενταετία. Και η δυσανεξία της στην κριτική, αντί να αμβλύνεται, γίνεται όλο και πιο έντονη, όλο και πιο εμφανής, εκφράζεται όλο και πιο ανοιχτά και συνοδεύεται από επιθετικότητα οπαδών και επικοινωνιακών μηχανισμών που – ομολογουμένως – λειτουργούν σε αξιοθαύμαστο συντονισμό.

Πλέον απλώς δεν τη δέχονται τη διαφωνία, παρά μόνο ίσως αν προέρχεται από «φίλιες δυνάμεις».

Πολιτικά όμως αυτό δεν μπορεί να τραβήξει για πολύ η μανιέρα αυτή της επικοινωνιακής αντιμετώπισης, που την είδαμε να ξεδιπλώνεται και με αφορμή την επέτειο των Τεμπών και το λαϊκό αίτημα για τιμωρία των υπευθύνων που με τις παραλείψεις τους κατέστησαν μη ασφαλή τον σιδηρόδρομο. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να μην αντιλήφθηκε τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα ότι το μέχρι σήμερα αφήγημα δεν πουλάει πια ούτε σε μια μερίδα ψηφοφόρων της, ειδικά αυτών στα λαϊκότερα στρώματα. Ενώ και κάποιες φτηνές ευκολίες όπως π.χ. οι συγκρίσεις με το Μάτι, περισσότερο υπογραμμίζουν την αίσθηση ατιμωρησίας και την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και το πολιτικό προσωπικό. Και, άρα, τον θυμό.

Για να το πούμε απλά: Πολλές κυβερνήσεις προσπάθησαν να ελέγξουν συνολικά και ασφυκτικά το αφήγημα που φτάνει στην κοινή γνώμη. Λίγες, κάπως, το κατάφεραν. Η εμπειρία όμως έχει δείξει ότι…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η κληρονομιά του οπορτουνισμού

 


Της ΤΖΙΝΑΣ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ

Οποιος έκανε ζάπινγκ αυτές τις μέρες μπορεί να έπεσε πάνω σε ένα από εκείνα τα ριάλιτι επιβίωσης που πάνε τους παίκτες σε εξωτικά ερημικά μέρη για αθλοπαιδιές με έπαθλα μπουγάτσες και σουβλάκια.

Ανάμεσα στους παίκτες είναι και η πρώην βουλευτής Κοζάνης Ραχήλ Μακρή. 

Πολλοί θα θέλουν να την ξεχάσουν.

Εγινε διάσημη το 2012 με τους Ανεξάρτητους Ελληνες και τα ΜΜΕ που απολάμβαναν να τη φιλοξενούν για να ανεβάζουν τα νούμερά τους
, αφού ήταν βέβαιο πως κάθε εμφάνισή της θα έχει συνωμοσιολογία, επιθέσεις με λάσπη και χυδαιότητα, γενικώς ό,τι μας πλάσαραν τότε ως «αντισυστημικό» (εδώ γελάμε).

Εχοντας διακριθεί ως η πιο viral ανακάλυψη των ΑΝΕΛ, η Μακρή ανέβηκε πίστα το 2015, όταν, ανταποκρινόμενη στην πρόταση του Αλέξη Τσίπρα, πήρε μεταγραφή στην Κουμουνδούρου, παρά τις διαφωνίες της περιφερειακής επιτροπής Κοζάνης του ΣΥΡΙΖΑ.

Η απόφαση του κ. Τσιπρα ήταν αυτό που στην αριστερή λανγκάζ το λένε «πολιτικός οπορτουνισμός», φαινόμενο διαχρονικό που διατρέχει το πολιτικό φάσμα. Και δικαιώθηκε. Βγήκε πρώτη σε σταυρούς και βρέθηκε στην πλειοψηφία της Βουλής μαζί με το πρώην κόμμα της, αφού ο τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, επιδεικνύοντας την ίδια άνεση, βάφτισε τους ΑΝΕΛ «κεντροδεξιούς» (εδώ κι αν γελάμε) και συγκυβέρνησαν.

Η Μακρή τους άδειασε πολύ γρήγορα, με το τρίτο μνημόνιο. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ΑΝΕΛ αργότερα, όταν υπέγραψαν τη Συμφωνία των Πρεσπών, τη βασική πολιτική κληρονομιά (κάποιοι θα πουν τη μόνη) εκείνης της κυβέρνησης.

Γιατί να τα θυμόμαστε αυτά; 

Δεν τα ξεπεράσαμε πια; 

Σαφώς.

Αλλά ζούμε τα αποτελέσματά τους
. Σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ η πλειοψηφία εξέλεξε έναν πρόεδρο που δεν τον ξέρει κανείς, μετά από καμπάνια ενός μήνα, με το επιχείρημα ότι αυτός μπορεί να μαζέψει σταυρούς εκεί που απέτυχαν οι άλλοι.

Ο κόσμος έχει συνηθίσει τον κυνισμό, τον έχει μεταβολίσει, τα ψηφοδέλτια γεμίζουν γόνους και «σελέμπριτι» για τους σταυρούς, η αποπολιτικοποίηση της πολιτικής σύγκρουσης έχει γίνει νόρμα, όλοι μπορούν να είναι με όλους και η έννοια της κομματικής συνείδησης είναι πασέ.

Η εποχή που ζητά από τον πολιτικό να είναι καλός στο TikTok, που ζητά ιστορίες και εικόνες των 30 δευτερολέπτων, ενώ ο κόσμος μας γίνεται όλο και πιο περίπλοκος, είναι μια εποχή...

 

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο αγράμματος Τσίπρας και η γενιά Χ που ήταν μορφωμένη



Κάποτε η Αριστερά εκτιμούσε τη μόρφωση. Ακόμη και στους μύθους της το διακρίνεις αυτό, όπως, να, εκείνο το κλασικό της μυθολογίας για τον Νίκο Ζαχαριάδη, που έλεγαν ότι διάβασε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ ένα βράδυ κάτω από μια γέφυρα. Ενα έργο που εκδίδεται σε τρεις τόμους από 800 ώς 1.000 σελίδες έκαστος.

 
Η μόρφωση τότε ήταν χειραφέτηση, ήταν μια πράξη κατά κάποιον τρόπο επαναστατική, αφού άνοιγε τα μάτια σε κόσμους κι ιδέες που το κράτος και τα εθνικά αφηγήματα τις θεωρούσαν βέβηλες κι απαγορευμένες. Και, φυσικά, για όσους έμπαιναν ενεργά στην πολιτική στράτευση η μόρφωση ήταν και το κλειδί της ανόδου στα ανώτερα στελεχικά στρώματα.

 
Αυτό με τα χρόνια άρχισε να φθίνει, άρχισε να αλλάζει και αν ρωτήσετε αριστερούς παλιότερους θα σας πουν διαφορετικούς, ίσως, λόγους γι’ αυτό. Εξαιρώντας το ΚΚΕ, οι κομματικές γραμμές έγιναν πιο απλές, πιο συνθηματικές και προσιτές στο παπαγάλισμα, η πολιτική πιο «επαγγελματική» και υπήρχαν κι οι καθηγητές στα κόμματα, οι εν Ελλάδι οργανικοί διανοούμενοι (σαν να λέμε έλληνες σελέμπριτις ένα πράγμα) που έγραφαν και τα ιδεολογικά πλαίσια για ημερίδες κι εφημερίδες. Στην επαγγελματική πολιτική, άλλωστε, τους όρους της επικοινωνίας με το εκλογικό σώμα όριζε πια η τηλεόραση.


Μαζί με την πολιτική παρασύρθηκε και μετασχηματίστηκε με τα χρόνια και ο συνδικαλισμός, στον οποίο όμως ούτως ή άλλως η ανανεωτική Αριστερά του Συνασπισμού δεν είχε και καμιά αξιοσημείωτη παρουσία.

 
Η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα και της απουσίας αριστερής πολιτικής παιδείας που επιδεικνύει δεν εντυπωσιάζει, λοιπόν, και τόσο όσους έχουν παρακολουθήσει αυτή την εξέλιξη.

 
Ο Αλέξης Τσίπρας ακούγεται σαν ένας άνθρωπος που μεγάλωσε και εκπαιδεύτηκε για να γίνει πολιτικό στέλεχος. Μιλάει, μάλιστα, κι εκείνο το απολύτως αναγνωρίσιμο ελιτίστικο λανγκάζ με το οποίο η Αριστερά των ανώτερων και άνω μεσαίων ταξικών στρωμάτων θεωρεί ότι πρέπει να απευθύνεται στον λαό. Αυτή που, για παράδειγμα, λέει «σχολειό» αντί για σχολείο και «πλατιά», γιατί φαντασιώνεται πως αποτελεί μια ιστορική συνέχεια της πολιτικής διάστασης του γλωσσικού ζητήματος, πως ενσαρκώνει τη λαϊκότητα. Αστεία πράγματα δηλαδή, για τους ελάχιστους που τα προσέχουν.

 
Η γενιά Χ

 
Ο Αλέξης Τσίπρας ανήκει στη γενιά αυτών που γεννήθηκαν στο διάστημα 1965 – 1980, στη λεγόμενη Γενιά Χ δηλαδή, αυτή που δεν έζησε τον πόλεμο. Είναι η γενιά που έζησε την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, του βιοτικού επιπέδου, τη φιλελεύθερη δημοκρατία, την κοινωνική κινητικότητα, την επανάσταση της επικοινωνίας που της άνοιξε τα μάτια σε όλο τον κόσμο, από την έγχρωμη οικιακή τηλεόραση και την καλωδιακή ώς το Διαδίκτυο, το PC, τα φορητά gadgets. Είναι η γενιά που έλαβε περισσότερη μόρφωση, που ταξίδεψε, που είδε πιο πολλές ταινίες, άκουσε περισσότερη μουσική, που είχε πρόσβαση σε πληροφορία με πολύ λιγότερη διαμεσολάβηση.

 
Το να μην έχει διαβάσει Γκράμσι λοιπόν δεν είναι να μας σκανδαλίζει.

 
Στο «καρφί» εκείνο που πέταξε στον Τσακαλώτο, που έχει διαβάσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, το είπε καθαρά ο Τσίπρας: «Εγώ είμαι πιο φιλόδοξος». Εκεί είναι το ζουμί, στην καπατσοσύνη.


Το να «σκοτώνει» την «Αντιγόνη» και την «Οδύσσεια», δηλαδή να κάνει λάθη επιπέδου εγκύκλιας μόρφωσης, σχολικής ύλης, άντε, το συνηθίσαμε.
 

Το να κάνει λόγο για «στροφή 360 μοιρών» ένας απόφοιτος του Πολυτεχνείου προβληματίζει, για να το θέσουμε κομψά.

 
Αυτό που δεν εξηγείται με κανέναν τρόπο είναι...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η λαϊκή «τζιχάντ» των κοστουμαρισμένων, καλοθρεμμένων λαϊκών «μουλάδων» - Τίσις σημαίνει συντριβή


"Το κάλεσμα του Προφήτη δεν ήταν μια μεταφυσική πρόταση, ήταν ένα επαναστατικό κοινωνικό συμβόλαιο... Απαγγέλλει ένα κατηγορητήριο, στον μεν πολιτικό χώρο, ενάντια στους βασιλείς, τους αριστοκράτες και τις άρχουσες τάξεις, στον δε οικονομικό χώρο, ενάντια στους τοκογλύφους, τους γαιοκτήμονες και τους κατόχους μονοπωλίων, αμφισβητεί το καθεστώς υποδούλωσης στο οποίο έχουν οδηγήσει άλλους ανθρώπους..." Απόσπασμα από ομιλία που έδωσε το 1939 στη Λαχώρη ο ισλαμιστής πολιτικός Αμπού αλ Μαουντούντι.

«Συναντηθήκαμε στην πλατεία Συντάγματος αντιστεκόμενοι στη νέα τάξη πραγμάτων και στην παράδοση της χώρας μας στην ξένη κατοχή, να ενώσουμε τις Ελληνίδες και τους Ελληνες για να διώξουμε την ξένη κατοχή των τραπεζιτών, των τοκογλύφων και των ντόπιων δωσίλογων υπαλλήλων τους... Αυτό το έθνος είναι το έθνος των Σουλιωτών, που είναι η μοίρα του να μένει ελεύθερο, είναι εκείνο το γένος των Ελλήνων που πάλεψε και παλεύει για την ελευθερία της Ευρώπης. Είναι το γένος και το έθνος αυτό που δεν δέχεται να κυβερνάται από Τσολάκογλου, που δεν παραδίδεται, που δεν γονατίζει, που δεν προσκυνά. Που έχει την Υπερμάχω Στρατηγώ (sic) μαζί του και ελευθερώνεται». Απόσπασμα από ομιλία που έδωσε τον Απρίλιο του 2013 στο συνέδριο των Ανεξάρτητων Ελλήνων ο Πάνος Καμμένος.

Η ώς τώρα ιστορία κι η ρητορική των Ανεξάρτητων Ελλήνων και του αρχηγού τους είναι ένα αφήγημα της κρίσης μιας και ξεκινά στην καρδιά της, στο απόγειό της, τον Φεβρουάριο του 2012, όταν εμφανίστηκε το κόμμα μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου δημοσίευσε το πρώτο –ίσως και τελευταίο– καθοδηγητικό του κείμενο. 

Η ιδρυτική του διακήρυξη είναι ένα μείγμα αριστερίστικων και εθνικοπατριωτικών πολιτικών «θραυσμάτων», το οποίο οι ίδιοι ορίζουν ως πολυσυλλεκτικό κάλεσμα σε κοινό αγώνα, μια πολυσυλλεκτικότητα, όμως, η οποία είναι απολύτως διαιρετική, στον βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αρνείται τις αντιφάσεις και τις πολλαπλές ταυτότητες του ανθρώπου στη νεωτερική, δυτική κοινωνία. Πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια ανακατεύονται με την κοινωνική  δικαιοσύνη, ενώ οι διακηρύξεις περί οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής διανθίζονται από αφηγήσεις για εξωτερικούς και –κυρίως– εσωτερικούς εχθρούς, που φέρνουν ανασφάλεια και φόβο. Ολα αυτά διαπνέονται από μια ηθικολογία που θυμίζει τα κλασικά κείμενα ισλαμιστών, που έμπλεκαν τη μουσουλμανική ηθική ανωτερότητα και τον θρησκευτικό λόγο με τη ρητορική της κατοχής και με μαρξιστικά και αναρχομηδενιστικά στοιχεία: την ταύτιση του δανεισμού με την τοκογλυφία και την καταδίκη φαινομένων που χαρακτηρίζουν τις δυτικές καπιταλιστικές οικονομίες, όπως η συγκέντρωση πλούτου και ο καταναλωτισμός. Αυτά, ειδικά, παρουσιάζονται περίπου ως ο μηδενισμός τον οποίο οφείλουμε να εκμηδενίσουμε – για να μας θυμίσουν τον Νίτσε και το ότι «ένα μεγάλο μέρος του μηδενισμού, και μάλιστα το πιο ουσιαστικό, τρέφεται από την πάλη ενάντια στον μηδενισμό».

Το κάλεσμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων ήταν το σημείο στο οποίο ένα μέρος της άοπλης ελληνικής κοινωνίας, αυτής που από την εποχή της ανάπτυξης πέρασε γρήγορα στην εποχή της ανασφάλειας, διαισθάνθηκε πως μπορεί, με σύγχρονα μέσα που παρέχει η αστική δημοκρατία, να διεξαγάγει έναν σύγχρονο ιερό ανταρτοπόλεμο. Μια λαϊκή «τζιχάντ» με κοστουμαρισμένους, καλοθρεμμένους και μη βίαιους λαϊκούς «μουλάδες», οι όποιοι φωνάζουν, κραδαίνουν λάβαρα και παρουσιάζονται ως συνεχιστές μιας εθνικής ηρωικής παράδοσης, είτε πραγματικής είτε απολύτως μυθολογικής.

Μετά τις ευρωεκλογές όμως, στη μάχη των Ανεξάρτητων Ελλήνων απέναντι στη Νέα Τάξη, ήρθε να παρέμβει κάτι πολύ ταιριαστά ελληνικό, το αρχαίο δράμα, σε μια μοναδική συνάντηση της φάρσας με την τραγωδία. Διότι μετά τις προσχωρήσεις προβεβλημένων στελεχών της λαϊκής Δεξιάς και το εντυπωσιακό ποσοστό των εκλογών του Μαΐου του 2012, αντί να βάλει μπρος τη δική του Νεφελοκοκκυγία, η πορεία του είναι σταθερά καθοδική, η ρητορική του τροφοδότησε κόμματα με πιο ξεκάθαρες προθέσεις και φυλλορροεί στελεχικά. Ο δε πρόεδρός τους, με τις παραινέσεις προς πολίτες να λιντσάρουν έναν άλλο πολιτικό και με τις συκοφαντίες που διατυμπάνιζε από κάθε βήμα, και για τις οποίες καταδικάστηκε από τη Δικαιοσύνη, εμφανίζει συμπτώματα αλαζονείας για τα οποία, ως λάτρης καθετί ελληνικού, θα έπρεπε να έχει προειδοποιηθεί εγκαίρως από τα αναγνώσματά του:  

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ: Τι είναι η Ευρώπη μας;


Τ​​ο τρίτο και τελευταίο ντιμπέιτ όλων των υποψηφίων για την προεδρία της Κομισιόν, αφού εστιάστηκε σε κόντρες για την οικονομία και τη διαχείριση των κρίσεων, τελείωσε με μία κοινή έκκληση. Το μοναδικό πράγμα στο οποίο κατάφεραν να συμφωνήσουν απολύτως και οι πέντε υποψήφιοι ήταν η στήριξή τους, διά της ανατάσεως ενός απλού χαρτιού, στην καμπάνια για την απελευθέρωση των κοριτσιών που απήχθησαν στη Νιγηρία

Συμφώνησαν δηλαδή σε ένα θέμα για το οποίο κανείς δεν περιμένει πραγματική δράση από την Ευρώπη.
Στην Ελλάδα, σε όλες τις παρουσίες των υποψηφίων ευρωβουλευτών στα τηλεοπτικά πάνελ υπήρχε επίσης μια κοινή παραδοχή από όλους: ότι δεν μίλησαν αρκετά για την Ευρώπη. Αντιθέτως, ακούσαμε θέσεις για το Μνημόνιο, για την τρόικα, για την κυβερνητική σταθερότητα, για τον κατώτατο μισθό και το χρέος.

Το κοινό στοιχείο των δύο αφηγήσεων για τις ευρωεκλογές, της γενικότερης ευρωπαϊκής και της ελληνικής, είναι ότι σχεδόν πάντα επικεντρώνονται στη δημοσιονομική πολιτική και την κρίση, ενώ το όραμα της πολιτικής ενοποίησης μάλλον συγκινεί πλέον ελάχιστους φανατικούς φεντεραλιστές. Παρά το γεγονός ότι η ενίσχυση ευρωσκεπτικιστών διαφόρων αποχρώσεων σοκάρει, η Ευρώπη φαίνεται να αδυνατεί να δείξει συναίνεση σε ζητήματα αρχών τα οποία ήταν ένα προνομιακό πεδίο συνεννόησης για τις σύγχρονες δυτικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες: τα ζητήματα ατομικών, θρησκευτικών και πολιτικών δικαιωμάτων, η αντιμετώπιση των πολιτικών άκρων, η μετανάστευση και οι βίαιες συγκρούσεις.

Οταν οι πέντε υποψήφιοι διαφωνούν με πάθος επί μία ώρα για την οικονομία, αλλά «ξεπετάνε» το θέμα της Ουκρανίας με δηλώσεις ενός λεπτού, στις οποίες δεν μπορούν να συμφωνήσουν ούτε επί της αρχής, έχουν δώσει το μήνυμα ότι το όραμα της Ευρώπης που συζητά και διαμορφώνει κοινή γραμμή σε σοβαρά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής έχει αντικατασταθεί από έναν γραφειοκρατικό οργανισμό που ασχολείται μόνο με τις τράπεζες.

Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι στη χώρα μας, στα νερά της οποίας έχουν πνιγεί τόσοι μετανάστες, οι υποψήφιοι των προοδευτικών δυνάμεων δεν έκαναν σημαία τους τα ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά ασχολήθηκαν βασικά με το αν θα σκιστεί το Μνημόνιο.

Προφανώς, ζούμε στην εποχή που ακόμα και μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές κρίσεις, για την αντιμετώπιση των οποίων τα ευρωπαϊκά εργαλεία αποδείχθηκαν μάλλον ανεπαρκή και ανέτοιμα. Ως εκ τούτου, οι διαχρονικές διαφωνίες για το πώς θα γίνει ανταγωνιστική η Ευρώπη έχουν καταστεί το βασικό και απόλυτο πεδίο ευθείας πολιτικής σύγκρουσης των κυριότερων πολιτικών ομάδων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Γιατί όμως διαμαρτυρόμαστε ότι δεν μιλάμε αρκετά για την Ευρώπη, αφού ακούμε τόσα για τη δημοσιονομική της πολιτική; 

Πώς γίνεται να θεωρούμε ότι η Ευρώπη δεν είναι αποφασιστική και ταυτοχρόνως αυτή να παρουσιάζεται ως ένας γραφειοκρατικός λαβύρινθος με επίκεντρο ένα ημισκότεινο διευθυντήριο που αποφασίζει για το μέλλον μας; 

Πώς γίνεται η Ευρώπη να θεωρείται τόσο παρούσα αλλά και τόσο απούσα μαζί;
Ισως τελικά να είναι θέμα ατζέντας. Γιατί, όσο και αν συμφωνούμε ότι η δημοσιονομική πειθαρχία είναι στόχος, ο στόχος δεν μπορεί να βαπτίζεται όραμα, ειδικά όταν μιλάμε για κάτι τόσο ελάχιστα ρομαντικό όσο τα ελλείμματα των προϋπολογισμών.

Φαίνεται ότι μέχρις ότου διαμορφωθεί σε κυρίαρχο πολιτικό επίπεδο ένα νέο πρότυπο για την οικονομία, την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, άλλα θέματα παραμένουν στη σκιά

Αυτά τα άλλα όμως αναφέρονται σε θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής μας συμβίωσης, σε αξίες και αρχές πάνω στις οποίες η Ευρώπη έχει ήδη κάνει βαθιά και σημαντικά κοινά βήματα από το 1945.  

Μήπως, εν αναμονή του νέου κυρίαρχου προτύπου για την οικονομία, θα άξιζε να επιχειρήσουμε να συνεχίσουμε την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής μας ταυτότητας πάνω σε όσα ούτως ή άλλως μας ενώνουν;