"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: ‘’Αντιφασίστες’’ : Η ανοχή στο παράλογο και ο αυτο-εξευτελισμός κοινωνίας και Πολιτείας


Toυ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 Ο ‘’αντιφασισμός’’ ως ιδεολόγημα, είναι μία κοινωνική πληγή και υποκρισία∙ νοσηρή υποκρισία. 

Αυτό που ουσιαστικά επιδεικνύουν οι δηλώνοντες ‘’αντιφασίστες’’ είναι η ψυχική και πνευματική τους ένδεια και το μηδενιστικό τους μίσος για την κοινωνία, στο όνομα και συμφέρον τής οποίας -δήθεν- ενεργούν. Το μίσος και η μοχθηρία τους είναι μάλιστα συχνά μεγαλύτερα από εκείνων τους οποίους ‘’αντιμάχονται’’, δηλαδή των ιδεολογικών εξαδέλφων τους με τούς οποίους πλακώνονται με τα διαφορετικής ''απόχρωσης'' στειλιάρια τους - δήθεν κοντάρια για τις σημαιούλες τους, εντελώς τυχαία ξύλινα...


Όταν κάποιος δηλώνει ‘’αντι-οτιδήποτε’’, ουσιαστικά ετερο-προσδιορίζεται. 

Ετεροπροσδιορισμός είναι να ορίζεις το ποιος είσαι με αναφορά σε κάτι ξένο και έξω από εσένα∙ και όχι με βάση δικές σου εσωτερικές ιδιότητες .

Για παράδειγμα:
 

α) «Ποιος είσαι;» ‘’ Είμαι εκείνος που μένει απέναντι από το παντοπωλείο’’
β) «Ποιος είσαι;» ‘’Είμαι κάποιος που μισεί και εχθρεύεται τούς φασίστες (ή, οποιους με βολεύει να θεωρώ φασίστες)’’.
.

Εκείνος που συστήνεται ως ‘’αντι-φασίστας’’, με αυτό το ‘’αντι-‘’, αφενός κρύβει επιμελώς αυτό που ο ίδιος εσωτερικά είναι (συνήθως ένας ασήμαντος και αξιακά αδιάφορος άνθρωπος).  

Αφετέρου, επιχειρεί να αποκτήσει κοινωνική και υπαρξιακή ταυτότητα, όχι στη βάση των εσωτερικών αξιών που πρεσβεύει και των καλλιεργημένων προσόντων του, αλλά μόνο ως ‘’αντίπαλος και εχθρός’’ κάποιων άλλων.
 

Ισχύει λοιπόν στη περίπτωσή τους το: ‘’Έχω κάποιον που εχθρεύομαι∙ άρα υπάρχω»….
 

Γι’ αυτό εξάλλου και δεν έχουν ανάγκη να… ‘’σκέφτονται’’ για να συμπεράνουν ότι ‘’υπάρχουν’’...

Ο ‘’αντίφα’’ παρόλο που επιφανειακά μισεί τον εχθρό του, ψυχολογικά τον έχει απόλυτη ανάγκη∙ Διότι έχοντας απέναντί του μισητούς αντιπάλους, συμβολικά μιλώντας, ‘’βλέπει’’ έναν ένδοξο εαυτό του να καθρεφτίζεται πάνω στα μάτια τους∙ οπότε μέσω τού ειδώλου αυτής της εικόνας αποκτά αίσθημα εαυτού και κοινωνικής υπόστασης.

Αν ξαφνικά ως δια μαγείας ο μισητός εχθρός εξαφανιστεί από τον χάρτη, χάνεται μαζί του και εκείνο το στοιχείο που δίνει νόημα και ‘’αξία’’ στην ύπαρξή του. Οπότε ο ‘’αντι-φασίστας’’ μένει χωρίς αίσθημα ταυτότητας και η εσωτερική γύμνια του εαυτού του αναδύεται αποκαλυπτικά και τον συνθλίβει.


Εφόσον ο φασισμός ως ιδεολογία είτε συμπεριφορά είναι σε κάποιον αυτονήτως αποκρουστική και καταδικαστέα -και έχει κάθε λόγο να τού είναι- δεν χρειάζεται καν να δηλώσει ‘’αντιφασίστας’’. 

Αφενός επειδή απλώς δηλώνοντάς το, επ’ ουδενί προεξοφλεί ότι πράγματι είναι.  

Επιπλέον, διότι μέσω των υψηλότατων αξιών του και της πρότυπης δημοκρατικής και ανθρωπιστικής του συμπεριφοράς -εφόσον τις έχει- κανονικά θα λάμπει δια τού παραδείγματος. Οπότε οι αξίες που εμπράκτως υπηρετεί θα είναι από μόνες τους το ισχυρότερο όπλο και αντίδοτο κατά του φασισμού.

Αν όμως κάποιος έχει ανάγκη να δηλώνει ''αντιφασίστας'', τότε σημαίνει πως δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω∙ ότι είναι ένας κενός άνθρωπος που, γι’ αυτό, διψάει να πιαστεί από την ταμπέλα τής λέξης ενσαρκώνοντας τον ευτελή και χαμηλό ρόλο της. Οπότε, στη συνέχεια, θα έχει την ανάγκη να πιάσει και ένα στειλιάρι μαζί με ένα επαναστατικό-επιθετικό λάβαρο και να ξεχυθεί μαινόμενος στο δρόμο. Και είναι τέτοια η ψυχαναγκαστική ανάγκη ενσάρκωσης τού ρόλου, ώστε προθύμως θα βαφτίσει φασίστα οποιονδήποτε αντιπαθεί προκειμένου να μπορεί να παραμένει ο ίδιος… αντιφασίστας και να νιώθει σημαντικός.

Και καλά αυτοί∙ μέχρι τόσο λίγο μπορούν, οπότε τόσο λίγοι είναι.  

Το πρόβλημά μας είναι ότι ...

 

ΕΘΝΙΚΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ξημερώνοντας… «18η Νοέμβρη».


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Γράφει ο Ιωαννης Στ. Παπαδόπουλος 


Ο Κουφοντίνας είναι ένας κατά συρροή στυγερός δολοφόνος. Δεν ήταν∙ είναι. 

Παρότι οι δολοφονίες του τερματίστηκαν πριν από 21 χρόνια, θα εξακολουθεί να «είναι» - σε ενεστώτα χρόνο - για όσο θα έχει πνοή∙ διότι είναι δολοφόνος ως βαθιά στον πυρήνα τής ύπαρξής του. Είχε ορίσει σκοπό και νόημα τής ζωής του να δολοφονεί ∙ να είναι εκείνος που, σε ανύποπτη στιγμή, με δική του άμεση ενέργεια πλήρη ωμότητας κυνισμού και μισανθρωπίας, τερματίζει τη ζωή ανθρώπων.

«Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», είναι ο τίτλος τού βιβλίου που έγραψε ων ήδη καταδικασμένος πολλάκις ισόβια.

 Ο τίτλος λίαν αποκαλυπτικός : Πριν από την ένταξή του στη δολοφονική τρομοκρατική οργάνωση ζούσε μία ζωή ψυχικά άδεια, χωρίς νόημα. Όταν όμως μέσα στην οργάνωση απέκτησε ρόλο δολοφόνου, η ζωή του αίφνης απέκτησε σκοπό, η ψυχή του συντονίστηκε σε κάποιο νόημα∙ μαύρο μεν νόημα, πλην όμως, για εκείνον, νόημα.  

Μέχρι πριν λίγο ήταν ακόμα ψυχικά αγέννητος στον κόσμο τού νοήματος ύπαρξης. Να όμως που τελικά: «γεννήθηκε 17 Νοέμβρη»…

Ας αναρωτηθεί, ρητορικά, ο καθένας: Αν η οργάνωση δεν είχε εξαρθρωθεί, η τελευταία δολοφονία τού Κουφοντίνα θα ήταν εκείνη τού έτους 2000 ή θα συνέχιζε να δολοφονεί μέχρι σήμερα;  

Η απάντηση, παρότι δεν είναι «μαθηματική», είναι προφανής: Ναι, θα είχε δολοφονήσει πολλούς άλλους ανθρώπους και θα συνέχιζε.

Αυτό που εμμέσως επιχειρούσε μαζί με την υπόλοιπη παρέα εγκληματιών ήταν να πλήττουν την αστική Δημοκρατία, να δυναμιτίζουν την φιλελεύθερων αρχών θεσμική συγκρότηση του συλλογικού βίου, τραυματίζοντας κατ’ επανάληψιν το σώμα τού πολιτεύματος ώστε αυτό να αιμορραγεί, να γίνεται συνεχώς ευάλωτο μέχρι τελικά να καταπέσει.  

Θα υπήρχε ποτέ τέλος σε αυτή τη προσπάθεια;  

Κανένα τέλος δεν υπήρχε, διότι η ίδια η δράση τους ήταν παράλληλα και σκοπός που τη νοηματοδοτούσε:  «Δολοφονώ πλήττοντας το θεσμικό κράτος, ‘’άρα’’ υπάρχω». Ένας φαύλος κύκλος ψυχικής ζωής, ατέρμων ακόρεστος και σκοτεινός.

Ο Κουφοντίνας δεν πίστευε στην αξία ύπαρξης νόμων∙ δεν πίστευε στον κοινοβουλευτισμό, στους θεσμούς γενικότερα, στη δομή των ανεξάρτητων εξουσιών∙ όλα αυτά τα μισούσε θανάσιμα. Τη μόνη εξουσία που αναγνώριζε ήταν η μονομερής εξουσία που εκείνος επέβαλλε με τη βία των όπλων. Τον μοναδικό «νόμο» που αποδεχόταν τον καθόριζε ο ίδιος και η συμμορία του: νόμος ήταν ό,τι υπηρετούσε τις δικές τους βλέψεις.

Έτσι οδηγηθήκαμε σταδιακά ως το σήμερα: Μετά από πολλά φωτογραφικής φύσεως δικονομικά χαϊδέματα που του προσέφερε η προηγούμενη κυβέρνηση – η οποία ουδέποτε προσπάθησε να αποκρύψει την ιδεολογική συμπάθειά της προς τους συγκεκριμένους εγκληματίες – οδηγηθήκαμε στο εξής αδιανόητο: Ένας μισάνθρωπος και ορκισμένος εχθρός των νόμων και τής θεσμικής κρατικής οντότητος, αποφάσισε ων καταδικασμένος πολλάκις στην εσχάτη των ποινών να παραστήσει εκείνος, δήθεν, τον προασπιστή των νόμων και τής τήρησης τής κάθε… άνω τελείας τους. Απίστευτη υποκρισία και θράσος.  

Εν ονόματι ποιας αξίας άραγε; Της αξίας τής πίστης στους πολιτειακούς θεσμούς και τους νόμους, στη Δημοκρατία, στο Σύνταγμα, στους κώδικες παραδεδεγμένων αρχών και αξιών;  

Τίποτα από όλα αυτά. Αυτό που μόνο πράττει είναι η συνέχιση τού αυτοσκοπού και νοήματος ζωής του: Να πλήξει το θεσμικό κράτος. Το πράττει δε αυτό με την ίδια σκιώδη ωμότητα και κυνισμό με τα οποία εκτελούσε όλα του τα στυγερά εγκλήματα.
 
Μόνο κάποιος που μισεί τόσο θανάσιμα την θεσμικά οργανωμένη Πολιτεία μπορεί να λειτουργήσει ψυχικά κατά αυτόν τον τρόπο. Επικαλείται και χρησιμοποιεί ως εργαλεία του αξίες και θεσμούς, που όμως όλα μαζί τα μισεί, με τον δόλιο σκοπό να τα πληγώσει. Από απέχθεια και εχθρότητα προς αυτά και την κοινωνία το κάνει∙ διότι το μίσος είναι η μόνη ψυχική τού κινητήρια δύναμη.

Από αυτή το θεωρείο εξέτασης μπορούμε να πούμε αλληγορικά ότι ο Κουφοντίνας νίκησε σε αυτόν τον σκοτεινόψυχο μοναχικό του αγώνα. Πέτυχε ένα μικρό πλήγμα στο θεσμικό κράτος και στις αρχές του, χρησιμοποιώντας δολίως και υποκριτικά τις αξίες που ο ίδιος πολεμούσε. Δεν γινόταν να μη κερδίσει πόντους ο εγκληματίας, διότι σε αυτή του την εμμονική πάλη είχε ένα ακλόνητο ατού: αδιαφορούσε για τον φυσικό του θάνατο. Το νοσηρό πάθος για πλήγμα επί τού μισητού του «αντιπάλου» ήταν για εκείνον υπέρτατο νόημα ζωής, ακόμα και στο θάνατό του∙ ήταν εκείνο το οποίο "τον γέννησε 17 Νοέμβρη».

‘Ένα πλήγμα επ’ ουδενί όμως καίριο για τη φιλελεύθερη Δημοκρατία ∙ μονάχα μία αμυχή. Διότι αυτό το μικρό πλήγμα είναι το εφαλτήριο πάνω στο οποία θα πατήσει εφεξής με ισχυρότερη αυτοπεποίθηση, έχοντας παραδειγματικά αποτρέψει άλλους επίδοξους εγκληματίες από τον «εύκολο» δρόμο τού δόλιου εκβιασμού χρησιμοποιώντας ως όπλα τούς αξιακούς κώδικες τού κράτους Δικαίου.

Από σημειολογικής απόψεως ο Κουφοντίνας «γεννήθηκε 17 Νοέμβρη» και κατάφερε «να πεθάνει 17 Νοέμβρη», ανεξαρτήτως του πότε θα αφήσει την τελευταία του πνοή. «Πέθανε» μέσα στις ίδιες εκείνες μαύρες ψυχικές "αξίες" που «τον γέννησαν» όταν αφοσιώθηκε στον αυτοσκοπό τής πρώτης του στυγνής δολοφονίας. 

Για εκείνον και τα σκοτάδια του, αυτό είναι νίκη

Όμως εμάς αυτό μάς είναι αδιάφορο∙ ας την πάρει μαζί του όποτε κι αν φύγει από τον κόσμο∙ αρκεί που το κεφάλαιο αυτό θα κλείσει οριστικά.

Για την Πολιτεία μας, αυτή η αμήχανή της στιγμή είναι όμως η απαρχή μίας δικής της νίκης. Το πολιτικό μας ημερολόγιο ξεκολλάει επιτέλους οριστικά από εκεί που ήταν κολλημένο σε κάποια «17η Νοέμβρη».  

Ξημερώνει επιτέλους η «18η Νοεμβρίου»∙ αρχίζει ο ιστορικός πολιτικός χρόνος της να κυλά απαγκιστρωμένος από αυτή τη γάγγραινα .

Αυτό όμως δεν θα συμβεί από μόνο του∙ είναι μία σπουδαία ευκαιρία και είναι εδώ, ολοζώντανη. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μικρούτσικης Πολιτείας "πρότυπα"

Γράφει ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

-- Θάνος Μικρούτσικος: ένας αξιόλογος μουσικοσυνθέτης.

-- Ελληνική Πολιτεία: μία πολιτική τάξη με… μικρούτσικη αντίληψη περί αξιακών Προτύπων

Δημοσία δαπάνη μία (σοβαρή και υπεύθυνη) Πολιτεία κηδεύει ανθρώπους που σχεδόν σύσσωμο το έθνος είναι σε θέση να αναγνωρίσει την σπάνιας αξίας προσφορά τους. 


Προσφορά, είτε σε μέγεθος έργου εθνικής ωφελείας (εξύψωση πολιτισμικού επιπέδου, ηρωικές πράξεις ανδρείας και αυταπάρνησης, εμπνευστική εθνική καθοδήγηση σε υψηλά συλλογικά επιτεύγματα, κτλ), είτε σε ενασάρκωση/ανάδειξη Προτύπων κοινωνικής συμπεριφοράς ικανών να εμπνεύσουν ένα έθνος προς ποιοτικότερους δρόμους πνευματικής προόδου.

Ποιες από αυτές τις προϋποθέσεις εκπλήρωνε η προσωπικότητα τού εκλιπόντος Θάνου Μικρούτσικου;
 
Κατά την εκτίμησή μου, καμία.
.
Ας μη βιαστεί κάποιος να θεωρήσει ότι με αυτό που λέω προσβάλλω δήθεν τη μνήμη του. Καθόλου∙ ο άνθρωπος είχε τη διαδρομή του, την (πραγματική) αξία τής οποίας την αναγνωρίζω και ουδόλως υποτιμώ. Μέγεθος αξίας αντίστοιχη της οποίας είχαν βέβαια και πολλοί άλλοι Έλληνες (που όμως δεν τιμήθηκαν αναλόγως).
 
Υπάρχει άραγε κάποιο επιχείρημα χρήσιμου νοήματος που στηρίζει την ανάγκη κάτι απλώς «καλό» (ακόμα και κατά κάποιους «πολύ καλό») να αναδειχθεί σε «Εξέχον»;  


Φοβάμαι πως όχι. 


Η δε υπερβολή, το μόνο που πετυχαίνει είναι κάτι αρνητικό: να υποβαθμίζει την ίδια την Αξία την οποία καταχράται.

Στην Ελλάδα, «αξία» αποδίδεται σε οτιδήποτε είναι ικανό να γοητεύσει τις μάζες∙ και όχι σε υψηλά Πρότυπα που είναι φορείς παγίων αξιών, που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τις συνειδήσεις αφυπνιστικά, συνεγερτικά, δημιουργικά.
 
Τα πολιτισμικά Πρότυπα στον τόπο μας έχουν καταπέσει κατά τη διαδρομή των μεταπολιτευτικών χρόνων έχοντας αντικατασταθεί από θολά φαντάσματα εφήμερων ωφελιμισμών που συνεχώς ανατροφοδοτούν και ενισχύουν τον υφιστάμενο κοινωνικό αποπροσανατολισμό και τη ταχεία πορεία προς τη φθορά. Για αυτό και η κοινωνία μας βαδίζει στα τυφλά και συνεχώς φθίνει


Η Ελλάδα έχει επείγουσα ανάγκη από θέσπιση και ανάδειξη κοινωνικών Προτύπων.

Ο Θάνος Μικρούτσικος επ ουδενί ήταν ένα τέτοιο Εθνικό Πρότυπο. Απεναντίας, υπάρχουν πολλά στοιχεία της δημόσιας προσωπικότητάς του που εύκολα λογίζονται σαν αντι-πρότυπα. Ήταν σίγουρα ένας καλλιτέχνης που εργάσθηκε με αφοσίωση στον τομέα που είχε επιλέξει στη ζωή του, που έγραψε επαξίως τη δική του μουσική ιστορία αφήνοντας στο διάβα του μερικά πολύ αξιόλογα έργα που αγαπήθηκαν ευρέως. Αυτό και μόνο αυτό αφορά την Ελλάδα εν σχέσει με το πρόσωπο και τη μνήμη του, κάτι που ο καθένας μας θα το εκτιμήσει στο βαθμό που ο ίδιος κρίνει. Όμως, κάτι τέτοιο επ' ουδενί αρκεί για να αναδειχθεί ανάμεσα στους πολύ λίγους «υπέρτατα άξιους» από όλους τους υπόλοιπους διακεκριμένους άξιους Έλληνες.

Υπήρξε και πολιτικός άνδρας (Υπουργός Πολιτισμού), μη έχοντας όμως αφήσει καμία άξια λόγου Ιστορία σε αυτό το πεδίο.
 
Υπήρξε και πολιτικοποιημένος άνδρας, καθ’ όλη τη διαδρομή τής ζωής του. Σε αυτό το πεδίο και αν είναι που ΔΕΝ άφησε κανένα κομμάτι χρήσιμης Ιστορίας πίσω του∙ απεναντίας μάλιστα. Ένας άνθρωπος που ακόμα και στις ύστατες μέρες της ζωής, στην υπέρτατη φάση πνευματικής ωριμότητάς του, εξακολουθούσε να δηλώνει προσηλωμένος σε όσα πίστεψε στην εφηβεία του: στα ουτοπικά ολοκληρωτικά ιδεολογήματα και καθεστώτα που κατά τον προηγούμενο αιώνα «εκτόπισαν» από τη ζωή δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων οι οποίοι απλώς είχαν την ατυχία να μη δηλώνουν πίστη στις ίδιες «δημοκρατικές» ιδέες με εκείνα.
 
Και μας προέτρεπε μάλιστα να ψηφίσουμε ΣΥΡΙΖΑ το 2014 για να σωθεί η Ελλάδα, καθώς και να ρίξουμε ΟΧΙ στο δόλιο Δημοψήφισμα-παρωδία του 2015. Δεν το αναφέρω αυτό επειδή τυχόν δεν ταίριαζε με τις δικές μου επιλογές, αλλά επειδή ήταν προϊόν ιδεολογικής μυωπίας και καταστάσεις που έχοντας τελικά υλοποιηθεί αποδεδειγμένα έφεραν τον τόπο μας στο χείλος τού γκρεμού μιας ανεπανόρθωτης εθνικής καταστροφής.

Επίσης, αυτοαποκαλείτο ευθαρσώς «αντιδεξιός». 


Έχει πολύ μεγάλη σημασία το πρόθεμα «αντι». Διότι το «αντι» σημαίνει ότι είμαι εκ προοιμίου *αντίπαλος* με κάτι. Δεν είναι ότι απλώς υποστηρίζω θέσεις που είναι διαφορετικές από κάποιες άλλες και προασπίζομαι το δίκαιο τών δικών μου, αλλά ότι μέσα στις δικές μου ιδέες φωλιάζει εμφανώς η πεποίθηση ότι εκείνες που δεν συμφωνούν με τις δικές μου είναι αντίπαλες και πρέπει να τις πολεμήσω να αφανιστούν. Με απλά λόγια, ο άνθρωπος αυτός έτρεφε μέσα του ιδέες εθνικού διχασμού και αντιπαλότητας.

Δεν είναι ο πρώτος, αναρίθμητοι άλλοι κάνουν το ίδιο. Ούτε ο μόνος που έκανε τα ίδια παιδαριώδη λάθη εκτίμησης προσώπων και καταστάσεων∙ δεκάδες χιλιάδες άλλοι επέδειξαν την ίδια συμπεριφορά. Όμως ο εν λόγω τιμήθηκε από την Πολιτεία ως «Πρότυπο Ανδρός».

Ο άνθρωπος έφυγε πια από τη ζωή, είναι συγχωρεμένα τα σφάλματά του. Όμως, η Ελληνική Πολιτεία ας με συμπαθά… Δεν έχουν οι εκπρόσωποί της κανένα ηθικό δικαίωμα έρεισμα ή δικαιολογία να ανακηρύσσουν με τόση ρηχή επιπολαιότητα Πρότυπα που μόνο Πρότυπα δεν είναι για τη σύγχρονη Ελλάδα, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις μίας νέας φθηνοπολιτικής "πεπατημένης" για συνέχιση αυτής της πρακτικής στο μέλλον από τον καθένα, έως τον πιθανό πλήρη εκφυλισμό τού νοήματος τής πράξης απόδοσης Εθνικής Τιμής.
 
Ας τιμούσε τον Θάνο Μικρούτσικο με θερμές συμβατικής διάστασης τιμές, όπως θα άρμοζε για τη περίπτωση ενός επιφανούς Έλληνα μουσικοσυνθέτη αυτής τής εμβέλειας. Μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα είναι υπερβολή και κατά μία έννοια προσβάλλουν το κύρος τής ίδιας τής Πολιτείας.

Θα θυμάμαι τον Θάνο Μικρούτσικο για μερικά αθάνατα τραγούδια του, που τα τραγούδησα με θέρμη και θαυμασμό, που άλλες φορές έπαιζα τις συγχορδίες τους τραγουδώντας τούς βιωματικούς στίχους του Καββαδία και άλλων ποιητών. Μόνο για αυτά.
 
Αυτά μόνο θα ήθελα να δείξω στα παιδιά μου εν σχέσει με εκείνον, ώστε να λάβουν ένα γόνιμο ερέθισμα να εμπνευστούν: από το ότι κάποιος άνθρωπος επένδυσε τον εαυτό του και τα ταλέντο του με αφοσίωση σε κάτι που τον εξέφραζε, από το αποτέλεσμα έργου που μπορεί να καρποφορήσει η προσήλωση σε αυτό που αγαπάς και το κάνεις με μεράκι. Και για να τους δείξω ότι το να είσαι πολύ καλός σε κάτι, επ’ ουδενί σε κάνει καλό σε όλα. Ότι για κάθε τι, θα πρέπει να προσπαθείς ξεχωριστα.  


Να τους δείξω ότι άνθρωποι που αδιαφορούν να αναστοχαστούν και να επανεξετάσουν, αλλά συνεχίζουν να αναμασάνε τις ίδιες αναλλοίωτες φαντασιακές ιδέες από την εφηβεία ως τα γεράματά τους, είναι άνθρωποι που δεν κρατάνε μόνο τον εαυτό τους αγκυλωμένο, αλλά συντελούν στο να παραμένει η κοινωνία τους στάσιμη.

Αυτό θα ήθελα να δείξω στα παιδιά μου. Και, δυστυχώς...