"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΩΤΗΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Τι ακριβώς συμβαίνει με τη γαλλική στρατιωτική παρουσία στο Σαχέλ

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΗ

Όταν αναφερόμαστε στο Σαχέλ, αναφερόμαστε σε μια ολόκληρη ζώνη στην αφρικανική ήπειρο που βρίσκεται νοτιότερα της Ερήμου Σαχάρας και απλώνεται ανάμεσα στον Ατλαντικό Ωκεανό και την Ερυθρά Θάλασσα. Έχει έκταση πάνω από 3 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Γεωπολιτικά το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε 5 χώρες, τη Μπουρκίνα Φάσο, το Τσαντ, το Μάλι , τη Μαυριτανία και τον Νίγηρα, που αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις, τόσο αυτές που αφορούν την κλιματική αλλαγή και τα δημογραφικά ζητήματα, όσο και ζητήματα οργανωμένου εγκλήματος και ενόπλων κινημάτων.

Στην περιοχή αυτή δραστηριοποιούνται τα τελευταία χρόνια ένα σύνολο ένοπλων οργανώσεων, ισλαμικού προσανατολισμού. Παρότι υπάρχουν σαφή στοιχεία επιρροής από τα ισλαμικά ένοπλα ρεύματα που διεκδίκησαν να εκπροσωπήσουν την διεθνή «τζιχάντ», όπως την Αλ Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος, κάτι που φαίνεται και στις ονομασίες των οργανώσεων (π.χ. Ισλαμικό Κράτος στην Ευρύτερη Σαχάρα), εντούτοις σε μεγάλο βαθμό η ανάπτυξή τους τροφοδοτήθηκε από τοπικά προβλήματα και συγκρούσεις, δεσμούς ανάμεσα σε φυλές, όπως και τα ενδημικά προβλήματα λειτουργίας των τοπικών κρατών, που ούτως ή άλλως είχαν εξαρχής στη διαδρομή τους να αντιμετωπίσουν  τις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας, τα προβλήματα διαφθοράς, αλλά και την αδυναμία να διαμορφώσουν τις ανάλογες υποδομές.

Παρότι έχουν υιοθετήσει πρακτικές όπως οι επιθέσεις αυτοκτονίας και συχνά είναι ιδιαίτερα βίαια, εντούτοις σε αντίθεση με ένοπλες οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα ή το Ισλαμικό Κράτος δεν έχουν επιλέξει στόχους εκτός των χωρών ή των περιοχών όπου δραστηριοποιούνται, ούτε έχουν στοχοποιήσει ανοιχτά τη Δύση.

Παράλληλα, η δράση τους στην περιοχή ενισχύθηκε είτε από προηγούμενες ενεργές αντιπαραθέσεις, όπως είναι η δράση ισλαμιστικών οργανώσεων στην Αλγερία, αλλά και από τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη που εκτός των άλλων έκανε και εύκολη την πρόσβαση σε οπλισμό.

Το Μάλι είναι μια χώρα που είχε την όχι και τόσο ευχάριστη εμπειρία της γαλλικής αποικιοκρατίας πριν ανακτήσει την ανεξαρτησία της. Είχε μια σχετικά ταραγμένη πολιτική ιστορία μέχρι τη σχετική αποκατάσταση δημοκρατικών λειτουργιών το 1991, παρότι τα τελευταία χρόνια ξαναμπήκε σε μια φάση αστάθειας με αποκορύφωμα τα πραξικοπήματα το 2012, το 2020 και το 2021.

Το Μάλι από την αρχή είχε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με τις ένοπλες εξεγέρσεις των νομάδων Τουαρέγκ, που υποστήριζαν ότι αντιμετώπιζαν τόσο στο Μάλι όσο και στον Νίγηρα περιθωριοποίηση και φτωχοποίηση. Στο Μάλι υπήρχε ένα ένοπλο κίνημα Τουαρέγκ που διεκδικούσε ανεξαρτησία. Οι εξελίξεις στη Λιβύη και ο εμφύλιος πόλεμος σήμαινε και ευκολότερη πρόσβαση σε οπλισμό. Παράλληλα προς τη βασική οργάνωση, το Εθνικό Κίνημα για την Απελευθέρωση του Αζαγουάντ (MNLA), εμφανίστηκαν και ισλαμικές οργανώσεις, με συμμετοχή κυρίως Τουαρέγκ και που σκοπό δεν είχαν την εδαφική απελευθέρωση αλλά τη διαμόρφωση ισλαμικού καθεστώτος, με σχέση και με οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ. Η κλιμάκωση αυτών των μορφών ένοπλης δράσης, με το MNLA να αποκτά τον έλεγχο σημαντικών περιοχών, ιδίως μέσα στην αβεβαιότητα που δημιούργησε το πραξικόπημα της 21ης Μαρτίου 2012 (που τελικά θα οδηγήσει σε μια πολιτική λύση), διαμόρφωσε και το έδαφος για τη Γαλλική παρέμβαση.

Διάφοροι λόγοι συνετέλεσαν στην επιλογή της Γαλλίας να στείλει στρατεύματα σε μια σύγκρουση που είχε αρκετά τοπικό χαρακτήρα.

Ο πολιτικός που κατεξοχήν συνέβαλε στο να ξεκινήσει η γαλλική στρατιωτική επέμβαση στο Μάλι και συνολικά στο Σαχέλ ήταν...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η επιστήμη και η συνωμοσία

Σε μια εποχή που σφραγίζεται από την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας, τη χωρίς προηγούμενο επέκταση των γνώσεών μας και την εκτεταμένη τεχνολογική εφαρμογή τους, φαντάζει παράδοξη η έκρηξη συνωμοσιολογικών πεποιθήσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις απασχολεί και την κεντρική πολιτική συζήτηση.

Ωστόσο, η εικόνα του παραδόξου γίνεται λίγο πιο σύνθετη εάν παρατηρήσουμε ότι οι σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας διεκδικούν και αυτές χαρακτήρα ορθολογικότητας ανάλογο με αυτόν της επιστήμης.

Δεν παρουσιάζονται ως δογματικές δηλώσεις πίστης, αλλά ως πληρέστερες επιστημονικές εξηγήσεις. Οικειοποιούνται ακόμη και τον «ηρωικό» χαρακτήρα της αποκάλυψης μιας αλήθειας που υποτίθεται ότι μας κρατούν κρυφή και επιδιώκουν να προσφέρουν μια εύτακτη εικόνα του κόσμου, που επιτρέπει στα υποκείμενα να προσανατολιστούν, κατά τρόπο ανάλογο με τη χρήση της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα.

Βέβαια, αποφεύγουν όλα όσα ορίζουν όντως τον επιστημονικό λόγο: τον διαψεύσιμο χαρακτήρα των επιστημονικών θεωριών, την ανοιχτή φύση της επιστημονικής έρευνας, την παραδοχή απροσδιοριστιών, τη διαρκή εξέλιξη των μεθοδολογικών εργαλείων. Αυτό μας φέρνει στον πυρήνα του προβλήματος.  

Στην περίοδο της πανδημίας η συνάντηση ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και την πολιτική διαχείριση και η απαίτηση για βεβαιότητες που θα διευκόλυναν τη συμμόρφωση στα προτεινόμενα μέτρα, προβάλλοντάς τα ως «δραστικές λύσεις», ενώ ήταν απλώς μέτρα συγκυριακής διαχείρισης ενός σε εξέλιξη σύνθετου φαινομένου, διαμόρφωσαν την αίσθηση εναλλασσόμενων αντικρουόμενων απόψεων ή ακόμη και παλινωδιών και οδήγησαν στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη δυσπιστία απέναντι στον επίσημο λόγο και τη στροφή στην πλαστή συνεκτικότητα του ανορθολογισμού.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η δογματική υπεράσπιση του «κύρους της επιστήμης» και δη προς νομιμοποίηση πολιτικών επιλογών, ούτε η αποσιώπηση της αναπόφευκτης πολυφωνίας ως προς την εξήγηση και αντιμετώπιση ενός φαινομένου με βιολογικές αλλά και κοινωνικές πλευρές, αλλά...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Τι σημαίνει η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και το «casus belli» της Τουρκίας

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΗ

Ήταν το Οκτώβριο του 2018 και η περίσταση ήταν η φορτισμένη παράδοση του υπουργείο Εξωτερικών από τον Νίκο Κοτζιά, παρουσία του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Είχε προηγηθεί η προώθηση της Συμφωνίας των Πρεσπών και η σύγκρουση με τον αρχηγό των Ανεξαρτήτων Ελλήνων Πάνο Καμμένο.

Σε εκείνη την ομιλία του ο Νίκος Κοτζιάς, με τη συμφωνία του πρωθυπουργού όπως διευκρίνισε, ανακοίνωσε ότι είναι έτοιμα τα Προεδρικά Διατάγματα που θα επεκτείνουν την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη (τα «χωρικά ύδατα») στο Ιόνιο, από τους Οθωνούς μέχρι τα Αντικύθηρα, στα 12 ν.μ., δηλώνοντας μάλιστα με εμφανή συγκίνηση ότι η χώρα για πρώτη φορά μετά από 70 χρόνια και την ένωση με τα Δωδεκάνησα αυξάνει την κυριαρχίας της.

Ο λόγος είναι τα χωρικά ύδατα ανήκουν στον στενό ορισμό της κυριαρχίας, αποτελούν δηλ. τμήμα της επικράτειας μιας χώρας και δεν αποτελούν απλώς έκταση στην οποία μια χώρα ασκεί κάποια κυριαρχικά δικαιώματα όπως είναι οι εκτάσεις που ανήκουν στη ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα μιας χώρας.

Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που τότε κυρίως είχε την αγωνία να μπορέσει να εξασφαλίσει την απαραίτητη πλειοψηφία για την έγκριση της Συμφωνίας των Πρεσπών, δεν προχώρησε στις σχετικές κινήσεις.   


Συγκεκριμένα, ο Αλέξης Τσίπρας είχε υποστηρίξει ότι θα προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών υδάτων με ψήφιση νόμου και όχι προεδρικό διάταγμα και ότι θα το έκανε μετά τις ευρωεκλογές.

Μάλιστα, ο κ. Κοτζιάς είχε υποστηρίξει ότι ετοιμαζόταν και δεύτερη επέκταση που θα αφορούσε από τα Αντικύθηρα στην Κρήτη, σημειώνοντας ότι απλώς θέλει το τσεκάρισμα από διεθνείς χαρτογράφους, ενώ θέλει ξανά μέτρημα αυτό από τα Αντικύθηρα μέχρι και τον Σαρωνικό και από τον Σαρωνικό μέχρι τον Παγασητικό, τη Μαγνησία, περιλαμβάνοντας και την Εύβοια.

 
Η τωρινή πρωτοβουλία
 

Τώρα η ελληνική κυβέρνηση, αφού προχώρησε στην αμοιβαία οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και τη μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, επιλέγει να υλοποιήσει την κατεύθυνση για τμηματική επέκταση 12 νμ.

Πάντως, ούτως ή άλλως, η ελληνική πρωτοβουλία εντάσσεται και στο πλαίσιο της «αρχής της αμοιβαιότητας» του Διεθνούς Δικαίου, καθώς τόσο η Ιταλία όσο και η Αλβανία (στο τμήμα που αντικρίζει τους Οθωνούς» έχουν ήδη επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη τους στα 12 νμ.

Σημειώνουμε ότι στο βαθμό που έχει ήδη προηγηθεί η συμφωνία με την Ιταλία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ πάνω στα ίδια όρια με τη συμφωνία του 1977 για την υφαλοκρηπίδα, η επέκταση των χωρικών υδάτων ως προς τα οικονομικά αποτελέσματα (αλιεία, εξορύξεις κ.λπ.) δεν έχει κάποια επίπτωση, γιατί ούτως ή άλλως η ΑΟΖ καλύπτει μεγαλύτερη έκταση. Ακόμη και στα θέματα της αλιείας τα ζητήματα έχουν ρυθμιστεί με τη διαπραγμάτευση για τη χάραξη ΑΟΖ.

Ως προς την οριοθέτηση με την Αλβανία, φαίνεται ότι ήδη από την εποχή Κοτζιά έχουν ξεπεραστεί οι αντιρρήσεις της αλβανικής πλευράς, κυρίως μέσα από  επιμέρους υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς ως προς το πώς ορίζονται τα απώτατα νησιωτικά σημεία από όπου θα διαμορφωθούν τα θαλάσσια σύνορα. Θυμίζουμε ότι το 2009 Ελλάδα και Αλβανία είχαν υπογράψει συμφωνία για την οριοθέτηση ΑΟΖ. Όμως, λίγο αργότερα το Συνταγματικό Δικαστήριο γειτονικής χώρας την ακύρωσε. Δημοσιεύματα αργότερα υποστήριξαν ότι είχε υπάρξει τουρκική παρέμβαση/

 
 
Η τουρκική θέση και το casus belli

 

Υπενθυμίζουμε ότι το διεθνές δίκαιο, εν προκειμένω η Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει αναγνωρίσει ως αναφαίρετο δικαίωμα των κρατών την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ.

Όμως, η Τουρκία υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ασκήσει αυτό το κυριαρχικό της δικαίωμα μια που αυτό θα «έκλεινε» κάθε τουρκική πρόσβαση στη θάλασσα και δεν αρκείται στην εξασφάλιση της αβλαβούς διέλευσης και της διευκόλυνσης της ναυσιπλοΐας.

Κατά την επικύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, η Ελλάδα προέβη σε δήλωση σύμφωνα με την οποία «ο χρόνος και ο τόπος άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων […] είναι ένα ζήτημα που απορρέει από την εθνική της στρατηγική». Επιπλέον το άρθρο 2 του Ν.2321/1995, κυρωτικού της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας, προβλέπει ότι «η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 της κυρουμένης Συμβάσεως να επεκτείνει σε οποιονδήποτε χρόνο το εύρος της χωρικής θάλασσας μέχρι αποστάσεως 12 ν. μιλίων».

Από τη μεριά της η Τουρκία, με απόφαση της Εθνοσυνέλευσής της (8/6/1995), μόλις τέθηκε σε ισχύ η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, εξέδωσε το γνωστό «casus belli» και έκτοτε θεωρεί ως αιτία πολέμου την επέκταση στα 12 νμ των ελληνικών χωρικών υδάτων.

Ολες οι ελληνικές κυβερνήσεις υποστήριξαν ότι τα 12 ν.μ. αποτελούν αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα, όμως δεν προχώρησαν στην επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο.
Ωστόσο, έχει σημασία ότι στο κοντινότερο σημείο που έφτασαν οι δύο χώρες να υπογράψουν συνυποσχετικό για προσφυγή στη Χάγη για την επίλυση των διαφορών για την υφαλοκρηπίδα, δηλαδή στην περίοδο 2002-2003, είχε τεθεί θέμα ως την αιγιαλίτιδα ζώνη στην κατεύθυνση της αναζήτησης ενός συμβιβασμού ανάμεσα στα 6 και τα 12 ν.μ.

 
Οι αντιρρήσεις που υπάρχουν για την τμηματική επέκταση των χωρικών υδάτων:


 

Ήδη από τη συζήτηση της πρωτοβουλίας Κοτζιά είχαν διατυπωθεί σοβαρές αντιρρήσεις σε μια τμηματική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης.
 
Η βασική ήταν ότι εάν η Ελλάδα προχωρήσει σε τμηματική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης σε περιοχές για τις οποίες δεν υπάρχει τουρκική αμφισβήτηση, είναι ως να παραδέχεται εμμέσως ότι στο Αιγαίο υπάρχει ειδικό καθεστώς και δεν μπορούν να εφαρμοστούν τα 12 νμ, κάτι που είναι ο πυρήνας της τουρκικής θέσης. Είναι, δηλαδή, ως η ίδια η Ελλάδα να παραδέχεται ότι στο Αιγαίο υπάρχουν ειδικές συνθήκες ως προς την άσκηση της κυριαρχίας της.

Ενδεικτικό και το σχόλιο που είχε κάνει τότε ο Ευάγγελος Βενιζέλος:  


«Μερική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης εκτός Αιγαίου, με τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο να παραμένουν στα 6 μίλια, σημαίνει αποδοχή, πρώτον, του θεμελιώδους τουρκικού επιχειρήματος περί “ειδικών συνθηκών” στο Αιγαίο και, δεύτερον, της τουρκικής πρακτικής καθώς η Τουρκία έχει διαφοροποιημένο μήκος χωρικών υδάτων. Τέτοιες κινήσεις που απασχολούν την εθνική πολιτική επί σαράντα πέντε χρόνια ούτε εξαγγέλλονται υπό τέτοιες ενδοκυβερνητικές συνθήκες, ούτε, πολύ περισσότερο, γίνονται έτσι, ως επικοινωνιακό αντίβαρο.»

Ουσιαστικά, η αντίρρηση – την οποία τότε είχαν εκφράσει και στελέχη της ΝΔ – είναι ότι με το να προχωρά σε τμηματική επέκταση των χωρικών υδάτων, η Ελλάδα είναι ως να παραδέχεται ότι το συγκεκριμένο κυριαρχικό δικαίωμα είναι υπό διαπραγμάτευση και ότι δεν ισχύει παντού και πάντα με τον ίδιο τρόπο.

Γιατί είναι ένα πράγμα μια χώρα να υποστηρίζει ότι έχει ένα αναφαίρετο δικαίωμα ως προς τα όρια της κυριαρχίας της, αλλά στο όνομα της καλής γειτονίας και του διαλόγου να μην το εφαρμόζει και είναι άλλο πράγμα η ίδια αυτή η χώρα να αποδέχεται ότι αυτό το δικαίωμα δεν έχει την ίδια εφαρμογή σε όλη την επικράτειά της.

Είναι ως να αποδέχεται η Ελλάδα την τουρκική θέση (η Τουρκία επίσης έχει κάνει τμηματική επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της στη Μαύρη θάλασσα και στη Μεσόγειο στα 12 ν.μ.) ότι το Αιγαίο έχει «ειδικό καθεστώς» και δεν ισχύουν σε αυτό τα 12 ν.μ.
 

Όμως...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Γιατί η Γαλλία άνοιξε πόλεμο με την Τουρκία – Σε βαθιά κρίση οι σχέσεις των δύο χωρών

Γράφει ο Σωτήρης Παναγιώτης

Η Γαλλία δεν άφησε ποτέ ούτε την Αφρική ούτε τη Μεσόγειο. Μπορεί να μην είναι πια η αποικιακή δύναμη του παρελθόντος, όταν τόσο στο Μαχρέμπ όσο και στην υποσαχάρια Αφρική υπήρχαν μεγάλες γαλλικές αποικίες (ή στην περίπτωση τα Αλγερίας και προσαρτημένες περιοχές), όμως δεν έπαψε ποτέ να θεωρεί ότι έχει λόγο για τα τεκταινόμενα στην περιοχή. 

Το ίδιο ισχύει και για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπου καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι η διεκδίκηση των «εντολών» για τη διοίκηση της Συρίας και του Λιβάνου την επαύριον του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επίσης αντανακλούσε μια θεώρηση «σφαιρών επιρροής» που θα παραμείνει ένα μόνιμο στοιχείο της γαλλικής θεώρησης των πραγμάτων.

Μάλιστα, δεν θα πρέπει κανείς να παραβλέψει ότι η Γαλλία επίσης ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί ότι δεν είναι μόνο μια ευρωπαϊκή δύναμη αλλά και μία «μεγάλη δύναμη». Αυτό αποτυπώθηκε, άλλωστε, και στην επιμονή της Γαλλίας να διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, να έχει αεροπλανοφόρα (το σήμα κατατεθέν της ικανότητας επέμβασης εκτός συνόρων) και φυσικά να διατηρεί το δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο, συμπεριλαμβανομένων υποβρυχίων με στρατηγικούς πυραύλους. Δεν είναι τυχαίο ότι πολύ συχνά η Γαλλία υπογραμμίζει ότι μέσα στην ΕΕ, μετά την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας, είναι η μόνη χώρα που διαθέτει μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ένοπλες δυνάμεις με δυνατότητα διεξαγωγής μείζονος σύγκρουσης εκτός συνόρων και πυρηνική αποτρεπτική δύναμη.

Άλλωστε, μετά τις ΗΠΑ και τη Ρωσία η Γαλλία θα μπορούσε να θεωρηθεί από τις πιο ενεργητικές χώρες σε παρουσία εκτός συνόρων, έχοντας μια σταθερή στρατιωτική παρουσία στην Υποσαχάρια Αφρική, όπου ουσιαστικά έχει αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος ως προς την αντιμετώπιση των ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που δρουν εκεί, ενώ διατηρεί στρατιωτική παρουσία και σε άλλα σημεία όπως το Τζιμπουτί.
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι εύλογο η Γαλλία να έχει ένα σημαντικό ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική.

 
Η σύγκρουση για τη Λιβύη


 

Η σύγκρουση για τη Λιβύη αποτυπώνει τους διαφορετικούς προσανατολισμούς Τουρκίας και Γαλλίας πάνω στη συγκεκριμένη εμφύλια σύγκρουση.

Η Γαλλία είχε εξαρχής ανάμειξη, ήδη από την εποχή των δυτικών βομβαρδισμών το 2011. Όταν ξέσπασε η αντιπαράθεση ανάμεσα στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση στην Τρίπολη και το Κοινοβούλιο στο Τομπρούκ (και τις ένοπλες δυνάμεις του στρατηγού Χαφτάρ) Τουρκία και Γαλλία στήριξαν αντίπαλες παρατάξεις. Η Τουρκιά μαζί με το Κατάρ υποστήριξαν την κυβέρνηση της Τρίπολης, συνεχίζοντας με τον έναν τον τρόπο το νήμα της στήριξης κυβερνήσεων που παραπέμπουν στη γραμμή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Αντίθετα, η Γαλλία θεώρησε ότι ήταν προτιμότερη η στήριξη του Χαφτάρ (που είχε και τη στήριξη της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Ρωσίας) θεωρώντας ότι αυτό θα αποτελούσε ανάχωμα εναντίον των Ισλαμιστών. Προφανώς και πέραν των γεωπολιτικών επιδιώξεων η Λιβύη είχε μια σημασία και ως χώρα με σημαντικά ενεργειακά αποθέματα.

Με την κλιμάκωση της εμφύλιας σύγκρουση στη Λιβύη κλιμακώθηκε και η εμπλοκή της Γαλλίας και της Τουρκίας. 


Ειδικά η Άγκυρα θεώρησε ότι εδώ είχε την ευκαιρία αφενός να κατοχυρωθεί ως περιφερειακή δύναμη αφετέρου να προωθήσει τα σχέδιά της για τη «Γαλάζια Πατρίδα» βρίσκοντας την πρώτη χώρα της Μεσογείου που ήταν διατεθειμένη να υπογράψει μαζί της συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ. Κομβική πλευρά του υπολογισμού της το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης παρέμενε η κυβέρνηση που ήταν αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ ως τέτοια.

Αυτό έφερε τις δύο χώρες σε μεγάλη αντιπαράθεση καθώς από όλες τις δυτικές χώρες η Γαλλία ήταν που περισσότερο εμφανώς στήριζε την πλευρά Χαφτάρ, την ώρα που η Τουρκία αναβάθμιζε τη στρατιωτική εμπλοκή της στέλνοντας εξοπλισμό και διευκολύνοντας τη μετάβαση μισθοφόρων από τη Συρία. Τμήμα της σύγκρουσης και οι όροι εφαρμογής της συμφωνίας για το απαγόρευση μεταφοράς όπλων στη Λιβύη.

Αποκορύφωμα της αντιπαράθεσης το περιστατικό της 10ης Ιουνίου όταν η Γαλλία υποστήριξε ότι τουρκικά σκάφη «κλείδωσαν» στα ραντάρ τους τη φρεγάτα Κουρμπέ όταν αυτή προσπάθησε να ελέγξει εμπορικό πλοίο, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά σκάφη, το οποίο θεώρησε ύποπτο για παράνομη μεταφορά όπλων. Εξαιτίας αυτής της κατά τη γνώμη της εχθρικής ενέργειας η Γαλλία αποχώρησε από τη σχετική αποστολή. Η Τουρκιά υποστηρίζει ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι και ότι έδωσε όλες τις εξηγήσεις στη σχετική εσωτερική έρευνα του ΝΑΤΟ, με τον τούρκο ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούτογλου να ζητά πρόσφατα από την Τουρκία να ζητήσει συγγνώμη.

Ωστόσο, η μεγάλη δυσκολία της Γαλλίας σε σχέση με τη λιβυκή κρίση είναι ότι επειδή η Ρωσία έχει προσφέρει έστω και εν μέρει υποστήριξη στην πλευρά Χαφτάρ, οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις τείνουν να υποστηρίζουν την πλευρά της κυβέρνησης της Τρίπολης. Επιπλέον, η Γερμανία διεκδικεί επίσης να έχει ένα ρόλο δύναμης που θα μπορούσε να βοηθήσει σε ένα συμβιβασμό.

Την ίδια στιγμή βέβαια η Γαλλία εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στην Αφρική συνολικά και ειδικότερα στη Βόρεια Αφρική και το Μαχρέμπ. Μπορεί η Τουρκία να έχει αποκτήσει πρόσβαση σε μια από τις παρατάξεις της Λιβύης, όμως η Γαλλία διατηρεί σχέσεις και συναλλαγές με πολύ περισσότερες χώρες της περιοχής

 

Το βάθος της αντιπαράθεσης


 

Η αντιπαράθεση δεν αφορά απλώς συγκρουόμενα σχέδια πάνω στη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Ούτε καν απλώς το πώς η Γαλλία βλέπει με μεγάλη επιφύλαξη την προσπάθεια μιας ακόμη δύναμης να αποκτήσει πρόσβαση σε μια περιοχή στην οποία θεωρεί ότι έχει τον πρώτο λόγο.

Η Γαλλία βλέπει ούτως ή άλλως με επιφύλαξη την προσπάθεια μιας χώρας την οποία κυβερνά μια παραλλαγή «πολιτικού Ισλάμ» να αποκτήσει αυξημένη διεθνή παρουσία. Σε πείσμα της δημοκρατικής ρητορικής των γαλλικών κυβερνήσεων, η Γαλλία είναι από τις χώρες που βλέπει με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη την εμφάνιση μιας ισλαμικής πολιτικής ή πολιτιστικής ταυτότητας, ξεκινώντας από το πώς αντιμετωπίζει σχετικά ζητήματα στο εσωτερικό της ως προς τους μουσουλμάνους πολίτες της. Ήταν η χώρα που ήδη από τη δεκαετία του 2000 πήρε την ευθύνη πρακτικά να ανακόψει την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας. Παραμένει η χώρα που πιο εύκολα συζητά κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας εντός ΕΕ. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια γαλλική εκτίμηση ότι ούτως ή άλλως πρέπει να ανακοπούν οι φιλοδοξίες της Τουρκίας.

Σε όλα αυτά προστίθενται και τα ζητήματα που αφορούν τα ενεργειακά της Νοτιοανατολικής Μεσογείου όπου η Γαλλία, που για παράδειγμα ήδη έχει εξασφαλίσει «οικόπεδα» της Κυπριακής ΑΟΖ δεν βλέπει με καλό μάτι τη διαρκή αμφισβήτηση από την Τουρκία των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

 

Μια σύγκρουση εντός του ΝΑΤΟ:

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ: Αγία Σοφία: Mπορούν να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία; – Ποιο το καθεστώς για τα πολιτιστικά μνημεία

Γράφει ο Σωτήρης Παναγιώτης

Η εύλογη αγανάκτηση για την απόφαση της κυβέρνησης Ερντογάν να μετατρέψει σε τζαμί ένα μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς όπως η Αγία Σοφία, οδηγεί στο ερώτημα εάν μπορεί να τεθεί θέμα κυρώσεων
Η απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης να προχωρήσει στον εκ νέου χαρακτηρισμό της Αγίας Σοφία ως τζαμιού, κίνηση υποκινημένη κατά βάση από την προσπάθεια του Προέδρου Ερντογάν να βελτιώσει την απήχησή του σε ένα συντηρητικό, θρησκευόμενο και εθνικιστικό ακροατήριο, αποτελεί μια κίνηση που διακινδυνεύει το χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία ενός μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς.

Η Αγία Σοφία όφειλε να παραμείνει ένα μουσείο ακριβώς επειδή με αυτό τον τρόπο μπορούσε να λειτουργεί ως ένα σημείο συνάντησης ιστοριών, πολιτισμών, θρησκειών, μέσα από τη μοναδική της ιστορία που την κάνει ταυτόχρονα κορυφαίο μνημείο της Βυζαντινής Χριστιανοσύνης όσο και της Οθωμανικής Ισλαμικής ταυτότητας, πέραν από κάθε λογική αποκλειστικής «εθνικής» ιδιοκτησίας.

Γι’ αυτό το λόγο και είναι εύλογο να ακούγονται φωνές για κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας, μέχρις ότου επανέλθει το μνημείο στην προηγούμενη κατάσταση. Όμως, η κατάσταση ως προς το εάν μπορούν να επιβληθούν είναι κάπως πιο δύσκολη.
 
Ποιο είναι το καθεστώς για τα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς

Η παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά προστατεύεται από το διεθνές δίκαιο με βάση τη Σύμβαση της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των κρατών-μελών της UNESCO το 1972. Μέχρι σήμερα έχει υπογραφεί από 193 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Το 2008 υιοθετήθηκαν και οι κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή τους που αφορούν τη λειτουργία της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, που ορίζεται από τη γενική συνέλευση των κρατών που έχουν υπογράψει τη σύμβαση και η οποία έχει την ευθύνη για την εφαρμογή των προβλέψεων της Σύμβασης.

Κομβική πλευρά της Σύμβασης είναι ο ορισμός των μνημείων που θεωρούνται τμήμα της παγκόσμιας κληρονομιάς, ύστερα από πρόταση των κρατών-μελών.

Η ίδια η σύμβαση περιλαμβάνει μηχανισμούς για την αξιολόγηση εάν ένα μνημείο μπορεί να πάρει το χαρακτηρισμό ότι αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας κληρονομιάς, όπως επίσης και έχει τη δυνατότητα να κρίνει εάν ένα μνημείο είναι σε κίνδυνο. Η έννοια του δυνητικού κινδύνου του Μνημείου, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές, περιλαμβάνει και τυχόν αλλαγές στο νομικό καθεστώς του.

Η βασικότερη κύρωση που περιλαμβάνει η Σύμβαση είναι ουσιαστικά η μη συμπερίληψη ενός μνημείου στον κατάλογο των μνημείων ή η αφαίρεσή του από αυτό, εάν κριθεί ότι η ζημιά είναι τόσο μεγάλη που έχει χάσει το χαρακτήρα του. Είναι, όμως, μια οριακή επιλογή και αφού προηγηθεί συνεννόηση με το κράτος – μέλος ως προς το εάν θέλει  βοήθεια για να υλοποιήσει έργα συντήρησης ή επισκευές.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι η έννοια του μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς δεν έχει να κάνει με τη χρήση, αλλά με το εάν αναγνωρίζεται ως τέτοιο, εάν συντηρείται, εάν δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του.

Σημειώνουμε ότι η Αγία Σοφία είναι ενταγμένη στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς ως τμήμα των ιστορικών τοποθεσιών της Κωνσταντινούπολης που περιλαμβάνουν τα περισσότερα σημαντικά μνημεία της. Οι τοποθεσίες αυτές περιλαμβάνουν και τζαμιά εν λειτουργία.  

Θυμίζουμε ότι η επίσημη τουρκική θέση είναι ότι η λειτουργία τζαμιού δεν αναιρεί το χαρακτήρα επισκέψιμου μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει το έδαφος να τεθεί το ζήτημα ότι το μνημείο απειλείται από την αλλαγή του καθεστώτος του (π.χ. εάν καλύπτονται οι βυζαντινές τοιχογραφίες του που είναι αναπόσπαστο τμήμα) αλλά θα χρειαστεί μια διαδικασία αξιολόγησης για να τεκμηριωθεί αυτό και η μέγιστη κύρωση με βάση της Σύμβαση για την Παγκόσμια Κληρονομιά θα είναι να μη θεωρείται πλέον μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς.
 
Η Σύμβαση της Χάγης για την Προστασία Πολιτιστικών Αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης

Πολύ πιο σαφής είναι η Σύμβαση της Χάγης του 1954 που αφορά την προστασία πολιτιστικών αγαθών σε περίπτωση πολέμου. Γέννημα των εκτεταμένων καταστροφών μνημείων στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η συγκεκριμένη Σύμβαση, που συμπληρώθηκε με το Β΄ Πρωτόκολλό της το 1999, ρητά προστατεύει τα πολιτιστικά δημιουργήματα στη διάρκεια πολέμου, απαγορεύοντας τη στοχοποίησή τους, την καταστροφή τους, τη λεηλασία τους ή τη μετακίνησή τους εκτός της χώρα.

Η σύμβασή αυτή ήρθε να επεκτείνει και να συμπληρώσει προβλέψεις που υπήρχαν στο Διεθνές Δίκαιο του Πολέμου ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως προς την προστασία πολιτιστικών μνημείων στη διάρκεια πολέμων και οι οποίες μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν στις Δίκες της Νυρεμβέργης όπου τμήμα του κατηγορητηρίου σε βάρος των ηγετικών στελεχών των ναζιστικών κυβερνήσεων ήταν και η λεηλασία μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

Επίκληση της σημασία της προστασίας των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς έχει υπάρξει επίσης και στο πλαίσιο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, για παράδειγμα  σε σχέση με τον βομβαρδισμό του Ντουμπρόβνικ (που περιλαμβάνεται στη λίστα των μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς).

Αντίστοιχες επικλήσεις έχουν γίνει και σε αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας , π.χ. για τις επιθέσεις σε πολιτιστικά μνημεία στο Μάλι.

 
Η απόφαση της UNESCO για τα εγκλήματα κατά της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας
Η απόφαση των Ταλιμπάν να προχωρήσουν στην καταστροφή μη ισλαμικών μνημείων, συμπεριλαμβανομένης της καταστροφής των αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμιγιάν θα καταδικαστεί από την UNESCO ως «έγκλημα κατά της κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας». Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία μια που καθιστά την συνειδητή καταστροφή μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς έγκλημα με βάση το διεθνές δίκαιο που στρέφεται «κατά της κοινής κληρονομιάς». Το ίδιο ισχύει για την συνακόλουθη Διακήρυξη της UNESCO του 2003 για την «με πρόθεση καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς» όπου αναφέρεται ότι «η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει τη σημασία τα προστασίας της πολιτικής κληρονομιάς και επανεπιβεβαιώνει την προσήλωσή της να αγωνιστεί κατά της με πρόθεση καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς».

Σε αυτή τη βάση είχαμε και τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που καταδίκασαν την καταστροφή μνημείων στο Ιράκ και τη Συρία από την Αλ Νούσρα και το Ισλαμικό Κράτος.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να μιλάμε για μια αυξημένη ποινικοποίηση εντός του διεθνούς δικαίου της καταστροφής πολιτιστικών μνημείων.

 
Μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι...

ΠΑΙΔΕΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το σχολείο και το όνειρο

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΩΤΗΡΗ

Δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το μέτρο ενός πετυχημένου και αποτελεσματικού σχολικού εξεταστικού συστήματος. Υποθέτω ότι μπορεί να είναι το κατά πόσο οι άνθρωποι δεκαετίες μετά βλέπουν ή δεν βλέπουν εφιάλτες που αφορούν τις εξετάσεις που έδωσαν στο σχολείο. Στην Ελλάδα, με διάφορες κυβερνήσεις και διάφορα εξεταστικά συστήματα, οι Πανελλήνιες είναι συνδεδεμένες για πολλούς ανθρώπους με τους εφιάλτες που βλέπουν χρόνια μετά


Δεν θέλω να υποτιμήσω την αξία της προσπάθειας, της μελέτης, της επίτευξης στόχων. Το να θες να βελτιώσεις τη ζωή σου με το διάβασμα και να κινηθείς προς τους ορίζοντες που ανοίγει η εμπειρία των πανεπιστημιακών σπουδών είναι σοφή πλευρά μιας ορισμένης λαϊκής κουλτούρας, που δεν περιορίζεται μόνο στην επιδίωξη «ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας». Ομως, αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ένα σχολείο που είναι σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένο στις εξετάσεις.

Γιατί αυτό είναι ένα φτωχό σχολείο. Γι’ αυτό τον λόγο και έχει μεγάλη σημασία το αναλυτικό πρόγραμμα να μη δομείται κυρίως γύρω από τις εξετάσεις. Κατανοώ την ανάγκη το σχολείο να προσφέρει επαρκή προετοιμασία, ώστε αυτή να μην αναζητείται αλλού, όμως πιστεύω ότι άλλες προτεραιότητες όπως η μείωση των μαθητών ανά τμήμα θα μπορούσαν συνεισφέρουν επίσης.

 
Ομως, για να μην κυριαρχούν οι εξετάσεις (και οι εφιάλτες που φέρνουν), το σχολείο πρέπει κατά κάποιον τρόπο να αντιπαλεύει τον εαυτό του, να είναι ένα πεδίο μάχης ανάμεσα από τη μια στην απαίτηση προετοιμασίας για τις εξετάσεις και όλα όσα αυτή συνεπάγεται και από την άλλη όλα τα άλλα που έχει να προσφέρει: τη γνώση ως έρευνα και όχι ως «ύλη», την επαφή με την τέχνη, την απελευθέρωση της δημιουργικότητας, την κοινωνικότητα, τα όνειρα


Το σχολείο πρέπει να μπορεί να κάνει τα παιδιά και τους εφήβους να...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ζωή πέραν της επιβίωσης


Η είδηση ήρθε από την Αμερική. Αφορούσε την αύξηση των κρουσμάτων αποπειρών αυτοκτονίας από ηλικιωμένους. Μάλιστα, επισημαινόταν ότι πρόκειται για κανονικές απόπειρες και όχι απλώς για απεγνωσμένες εκκλήσεις για φροντίδα.

Πρόκειται για ηλικιωμένους που βρίσκονται σε αναγκαστική απομόνωση εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων ή συστάσεων για την πανδημία, μέτρων που για την ηλικιακή τους κατηγορία ούτως ή άλλως αναμένεται να παραταθούν για πολύ καιρό ακόμη, σχηματικά μέχρις ότου κλείσει ο κύκλος της πανδημίας, εφόσον ξέρουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των θυμάτων είναι μεγάλης ηλικίας και με υποκείμενα προβλήματα.

Από μία άποψη, αυτή τη στιγμή οι άνθρωποι αυτοί είναι οι σχετικά τυχεροί. Απέφυγαν τον τρόπο που ο ιός στην αρχή σάρωσε τα γηροκομεία και άλλες δομές φροντίδας και φιλοξενίας ηλικιωμένων προκαλώντας μεγάλο ποσοστό της συνολικής μέχρι τώρα θνησιμότητας. Πλέον τα πρωτόκολλα είναι πολύ πιο αυστηρά.

Η επικοινωνία με άλλους ανθρώπους έχει περιοριστεί και όλες οι ομαδικές δραστηριότητες έχουν διακοπεί. Αυτό ανακόπτει τη μετάδοση, όμως τους στερεί πολλές από τις μικρές χαρές που είχαν.

Εχει γραφτεί συχνά ότι μία από τις επιπτώσεις της πανδημίας είναι ότι μας σπρώχνει να δούμε τη ζωή κυρίως στη βιολογική της υπόσταση, αυτή της απλής επιβίωσης παραβλέποντας οποιαδήποτε άλλη πλευρά ορίζει τον ανθρώπινο βίο.

Προφανώς και η διάσωση της ζωής είναι πολύ σημαντική, ιδίως εάν σκεφτούμε πόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να βλέπουν το νήμα της ζωής τους να κόβεται πρόωρα είτε γιατί δεν έχουν πρόσβαση στις βασικές υπηρεσίες υγείας είτε γιατί δεν μπορούν να ξεφύγουν από μια συνθήκη ακραίας αποστέρησης, είτε γιατί ο μόνος τρόπος να βρουν ένα καλύτερο αύριο είναι να αναμετρηθούν με το ενδεχόμενο πνιγμού στη Μεσόγειο.

Ομως, η ανθρώπινη ζωή είναι πολλά πράγματα πέραν της απλής βιολογικής «γυμνής ζωής».  

Αφορά...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η μνήμη των αγαλμάτων


Η εικόνα του αγάλματος του Εντουαρντ Κόλστον να γκρεμίζεται από οργισμένους διαδηλωτές στο Μπρίστολ, στο πλαίσιο των διαδηλώσεων κατά του ρατσισμού και της αστυνομικής βίας και σε αλληλεγγύη προς τις αντίστοιχες διαδηλώσεις στις ΗΠΑ, ήρθε να θυμίσει ότι η μνήμη παραμένει ένα διαφιλονικούμενο πεδίο. Και αυτό αφορά και τα υλικά αποτυπώματα που την ορίζουν: τα μνημεία.

Τα αγάλματα εδώ και πολλούς αιώνες αποτελούν βασική εκδοχή μνημείου. 

Η σύμβαση πίσω από την έγερσή τους ήταν πάντα ότι τιμούν κάποιο σημαντικό πρόσωπο, κάποιον ήρωα, ηγέτη η ευεργέτη της χώρας. Η επιλογή του χώρου, η επιλογή του καλλιτέχνη, η επιλογή του τιμώμενου προσώπου και φυσικά η τελετή των αποκαλυπτηρίων πάντα έχει να μας πει κάτι για το πώς διαμορφώνεται, εξελίσσεται αλλά και συχνά μετασχηματίζεται το εκάστοτε ιστορικό αφήγημα μιας κοινωνίας αλλά και τις αντιπαραθέσεις γύρω από αυτό.

Μόνο που το πρόβλημα που αναδεικνύεται συχνά είναι το τι γίνεται όταν το ιστορικό αφήγημα περιλαμβάνει και σκοτεινές πλευρές ή πτυχές που δύσκολα μπορούν πλέον να ενταχθούν το συνεχές της εθνικής κληρονομιάς.  

Το παράδειγμα της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. 

Οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες έχουν ουκ ολίγα παραδείγματα να προσφέρουν ιστορικών προσωπικοτήτων που παρά την παραδοσιακή τους ένταξη στις διαδρομές της εθνικής ιστορίας ταυτόχρονα αντιπροσώπευαν και την ιστορική κληρονομιά της αποικιοκρατίας ή τον αυταρχισμό των προηγούμενων αυτοκρατοριών. Ο Κόλστον, για παράδειγμα, ως ηγετικό στέλεχος της Βασιλικής Αφρικανικής Εταιρείας, που είχε το αγγλικό μονοπώλιο στο ατλαντικό δουλεμπόριο, επίβλεψε τη βάναυση μεταφορά δεκάδων χιλιάδων Αφρικανών σε άθλιες συνθήκες προς τις μεγάλες φυτείες των αποικιών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες η φόρτιση είναι ακόμη πιο μεγάλη. Ο λόγος είναι ότι στον αμερικανικό Νότο οι ηγέτες της ηττημένης στον εμφύλιο πόλεμο Συνομοσπονδίας εξακολουθούν στη μνήμη αρκετών λευκών να παραμένουν ισχυρά σημεία ταυτότητας, την ίδια ώρα που για τους μαύρους Αμερικανούς, η διατήρηση τέτοιων μνημείων συνιστά την οδυνηρή υπενθύμιση ότι ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις παραμένουν μια ενεργή πραγματικότητα. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι για αρκετά από αυτά τα αγάλματα είναι σε εξέλιξη μεγάλες αντιπαραθέσεις εδώ και χρόνια με τα κινήματα να διεκδικούν την απομάκρυνσή τους.

Βέβαια, το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια διπλή προσπάθεια.  

Από τη μια, το αίτημα για την απόσυρση των αγαλμάτων σηματοδοτεί την ανάγκη να σταματήσει να αποδίδεται τιμή σε ανθρώπους που ήταν συνένοχοι του εγκλήματος και της βαναυσότητας.  

Από την άλλη, αυτό συνδυάζεται με ένα αίτημα ιστορικής μνήμης του ρατσισμού και των θυμάτων του, μια απαίτηση να σταματήσει η αποσιώπηση της βίας και – στον βαθμό που είναι δυνατό – να αποκτήσουν ξανά πρόσωπο τα θύματα του ρατσισμού.

Σε άλλες περιπτώσεις διαπιστώνει κανείς την ιδιότυπη προσπάθεια ιστορικής διαγραφής της μνήμης, μέσω της απόσυρσης των μνημείων. Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο σε ορισμένες από τις μετακομμουνιστικές χώρες της Ευρώπης όπου συχνά αποτυπώθηκε σχεδόν μια επιθυμία διαγραφής του κομμουνιστικού παρελθόντος, ενίοτε και σε συνδυασμό με μια προσπάθεια εκ των υστέρων αποκατάστασης πλευρών όπως η συνεργασία με τους Ναζί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Από την άλλη, βλέπει κανείς την ισχυρή επιβίωση πλευρών της μνήμης ιδίως της αντιφασιστικής αντίστασης, κάτι που εξηγεί για παράδειγμα την αίγλη που διατηρούν αρκετά από τα σχετικά μνημεία.

Η χώρα μας έχει και αυτή το μερτικό της από συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις γύρω από ζητήματα μνημείων, ως τμήμα των δικών της «πολέμων της μνήμης». Για παράδειγμα θα χρειαστεί να έρθει η μεταπολίτευση ώστε στα μνημεία πεσόντων της περιόδου 1940-1949 που ανεγέρθηκαν μετεμφυλιακά να προστεθούν τα μνημεία για τους νεκρούς της Εθνικής Αντίστασης, όχι παντού και όχι στην ίδια κλίμακα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αντιπαράθεση θα κρατήσει για πολύ καιρό, όπως δείχνει το παράδειγμα της μακρόχρονης αντιπαράθεσης γύρω από το άγαλμα του Αρη Βελουχιώτη στη Λαμία.

Σε άλλες περιπτώσεις στη χώρα μας η προσπάθεια να αποκατασταθεί η μνήμη, έρχεται μετά από δεκαετίες αδιαφορίας για αυτήν. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Βoomers και millenials αντιμέτωπες με έναν πόλεμο που ποτέ δεν περίμεναν ότι θα ζήσουν - Διαφορετικές γενιές αντιμέτωπες με έναν ασύμμετρο πόλεμο

Ο εικοστός αιώνας είναι αλήθεια ότι για την Ελλάδα σήμαινε αρκετές και μεγάλες καταστροφές. Και κυρίως πλήθος πολέμων. Αρκεί να αναλογιστούμε τι σήμαιναν οι δυο κρίσιμες δεκαετίες 1912-1922 και 1940-1950. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά τις μαζικές πολιτικές διώξεις, τις εκτελέσεις, τις εξορίες την πολιτική προσφυγιά, αρκετά χρόνια δικτατορικών διακυβερνήσεων και το γεγονός ότι αποκτήσαμε μόλις το 1974 – και αφού ζήσαμε και την τραγωδία της Κύπρου– μια κοινοβουλευτική δημοκρατία με συμμετοχή όλων των κομμάτων, η εικόνα συμπληρώνεται. Πλάι σε όλα αυτά, η εμπειρία ενός τεράστιου ξεριζωμού, του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού, η μεγάλη μάχη της ενσωμάτωσης των προσφύγων και βέβαια το γεγονός ότι η Κατοχή ειδικά για τη χώρα μας σήμαινε την εμπειρία της πείνας και των μαζικών εκτελέσεων.

Όμως, τα τελευταία 45 χρόνια, χρόνος κοντά δύο γενεών, οι εμπειρίες δεν περιλάμβαναν ανάλογες μεγάλες καταστροφές. Οι γενιές που είναι σήμερα ενεργές στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή δεν έχουν ζήσει πόλεμο, πείνα ή μια εικόνα γενικευμένης καταστροφής. Η γενιά του Πολυτεχνείου, η τελευταία που πρόλαβε μαζικές διώξεις για πολιτικά φρονήματα, φυλακίσεις και βασανιστήρια, σιγά σιγά αποσύρεται από το πολιτικό προσκήνιο.

Έζησαν είναι αλήθεια οι γενιές αυτές την εμπειρία των μνημονίων, που ανέκοψε με αρκετά βίαιο τρόπο, την αίσθηση ότι κουτσά στραβά τα πράγματα μπορούσαν να είναι καλύτερα από γενιά σε γενιά. Ωστόσο, παρά το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής (δεν είναι μικρό πράγμα το να χαθεί το 25% του ΑΕΠ) και τις κοινωνικές επιπτώσεις που είχε, κυρίως την τεράστια αύξηση της ανεργίας και το μεγάλο κύμα μετανάστευσης ιδίως νεαρών πτυχιούχων, δεν πήρε τη μορφή μιας πλήρους διάλυσης του κοινωνικού ιστού.

Και τώρα αυτές οι γενιές βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν ιδιότυπο πόλεμο. Αυτόν που αφορά την αντιμετώπιση μιας πανδημίας του κοροναϊού. Και είναι ένας πόλεμος για τον οποίο δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία ούτε οι boomers ούτε οι millenials.

Είναι πιθανό αυτός ο πόλεμος να εξελιχτεί σε μια μάλλον παροδική εμπειρία, πράγμα που είναι αυτό που στην πραγματικότητα ευχόμαστε όλοι. Δηλαδή, ελπίζουμε ότι η εμπειρία με τις μεγάλες καραντίνες, τους περιορισμούς, την αναστολή πλήθους δραστηριοτήτων να είναι η αναγκαία σύντομη αντίδραση για να μην έχουμε αρνητικές εξελίξεις, η αναγκαία «υπερβολή» για την οποία όμως δεν θα μετανιώσουμε.

Όμως, είναι πιθανό η μάχη να κρατήσει καιρό. Η ζωή μας να παραμείνει αλλαγμένη και περιορισμένη για ένα διάστημα μεγαλύτερο. Να χρειαστούν και πιο αυστηρά μέτρα. Να θρηνήσουμε θύματα περισσότερα από όσα θα θέλαμε.

Σε κάθε περίπτωση πάντως όλες οι γενιές σήμερα ζουν μια εμπειρία που θα τους αφήσει βαθιά σημάδια. Κάτι για το οποίο θα έχουν να λένε.

 
Και θέλουμε μερικά από τα πράγματα που θα μπορούν να λένε μετά να είναι τα ακόλουθα:

– Ότι μπόρεσαν να δώσουν αυτή τη μάχη με όρους συλλογικούς και όσους αλληλεγγύης, πρώτα και κύρια απέναντι στους πιο ευάλωτους, ακόμη και εάν αυτό σήμαινε να τηρήσουν «μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης».

– Ότι απέφυγαν τον ατομικό πανικό και την αντιμετώπιση του άλλου ως εχθρού ή ως ανταγωνιστή και κατάλαβαν τη σημασία που έχει η πραγματική κοινωνική συνοχή.

– Ότι σεβάστηκαν την εργασία και τη συνέπεια αυτών που δεν έδωσαν τη μάχη «μένοντας σπίτι», αλλά στα νοσοκομεία για να περιοριστούν οι επιπτώσεις, στις υποδομές για να είναι αδιάλειπτη η λειτουργία τους, στις αναγκαίες εφοδιαστικές αλυσίδες.

– Ότι άκουσαν τη γνώμη των ανθρώπων με γνώση και όχι τις ατεκμηρίωτες και συχνά επικίνδυνες  «απόψεις» που περιφέρονται στο διαδίκτυο.

– Ότι δεν άφησαν την πανδημία να μετατραπεί σε καταλύτη για την εξαθλίωση όλων εκείνων που υποχρεώθηκαν να μην εργάζονται.

– Ότι κατάλαβαν ότι η ενίσχυση και στελέχωση του δημόσιου συστήματος υγείας δεν είναι ποτέ σπατάλη, αλλά πάντα επένδυση στο μέλλον.

– Ότι συνειδητοποίησαν ότι τις κρίσιμες ώρες τα δημόσια αγαθά απαιτούν και δημόσιες παρεμβάσεις και δημόσιες δαπάνες και δημόσια μέτρα και δεν μπορούν να θεωρούνται ιδιωτική υπόθεση ή να αφήνονται στους «νόμους της αγοράς».


Και κυρίως θέλουμε μετά να μπορούν να λένε ότι:

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο κοροναϊός βάζει τίτλους τέλους στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη (?)

Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν υπογραμμίσει ότι η το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» μοιάζει με ένα καράβι φτιαγμένο μόνο για ήρεμες θάλασσες. Όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα, τότε η συλλογική ικανότητά του να παρεμβαίνει αποδιαρθρώνεται και κατά βάση τα κράτη αναδιπλώνονται στα εθνικά μέσα που διαθέτουν.

Το είχαμε δει διαχρονικά στη συνεχή διακύβευση της ενοποίησης οποτεδήποτε υπήρχαν είτε αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της είτε κάποια μείζων εξωγενής κρίση. Από τη μεγάλη καθυστέρηση στα πρώτα βήματα, μέχρι τη δυσκολία αναμέτρησης με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1970, τα παραδείγματα ήταν αρκετά.

Πιο πρόσφατα, το είδαμε πολύ χαρακτηριστικά στην προηγούμενη οικονομική κρίση όταν επί της ουσίας στο όνομα της άρνησης της «αμοιβαιοποίησης του χρέους» και της «μεταβιβαστικής ένωσης», δεν αξιοποιήθηκε η δυνατότητα συντονισμένης ευρωπαϊκής παρέμβασης και κοινών μέτρων. Απλώς έγιναν ακόμη πιο αυστηροί οι δημοσιονομικοί όροι, με κορυφαία έκφραση τα μνημόνια. Το αποτέλεσμα η Ευρώπη να είναι ο πόλος στην παγκόσμια οικονομία με την πιο καθυστερημένη και αναιμική έξοδο από την κρίση.

Το είδαμε στην προσφυγική κρίση όπου αντί για να μια συντονισμένη ανάληψη των ανθρωπιστικών υποχρεώσεων της Ένωσης, κυριάρχησε η ατζέντα της ακροδεξιάς και η άρνηση της υποδοχής άλλων προσφύγων και μεταναστών, με τις χώρες εισόδου να καλούνται να λειτουργήσουν ως φραγμοί, με τραγικά αποτελέσματα σε ορισμένες περιπτώσεις.


Η πανδημία και η αναδίπλωση στα εθνικά κράτη
 

Έτσι και τώρα, μπροστά στη νέα πανδημία με το άγνωστο ακόμη συνολικό κόστος τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε σχέση με τη διακοπή, εξαιτίας των έκτακτων μέτρων, ολόκληρων τμημάτων της οικονομικής δραστηριότητας, κυρίως βλέπουμε τα κράτη να αναδιπλώνονται σε εθνικά μέτρα, παρά να αναζητούν ευρωπαϊκές πολιτικές.
 
Αυτό φάνηκε ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη άρχισαν το ένα μετά το άλλο να κλείνουν τα σύνορά τους για την αποτροπή εξάπλωσης της πανδημίας, πολύ πριν η Επιτροπή θέσει θέμα να κλείσουν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης.

Φάνηκε στον τρόπο που μονομερώς τα κράτη παίρνουν μέτρα που αφορούν απαγορεύσεις, ειδικές προβλέψεις ή ακόμη και την επίταξη των ιδιωτικών επιχειρήσεων υγείας, όπως και στον τρόπο που ανακοινώνουν τη διάθεση εκτάκτων κονδυλίων, είτε για να στηρίξουν τα δημόσια συστήματα υγείας είτε για να υποστηρίξουν οικονομικούς κλάδους που πλήττονται.


Στην πραγματικότητα, αυτή τη στιγμή η πρωτοβουλία των κινήσεων δείχνει να έχει περάσει στα εθνικά κράτη. Ακόμη και η απόφαση να κλείσουν τα σύνορα της Ευρώπης ήρθε αφού οι περισσότερες χώρες είχαν ανακοινώσει ήδη ανάλογα μέτρα.

 

Η απουσία μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών


Όμως, την ίδια στιγμή εντυπωσιάζει η απουσία μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Θα περίμενε κανείς ότι η ΕΕ, το πιο προχωρημένο παράδειγμα διακρατικής συνεργασίας παγκοσμίως, με μια συστοιχία κοινών θεσμών και την πιο εκτεταμένη νομισματική ένωση, θα έπαιρνε ανάλογες πρωτοβουλίες.

Όμως, ζούμε το παράδοξο στην Ευρώπη να έχουμε κοινό νόμισμα, όμως να μην μπορούμε να συντονίσουμε τους πόρους που χρειάζονται για να αντιμετωπιστεί η πανδημία.

Να υπάρχει υποχρέωση των κρατών να έχουν πρωτογενή πλεονάσματα, όχι όμως να έχουν επαρκή αριθμό κρεβατιών σε ΜΕΘ για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης οικονομικής συνθήκης.

Να υπάρχει συστηματική παρακολούθηση του ρυθμού εκτέλεσης των προϋπολογισμών αλλά όχι της ποιότητας των συστημάτων υγείας. Για την ακρίβεια, εάν κρίνουμε από την ελληνική εμπειρία κυρίως επέμειναν οι «θεσμοί» στην αποδυνάμωση των συστημάτων υγείας στο πλαίσιο των περικοπών δαπανών.

Είναι αλήθεια ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορέσει να ανακατανείμει 37 δισεκατομμύρια ευρώ για την αντιμετώπιση της κρίσης, όμως αυτό είναι απλώς μια υπενθύμιση πόσο μικρός είναι αυτή τη στιγμή ο προϋπολογισμός της ΕΕ για να μπορεί να αποτελέσει καθοριστική παράμετρο σε στιγμές κρίσης. Ας μην ξεχνάμε ότι λίγο πριν την πανδημία η ΕΕ ήταν σε μια σχεδόν παραλυτική διαφωνία για το νέο προϋπολογισμό, ο οποίος θα είχε συνολικό ύψος λίγο πάνω από το 1% του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και αυτό διαμοιρασμένο στην επταετή διάρκειά του.
 

Δεν είναι τυχαίο ότι τα πιο σημαντικά μέτρα που μέχρι τώρα έχει αποφασίσει η ΕΕ για την πανδημία είναι λιγότερο η διάθεση πόρων ή ο συντονισμός δυνάμεων, ή η έμπρακτη αλληλεγγύη σε όσες χώρες πλήττονται περισσότερο, αλλά...