"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΗΦΗΝΟΧΑΝΕΙΟ: Από την εικονική στην πραγματική αξιολόγηση


Γράφει ο  Τάσος Ι. Αβραντίνης

Πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών.


Η εκπαίδευση είναι το θεμέλιο μιας ισχυρής οικονομίας, ενός βιώσιμου και ανταγωνιστικού κοινωνικού συστήματος και ενός θωρακισμένου κράτους δικαίου. Σε μια εποχή που οι απαιτήσεις της γνώσης, της τεχνολογίας και της αγοράς εργασίας αλλάζουν ραγδαία, η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου αποκτά καίριο ρόλο. Κρίσιμο εργαλείο για την αναβάθμιση αυτής της ποιότητας είναι η πραγματική και όχι κατ’ ευφημισμόν αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Οχι ως μέσο τιμωρίας ή συμμόρφωσης, αλλά ως σύστημα διαρκούς βελτίωσης, επιβράβευσης της εκπαιδευτικής επάρκειας και δημιουργίας ενός αληθινά αξιοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Η πραγματικότητα στην Ελλάδα απέχει αρκετά από την επιθυμητή αυτή κατάσταση.  

Εχει μεν θεσμοθετηθεί ένα υποτυπώδες σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών, το οποίο ωστόσο πάσχει τόσο σε επίπεδο εφαρμογής όσο και σε επίπεδο αποτελεσματικότητας. Ενα σύστημα το οποίο οδηγεί σχεδόν το 100% των αξιολογουμένων στην ανώτατη βαθμίδα («Εξαιρετικός») δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο και αξιόπιστο. Η αξιολόγηση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει καταντήσει να είναι απολύτως –προσέχω πολύ τη βαρύτητα του χαρακτηρισμού– εικονική, μια εντελώς διεκπεραιωτική διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα:

– Η διαδικασία αξιολόγησης δεν είναι έγκυρη καθώς δεν είναι απροειδοποίητη, αλλά γίνεται μόνο σε διδασκαλία εκ των προτέρων συμφωνημένη μεταξύ αξιολογητή και αξιολογουμένου και με βάση εντελώς ασαφή ή μη εφαρμόσιμα γενικά κριτήρια.

– Χρειάζονται περίπου δέκα χρόνια για ένα σύμβουλο προκειμένου να αξιολογήσει έστω μία φορά το σύνολο των εκπαιδευτικών ευθύνης του.

– Δεν υπάρχει καμία προτυποποίηση της διαδικασίας.

– Μόνο ένας μικρός αριθμός νεοδιόριστων έχει αξιολογηθεί μέχρι σήμερα και όλοι σχεδόν κρίθηκαν «Εξαιρετικοί».

– Τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της αξιολόγησης δεν δημοσιοποιούνται.

– Στους αξιολογητές τίθενται διαρκώς εμπόδια από τη γραφειοκρατία του νόμου, και από τις συνδικαλιστικές αντιδράσεις των εκπαιδευτικών συντεχνιών, ενώ το έργο τους εμποδίζεται και από ισχυρά οικονομικά αντικίνητρα (λ.χ. είναι αναγκασμένοι να πληρώσουν οι ίδιοι προκαταβολικά τα εκτός έδρας).


Ενα «έξυπνο» και συνεκτικό σύστημα αξιολόγησης δεν έχει ως σκοπό τον αποκλεισμό όσων υστερούν. Αντιθέτως, επιδιώκει να εντοπίσει τους λόγους, όταν ένας εκπαιδευτικός δεν τα καταφέρνει καλά, τις πραγματικές ανάγκες επαγγελματικής του βελτίωσης, ανάπτυξης και αναβάθμισης. Υπό το πρίσμα αυτό, η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι:

– Διαρκής: Οχι εφάπαξ και μακροπρόθεσμη, αλλά συνεχής, με ανατροφοδότηση και σαφείς ενδείξεις προόδου.

– Ακριβής: Βασισμένη δηλαδή σε μετρήσιμα κριτήρια και όχι σε υποκειμενικές κρίσεις, συνδεόμενη με την επίτευξη μαθησιακών «στόχων», ανταποκρινόμενη στις εκπαιδευτικές ανάγκες και στην αποτίμηση της επίδρασης του διδάσκοντος στους μαθητές.

– Διαφανής και αξιόπιστη: Με ξεκάθαρες διαδικασίες, κοινούς δείκτες, ηλεκτρονική ιχνηλασιμότητα και δυνατότητα ελέγχου.

Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η λογοδοσία και διαμορφώνεται ένα σύστημα κινήτρων που αναγνωρίζει την προσπάθεια και επιβραβεύει την ποιότητα.

Κάθε εκπαιδευτικό σύστημα που φιλοδοξεί να λειτουργεί αξιοκρατικά και συγχρόνως αποτελεσματικά δεν μπορεί να μη διαφοροποιεί την προσέγγισή του ανάλογα με την απόδοση του εκπαιδευτικού. Οι άριστοι εκπαιδευτικοί θα έπρεπε να είναι πρόσωπα αναφοράς και πρότυπα, να τυγχάνουν αναγνώρισης και επιδοκιμασίας στην εκπαιδευτική κοινότητα, να επιβραβεύονται μισθολογικά και να τους προσφέρονται προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης στην ιεραρχία και ηγετικοί ρόλοι. Ταυτοχρόνως, εκείνοι που παρουσιάζουν ελλείψεις και υστερούν στη διαδικασία αξιολόγησης θα πρέπει να εντάσσονται σε εξατομικευμένα προγράμματα βελτίωσης.

Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να εγκαθιδρυθεί μια δυναμική κουλτούρα εκπαιδευτικής βελτίωσης και όχι στασιμότητας. Οταν όλοι αντιμετωπίζονται ισότιμα χωρίς αξιολογικό φίλτρο, τότε καταρρέει το νόημα της αξιολόγησης και απαξιώνεται πλήρως η προσπάθεια εκείνων που πραγματικά δίνουν με φιλότιμο και εργατικότητα προστιθέμενη αξία στο δημόσιο σχολείο.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι πολυσύνθετος, δεν είναι απλώς (ανα)μεταδότης γνώσης, αλλά καθοδηγητής, εμπνευστής, σχεδιαστής μαθησιακών εμπειριών. Για να ανταποκριθεί, χρειάζεται ένα υποστηρικτικό πλαίσιο, το οποίο ξεκινά από την αξιολόγηση και καταλήγει στη συνεχή επαγγελματική αναβάθμιση.

Η αξιολόγηση, για να επιτύχει, πρέπει να αποσυνδεθεί από μικροδιαχειριστικές, χρονοβόρες και μη λειτουργικές πρακτικές. Απαιτούνται:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η αλήθεια για τους συμβασιούχους: Το πελατειακό κράτος που όλοι αγαπούν

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Η ίδρυση του ΑΣΕΠ από τον Αναστάσιο Πεπονή με τον ν. 2190/1994 αποτελεί κορυφαία μεταρρυθμιστική επιλογή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα στη δημόσια διοίκηση. Αντικείμενο της ανεξάρτητης αρχής ορίστηκε η διενέργεια αδιάβλητων διαδικασιών για την πρόσληψη μονίμου προσωπικού και προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κι ο καλύτερος νόμος έχει πάντοτε ελλείψεις κι αδύνατα σημεία. Έτσι και ο νόμος Πεπονή αρχικώς εξαιρούσε από την εφαρμογή του τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τις συμβάσεις έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αυτό το τρωτό σημείο του νόμου ανακάλυψαν τα πανίσχυρα πελατειακά δίκτυα των κομμάτων και ξεκίνησαν τη φάμπρικα της επαναλαμβανόμενης κατάρτισης συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου με τα ίδια πρόσωπα-τρόφιμους των κομματικών ή πολιτικών γραφείων για να τον παρακάμψουν. 


 Οι συμβασιούχοι κατέληγαν να εργάζονται και να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μολονότι η φύση των σχέσεων με τις οποίες είχαν προσληφθεί προσιδίαζε σε προσωρινές ή ειδικές ανάγκες των φορέων τους.  


Το πελατειακό-κομματικό σύστημα με αγαστή σύμπνοια, ξεπερνώντας τα κομματικά σύνορα και βάζοντας στην μπάντα τους κομματικούς ανταγωνισμούς, στο θέμα αυτό ομονοούσε και έσπευδε κατά καιρούς ενταφιάζοντας την αξιοκρατία με ειδικές διατάξεις να μετατρέψει τις επαναλαμβανόμενες αυτές συμβάσεις σε ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο 17 του ν. 2839/2000).


Η παράκαμψη της αρχής της αξιοκρατίας, με τον παραπάνω ωμό και προκλητικό τρόπο και οι συνεχείς αυστηρές παρατηρήσεις από τους ευρωπαίους εταίρους μας ενόψει και της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οδήγησε τον συνταγματικό νομοθέτη στην αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος


Η αναθεώρηση ανύψωσε το ΑΣΕΠ σε συνταγματικώς προβλεπόμενη ανεξάρτητη αρχή και απαγόρευσε τη μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ο σεβασμός της αξιοκρατίας και η γενναιότητα όμως έλειπαν πάντοτε από τα πολιτικά κόμματα που συμφώνησαν όλα ‒δεξιά, κεντρώα κι αριστερά‒ κουτοπόνηρα να προσθέσουν στην αναθεώρηση μια μεταβατική διάταξη στο Σύνταγμα που έδινε τη δυνατότητα για μια τελευταία μονιμοποίηση συμβασιούχων με επίχρισμα νομιμότητας. Μόνο που αυτή η τελευταία μονιμοποίηση αφορούσε 70.000 με 80.000 χιλιάδες συμβασιούχους!  


Τέτοιο διακομματικό συλλογικό ρουσφέτι με μια «πιστολιά» δεν ξαναγνώρισε η χώρα. Η τελευταία διάταξη που μετέτρεψε, νομοθετικά, συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου ήταν το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 (νόμος Παυλόπουλου), το οποίο εφάρμοσε τη μεταβατική διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 118 του Συντάγματος.



Το πολιτικό μας σύστημα όμως και με αυτό το συλλογικό έγκλημα δεν εκόρεσε τη δίψα του να παρακάμπτει την αξιοκρατία και να διορίζει κατά χιλιάδες στο Δημόσιο τα παιδιά του κομματικού σωλήνα. Αυτοί ήταν ο στρατός του και η ασπίδα του σε κάθε παρανομία του, χωρίς αυτούς θα έχανε τη δύναμή του.  


Έτσι η πρόσληψη προσωπικού με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μετά την έκδοση του νόμου Παυλόπουλου συνεχίστηκε παρά την εκ νέου θεσμοθέτηση περιορισμών (α. 6 ν. 2527/1997).  


Μόνο μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3812/2009, με τον οποίο υπήχθησαν στη διαδικασία του ΑΣΕΠ και οι προσλήψεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και με σύμβαση έργου, σταμάτησε το φαινόμενο των επαναλαμβανόμενων προσλήψεων.  


Μεγάλο μέρος του προσωπικού που είχε προσληφθεί κατά τον τρόπο αυτόν, ιδίως μετά την έκδοση του π.δ. 164/2004, έχοντας κατά νου τις προηγούμενες μονιμοποιήσεις και παρακινούμενο από τους πολιτικούς και επιτήδειους δικηγόρους άσκησε αγωγές, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η σχέση που εξ υπαρχής τους συνέδεε με τους αντίστοιχους φορείς του Δημοσίου ή του δημόσιου τομέα ήταν σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δηλαδή ζητώντας στην πραγματικότητα την μετατροπή των συμβάσεών τους κατά παράκαμψη της σχετικής συνταγματικής απαγορεύσεως. Αλλά για κακή τύχη των ηθικών αυτουργών των αγωγών και των εναγόντων οι περισσότερες αγωγές απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια, καθώς ασκήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3812/2009, σύμφωνα με τον οποίο δεν θα ήταν δυνατή η νεότερη πρόσληψή τους κατά παράκαμψη των διαδικασιών του ΑΣΕΠ και η μετατροπή συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (Άρειος Πάγος, Ολομ. 19/2007).



Παρ’ όλα αυτά το οργανωμένο έγκλημα –και τέτοιο είναι αυτό που παρακάμπτει το ΑΣΕΠ και την αρχή της αξιοκρατίας για να βολέψει τα δικά του παιδιά έναντι όσων ικανότερων δεν έχουν, ή η αξιοπρέπειά τους δεν τους επιτρέπει, να έχουν πρόσβαση στα πολιτικά γραφεία‒ συνέχισε να αναζητά μεθοδεύσεις για να παραβιάσει τον νόμο και το Σύνταγμα.  


Έτσι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κιμ Γιονγκ... Γαβρόγλου - Tο πανεπιστήμιο της Αριστεράς ως σήμα κατατεθέν του μαρξισμού στο συριζοπληκτο Ελλαδισταν του 21ου αιώνα




Η μεγαλύτερη διεύρυνση αγορών τα τελευταία τριάντα χρόνια συντελείται στον χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης


Η αυτονόμηση των πανεπιστημίων (δημόσιων και ιδιωτικών) από τον κρατικό έλεγχο και οι διεθνείς συνεργασίες τους έχουν δημιουργήσει σημαντικά οφέλη για τις οικονομίες των χωρών που είναι υποδοχείς ξένων φοιτητών διευκολύνοντας τα πανεπιστήμιά τους να εξάγουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες και ενθαρρύνοντας τις διεθνείς συνεργασίες τους. Η συμβολή των εξαγωγών εκπαιδευτικών υπηρεσιών στην αύξηση του εγχώριου προϊόντος και στο ισοζύγιο πληρωμών των χωρών που πρωταγωνιστούν είναι καθοριστική για τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών τους.  


Μελέτη της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες αποδεικνύει ότι η απελευθέρωση της ανώτατης εκπαίδευσης από τον ασφυκτικό κρατικό έλεγχο και την θηριώδη γραφειοκρατία θα επέτρεπε στα ελληνικά πανεπιστήμια να προσελκύσουν σε πρώτη φάση 110.000 ξένους φοιτητές και οικονομικούς πόρους που αγγίζουν το 1,8 δισ. ευρώ τον χρόνο ή αλλιώς θα συνέβαλλαν στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1% περίπου. 


Ο κλάδος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό τους παραπάνω όρους είναι σε θέση να δημιουργήσει πολύμορφες υπηρεσίες που θα επιτρέψουν στη χώρα να διεκδικήσει ένα σημαντικό μερίδιο στις διεθνείς αγορές.



Η ανάπτυξη που χρειάζεται να υπάρξει για να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση δεν έρχεται όμως με διαταγές και διοικητικές ρυθμίσεις, με κεντρικό οικονομικό προγραμματισμό και παράνομους διορισμούς συμβασιούχων, ή με αύξηση των κρατικών δαπανών και εξοντωτική φορολογία. Η ανάπτυξη προϋποθέτει την απελευθέρωση των αγορών, την αυτονομία των θεσμών από το κράτος ώστε να είναι εύκολος ο εντοπισμός των κλάδων στους οποίους έχουμε ή θα μπορούσαμε να έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα επιτρέψουν στη χώρα να παραγάγει ποιοτικά και ανταγωνιστικά με διεθνείς όρους αποτελέσματα.



Με αυτά τα συμπεράσματα δεν φαίνεται να συμφωνεί στο ελάχιστο το νομοσχέδιο για την ανώτατη εκπαίδευση που έθεσε σε διαβούλευση ο υπουργός Παιδείας. Με το νομοσχέδιο Γαβρόγλου επιχειρείται η κατάπνιξη κάθε δυνατότητας ακαδημαϊκής ανάπτυξης και διεθνοποίησης των ελληνικών πανεπιστημίων.



Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διάταξη του νομοσχεδίου με την οποία απαγορεύεται στα ελληνικά ΑΕΙ να προσφέρουν αυτόνομα προπτυχιακά προγράμματα στην Αγγλική γλώσσα. Με τη διάταξη αυτή η Ελλάδα κινείται ολοταχώς προς πλήρη εκπαιδευτική απομόνωση.



Όπως είπαμε, στην εποχή μας σε όλο τον προηγμένο κόσμο τα πανεπιστήμια ανταγωνίζονται για να μπουν δυναμικά στο διεθνές προσκήνιο, δημιουργώντας προγράμματα (προπτυχιακά και μεταπτυχιακά) στην Αγγλική γλώσσα, τα οποία προσφέρονται είτε με τον συμβατικό τρόπο είτε με τη μέθοδο της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Αναρίθμητα τα παραδείγματα: στη Μεγάλη Βρετανία τα πανεπιστήμια συμβάλλουν πλέον στο εθνικό εισόδημα περισσότερο από κάθε άλλο τομέα της οικονομίας. Και αν η Μεγάλη Βρετανία έχει ως σύμμαχο την μακρά εκπαιδευτική παράδοση και τη γλώσσα, τα πανεπιστήμια δεκάδων άλλων χωρών, όπως η Ολλανδία, η Σουηδία, η Μάλτα, η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Τουρκία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ταϊλάνδη, η Αυστραλία, η Ινδία, η Κίνα, οι Βαλτικές χώρες, η Κύπρος κ.ά. επιδιώκουν να διεθνοποιηθούν προκειμένου να προσελκύσουν την υπερβάλλουσα ζήτηση για υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης που παρατηρείται διεθνώς. Η κυβέρνηση της αριστεράς είναι προφανές ότι δεν θέλει ξένους φοιτητές στην Ελλάδα και εξωστρεφή πανεπιστήμια.



Η εκπαιδευτική μας απομόνωση αποδεικνύεται κι από ένα ακόμη χαρακτηριστικό γεγονός: την απουσία των ελληνικών πανεπιστημίων από όλες τις διεθνείς συναντήσεις πανεπιστημίων προκειμένου αυτά να συνάψουν συμφωνίες συνεργασίας με αντικείμενο την προσφορά πιστοποιημένων ποιοτικών εκπαιδευτικών και ερευνητικών υπηρεσιών, σε μια παγκόσμια ζήτηση περισσότερων από 4.000.000 ξένων φοιτητών. Οι συνεργασίες αυτές αφορούν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων των πανεπιστημίων, από την κινητικότητα των φοιτητών και του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού τους έως τη δημιουργία κοινών (joint) ή και διπλών (double) πτυχίων. Μολονότι τα ελληνικά πανεπιστήμια ακαδημαϊκά είναι καταξιωμένα και θα είχαν όλες τις προϋποθέσεις μιας εξαιρετικά επιτυχημένης διεθνούς παρουσίας.



Ας γίνουμε όμως περισσότερο συγκεκριμένοι. 


Ούτε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο δεν παρέστη στις τελευταίες διεθνείς εκπαιδευτικές συνόδους, όπου μετέχουν πανεπιστήμια, χώρες, οργανισμοί κ.λπ. Οι συναντήσεις που έγιναν το τελευταίο διάστημα προσέλκυσαν το ενδιαφέρον ενός παγκόσμιου κοινού, όλων όσων ασχολούνται με την εκπαίδευση και την οικονομία (NAFSA στις ΗΠΑ, FICC στην Ινδία, WISE στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κ.ο.κ.), αλλά και των περισσοτέρων κυβερνήσεων των δημοκρατικών χωρών που συνειδητοποιούν το ανυπολόγιστο κοινωνικό μέρισμα που δημιουργεί για κάθε χώρα η διεθνοποίηση των πανεπιστημίων της.



Οι σύνοδοι αυτές απαιτούν πολύ προσεκτική και σε βάθος χρόνου οργάνωση ώστε οι συμμετέχοντες να πραγματοποιούν συναντήσεις με πανεπιστήμια-εταίρους με τα οποία είναι δυνατή η συνεργασία στο επιλεγόμενο καταρχήν πεδίο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συνεργασία με πανεπιστήμια χωρών που στερούνται των εργαλείων κινητικότητας (ΗΠΑ, Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία κ.λπ.). Είναι ενδεικτικό του παγκόσμιου ενδιαφέροντος ότι στην πιο πρόσφατη εκπαιδευτική συνάντηση της NAFSA που έγινε στο Λος Άντζελες (28 Μαΐου με 2 Ιουνίου) μετείχαν περισσότερα από 800 πανεπιστήμια (η Τουρκία μόνο συμμετείχε με 70 πανεπιστήμια, η Ιαπωνία με 60 κ.ο.κ.). Από την Ευρώπη απουσίαζαν μόνο η Ελλάδα, η Σερβία και η Αλβανία. Αλλά μόνο η Ελλάδα απουσίαζε επειδή η κυβέρνησή της έχει επιλέξει συνειδητά μαζί με την Κούβα και τη Βόρεια Κορέα τον δρόμο του εκπαιδευτικού σοσιαλιστικού απομονωτισμού


Μόνο η Ελλάδα τον 21ο αιώνα θα πρότεινε μεταξύ άλλων εξωφρενικών μέτρων ότι:

 

‒ Η φοιτητική συμμετοχή στα όργανα διοίκησης των ΑΕΙ δεν θα αποφασίζεται από όλους τους φοιτητές με καθολική εκλογή, αλλά θα γίνεται παράνομα από τη μειοψηφία των κομματικών παρατάξεων.



‒ Για να ιδρύσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια κοινά μεταπτυχιακά προγράμματα σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια απαιτείται η έγκριση του υπουργού Παιδείας.



‒ Ο Υπουργός Παιδείας θα ελέγχει τον προϋπολογισμό των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών.



‒ Απαγορεύεται η προσφορά πάνω από το 25% των μαθημάτων με τη μορφή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης.