"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ και ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ: Στην επικράτεια του «έξι-επτά»


Uploaded Image 

 

 

Της Μαρίας Κατσουνάκη

«Η επιστήμη είναι σαφής: Οταν ένα παιδί περνάει ώρες μπροστά στην οθόνη, το μυαλό δεν ξεκουράζεται. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε κάτι δύσκολο, αλλά απαραίτητο. Να απαγορεύσουμε την πρόσβαση στα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών», ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός σε βίντεο που ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Χρησιμοποίησε, μάλιστα, στην εισαγωγή, ένα τέχνασμα για να κερδίσει την προσοχή του εφηβικού κοινού. Τη φράση «six-seven» (έξι-επτά), που συνοδεύεται από μια χαρακτηριστική κίνηση, σαν ζύγισμα, των χεριών. Ενα viral trend που ξεκίνησε από το TikTok και είναι πολύ δημοφιλές ανάμεσα σε παιδιά και εφήβους. Μάλιστα το Dictionary.com είχε ανακηρύξει το «6-7» λέξη της χρονιάς για το 2025. Από εκεί και πέρα, όρεξη να έχει κανείς για να διαβάζει «αναλύσεις» για το τι σημαίνει και από πού μπορεί να προέρχεται.

Συνοψίζοντας: «Είναι άνευ νοήματος, πανταχού παρόν και παράλογο – με άλλα λόγια, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του διαδικτυακού brainrot (σ.σ. λέξη της χρονιάς για το 2024). Παρ’ όλα αυτά, παραμένει σημαντικό για όσους το χρησιμοποιούν, γιατί λειτουργεί ως κώδικας επικοινωνίας».

Μάλιστα. Εχει αναμφίβολα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός για να ανακοινώσει κάτι κρίσιμο για την καθημερινότητα όσων γεννήθηκαν από 1/1/2012 καταφεύγει στην πιο μοδάτη εκδοχή της γλώσσας τους, αντί προλόγου.

Θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε ένα παιγνιώδες τρικ. Απλώς. Να το προσπεράσουμε για να σταθούμε στην ουσία του μέτρου που εξήγγειλε.

Είναι όμως έτσι;

Είναι όλα τόσο αθώα και αναλώσιμα κι εμείς αναζητούμε εμμονικά αυτό που κρύβεται «κάτω από τις λέξεις» και «μέσα από τις γραμμές»;

Το ηλικιακό γκρουπ του πρωθυπουργού, προφανώς, δεν είναι τα παιδιά. Στους γονείς απευθύνεται και καμώνεται πως μιλάει στους 14χρονους. Μιλάει ως συναινετικός «πατέρας» («ο ρόλος μας και ο δικός μου, δεν είναι να είμαστε πάντα ευχάριστοι»), με λογική και νοιάξιμο («…το μοντέλο κέρδους που βασίζεται στη δική σας προσοχή, στον πόσο καιρό εσείς περνάτε μπροστά στην οθόνη του κινητού και στερεί και τη δική σας αθωότητα και ελευθερία, κάπου πρέπει να σταματήσει»).

Γονείς και εκπαιδευτικοί αισθάνονται αδύναμοι και ανεπαρκείς να τα βγάλουν πέρα με αυτόν τον νέο ανθρωπότυπο που «παράγεται» μέσα από τα σόσιαλ μίντια.

Το να είσαι μέσα στη ζωή και να παρακολουθείς την εποχή σου δεν μεταφράζεται σε «υιοθετώ το ύφος σας για να δείξω ότι σας καταλαβαίνω».

Γιατί το ύφος αυτό είναι και θα παραμείνει ξένο σε όσους το δανείζονται για να υπονοήσουν ότι κατανοούν τα παιδιά.

Η σλανγκ των εφήβων δεν γίνεται ποτέ κτήμα των ενηλίκων. Οχι μόνο τώρα, την εποχή που όλα αλλάζουν σε μια μέρα, αλλά ανέκαθεν. Είτε είναι μυστική και συνωμοτική είτε εξωστρεφής και ανοιχτή.

Οι συζητήσεις για την εφηβική παραβατικότητα, για τα αποδεδειγμένα πολύ σοβαρά που επισημαίνονται για την επιρροή των σόσιαλ μίντια στην ψυχική υγεία των νέων, ένα κυρίως δηλώνουν: ως κοινωνία έχουμε ηττηθεί.

Οχι μόνο γιατί ένας μεγάλος αριθμός παιδιών είναι είτε παχύσαρκα είτε διαταραγμένα ή με συμπτώματα κατάθλιψης, βίαια, θύτες ή θύματα, διαδικτυακού όπως και διά ζώσης, εκφοβισμού. Αλλά και γιατί τα συστήματα που διαμορφώνουν τον ψυχισμό τους (οικογενειακό και εκπαιδευτικό) πάσχουν. Νοσούν και πάσχουν.

Γονείς και εκπαιδευτικοί είναι εξαντλημένοι. Αισθάνονται αδύναμοι και ανεπαρκείς να τα βγάλουν πέρα με αυτόν το νέο ανθρωπότυπο που «παράγεται» μέσα από τα σόσιαλ μίντια. Κάποιοι νιώθουν ελλιπείς, κάποιοι άλλοι σε σύγχυση, κάποιοι είναι τραγικά αδιάφοροι ή ανίκανοι.

Τα τόσο αναγκαία και πολυσυζητημένα όρια –απαραίτητα για την ανάπτυξη των ανηλίκων (και όχι μόνον)– δεν είναι αυτοφυή.

Τίθενται από εκείνους που έχουν την εξουσία, συμβολική και πραγματική, και τη δυνατότητα να τα επιβάλλουν. Περιζήτητα τα όρια. Και θα γίνονται όλο και πιο δυσεύρετα μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που διαρκώς απασφαλίζει και στο οποίο ο παραλογισμός επικρατεί ως νέα κανονικότητα.

Η έκπληξη και οι αντιδράσεις δεν επαρκούν για να αντιστρέψουν το κλίμα. Και τα παιδιά εισπράττουν με πολλούς τρόπους την αβεβαιότητα, την ασάφεια, τον κυνισμό, την περιθωριοποίηση, τη δυσκολία επικοινωνίας.

Οι νέες γενιές μεγαλώνουν μέσα σε μια ασυνάρτητη πραγματικότητα. Οχι γιατί το «έξι-επτά» γίνεται viral.

Αλλά γιατί …

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Χάνεται το σήμα


Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ


Το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο είναι Sin Boy, είναι 23χρονος ράπερ, έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και το τραγούδι του «Εγκληματίας» στο Youtube έχει πάνω από 1 εκατ. προβολές. Ο φίλος καθηγητής μουσικής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση που τον «ανακάλυψε», όταν τα παιδιά της τελευταίας τάξης του δημοτικού μοιράστηκαν μαζί του τα ακούσματά τους, διαπίστωσε ότι κάνει θραύση σε αυτές τις ηλικίες. 


Οι πρώτοι του στίχοι πάνε κάπως έτσι: «Δεν θα νιώσω τύψεις αν φάω δέκα άτομα/ έμαθα στα εύκολα παράνομα/ να ξεφύγω προσπαθώ/χορεύω με τον διάβολο». Ακολουθεί το ρεφρέν «εγκληματίας ναι ναι εγκληματίας», κ.ο.κ. Οποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το ακούσει. Πρόκειται για ένα πολύ συγκεκριμένο μουσικό είδος που εντάσσεται στη χιπ χοπ κουλτούρα. Οποιοσδήποτε ηθικολογικός σχολιασμός θα ήταν βλακώδης και –για να το πούμε κομψά– εκτός τόπου και χρόνου.


Η συζήτηση με τον δάσκαλο, όμως, έφερε στην επιφάνεια κάποια, λίγο - πολύ γνωστά, στοιχεία για το τι συμβαίνει στην πρωτοβάθμια δημόσια εκπαίδευση: πώς αυξάνονται ο όγκος των περιθωριοποιημένων προ-εφήβων και η σαγήνη που ασκεί το περιθώριο· πώς εντείνονται η φτώχεια, η ενδοοικογενειακή βία, ο κοινωνικός αποκλεισμός· πώς ο δάσκαλος χάνει την επιβολή του, πώς δεν έχει καμία δικαιοδοσία όχι για τιμωρία ούτε καν για επίπληξη. Πώς –αν το προεκτείνουμε– η κοινωνία σκληραίνει και προσχωρεί στον εκφασισμό της. Ο αχός, που ραπάρει με μεγάλη ακροαματικότητα στα δημοτικά σχολεία, μεταφέρεται ίδιος ή ενισχυμένος στα γυμνάσια, στα λύκεια και, εκβάλλει, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.


Κι ενώ οι υπουργοί Παιδείας, ως επί το πλείστον, κάνουν συνδικαλισμό εξυπηρετώντας μικροσυμφέροντα και επενδύοντας στην εκλογική πελατεία, το παράλληλο τσουνάμι της εφηβικής βίας και του bullying μετράει θύματα. Προφανώς, η εφηβεία έχει τη δική της γλώσσα και αντισυστημική αντίληψη για τον κόσμο και την κοινωνία.  

Γι’ αυτό υπάρχουν ειδικοί για να την αφουγκράζονται, η οικογένεια για να παρακολουθεί από κοντά τις αποστάσεις που γεννιούνται, και να προσπαθεί να τις γεφυρώσει ή να ζητάει βοήθεια όταν δεν μπορεί, η θεσμική προστασία, η οποία οφείλει να αυξάνει και, κυρίως, να αναπροσαρμόζεται επεξεργαζόμενη κάθε διαθέσιμη πληροφορία.


Η αγωνία δεν είναι οι στίχοι του Sin Boy, έστω κι αν αγωνία εκφράζουν κι αυτοί πίσω από το απαγορευμένο και τον θυμό τους. Είναι που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κι εδώ, κι εκεί μεσαία τάξη, πού είναι η μεσαία τάξη;

 

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Η μεσαία τάξη και η ελληνική πολυκατοικία ακολουθούν βίους παράλληλους ή όχι;  

Συνδιαμορφώθηκαν ή από ένα σημείο και μετά ακολούθησαν καθένα τη δική του διαδρομή, προς την αλλαγή, την ανακαίνιση ή την επιταχυνόμενη φθορά και εγκατάλειψη;

Οι σκέψεις γεννήθηκαν, καθώς άκουγα το πολύ ενδιαφέρον podcast/συζήτηση στο «Ράδιο Κ» του συναδέλφου Μιχάλη Τσιντσίνη με τον αναπληρωτή καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγή Παναγιωτόπουλο, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του «Περιπέτειες της μεσαίας τάξης» (εκδ. Επίκεντρο).

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της τάξης, την οποία όλο και πιο συχνά επικαλείται το πολιτικό σύστημα είτε για να την επαινέσει, είτε για να συμπαρασταθεί στα οικονομικά πάθη της (τη δεκαετία της κρίσης), είτε για να εκμεταλλευθεί το εύρος και την επιρροή της, για ψηφοθηρικούς λόγους και μόνο.

«Μικρομεσαίοι, μικροαστοί, νοικοκυραίοι; Ο 20ός αιώνας είναι κάπως τραυματικός με τη μεσαία τάξη, η οποία δεν είναι σαφής, δεν έχει καθαρότητα, δεν ξέρει πού πάει, δεν έχει πολύ έντονα κοινωνικά γνωρίσματα, δεν έχει συγκεκριμένη ταξικότητα, δεν έχει ταξική συνείδηση ούτε χαρακτηριστικά που να της δώσουν ταξική συνείδηση», σχολίασε ο Π. Παναγιωτόπουλος. Και επισημαίνει το παράδοξο: «Μέσα στην κρίση της δεκαετίας αρχίζει και μιλάει το πολιτικό προσωπικό για τη μεσαία τάξη, την κατονομάζει, σε έρευνες οι πολίτες αυτοποθετούνται στη μεσαία τάξη».

Αρχίζουμε και μιλάμε γι’ αυτούς, λοιπόν. 

 Στρέφω το βλέμμα μου στην πολυκατοικία στο Παγκράτι, όπου κατοικώ σχεδόν τρεις δεκαετίες. Δημόσιοι και τραπεζικοί υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, γιατροί, νοικοκυρές, άνθρωποι με περιορισμένα εισοδήματα και κάποια οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία. Στην πάροδο των χρόνων ορισμένοι έγιναν συνταξιούχοι, τα παιδιά που γεννήθηκαν σπούδασαν κι έφυγαν, λίγα στο εξωτερικό, η κρίση προκάλεσε οικονομικά αδιέξοδα, η κεντρική θέρμανση έπαυσε το 2010, και πριν από λίγα χρόνια επεκτάθηκε η αυτόνομη, διαμερίσματα πωλήθηκαν σε νέους ιδιοκτήτες… Νέα ζευγάρια με παιδιά, ανάμεσά τους και ελληνόφωνοι, πλέον, μετανάστες. Η σύνθεση αλλάζει ανακυκλώνοντας επαγγέλματα, κάποιοι ανακαινίζουν τα σπίτια τους αλλά οι κοινόχρηστοι χώροι καταρρέουν αβοήθητοι, από ασυνεννοησία, αδιαφορία και έλλειψη χρημάτων, τα κοινόχρηστα –το μόνο, πλέον, πραγματικά «κοινόχρηστο»– συγκεντρώνονται με δυσκολία.

Αν με ρωτούσε κάποιος: οι ένοικοι ανήκουν στη «μεσαία τάξη»; Θα απαντούσα μάλλον καταφατικά, αν και, όπως λέει ο συγγραφέας του βιβλίου, ο ορισμός είναι αβέβαιος. «Ρευστότητα, αστάθεια, πολλαπλή σύνθεση που δεν ορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται, ούτε από τα εισοδήματά τους, δεν έχουν ίδιους προσανατολισμούς».

Είναι άνθρωποι της πόλης. Τους προσδιορίζει η προσδοκία για ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους; 

Είναι/ήταν η μεσαία τάξη ένα κοινωνικό ασανσέρ που συνήθως σε ανεβάζει και σπανίως σε κατεβάζει; 

Ποια είναι τα νέα μεσοστρώματα;. 

Η ζωή δεν ήταν/είναι συλλογική προσπάθεια αλλά ατομικό στοίχημα. «Πάνω σε ποια βάση συνέχεται η κοινωνική συνύπαρξη; Ποιος είναι ο κεντρικός μηχανισμός της αλληλεγγύης κάθε εποχής;» αναρωτιέται ο Π. Παναγιωτόπουλος στο βιβλίο του. «Πώς λειτουργεί λοιπόν στην οικογενειακή κλίμακα –και στα τετραγωνικά της κατοικίας της, του διαμερίσματός της– η μηχανική της αλληλεγγύης;».

Στο μεσοαστικό διαμέρισμα, στην καρδιά της ελληνικής οικογένειας, μέσα στο σπίτι «λαμβάνουν χώρα και εξελίσσονται μια σειρά μικρο-συμφωνιών και ρυθμίσεων οι οποίες, καθώς η ελληνική κοινωνία ιστορικά περνάει από τη φάση της παραγωγικής μικροβιομηχανικής κοινωνίας σε εκείνη της κοινωνίας του ελεύθερου χρόνου και της αυτοπραγμάτωσης, καταλαμβάνουν κομβική σημασία για το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Λειτουργούν σχεδόν σαν μινιατούρες τους» (σελ. 164).

Στην ερμηνεία αυτή ανιχνεύω τη γέφυρα ανάμεσα στον έξω και στον μέσα κόσμο. Το σημείο τομής ανάμεσα στην πολυκατοικία και στην κοινωνία.  

Τα εργαστήρια ποικίλων πειραμάτων που μετατράπηκαν τα διαμερίσματα στη διάρκεια της καραντίνας, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη μεγάλη εικόνα: την κοινωνία. Οι μικρομεσαίες «μινιατούρες» σμιλεύτηκαν με νέα υλικά. Η μεταπανδημική πραγματικότητα αναδιατυπώνει τα χαρακτηριστικά των στρωμάτων, ανώτερων, μεσαίων και κατώτερων. 

Η μεσαία τάξη...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κακοσμία

Της  Μαρίας Κατσουνάκη

Ξεκινήσαμε από τα παραπανίσια κιλά της Ελενας Παπαρίζου στην επετειακή εμφάνισή της στη Γιουροβίζιον. Τον ποταμό των σχολίων αντιμετώπισε η ίδια, πολύ ταλαντούχα, όμορφη, ασυμπλεγμάτιστη και με χιούμορ τραγουδίστρια, αποστομωτικά και ευφυώς. Συνεχίσαμε με τις «μασχάλες» της πολιτεύτριας Αφροδίτης Λατινοπούλου (υποψήφιας Α΄ Θεσσαλονίκης με τη Ν.Δ. – δεν εξελέγη) η οποία με δηλώσεις της έχει απασχολήσει κι άλλες φορές τον απελπιστικά/απελπισμένα ευρύχωρο κόσμο των σόσιαλ μίντια και σκέτα μίντια. 

Η κ. Λατινοπούλου που αγωνίζεται για τους Θεσσαλονικείς («να αποκτήσουν την αίγλη που τους αρμόζει»), την πατρίδα, τη θρησκεία, την οικογένεια, το μεταναστευτικό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις ξυρισμένες μασχάλες, έγινε πρόσωπο των ημερών. 

Το θέμα μάλιστα αντί να μείνει στη σφαίρα του «ό,τι να ’ναι» έφτασε στην Επιτροπή Ισότητας της Βουλής με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ. Εσπευσε και η Ν.Δ. να καταδικάσει την «τοποθέτηση» της Λατινοπούλου.

Στη διαδρομή Παπαρίζου – Λατινοπούλου προστέθηκε άλλη μια στάση: Νίκος Καρανίκας. Σε τηλεοπτική συνέντευξή του ο διατελέσας από το 2016 ώς το 2019 σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού του Αλέξη Τσίπρα, με γραφείο στο Μέγαρο Μαξίμου, ο οποίος έγινε γνωστός στην αρχή για τις αναρτήσεις θαυμασμού προς την Ελένη Μενεγάκη, αλλά και τους πλούσιους σε «τσόλια» και «σιχάματα» καβγάδες του στο Twitter, εμφάνισε ένα πρόσωπο πιο μετρημένο και ήσυχο. Ομως η δήλωσή του ότι πειραματίστηκε με την κοκαΐνη και την ηρωίνη προκάλεσε μεγάλη ταραχή. Παρά το γεγονός ότι διευκρίνισε πως καμία από τις δύο ουσίες δεν προσφέρει απολύτως τίποτα και ο καθένας πρέπει να στρέφεται στον «εαυτό του να τον επεξεργάζεται, να τον αγαπάει και να τον γνωρίζει καλύτερα». Είπε κι άλλα ο κ. Καρανίκας, στα οποία λιγότερη δόθηκε προσοχή, όπως στην «πολύ καλή συνάντηση» που είχε με τον άσπονδο εχθρό Αδωνι Γεωργιάδη για να συζητήσουν για τη φαρμακευτική κάνναβη. Ουσιαστική ή επικοινωνιακή η προσέγγιση, με πρωτοβουλία του κ. Γεωργιάδη, παραμένει προσέγγιση.

Η καταδίκη του ασήμαντου είναι εξίσου εύκολη με την αναπαραγωγή του.  

Ασχολούμαστε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, κι αυτό κάτι σημαίνει

Η αβάσταχτη ελαφρότητα δεν είναι λιγότερο τοξική από τη χυδαιότητα. Αν η μία δηλώνει εκτονωτική κανονικότητα και η άλλη διχαστική βαρβαρότητα, δεν σημαίνει ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Στον κόσμο των Φωτόπουλων

Της Μαρίας Κατσουνάκη

«Πόλεμος» και πάλι. «Θέσεις μάχης», για πολλοστή φορά. Η αιτία δεν έχει και μεγάλη σημασία, γιατί «οι σαρωτικές αλλαγές» αν δεν αφορούσαν στα εργασιακά θα μπορούσαν να αναφέρονται σε οτιδήποτε άλλο. Δεν είναι θλιβερό, είναι σχεδόν φοβιστικό ότι αυτοί που υποτίθεται ότι προτάσσουν τα στήθη τους για τον «κόσμο της εργασίας» δεν αντιλαμβάνονται (είτε γιατί δεν θέλουν είτε γιατί δεν μπορούν) ότι πρόκειται για έναν οριστικά άλλον «κόσμο».  

Η πανδημία έδωσε τη χαριστική βολή ή την ώθηση, όπως το βλέπει κανείς.

Ποιους υπερασπίζονται άραγε τα συνδικάτα, που δεν κατόρθωσαν να συντονιστούν ούτε σε κοινή κινητοποίηση με αφορμή την Πρωτομαγιά; 

Ποιους «εργαζόμενους»;  

Του Δημοσίου, των ΔΕΚΟ, των τραπεζών; Αυτούς για τους οποίους ο πρώην πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ Νίκος Φωτόπουλος διεκδικούσε καταβολή επιδόματος «τροφείου» 6 ευρώ την ημέρα;  

Και θα ήταν οριστικά παρελθόν το 2014-2015 των «ηρωικών αγώνων» αν ο κ. Τσίπρας δεν φρόντιζε να το ανασύρει, δίνοντας στον κ. Φωτόπουλο πρωταγωνιστικό ρόλο στην «εκστρατεία» κατά του εργασιακού νομοσχεδίου, που θα δώσει η κυβέρνηση στη δημοσιότητα μέσα στις επόμενες μέρες.

Στερεότυπα, απομεινάρια άλλων εποχών, ρετάλια συνθημάτων και λεξιλογίου που έχουν ως μόνο καύσιμο την αδράνεια. Η ουσία, περνάει κάτω από τα ραντάρ. Ο έγκριτος καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου, Μάνος Ματσαγγάνης, ανέφερε πρόσφατα ένα παράδειγμα: το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων στις πλατφόρμες, των «ντελιβεράδων», τους οποίους αποθεώσαμε στην περίοδο της πανδημίας. Τα «παιδιά με τα μηχανάκια» παραμένουν, καθώς φαίνεται, παντελώς απροστάτευτα. Τίποτα δεν εμποδίζει τις επιχειρήσεις διανομής να υποκρίνονται ότι τα «παιδιά με τις στολές» δεν είναι υπάλληλοί τους αλλά «συνεργάτες» και έτσι να μην καταβάλλουν εργοδοτικές εισφορές, να μην τους αναγνωρίζουν άδειες, να μην τους καλύπτουν σε περίπτωση ατυχήματος (που είναι πολύ συχνά), να μην τους πληρώνουν τη βενζίνη, κ.ο.κ.

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η οικονομία της πλατφόρμας είναι «συχνά καινοτόμα, καλύπτει ανάγκες των καταναλωτών, και προσφέρει ευκαιρίες απασχόλησης», όπως επισημαίνει ο κ. Ματσαγγάνης. Τι γίνεται όμως με τη ρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος των διανομέων και πώς ελέγχεται από το κράτος η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής»;  

Οι απαντήσεις...

 

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η Βουλή των followers


Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Ποιος κρύβεται πίσω από το #χάσταγκ;». «Δικός σας βουλευτής κάνει χυδαίες αναρτήσεις». «Ορίστε τι είχε γράψει στο fb πριν από πέντε ή έξι χρόνια». Και οι τρεις φράσεις ακούστηκαν, με παραλλαγές, πολλές φορές προχθές στη Βουλή. Τόσες φορές, ώστε ο τίτλος της συζήτησης «ενημέρωση Σώματος για την ποιότητα της Δημοκρατίας και του δημοσίου διαλόγου» έμοιαζε με ειρωνική αναδρομή. Ορθότερο θα ήταν: «Οι followers ενημερώνονται για την ποιότητα της ηλεκτρονικής Δημοκρατίας και του διαδικτυακού διαλόγου». Τα τεκμήρια, δε, που κατετίθεντο από τους πολιτικούς αρχηγούς ήταν εκτυπωμένες αναρτήσεις.

Αυτός είναι ο κόσμος, πλέον, και δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. Προς τι η αναφορά, λοιπόν; 

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι η εξής: Αν ο θεσμικός διάλογος εντός του Κοινοβουλίου διεξάγεται με όρους σοσιαλμιντιακών διαξιφισμών ή ανακύκλωσης τοξικού «υλικού», που κυκλοφορεί στο άνευ όρων και ορίων Διαδίκτυο, τότε ρυθμιστής της πολιτικής ζωής ορίζεται επισήμως το ανεξέλεγκτο.

«Μπορεί να γραφτούν στο Διαδίκτυο φρικτά πράγματα», παραδέχονταν τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε από την αναφορά στην κακοποιητική γλώσσα των τρολ. 

Η ισορροπία είναι ομολογουμένως δύσκολη. Πώς να γυρίσει την πλάτη ο κ. Μητσοτάκης στις αδιανόητες αναρτήσεις βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ όταν ο ίδιος ο κ. Τσίπρας αρνείται να τις καταδικάσει ευθέως και ονομαστικά;  

Αυτές, και άλλες παρόμοιες, διαμορφώνουν «κλίμα» στα ηλεκτρονικά καφενεία. Και το «κλίμα», ως γνωστόν, παράγει πολιτική.

Το βαρέλι των σόσιαλ μίντια, όμως, δεν έχει πάτο. Γεννάει αδιάκοπα θεωρίες συνωμοσίας, λασπώνει, θολώνει και, πες πες, κάτι μένει. Η καχυποψία είναι το κύριο συστατικό, ό,τι και να γραφτεί βρίσκει ακροατήριο και αναπαράγεται. Μπορεί εξίσου να ενημερώσει και να καταστρέψει. Πώς, όμως, «αγοράζει» κανείς μόνο την καλή πλευρά, απορρίπτοντας τη βλαβερή;

Ο δημόσιος διάλογος επηρεάζει ευθέως τη δημόσια υγεία. Εν ολίγοις, τρελαίνει. Oταν διεξάγεται, δε, με όρους σοσιαλμιντιακούς, επιτείνει τη σύγχυση, η σύγχυση φέρνει οργή, η οργή διαλύει το κριτήριο, κανένα ικρίωμα στο τέλος δεν είναι αρκετό.

Ο συνδυασμός του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Στένεψαν, άραγε, τα σπίτια μας;

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Σχεδόν ακούγεται το στριφογύρισμα μέσα στα σπίτια. Ο ήχος του σώματος το οποίο δεν βολεύεται στο αποτύπωμα που έχει αφήσει πάνω στον καναπέ ή στην καρέκλα από την πρώτη κιόλας καραντίνα. Στη δεύτερη –και μάλλον περισσότερο επίπονη– επιστρέφει σε γνώριμα «εδάφη». Ο χώρος που του αναλογεί είναι, ούτως ή άλλως, περιορισμένος.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (2019) που έδωσε στη δημοσιότητα η Eurostat (αναρτήθηκαν στο moneyreview.gr), το 17,2% του πληθυσμού της ευρωπαϊκής κοινότητας βιώνει «συνθήκες συνωστισμού» στο σπίτι του. Αυτό σημαίνει ότι ο αριθμός των δωματίων είναι πολύ μικρός για τον αριθμό των ατόμων του νοικοκυριού. 

 Στην Ελλάδα το ποσοστό είναι υψηλότερο του μέσου όρου, αγγίζοντας το 28,7%.  

Το πρόβλημα είναι οξύτερο στα φτωχότερα κράτη-μέλη: στη Ρουμανία σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού (45,8%) ζούσε σε συνθήκες συνωστισμού το 2019, στη Λετονία το 42,2% ή στη Βουλγαρία το 41,1%. Το ποσοστό στη χώρα μας ήταν 25,5% το 2010, όταν ξέσπασε η κρίση χρέους. Εκτοτε έβαινε αυξανόμενο.

«Τα σπίτια αυτά τα αισθάνεται κανείς ακόμη μικρότερα όταν παιδιά παίζουν στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς που είναι σε τηλεργασία κατά τη διάρκεια του lockdown», υπογραμμίζει η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία. Το πραγματικό πρόβλημα συνυπάρχει σε αυτήν την πρωτοφανέρωτη συνθήκη της πανδημίας με το φαντασιακό, που αρδεύεται από τα, ήδη εξαντλημένα, ψυχικά αποθέματα. Οι εντάσεις αυξάνονται, το άγχος θεριεύει, ο αυτοπεριορισμός και ο πανταχού παρών φόβος δεν βοηθούν τη συνύπαρξη των ανθρώπων στον ίδιο χώρο.

Στένεψαν, άραγε, τα σπίτια μας; 

Εξαντλήσαμε τα τετραγωνικά τους κινούμενοι από δωμάτιο σε δωμάτιο με το κινητό στο αυτί; Μετρώντας τα βήματα από τον καναπέ στο ψυγείο ή, στην καλύτερη συνθήκη, στο μπαλκόνι ή στην ταράτσα;  

Στην πρώτη καραντίνα ήταν άνοιξη, οι βεράντες, στοιχειώδεις, μικρές ή μεγαλύτερες, πρωταγωνίστησαν. Ολο και συναντούσες με το βλέμμα σου κάποιους να περπατούν νευρικά, να λιάζονται, να περιποιούνται φυτά, να εργάζονται στον υπολογιστή ή απλώς να χαζεύουν. Η δεύτερη καραντίνα, όμως, εξελίσσεται χειμώνα, το σκοτάδι πέφτει νωρίς, η «εκτός» σπιτιού δραστηριότητα είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Η ελληνική κατοικία και οι συνήθειες των κατοίκων έχουν περάσει από πολλά στάδια, αλλαγές στα γούστα και στις προτιμήσεις. Νεοκλασικά, πολυκατοικίες, μονοκατοικίες, διαμερίσματα-λοφτ· ανάλογα με τις εποχές και οι τάσεις. Η οικονομική κρίση επανένωσε με το ζόρι οικογένειες (φοιτητές ή εργαζόμενοι επέστρεψαν στο «πατρικό» από αδυναμία να συντηρήσουν δικό τους σπίτι), η αγορά ή η ενοικίαση ακινήτων γνώρισε ιλιγγιώδη ανεβοκατεβάσματα. Οικογένειες, τετραμελείς ή τριμελείς, νέα ζευγάρια με παιδιά, που ζουν σε οριακά για τις αντοχές τους τετραγωνικά, και, στον αντίποδα, πολλοί που απολαμβάνουν μόνοι σχετική ευρυχωρία. «Απολαμβάνουν», άραγε, και τώρα, με τον εγκλεισμό;  

Είναι προς διερεύνηση και ασφαλώς εξαρτάται από την ηλικιακή ομάδα στην οποία ανήκουν οι μόνοι/ες. Κάθε σπίτι, με ίδια τετραγωνικά, δεν σημαίνει ότι κατοικείται με τον ίδιο τρόπο. Παιδιά, έφηβοι, ενήλικοι, ηλικιωμένοι δεν βιώνουν τον εγκλεισμό με κοινές συνισταμένες. Μπορεί το «απαγορευτικό» στο άγγιγμα και στην αγκαλιά να είναι ο καταλύτης για τις ψυχικές διεργασίες, αλλά ούτε κι αυτό δηλώνεται ως καθολικό αίτημα όλων των ακουσίως εγκλείστων. Οι ανάγκες, εν ολίγοις, διασταυρώνονται αλλά δεν ταυτίζονται.

Η συζήτηση για το πώς η καραντίνα θα επηρεάσει και την αρχιτεκτονική των σπιτιών έχει ήδη προχωρήσει. Οι ενιαίοι χώροι αποδεικνύονται εξαιρετικά δύσκολοι στη διαχείρισή τους, όταν τα μέλη μιας οικογένειας πρέπει ταυτόχρονα να τηλεργαστούν ή να παρακολουθήσουν τηλεμαθήματα.
 

Η σιωπή που απλώνεται στις πόλεις όταν αρχίζει η απαγόρευση κυκλοφορίας είναι πλασματική. 

Η ανησυχία μεγαλώνει «εντός», οι δομημένες ζωές προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν και οι αδόμητες προσπαθούν να οργανωθούν γύρω από ρουτίνες, τις οποίες επινοούν, αν δεν τις έχουν, για να επιβιώσουν. Ακόμη κι αν τα έπιπλα αλλάζουν θέση, οι εξωτερικές μετατοπίσεις δεν ησυχάζουν τις εσωτερικές. Η συναισθηματική ισορροπία και η ενότητα έχουν δεχθεί ισχυρά πλήγματα. 

Αναρωτιέμαι: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι «αόρατοι» του 21ου αιώνα

 

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Υπάρχει κανείς που να ισχυρίζεται ότι η πανδημία δεν ανέτρεψε την καθημερινότητά του; Να μη δηλώνει ότι έχει χειρότερη διάθεση, διαφορετικές σχέσεις με τους φίλους του, ότι οι συνθήκες εργασίας του έχουν αλλάξει;  

Στην πρόσφατη έρευνα (που παρουσίασε η διαΝΕΟσις) για τη ζωή των Ελλήνων μετά επτά μήνες πανδημίας, περίπου 3 στους 4 απαντούν ότι βιώνουν αυτήν τη μεταβολή στη ζωή αλλά και στα συναισθήματά τους.

Πόσοι και πόσο μπορούν να αντέξουν και, ακόμη περισσότερο, να ανταποκριθούν στα διαρκώς νέα δεδομένα;  

Πριν από λίγες ημέρες διοργανώθηκε διαδικτυακή συζήτηση (από τον ίδιο ερευνητικό οργανισμό) με αυτό ακριβώς το θέμα: τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική κοινωνία. 

Ο νέος σε ηλικία και ήδη καταξιωμένος φιλόσοφος Θεοφάνης Τάσης ήταν καταιγιστικός στην περιγραφή του «καινοφανούς ανθρωπότυπου» που αναδύεται μέσα από τη νέα πραγματικότητα. Αναφέρθηκε στην «εικονιστική κοινωνία» (όρο τον οποίο συχνά χρησιμοποιεί και στα βιβλία του), όπως ονομάζει την παρούσα μορφή της νεωτερικότητας στην οποία ψηφιοποιούνται σε εικόνες, αγαθά, υπηρεσίες, οι διαπροσωπικές σχέσεις και ο εαυτός μας. Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς θα οδηγήσει σε μία «εικονιστική κοινωνία», είπε ο κ. Τάσης, «απλά η πανδημία επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία». Μέθοδοι όπως η τηλεργασία και οι τηλεδιασκέψεις θα παραμείνουν και μετά την πανδημία, καθώς αποδεικνύονται οικονομικά συμφέρουσες.

Ταυτόχρονα, «η σωματική επαφή θα αποδυναμωθεί». Καθώς «επιταχύνεται η επιτάχυνση» στην εξέλιξη της τεχνολογίας, είναι «επιτακτική ανάγκη να στοχαστούμε έναν ψηφιακό ανθρωπισμό».

«Πιστεύω ότι η ανισότητα που διαμορφώνεται τώρα βασίζεται στην αντικατάσταση της μεσαίας τάξης του 20ού αιώνα από μια νέα», σχολίασε. «Στη Δύση, ήταν άνθρωποι που εργάζονταν στη βιομηχανία, δικηγόροι, γιατροί, επιστήμονες, στελέχη τραπεζών. Μέσω της ψηφιοποίησης όμως αναδύθηκε μια νέα τάξη ανθρώπων που εργάζεται με ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο. Δεν μένουν σε έναν συγκεκριμένο τόπο, έχουν ένα έκκεντρο βιογραφικό. Εχει, δηλαδή, κάποιος σπουδάσει μηχανικός, εργάζεται σε μια ΜΚΟ και γίνεται προγραμματιστής. Η ανισότητα αφορά από τη μια τον μετασχηματισμό της μεσαίας τάξης του 21ου αιώνα που διάγει ένα βίο γοητευτικότερο και πιο “ορατό”  και από την άλλη τα χαμηλότερα εργατικά στρώματα του 20ού αιώνα που τώρα περιθωριοποιούνται ακόμη περισσότερο γίνονται λιγότερο “ορατά”. 

Δεν μπορούν να εμφανίσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια ελκυστική εικόνα εαυτού. Αρα γίνονται “αόρατοι”, “μη υπαρκτοί”. Οι κοινωνικοί κλυδωνισμοί που βιώνουμε και οι εντάσεις δεν είναι παρά η κίνηση της μετάβασης σε μια ριζικά διαφορετική συνθήκη».

Το έκκεντρο γίνεται, άραγε, κανόνας;  

Κι αν μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων (των τεχνολογικά λιγότερο εξοπλισμένων) περάσει στην αφάνεια, μαζί με την αορατότητα η κοινωνία θα χάσει και την «ανθρωπινότητα»;  

Πώς μπορεί κανείς να κινηθεί, ανάμεσα στους τεχνολάτρες, που έχουν τους αλγόριθμους ευαγγέλιο, και στους τεχνοφοβικούς που δαιμονοποιούν οτιδήποτε δεν μπορούν ή αρνούνται να κατανοήσουν ή να χειριστούν;  

Οδεύαμε ούτως ή άλλως σε μια κοινωνία ανθρώπων που μοιράζονταν συχνότερα την εικόνα τους (με διαρκείς αναρτήσεις στα social media) παρά τον εαυτό τους σε διά ζώσης επαφές. Ή θεωρούσαν εαυτό μόνο τον αναρτημένο. Τώρα που η πανδημία επέβαλε τις αποστάσεις μοιάζει σαν να νομιμοποιείται η απόλαυση των «likes» ως η μόνη κανονικότητα.

Η πριν από τον κορωνοϊό πραγματικότητα πολύ σύντομα θα είναι παρελθόν. 

Αναμνήσεις ενός άλλου κόσμου, για άλλους απαρχαιωμένου και ξεπερασμένου και για άλλους θα παραμείνει ο απολεσθείς παράδεισος, έστω κι αν όταν τον ζούσαν καταλόγιζαν αδικίες και αναδείκνυαν κυρίως τις αρνητικές πλευρές του.  

Οι «αόρατοι» του 21ου αιώνα μπορεί και ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ηθική είναι έννοια πολύ «πρακτική»

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: Αν καταλαμβάνουμε την πρώτη θέση σε ό,τι αφορά την πεποίθηση ότι η πίστη στον Θεό ταυτίζεται με την ηθική και είμαστε πρώτοι στον δυτικό κόσμο σε ό,τι αφορά τη σημασία που έχει η θρησκεία στη ζωή μας, γιατί αρνούμαστε να πειθαρχήσουμε στις σαφείς οδηγίες για τον περιορισμό της πανδημίας;  


Αν είμαστε μια ευσεβής και σεβαστική κοινωνία, γιατί δεν συμμορφωνόμαστε στις υποδείξεις των ειδικών (δεν είναι, ασφαλώς, γενικευμένο, αλλά ισχύει σε ποσοστά ικανά να δημιουργήσουν πρόβλημα).  


Ποια είναι η θέση της Εκκλησίας; Συντάσσεται ασμένως με την επιστημονική κοινότητα, όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη (χρήση της μάσκας);
 
Η παγκόσμια έρευνα σε 34 χώρες με τη συμμετοχή 38.426 πολιτών, που δημοσιεύθηκε στην «Κ» (26/7), ανέδειξε την Ελλάδα επικεφαλής σε θέματα θρησκευτικής πίστης ανάμεσα στις ανεπτυγμένες οικονομίες, με ποσοστά που κυμαίνονται από 53% έως 82%, ανάλογα με το ερώτημα. Πώς όμως αυτό το αυξημένο αίσθημα ανάγκης να αναγνωρίσουμε το ανεξερεύνητο προκαλεί από την άλλη μια διαρκή σύγκρουση με το αυτονόητο;

Εναποθέτουμε στη σφαίρα του «θαύματος» τα ζητήματα υγείας; 


Υποκρινόμαστε, προσευχόμενοι με πάθος για το δικό μας καλό και το κακό του γείτονα; 


 Γιατί καθώς φαίνεται δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι και από τη δική μας συμπεριφορά, την εφαρμογή των υγειονομικών κανόνων, εξαρτάται η μη εξάπλωση της πανδημίας.
 
Κι έτσι, και γαμήλια γλέντια εξακολουθούν να διοργανώνονται, όπως το πρόσφατο στη Θεσσαλονίκη με απολογισμό τουλάχιστον 11 κρούσματα, και θρηνούμε για την απαγόρευση των πανηγυριών, και πάρτι σε πολυτελείς κατοικίες της Μυκόνου ανακαλύπτουν συνεχώς οι Αρχές, εξαναγκάζοντας έναν ολόκληρο μηχανισμό να ασχολείται με την άρνηση ορισμένων να αντιληφθούν την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Και βέβαια υπάρχει το περιστατικό με την πιστή που αποβλήθηκε από την εκκλησία γιατί ο ιερέας ενοχλήθηκε με τη μάσκα της!

Το εύρημα της έρευνας έχει πολλές όψεις και αναγνώσεις


Ευσεβείς όσον αφορά τη θρησκεία και υποκριτές όταν καλούμαστε να ακολουθήσουμε κανόνες.


 Αποθεώνουμε την ηθική, και όταν πρέπει να την εφαρμόσουμε, γιατί η ηθική είναι και έννοια πολύ «πρακτική», κρεμάμε τη μάσκα στο αυτί ή την τσαλακώνουμε στην τσέπη για να την έχουμε εύκαιρη στον πρώτο αιφνίδιο έλεγχο.

Η πίστη μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Το ίδιο και ο κορωνοϊός. Μόνο που...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Χέρια, η «πολυσύχναστη διασταύρωση»

Υπάρχει δημοσιευμένη, σήμερα, στο κυρίως σώμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, ως μία από τις πολλές απαντήσεις στο ερώτημα που θέσαμε στους αναγνώστες μας, τι νοσταλγήσατε περισσότερο από την εποχή πριν ξεσπάσει η πανδημία. 


Επιγράφεται: «Τα χέρια της γιαγιάς μου», τη συνοδεύει μια φωτογραφία με δύο παλάμες μπλεγμένες η μία μέσα στην άλλη. Το ένα χέρι νέας γυναίκας, το άλλο, εμφανώς, πολύ ηλικιωμένου ανθρώπου. Η «συνάντηση» είναι σαν αγκαλιά, η σχέση αναγνωρίσιμη, όπως και οι ρόλοι. 


Το ηλικιωμένο χέρι είναι «εκεί» αλλά δεν είναι κιόλας. Μοιάζει αφηρημένο, ασαφές, κάπως αδύναμο να κρατηθεί από τη ζωή: «Ετών; Δεν μου είπε ποτέ. Το κρατούσε μυστικό. Πλησιάζει τα εκατό. Την είδα τελευταία φορά πριν την καραντίνα. Δεν με θυμάται πια, αλλά την θυμάμαι εγώ, και επειδή αγαπούσα πάντα τα χέρια της, τα φωτογράφισα για να μην ξεχάσω τα όμορφά της δάχτυλα. Με κράτησαν, με χαϊδέψαν, με τάισαν, με χόρεψαν, με μάλωσαν, με παρότρυναν, με ξεπροβόδισαν. Και ο μόνος τρόπος τώρα να καταλάβει πόσο το εκτιμώ, είναι να τα κρατώ εγώ. Χέρια παρήγορα, ενθαρρυντικά. Για να μην αισθανόμαστε μόνες. Και την άλλη φορά θα σου βάψω τα νύχια. Της αρέσουν περιποιημένα».

Την «άλλη φορά», λοιπόν. Μπορεί με το, που αρχίζει η σταδιακή άρση των μέτρων, μπορεί μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα ή ίσως χρειαστεί αρκετός καιρός ακόμη αφού η γιαγιά ανήκει στις ευάλωτες ομάδες.

Οταν βρεθούν και πάλι, το κράτημα των χεριών, η χειραψία, το άγγιγμα, θα επιτρέπονται ή θα συνεχίσουν να είναι απαγορευμένα, ορίζοντας το σύνορο, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο «πριν» και «μετά» την πανδημία;

Να, λοιπόν, που το άγγιγμα, το οποίο, ήταν δεδομένο στην καθημερινή επικοινωνία, αποτελεί πλέον διακύβευμα, αναλύεται από ειδικούς και μη, απασχολεί σημειώματα και άρθρα, έως και στην πρόσφατη πανελλαδική έρευνα του οργανισμού διαΝΕΟσις, με τίτλο «Πώς ζουν οι Ελληνες στην πανδημία», συμπεριελήφθη ως ερώτημα: «Πότε κάνατε τελευταία φορά χειραψία με άτομο εκτός του νοικοκυριού σας;». 


Το 85% απάντησε «πριν από ένα μήνα». Το μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο που υπήρχε ως επιλογή.  


Πρωτόγνωρη ανθρώπινη συνθήκη. Τις συνέπειες, δύσκολο να τις προβλέψουμε. Το βέβαιο είναι ότι η έλλειψη επαφής δεν αφήνει κανέναν ανεπηρέαστο.
 

Επιστήμονες από διαφορετικούς κλάδους (από δερματολόγοι έως ψυχοθεραπευτές), δίνουν, ο καθένας, τη δική του εκδοχή. «Οσο φιλική και αν είναι από πλευράς προθέσεων, η χειραψία, αποτελεί κίνηση ανταλλαγής μολυσματικών μικροοργανισμών», ισχυρίζεται ομάδα επιστημόνων στην Journal of Dermatological Science. «Τα χέρια είναι σαν πολυσύχναστη διασταύρωση, που συνδέει τη δική μας μικροβιακή χλωρίδα με τη μικροβιακή χλωρίδα άλλων ανθρώπων, τόπων και αντικειμένων», έγραψαν. Είναι «ο κρίσιμος πομπός» για την μετάδοση μικροοργανισμών, περιλαμβανομένων των ιών.  


Ψυχοθεραπευτές, από την πλευρά τους, αναφέρονται στην ωκυτοκίνη, την ορμόνη που μειώνει το στρες και βελτιώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. Παράγεται από την επαφή (γι’ αυτό και είναι γνωστή ως «ορμόνη της αγάπης»), ελευθερώνεται όταν οι άνθρωποι έρχονται κοντά, σωματικά και κοινωνικά. Αρα η απόσταση που, από τη μία, προφυλάσσει, από την άλλη, εκθέτει τον ψυχισμό σε συναισθηματική ανυδρία


Αυτού του τύπου η ξηρασία που φέρνει η πανδημία, δεν καταμετρείται, όπως η ανεργία, ούτε έχει άμεσες, αποδεδειγμένες, επιπτώσεις.

Ενα «κλειδί» χάνεται (πόσο προσωρινά θα φανεί) και μαζί του μπαίνουν σε αναστολή ένα σωρό κινήσεις του σώματος. Δεν γέρνουμε προς τον άλλον, αποφεύγουμε να τον ακουμπήσουμε, χέρια, κεφάλι, οφείλουν να έχουν κανονισμένη θέση, η αφή εξοικειώνεται με το ανοίκειο, «ενσωματώνει» υλικά (τα πλήκτρα του κινητού ή του υπολογιστή, για παράδειγμα), η ακαμψία υποκαθιστά τη διαχυτικότητα. Τόσες χειρονομίες μετέωρες, τόσα δώρα που θα μένουν σε μια ουδέτερη ζώνη πριν προσφερθούν. Τίποτα απευθείας, όλα επιτηρούμενα.
Αλλοι κώδικες θα πρέπει να επινοηθούν. Τα πρωτόκολλα και οι τρόποι θα μετατοπιστούν, θα αλλάξουν. Οι προσωπικές επικράτειες δύσκολα θα συναλλάσσονται, θα αναμειγνύονται. Οι «κόσμοι» του καθενός θα παραμένουν ο καθένας στη δική του όχθη. 


Οι γέφυρες θα είναι εκεί, αλλά, προς το παρόν, ακατοίκητες. Οι γέφυρες της χειραψίας, του αγγίγματος, της αφής, που...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οταν το μπράτσο μας άγγιζε το μπράτσο του διπλανού

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Καθένας μας ξεχωριστά είναι ένας μικρός πολιτισμός χτισμένος στα ερείπια ένα σωρό άλλων προγενέστερων πολιτισμών, αλλά με τις αποκλειστικά δικές μας, ο καθένας, παραλλαγές της έννοιας του ωραίου και του αποδεκτού, τις οποίες –σπεύδω να προσθέσω– δεν πληρούμε σε γενικές γραμμές και με τις οποίες παλεύουμε να ζήσουμε. Συμπτωματικές ομοιότητες μεταξύ μας τις θεωρούμε ουσιώδεις ομοιότητες, διότι οι τριγύρω μας έχουν επίσης κληρονομήσει τα ίδια έθιμα, συναλλάσσονται με το ίδιο νόμισμα, αναγνωρίζουν λίγο πολύ τις ίδιες έννοιες ευπρέπειας και λογικότητας. Αλλά όλα αυτά, στην πραγματικότητα, το μόνο που κάνουν είναι να μας επιτρέπουν να συνυπάρχουμε με τις απροσπέλαστες και ολότελα αχανείς αποστάσεις μεταξύ μας». Η σκέψη της Μέριλιν Ρόμπινσον (από το μυθιστόρημα «Γκίλιαντ - Τόπος της μαρτυρίας», εκδ. Εν Πλω, 2010) βοηθάει, δραστικά, να κατανοήσει κανείς τα μικρά καθημερινά, τα ανεπαίσθητα, απλά και μεγαλειώδη της ανθρώπινης ύπαρξης, ενίοτε και σε «απαίσιους καιρούς». Ανάμεσα στο πνεύμα του βιβλίου και στο σχόλιο που ακολουθεί δεν υπάρχει σχέση. Είναι όμως αυτές οι «παραλλαγές» της συνύπαρξης «με τις απροσπέλαστες και ολότελα αχανείς αποστάσεις μεταξύ μας» που φωτίζουν την πραγματικότητα αλλιώς.

Τον τελευταίο μήνα, του απροσδόκητου κατ’ οίκον εγκλεισμού, πολλαπλασιάζονται καθημερινά οι ψηφιακές πλατφόρμες, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, που προσφέρουν άφθονα θεάματα: παραστάσεις θεάτρου και χορού, όπερες, συναυλίες, ταινίες, περιηγήσεις σε μουσεία και εκθέσεις, αναγνώσεις βιβλίων, πάσης φύσεως συζητήσεις και εκδηλώσεις. Θα μπορούσε κανείς να έχει πλήρη πολιτιστική κάλυψη σε 24ωρη βάση! Σύμφωνα δε με στοιχεία που ανακοινώνονται, είναι χιλιάδες όσοι επιλέγουν, για παράδειγμα, να δουν μια παράσταση είτε με έργο του Καραγάτση στο θέατρο «Πορεία» είτε με τον «Μακμπέθ» του Σαίξπηρ από το Εθνικό Θέατρο. Ψηφιακός συνωστισμός. Μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, ή στη μεγαλύτερη της τηλεόρασης, κάποιος μόνος ή με τη σταθερή συντροφιά του παρακολουθεί μια σκηνική δράση από άλλες εποχές. Ετσι μοιάζουν τουλάχιστον. «Αλλες». Τότε, που το κοινό κατέκλυζε τις αίθουσες, ο διπλανός δεν ήταν εν δυνάμει απειλή, ο συγχρωτισμός δεν αποτελούσε παραβίαση βασικών κανόνων προστασίας της δημόσιας υγείας.

Θεάματα τα οποία έχουν φυσική ροή, ολοκληρώνονται δηλαδή μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο, και διαδραματίζονται μπροστά σε θεατές, που σιωπούν, αναστενάζουν, βήχουν, ψιθυρίζουν, μετακινούνται ανεπαίσθητα στη θέση τους, χειροκροτούν βαρύθυμα ή με ενθουσιασμό, εγκαταλείπουν στο τέλος την αίθουσα για να επιστρέψουν άλλοι και αλλού, τώρα απευθύνονται στον καθένα μας ξεχωριστά.

Υπάρχει αυτή η κοινότητα που παλεύει να ζήσει με τις έννοιες του «ωραίου και του αποδεκτού»;  


Οι «αχανείς αποστάσεις» περιορίζονται μπροστά στην ψηφιακή πλατφόρμα; 


 Μοιραζόμαστε την εμπειρία ή ο καθένας την καταπίνει ανάλογα με τα εργαλεία που διαθέτει να την επεξεργαστεί, να την αποδεχθεί ή απλώς να την αγνοήσει / προσπεράσει;  


Η επιδερμικότητα της βύθισης, της αδράνειας που ναρκώνει τον χρόνο για να αμυνθεί στο πρωτοφανέρωτο του εγκλεισμού, βοηθάει στην περαιτέρω εξοικείωση με την τέχνη;  

Προσέρχεται σε αυτόν τον πολιτιστικό ψηφιακό καταιγισμό και ένα κοινό που πριν δεν θα επέλεγε για έξοδο το θέατρο, την όπερα ή μια συναυλία κλασικής μουσικής; Ή ανακυκλώνονται στους δέκτες οι ίδιοι που γέμιζαν τις αίθουσες και στην προ κορωνοϊού περίοδο;  


Κανείς δεν θα μπορούσε να απαντήσει με ασφάλεια, ίσως μια δημοσκόπηση να πρόσθετε επιμέρους γνώση. Οταν επιστρέψουμε στη μερική κανονικότητα, θα υπάρξει μεγαλύτερη προσέλευση στις αίθουσες λόγω στέρησης;


 Ολο και περισσότεροι είναι εκείνοι που δεν βλέπουν «επιστροφή», με τους όρους τουλάχιστον που γνωρίζαμε. «Θα αργήσουμε να πάμε ξανά στην αίθουσα. Θα αργήσουμε να κάτσουμε σε κάθισμα που το μπράτσο μας αγγίζει το μπράτσο του αγνώστου δίπλα μας», είπε πρόσφατα σε συνέντευξή του στην «Κ» ο σκηνοθέτης Μπάμπης Μακρίδης (9/04).

Ο ψηφιακός αυτός καταιγισμός ίσως και να οδηγεί σε μια νέα αποκάλυψη που πρέπει να τη ζήσεις για να καταλάβεις πόσο πραγματική είναι


Αυτό το μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο ζωές, διαφορετικές μεταξύ τους, ίσως βοηθήσει να αντιληφθούμε ότι...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ενας κόσμος χωρίς τρίτη ηλικία

«Οι ηλικιωμένοι σβήνουν όπως τα κεριά». Η φράση αυτή, Γάλλου διευθυντή γηροκομείου, στοιχειώνει. Περισσότεροι από 570 τρόφιμοι γηροκομείων έχασαν τη ζωή τους από την αρχή της πανδημίας στην ανατολική Γαλλία, με τα δύο τρίτα των δομών φιλοξενίας να έχουν πληγεί από τον κορωνοϊό. Μέχρι πριν από λίγες ημέρες στην Ισπανία ο ένας στους τρεις νεκρούς βρισκόταν σε γηροκομείο. Σύμφωνα με τη στατιστική, επιστημονική και εμπειρική, υπολογίζεται ότι το 27% των θανάτων αφορά άτομα ηλικίας άνω των 85 ετών.
 
Μήπως «κάνουμε φασαρία για λίγους ηλικιωμένους και ανίκανους από τα χρόνια συμπολίτες μας»; – όπως ομολόγησε ο Σωτήρης Τσιόδρας ότι σχολίασε συνάδελφός του από το εξωτερικό. Ο ίδιος τότε, πριν από μερικές ημέρες, ανέλαβε να του απαντήσει δημοσίως, αφήνοντας τα συναισθήματά του να εκδηλωθούν: «Το θαύμα της Ιατρικής του 2020 είναι η παράταση της επιβίωσης αυτών των ατόμων, πολλοί από τους οποίους είναι μανάδες και πατεράδες μας, γιαγιάδες και παππούδες μας. Η απάντηση είναι ότι τιμάμε, σεβόμαστε και προστατεύουμε όλους, αλλά κατεξοχήν αυτούς. Δεν μπορούμε να υπάρχουμε, ούτε να έχουμε ταυτότητα χωρίς αυτούς».

Μέσα στον κυνισμό που, μεταξύ άλλων, και οι μεγάλες κρίσεις εκτοξεύουν στα ύψη, ο κ. Τσιόδρας έφτιαξε ένα μικρό αλλά στέρεο ανάχωμα. Συζητήθηκε βέβαια περισσότερο το φορτίο της συγκίνησής του, η κατάποση του λυγμού, που ήταν σαφής έστω και υποβόσκων, παρά η ουσία της δήλωσής του.

Οι πρώτες πληροφορίες για τον κορωνοϊό είχαν κάτι σχεδόν ομολογημένα «καθησυχαστικό». Πλήττει κυρίως την τρίτη ηλικία. Οταν όμως άρχισε να γίνεται σαφές ότι πρόκειται για ανεξέλεγκτη μεταβλητή χωρίς –ακριβώς– ηλικιακές προτιμήσεις, εμφανίστηκε η καλλιεργημένη εδώ και χρόνια κοινωνική αναισθησία που συνοψίζεται εύκολα στο μότο «οι γέροι είναι γέροι». Δηλαδή, στις έκτακτες συνθήκες η «επιλογή», γενικώς (ιατρική φροντίδα, προσοχή, συναισθηματική επένδυση), στρέφεται στους νέους, ενεργούς και μάχιμους.

Στην Ευρώπη, με το οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα, ο γηράσκων πληθυσμός, από ανησυχητική καταγραφή, έγινε εύκολη λεία του κορωνοϊού.  


Σε αυτή την ψυχική στενότητα και ξηρότητα ο κ. Τσιόδρας «έσταξε» μιαν υπόμνηση: «Δεν μπορούμε να υπάρχουμε, ούτε να έχουμε ταυτότητα χωρίς αυτούς». Που σημαίνει, ίσως, ότι δεν μπορούμε να τους αφήνουμε να φεύγουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


  Αρκεί γι’ αυτό, στην (α)φιλόξενη απομόνωσή μας, να κάνουμε μια σύντομη άσκηση:

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Με έναν κόμπο κι έναν λυγμό

Tης ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

«Τελικά, για ποιο λόγο, ρώτησε χαλαρά και δήθεν τυχαία ο πελάτης, γιατί στην ευχή απολυμαίνουν τόσες μέρες τη Βενετία; “Πρόκειται”, απάντησε ο τετραπέρατος διευθυντής, “για ένα προληπτικό μέτρο της αστυνομίας, προκειμένου, όπως επιβάλλει το καθήκον, να προστατευτεί η δημόσια υγεία από πιθανές επιπτώσεις, τις οποίες μπορεί να προκαλέσουν η αποπνικτική ατμόσφαιρα και οι εξαιρετικά θερμές καιρικές συνθήκες». Ο Ασενμπαχ ήξερε τι συνέβαινε στη Βενετία παρά το γεγονός ότι οι εικασίες και οι διαψεύσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. «Ο αριθμός των νοσούντων και των νεκρών ανερχόταν στους είκοσι, στους σαράντα, στους άνω των εκατό, κι αν δεν αμφισβητούσαν ευθέως την ύπαρξη της επιδημίας, θεωρούσαν το κάθε περιστατικό ως μεμονωμένο, που ήρθε από το εξωτερικό». Πριν από έναν αιώνα περίπου (1912), ο Τόμας Μαν έγραψε τον «Θάνατο στη Βενετία» (μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Μεταίχμιο), το οποίο μετέφερε αλησμόνητα στον κινηματογράφο ο Λουκίνο Βισκόντι. Η ερήμωση του τοπίου εξαιτίας της πανούκλας κορυφώνει την υποβόσκουσα, σε όλο το βιβλίο, μελαγχολία. Η άλλοτε πολύχρωμη και πολυσύχναστη παραλία είναι σχεδόν έρημη τώρα, κανείς δεν την καθάριζε και ανάμεσα στους πρωταγωνιστές (τον ηλικιωμένο, για την εποχή εκείνη, 50χρονο Ασενμπαχ και τον έφηβο Τάτζιο) υπάρχει ένα τρίποδο στην άκρη της θάλασσας με μια φωτογραφική μηχανή, «μάλλον παρατημένη, και το μαύρο πανί της ανέμιζε ζωηρά στο ψυχρό αεράκι».

Η σκηνή αυτή, σήμερα, Μάρτιο του 2020, με τον κορωνοϊό να έχει μετατρέψει ολόκληρη την Ιταλία σε «κόκκινη ζώνη», με κατοίκους υποχρεωτικά κλεισμένους στα σπίτια τους, δεν χάνει το συμβολικό φορτίο της. Οσο και αν η πραγματικότητα της πανδημίας του COVID-19 εκτινάσσει τη συνθήκη της απομόνωσης και του αποκλεισμού σε εικόνες που μέχρι σήμερα τις ξορκίζαμε ως «επιστημονικής φαντασίας», η περιγραφή του Τόμας Μαν έχει κάτι καθησυχαστικό: όλα έχουν ξανασυμβεί.

Το βενετσιάνικο καλοκαίρι των αρχών του 20ού αιώνα έχει κάτι απειλητικό, εκτός από νοσηρό, ο θάνατος δεν καραδοκεί μόνο, επελαύνει. 

Η βενετσιάνικη άνοιξη του 21ου αιώνα μόνο άνοιξη δεν είναι. Ερήμωση εκεί όπου ο τουρισμός είχε μετατραπεί από κερδοφορία σε βρόχο, άδειοι δρόμοι, αβεβαιότητα και φόβος. 

Η σφοδρότητα του γεγονότος, όταν βιώνεται, δεν απομειώνεται από τη γνώση ότι οι ιστορικοί κύκλοι είναι γεμάτοι από επιδημίες και καταστροφές. Αρα, πού συναντάει κανείς τον «καθησυχασμό»;  

Στην αλήθεια της αφήγησης του Τόμας Μαν, στον ρεαλισμό της εικόνας του Λουκίνο Βισκόντι.

Η Ιταλία ανήκει στις πιο κινηματογραφημένες χώρες στην ιστορία της 7ης Τέχνης. Εχει αποθεωθεί από τον φακό, την έχουν λατρέψει οι σκηνοθέτες, εγχώριοι και ξένοι, την αγαπήσαμε κι εμείς, πολύ, όχι μόνο ως επισκέπτες, αλλά και ως θεατές. Αυτό που είχε πει ο Φελίνι για τη Ρώμη θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλη την Ιταλία: «Είναι μια ιδανική μητέρα· έχει τόσα παιδιά, ώστε ούτε περιμένει τίποτα ούτε ζητάει τίποτα από αυτά. Σε καλωσορίζει όταν έρχεσαι, σε αφήνει να φύγεις όποτε θέλεις».

Τη Ρώμη της αξεπέραστης, ασπρόμαυρης «Γλυκιάς ζωής» (Φελίνι, 1960) αλλά και της χρωματικής, παρακμιακής πανδαισίας της «Τέλειας ομορφιάς» (Πάολο Σορεντίνο, 2013). Τη Ρώμη που δεν σταματάμε να ανακαλύπτουμε και τώρα βλέπουμε μέσα από τις ειδήσεις αγνώριστη. Χωρίς ζωή, με τα περιπολικά να τριγυρνούν το βράδυ, ενημερώνοντας τους κατοίκους, από μεγάφωνα, να «μένουν στα σπίτια τους». Η Ρώμη και μαζί της όλη η Ιταλία, οικεία και πολύσημη, με τα μνημεία και τη ζωντάνια της, με το κλέος του παλίμψηστου διαφόρων εποχών και την ασκημένη τέχνη της απόλαυσης, ακόμη και μέσα στη φθορά του χρόνου, μεταμορφώθηκε μέσα σε λίγα 24ωρα σε μια «αποκλεισμένη ζώνη». Οπως έπειτα από πόλεμο ή πυρηνική καταστροφή. Οι μαρτυρίες φίλων και γνωστών συμπληρώνουν το δυστοπικό παζλ των τηλεοπτικών εικόνων. Στη Φλωρεντία ελάχιστοι κυκλοφορούν, κι εκεί, στους δρόμους, παρότι Νότος και τα κρούσματα λιγότερα από τον Βορρά. Η πόλη της περιπλάνησης, η πόλη-αξιοθέατο με τη «δυσβάστακτη» πολιτιστική κληρονομιά, άδεια από θαυμαστές του μεγαλείου της. Κανείς. Κάτοικοι αποσυρμένοι και τρομοκρατημένοι.

Η Ιταλία της σιωπής φέρνει έναν λυγμό και έναν κόμπο.  

Ακούμε...

ΔΕΚΑΕΤΙΑ 2010-2019 και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Στην επικράτεια του δημόσιου παραμιλητού

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Αν ήθελε κανείς να εστιάσει στο γεγονός της δεκαετίας, χωρίς να αναφερθεί σε «γεγονότα», μιλώντας, δηλαδή, με την αυθαιρεσία της παρατήρησης, το βλέμμα μας θα στρεφόταν όχι σε πρόσωπα αλλά σε χέρια.  


Σε δάχτυλα που σκρολάρουν στην οθόνη του κινητού, που διατρέχουν ειδήσεις και γεγονότα αλλά και επουσιώδεις αναρτήσεις, γαργαλιστικές στιγμές από την προσωπική ζωή ανθρώπων, πληροφορίες (άχρηστες) ανάμειχτες με ιστορίες σοβαρές ή επινοημένες. Ωρες μέσα στη μέρα, χρόνος που διαλύεται συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός πολτού που ναρκώνει τη σκέψη και απορρυθμίζει την κρίση.  


Η αδυναμία εστίασης, η διάσπαση και πολυδιάσπαση προσοχής απασχολούν έντονα τις επιστήμες εδώ και πολύ καιρό. Οι συνέπειες, από τη συγκρότηση της προσωπικότητας μέχρι την υπερβολική παραγωγή άγχους, έχουν κι αυτές επισημανθεί επανειλημμένως.

Τι απομένει;  


Η πραγματικότητα των εικόνων και των σχέσεων. Ο αυτοπεριορισμός στο σύμπαν του καθενός που απλώνεται σαν επιδημία, μαζί με την αδυναμία (ή τη συρρίκνωση) επικοινωνίας με λέξεις.

Πριν από δύο χρόνια προβλήθηκε η βραβευμένη ταινία «Το τετράγωνο» του Σουηδού σκηνοθέτη Ruben Östlund. Ανάμεσα στα θέματα που «σχολίαζε» ήταν η εκτός ελέγχου υπερβολή των συστημάτων επικοινωνίας για να προσελκύσουν την προσοχή του θεατή/αναγνώστη, ακόμη και σε περιοχές όπως τα έργα τέχνης ή η μουσειακή πολιτική. 


Θυμίζουμε μια σκηνή από την ταινία: Δύο ειδικοί, νεαροί επικοινωνιολόγοι, αναλαμβάνουν να προωθήσουν την εγκατάσταση «τετράγωνο» και παρουσιάζουν την ιδέα τους με την εξής εισαγωγή: «Οταν δημιουργείς ένα βίντεο σήμερα πρέπει να έχεις υπόψη σου τους ανθρώπους που έχουν μικρό εύρος προσοχής. Ενας θεατής αν δεν εντυπωσιαστεί δεν προχωράει. Σε 10-15 δευτερόλεπτα, το πολύ, πρέπει να δημιουργήσουμε κάτι τόσο δυνατό, που οι θεατές θα θέλουν να το κοινοποιήσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να γίνει viral».

Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος: να γίνει viral. Να γεμίσει η ανάρτηση likes, να συζητηθεί στα social media. Οτιδήποτε δεν πολλαπλασιάζεται, δεν αναπαράγεται, πεθαίνει. Χάνεται, στο σύμπαν των αναρίθμητων αναρτήσεων, στην επικράτεια του δημόσιου παραμιλητού.  


Είναι σύμπτωμα των καιρών, περαστικό, ή ήρθε για να μείνει; 


Στο ερώτημα τι ξεχωρίζουμε από τη δεκαετία που συμπληρώνεται σε λίγα εικοσιτετράωρα και τι περιμένουμε από εκείνη που ανατέλλει –ερώτημα πάγιο και αναλλοίωτο– οι απαντήσεις μπορεί να είναι αναρίθμητες. Λιγότερο ή περισσότερο αισιόδοξες, δεν έχει σημασία. Ούτως ή άλλως συνήθως αποτυγχάνουμε τόσο στις προβλέψεις όσο και στους απολογισμούς, προσωπικούς και κοινωνικούς. Τα «γεγονότα» μόνον είναι σίγουρα πατήματα στοn χρόνο, κι αυτά πριν αρχίσει η διαδικασία συσχετισμών και ερμηνειών, πριν δηλαδή παρεισφρήσoυν η υποκειμενική κρίση και η αξιολόγηση.

Πώς μπορούμε όμως, διαφορετικά, να κατανοήσουμε την εποχή και τις ανάγκες της, χωρίς να κάνουμε μια μικρή παύση δραστηριοτήτων, μια σύντομη ανακωχή με τον εαυτό μας και με τους γύρω μας; 


 Η τελευταία δεκαετία, στην ελληνική επικράτεια, σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλους πνιγμούς. Πολιτικούς και κοινωνικούς.

Από ένα αίσθημα άπνοιας και καθήλωσης. Για να μην αναφερθούμε σε όλα τα συνακόλουθα, των διχασμών, της τοξικότητας του κλίματος, του ανεξέλεγκτου και απύθμενου θυμού, του αισθήματος της ματαίωσης. Ο κόσμος αλλάζει, μαζί του κι εμείς. Με τις ίδιες λέξεις θα περιέγραφαν, ενδεχομένως, τη συνθήκη της καθημερινότητάς τους και άλλοι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί πολίτες.

 
Επιστρέφοντας στην αρχική παρατήρηση του «σκροραλίσματος» στην οθόνη: πώς διαχειρίζεται κανείς τον όγκο των πληροφοριών, την ατέλειωτη ροή «συμβάντων»; 

Με αδιαφορία και απάθεια ή με συσσώρευση άγχους και αγωνίας; 

Η πολυδιάσπαση μήπως έχει μερίδιο ευθύνης στον κοινωνικό κατακερματισμό; 

Στις συνδέσεις που εξασθενούν, στους αρμούς που έχουν χαθεί, στην ελεύθερη περιδίνηση του καθενός μέσα σε ένα δικό του σύμπαν;

Η φράση του Μισέλ Ουελμπέκ από τη «Σεροτονίνη», το τελευταίο βιβλίο του, μοιάζει σα να είναι φτιαγμένη για να δώσει μια πιθανή ερμηνεία. Οχι κατ’ ανάγκη αρνητική: «Και να πώς πεθαίνει ένας πολιτισμός χωρίς φασαρίες, χωρίς κινδύνους, ούτε δράματα και με πολύ λίγη αιματοχυσία, ένας πολιτισμός πεθαίνει απλώς από...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πώς φτάσαμε στον «τσέο»

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Είπε ότι έχει γελάσει πολύ με τα σχόλια στα social media, ονόμασε «σαρδάμ / λάθος» το γεγονός ότι πρόφερε τον CEO της Thomas Cook «Τσέο» και ξετύλιξε στον προσωπικό της λογαριασμό την «εταιρική ορολογία α λα ΣΥΡΙΖΑ».  


Παραδείγματα: Τσιφος ο CFO, Τζιμις ο GM (General Manager), κ.ο.κ. 


Προσπάθησε, δηλαδή, να κάνει χιούμορ με την γκάφα, δημιουργώντας ένα ΣΥΡΙΖΑ στυλ. 


Δεν θα είχε νόημα να σχολιάσουμε περαιτέρω το θέμα αν η 31χρονη κυρία Κατερίνα Νοτοπούλου δεν ήταν μέλος του ελληνικού Κοινοβουλίου και στέλεχος της προηγούμενης κυβέρνησης. Είναι ένας νέος άνθρωπος που σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το βιογραφικό της, και μπήκε από νωρίς στα βάσανα της πολιτικής. Στρατεύθηκε στο κόμμα όχι στη γνώση, θα μπορούσαμε να πούμε λακωνικά. Δεν είναι η πρώτη φορά που νεοφερμένοι στον πολιτικό στίβο πιάνονται «αδιάβαστοι», την τελευταία πενταετία, μάλιστα, έχουν πυκνώσει τα περιστατικά με τον ίδιο τον τέως πρωθυπουργό να ηγείται μιας άτυπης κούρσας απενοχοποίησης των λαθών τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα.

Εάν θελήσουμε να ανοίξουμε όμως λίγο το κάδρο, στην κοινωνία, φεύγοντας από τα πρόσωπα που συνδιαμορφώνουν την εικόνα της χώρας (εντός και εκτός Ελλάδος), τα πράγματα είναι εξίσου σοβαρά. Στην προχθεσινή «Κ» διαβάζουμε για την έκθεση της Κομισιόν «η οποία διαπιστώνει ότι σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% οι Ελληνες μαθητές έχουν χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά, την έκθεση και στις φυσικές επιστήμες, ενώ το 27,3% υστερεί στην ανάγνωση». Οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι χειρότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην ίδια έκθεση αποτυπώνεται ιδιαίτερα χαμηλή συμμετοχή, μόλις 4,5% σε προγράμματα διά βίου μάθησης και κατάρτισης (σελ. 7, του Απόστολου Λακασά).

Ολο και πιο συχνά, εδώ και καιρό είναι η αλήθεια, εκθέσεις από αρμόδιους φορείς επισημαίνουν την «εκπαιδευτική φτώχεια» μας. Οι εγκύκλιες σπουδές, που εξοπλίζουν με βασικές γνώσεις, πάσχουν. Οι μαθητές στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εμφανίζουν ελλείμματα δεξιοτήτων. Οι γενιές αποφοίτων του 21ου αιώνα, από τους οποίους αρκετοί βρίσκονται και στα έδρανα του Κοινοβουλίου, μπορούν να θεωρούν τους δεσμούς μας με την Ευρώπη «ακατάληπτους», να μπερδεύουν το «διάτρητος» με το «διαφανής», να μιλούν για «τυμβωθηρία» αντί για «τυμβωρυχία», να προφέρουν τον CEO Τσέο.

Πρόσωπα εκτεθειμένα στη δημόσια σφαίρα οφείλουν, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, να βρίσκονται σε διαδικασία «διά βίου μάθησης και κατάρτισης». Δεν είναι μόνο τα γλωσσικά λάθη που τροφοδοτούν τον κανιβαλισμό στα social media. Είναι και η περίσσεια κυνισμού και αυτάρκειας. Το λάθος αναβαθμίζεται σε «στυλ» ομιλίας, η ανεπάρκεια προβάλλεται ως ελευθερία έκφρασης, ιδεολογικοποιείται ως η «ελίτ των Χάρβαρντ» από τη μια και οι «μη προνομιούχοι» από την άλλη, ο διχασμός αποκτά (για άλλη μια φορά) και γλωσσικά χαρακτηριστικά. Το λάθος δεν αναγνωρίζεται, έστω διά της σιωπής και προσωρινής απόσυρσης. Οχι. Στον κόσμο του Διαδικτύου κάθε φορά που εκστομίζεται ένα «τσέο» θα πρέπει να «δικαιολογηθεί», να υπάρξει απάντηση, έστω κι αν κάνει τα πράγματα χειρότερα.  


Ο δημόσιος ρόλος στην εποχή μας συγγενεύει με το θράσος, αποστρέφεται τη σύνεση ή τη μετριοπάθεια. Οσο μεγαλύτερα τα κενά και τα ελλείμματα τόσο πιο σκληρή και επιθετική η παρουσία. Ο αμόρφωτος άνθρωπος δεν κρίνεται ακατάλληλος για την πολιτική. Τουναντίον. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς «άριστος» για να εκλεγεί, προφανώς. Οποιος το υποστηρίζει είναι τουλάχιστον αφελής, θυσιάζοντας την πραγματικότητα στο ανέφικτο.

Ομως οι απανωτές εκθέσεις και διαπιστώσεις για τα προβλήματα εκπαίδευσης στη χώρα μας δεν είναι απλώς για να προκαλούν εθνική θλίψη ή να οδηγούν στον εύκολο και ανέξοδο σχολιασμό. Εχουν και συνέπειες. Τις βλέπουμε, τις ακούμε, είναι ορατές, και θα πολλαπλασιάζονται καθώς περνούν τα χρόνια.  


Μία από τις συνέπειες είναι...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το γούστο του ηγεμόνος

Κάθε φορά που γράφεται ένα κείμενο για τις θέσεις των κομμάτων για τον πολιτισμό, με αφορμή μια εκλογική αναμέτρηση, η αίσθηση της ματαιότητας είναι παρούσα. Οσο δε περνούν τα χρόνια, με αποκορύφωμα τη δεκαετία της κρίσης, η ματαιότητα παλιώνει κι αυτή μαζί με την κριτική αποτίμηση, τα γεμάτα πικρία επίθετα, την απαξίωση, που συνοδεύει η αυξανόμενη βεβαιότητα πως πρόκειται για κάτι απολύτως δευτερεύον.  


Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, στις διακηρύξεις, ο πολιτισμός πρωτεύει: τι πυλώνα τον αποκαλούν, τι βαριά βιομηχανία της χώρας!

 
Ομως, τι να εξαγγείλει ένα κόμμα;  


Οι υποσχετικές εξαγγελίες, ούτως ή άλλως, συνδέονται με άλλες εποχές, οριστικά παρελθούσες. Και οι γενικότητες, για τις οποίες προσφέρεται το θέμα, οδηγούν συνήθως σε κείμενα που θυμίζουν εκθέσεις ιδεών. Πολιτισμός και Παιδεία, πολιτισμός και τουρισμός, πολιτισμός και ανάπτυξη, πολιτιστική κληρονομιά κ.ο.κ. 


Υπάρχει πάντως και η καθοριστική συμβολή της Ιστορίας, που βάζει  τα πράγματα στη θέση τους: ηγέτες που έμειναν στην Ιστορία συνέδεσαν το όνομά τους με ένα σημαντικό έργο πολιτισμού. 


 Γράφει ο Κλοντ Μολάρ στο βιβλίο του για την «Πολιτισμική πολιτική από τον Μαλρό στον Λανγκ» (εκδ. Αγρα): «Ο Πομπιντού ήταν πεπεισμένος ότι θα άφηνε βαθύτερα το στίγμα του στην Ιστορία χάρη στο φερώνυμο Κέντρο Τεχνών και Πολιτισμού και όχι εξαιτίας της εισόδου της Μεγάλης Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, υπόθεση ασφαλώς μεγίστης σπουδαιότητας. Αντιστοίχως, για τον Μιτεράν, μετρούσε η πυραμίδα του Λούβρου και όχι τόσο το νομοσχέδιο Auroux (σ.σ.: για το εργασιακό, του 1982), ούτε οι κρατικοποιήσεις ή η είσοδος της Ισπανίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν αφήνει πίσω του ημιτελή προεδρία, διότι δεν αποπεράτωσε το Μουσείο Ορσέ. Ο Ντε Γκωλ, ελλείψει ρηξικέλευθων έργων για τον πολιτισμό, εγείρει σε «μνημειώδη» οντότητα το πρόσωπο του Μαλρό, στη δόξα του οποίου ένας μακρινός διάδοχος του αξιώματος της προεδρίας, ο Ζακ Σιράκ, ανοίγει τις πόρτες του Πανθέου».

 
Παρελθόν· οριστικό. Προς τι, λοιπόν, η αναφορά;  


Εδώ και πολλά, πλέον, χρόνια, ο πολιτισμός είναι στο περιθώριο της εθνικής πολιτικής, έχει απολέσει τον χαρακτήρα του αναγκαίου. Δεν είναι μόνο οι διαρκείς μειώσεις του προϋπολογισμού. Είναι, κυρίως, η αποσύνδεση της πολιτικής εξουσίας από τον πολιτισμό. 


Η παρουσία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είναι ασφαλώς απαραίτητη και αναντικατάστατη. Ας αναλογιστούμε μόνο πόσο ασφυκτικά φτωχότεροι θα είμαστε χωρίς τη λειτουργία του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Σπουδαίο έργο, που εγκαινιάστηκε μάλιστα εν μέσω του ορυμαγδού της χειρότερης κρίσης για τη χώρα. Αλλά η ανάγκη να συμβάλει η πολιτεία σε έργα πολιτισμού ούτε περιορίζεται ούτε υποκαθίσταται. Η σχέση του κράτους με τον πολιτισμό λειτουργεί ως παράδειγμα. Κι αυτό δεν ενέχει καμία νοσταλγία για τις εποχές του κρατικού συσσιτίου, του κράτους-πατερούλη ή του απωθητικού, γιατί είναι καταστροφικός, και αντιαναπτυξιακού κρατισμού. Είναι άλλη συνθήκη η ενίσχυση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, η διεύρυνση της πολιτιστικής γεωγραφίας με την αποφασιστική συμμετοχή της χορηγίας και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και εντελώς διαφορετική η αποξένωση της πολιτικής εξουσίας από τον πολιτισμό. Στη δεύτερη περίπτωση το «μήνυμα» προς τους πολίτες φτάνει απογυμνωμένο από βασικά συστατικά που βοηθούν στην εδραίωση ενός αισθήματος περηφάνιας – μακριά από εθνικισμούς, πατριδοκαπηλίες και ιδεοληψίες. Ο λαϊκισμός εξάλλου εισβάλλει ευκολότερα όπου δεν ορθώνονται άμυνες.

 
To γούστο του ηγεμόνος, ο τρόπος που μιλάει, που συμπεριφέρεται, οι επιλογές που κάνει, οι ανάγκες που ιεραρχεί, το κριτήριο και ο τρόπος του να επικοινωνεί, να απαντάει, οι εκφράσεις του, οι προτιμήσεις του, όλα συνέχουν ένα λαό και μια χώρα. Είναι συγκολλητική ουσία. 


Αν η αγραμματοσύνη αποενοχοποιείται από τα πρωθυπουργικά λάθη στη γλώσσα, άλλο τόσο και οι τέχνες και η ανάγκη να ανοίξουν και να λειτουργήσουν μουσεία (ας σκεφτούμε μόνο το ΕΜΣΤ και την Εθνική Πινακοθήκη) αδρανοποιούνται –αν δεν γίνονται ανέκδοτα– όταν η πολιτική κορυφή τα αγνοεί επιδεικτικά.
 
Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο αφηρημένο ανάχωμα,  είναι και...