"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΦΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΦΑΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΓΙΟΡΤΕΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Γάντια μιας χρήσης




Η εκπομπή τελείωνε. Περασμένα μεσάνυχτα, η Ημέρα γιορτάστηκε με τυμπανοκρουσίες και λογύδρια συμφιλίωσης και συμπαράταξης. Κάποιες κυρίες από το αρχικό πάνελ, που δεν ξεπέρασαν λεπτό την αμηχανία τους για την αναγκαστική συνύπαρξη με ένα ευρύτατο δείγμα επαγγελματικής χειραφέτησης, είχαν ήδη αποχωρήσει και στο κάτω μέρος της οθόνης έτρεχαν οι τίτλοι τέλους.

 

Είχαμε περάσει ωραία, όταν στο μεσοδιάστημα δεν αλλάζαμε συχνότητες, με ωραία τραγούδια από ωραίες φωνές. Και μόνο η αναφορά τού οικοδεσπότη στις αδικοχαμένες Τζένη Βάνου και Βίκυ Μοσχολιού ήταν αρκετή να μας συνδέσει με τη φωσφορούχα πίστα της εκπομπής που θεωρείται -δικαίως- μπλου τσιπ στο χρηματιστήριο του γυάλινου κόσμου.



Κι εκεί που λέγαμε «Καλά ήταν και δεν μας κόστισε μία», ακούστηκε η ατάκα από το στόμα της παρούσας συγγραφέως με τη σιγουριά της ωριμότητας στην όψη και τη σπίθα φωτιάς στα μάτια που σιγοντάριζε το... κοκαλάκι στα μαλλιά και τα χρυσά δαχτυλιδάκια που κοσμούσαν όλα της τα δάχτυλα.

 
Στην ερώτηση του οικοδεσπότη για την απήχηση του έργου της, η γλυκύτατη κυρία είπε το εξής μοναδικό:

«Τον πληγωμένο άνθρωπο δεν τον πλησιάζεις φορώντας γάντια...».



Και εγένετο φως! Το στούντιο ξαφνικά μεγάλωσε και ψήλωσε, τα φώτα δυνάμωσαν, τα πρόσωπα έλαμψαν από τη δύναμη της αλήθειας που ξεπερνάει το υποχρεωτικό και το στημένο. Κι όλες οι παρευρισκόμενες ξέχασαν για λίγο τους τίτλους και τα πτυχία επαγγελματικής κατάρτισης -από υποπλοίαρχο σε οδηγό νταλίκας κι από διάσημη φωτογράφο σε δεξιοτέχνη του μπουζουκιού που βάζει τα γυαλιά στον Χιώτη- κι ο χρόνος έχασε τη σημασία του. Γιατί όλες, μα όλες αγκαλιάστηκαν πάνω από το προφανές που γεννιέται όταν ο άνθρωπος δεν ξεχνάει πως είναι άνθρωπος. Κι εκεί που ετοιμάζεσαι να πιάσεις το βιβλίο που χάσκει μισάνοιχτο πλάι σου, σβήνεις το φως κι αφήνεσαι στη σκέψη αυτών των λέξεων που σε ταξιδεύουν καλύτερα από τις νότες και τα τραγούδια όλου του κόσμου. 


Τα γάντια μπορεί να προστατεύουν τα χέρια, αλλά αφήνουν ακάλυπτη την ψυχή. Χαρίζουν την ψευδαίσθηση της θαλπωρής και της πάστρας, αλλά είναι ένα μονωτικό υλικό που δεν ανακυκλώνεται στον κάδο της αλήθειας και της έγνοιας για το συνάνθρωπο. Δεν μπορείς να αγαπάς από απόσταση. Δεν γίνεται να νοιάζεσαι για τον απόβλητο χωρίς να σκύψεις πάνω του. Δεν μπορείς να τον ρωτάς αν πονάει, χωρίς να τον αγγίζεις.



Οι δρόμοι γέμισαν γαντοφορεμένους συμπονετικούς που προσθέσανε άλλη μια σειρά στο πλούσιο βιογραφικό τους... «Μέλος Ανθρωπιστικής Οργάνωσης που δραστηριοποιείται» κ.λπ. κ.λπ.



Οι δρόμοι έπηξαν στην κατανόηση των γαντοφορεμένων που γεμίζουν την ώρα τους και σκοτώνουν την ανία τους, αλλάζοντας γάντια ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης.




Οι δρόμοι γυαλίζουν από το αστραφτερό χαμόγελο των φιλάνθρωπων που προσφέρουν αφειδώς την παρουσία τους, αλλά όχι τα γυμνά τους χέρια.



«Κοίτα από απόσταση και μην πλησιάζεις». «Το καλό δεν έχει πρόσωπο, το κακό έχει».



«Μπορείς κι από μακριά. Στείλε τον οβολό σου μέσω τραπεζικής επιταγής ή στην ηλεκτρονική δ/νση...». 



Η καλοσύνη έχει φαρδιές τσέπες, το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας.



Αντίθετα, η φροντίδα του ανήμπορου φοράει στενά ρούχα.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πάρε κόσμε...



Κάτι από τη φθινοπωρινή ψύχρα και τα σέπια χρώματα της γης έχουν οι τελευταίες κυβερνητικές εξαγγελίες για τη μείωση κατά πέντε χρόνια του συντάξιμου χρόνου στους αγρότες. Κάτι ανάμεσα σε καφέ, πορτοκαλί, κίτρινο της ώχρας και μια υποψία μούχλας που κάνει το χώμα να γυαλίζει και να γλιστράει. Προηγήθηκαν τα «Επεα Πτερόεντα» της ΔΕΘ σαν τα σκόρπια φύλλα από τα πλατάνια και τους σφένδαμους που αποχαιρέτησαν νωρίς ένα καλοκαίρι δροσερό με βροχές και πλημμύρες.

 

Εξαγγελίες αυτού του τύπου με... υπουργική απόφαση και με τη βούλα τού ανά πάσα στιγμή ανακλητέου, μας κάνουν ακόμη πιο επιφυλακτικούς, ιδιαίτερα όταν οι φίλεργοι υπουργοί φημίζονται για μια γενναιοδωρία που δεν βγαίνει από την τσέπη τους και δεν τιμωρείται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως καθ' έξιν παραπλανητική.



Κι ας μη βιαστούν οι αγρότες να μας κρίνουν που χαλάμε το πάρτι τους, ούτε οι αναπληρωτές καθηγητές που τους θυμήθηκαν κατόπιν εορτής, ούτε της γης οι πικραμένοι που ονειρεύονται 751 καρβέλια στον κατώτατο βασικό. Αρκεί μια ματιά στα δελτία ειδήσεων της κρατικής ΝΕΡΙΤ και των λοιπών ΜΜΕ, για να αντιληφθεί κανείς πως οι εκλογές φτάνουν με τα πρωτοβρόχια, ή αργότερα με τις ανοιξιάτικες μπόρες, κι όποιος δεν κρατάει γερή ομπρέλα κινδυνεύει να παρασυρθεί από τα απόνερα της παροχολογίας και να πνιγεί στις λάσπες της πολιτικής.



Αναζητάμε μια χαραμάδα για να μπει το φως, ανάβουμε τις λάμπες της αισιοδοξίας στο σολάριουμ της καθημερινότητας κι αντί το υγιές σοκολατί της ξεγνοιασιάς, μας χρωματίζει πατόκορφα το μαύρο κατάμαυρο της απαισιοδοξίας, αφήνοντας δαχτυλιές στα άσπρα του καλοκαιριού...



Κι όπως μετράμε με τα δάχτυλα μέχρι τα 180... ένας κομήτης περνάει ξυστά απ' το παράθυρό μας για να καεί με κρότο σαν πασχαλιάτικη στρακαστρούκα, φωνάζοντας:

«Ζήτω η Ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς».



Κι αμέσως μετά, ένας άλλος κομήτης που καίγεται στα εξ ων συνετέθη με ανάλογο σύνθημα:  
«Ζήτω η Ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς».



Και πιο πέρα, ένας άλλος πολιτικός χύνει τα κροκοδείλια δάκρυά του γιατί το άλλοτε ρωμαλέο ΠΑΣΟΚ κατάντησε βαλίτσα -έστω Louis Vuitton- στα χέρια του νυν προέδρου του που περιφέρει ανά την Ευρώπη σαν Ρώσος εμιγκρές μετά τον τουφεκισμό των Ρομανώφ, ενώ μια μικρή ομάδα πολιτών και κεκοιμισμένων συνδικαλιστών σκοτώνονται για το άνοιγμα ή ου των καταστημάτων τις Κυριακές.



Και θυμηθήκαμε στο πρόσφατο ταξίδι μας σε επαρχιακή πόλη της Γαλλίας πως την Κυριακή τα πάντα ήταν κλειστά εκτός από τρεις ομίλους πολυκαταστημάτων (Η&Μ, Zara και Gallerie Lafayette) που λειτουργούσαν απρόσκοπτα χωρίς νταβατζιλίκια και εκφοβισμούς υπαλλήλων και πελατών. Καμία πικρία από την πλευρά των «μικρών», κανείς βάσανος από την πλευρά των υπαλλήλων και ικανοποίηση απόλυτη από την πλευρά των τουριστών για τα ψώνια της τελευταίας στιγμής.



Στην πατρίδα μας καταργήσαμε το αυτονόητο που πηγάζει από τη Κοινή Λογική. Κι από τη στιγμή που το ξεχάσαμε, πρέπει σε κάθε περίπτωση να το επανεφεύρουμε με κόστος σε δυνάμεις και χρήμα.



Κι όσο το αγνοούμε μαζί με τους υπόλοιπους, τόσο φυτρώνουν τα ζιζάνια της παραοικονομίας, της φοροδιαφυγής, της αδήλωτης εργασίας.



Ανηφορίζαμε τη Σταδίου λίγο πιο πάνω από τη συμβολή της με την Ομόνοια. Μέρα μεσημέρι, ο ήλιος ντάλα και στο δεξί μέρος ένα καρότσι, μια ομπρέλα θαλάσσης και μια καρέκλα πάνω στην οποία καλοκοιμάται ο μαυρούλης τον ύπνο του δικαίου. Το καρότσι τίγκα στο εμπόρευμα -μαϊμούδες Fahrenheit του Dior προς 3 ευρώ- και η πολυπληθής πελατεία δεν μπαίνει καν στον κόπο να τον ξυπνήσει. Αφήνει τα 3 ευρώ, παίρνει το προϊόν κι αν θέλει ρέστα, συνεννοούνται μεταξύ τους αλλάζοντας τα λεφτά. Ησυχα, καθαρά και εντελώς, μα εντελώς παράνομα.



Αυτή είναι η πραγματικότητά μας

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Παπούτσι από τον τόπο σου?



Κοιτάζουμε και ξανακοιτάζουμε τη φωτό που έπεσε στα χέρια μας κι αδυνατούμε να πιστέψουμε πως δεν είναι προϊόν μοντάζ

Ενας συμπαθητικός χαμογελαστός τριανταπεντάρης αγκαλιά με τη γυναίκα και το παιδί του φωτογραφίζεται όλο χαρά σε κάποια παραλία της Κρήτης.
 
Αν δεν συνέβαινε ο εν λόγω τουρίστας να είναι ο πρωθυπουργός της Εσθονίας Ταάβι Ρούιβας, που ήρθε για διακοπές και δεν ήταν ξυπόλυτος, το θέαμα δεν θα μας ενδιέφερε και δεν θα διέφερε από ανάλογα ενσταντανέ που στολίζουν το φωτογραφικό άλμπουμ διακοπών του μισού πλανήτη.

Αλλά ένας πρωθυπουργός, έστω και μικρής χώρας, χωρίς φανφάρες και φουσκωτούς, χωρίς λιμουζίνες και τα συνακόλουθα... αξεσουάρ, σου ανοίγει την καρδιά, πολύ περισσότερο όταν τυγχάνει ξυπόλυτος.

Αυτή η αίσθηση της ελευθερίας που σου στερούν τα παπούτσια, αυτή η ανάγκη να πατάς τη γη και να οπλίζεσαι με δύναμη σαν τον Ανταίο, αυτό το μοναδικό προνόμιο να τσαλαβουτάς σε κρυστάλλινα νερά, να βρέχεσαι, να λερώνεσαι και πάλι να λερώνεσαι διασχίζοντας γυμνόπους στεριές και θάλασσες, είναι η άλλη πλευρά της χαράς που κρύβεται στα μικρά, τα απλά και τα ανθρώπινα μέτρα.

Κι όπως οι συνθήκες αλλάζουν από γιαλό σε γιαλό κι από γωνιά σε γωνιά, λίγο ανατολικότερα στην καθημαγμένη Λωρίδα της Γάζας, ένα άλλο ζευγάρι παπούτσια στα πόδια ενός νεκρού Παλαιστίνιου έγινε το αδιάψευστο τεκμήριο της ταυτότητάς του, αυτής που δεν κατάφερε να εξαφανίσει η οβίδα που κυριολεκτικά τον διέλυσε. Τα καινούργια καφετιά δερμάτινα παπούτσια που φορούσε έγιναν το δαχτυλικό του αποτύπωμα για τη δύστυχη γυναίκα που στεκόταν δίπλα στο πτώμα χωρίς να αναγνωρίζει τον άντρα της.

Μέχρι που το βλέμμα της έπεσε στα καινούργια καφετιά δερμάτινα παπούτσια...

Ή στο ένα παπουτσάκι, μαύρο και σκονισμένο, της μικρής Αζχρά -το άλλο ποιος ξέρει πού βρισκόταν πεταμένο- που στόλιζε το ποδαράκι της στο μικρό φέρετρο. Κι όσο πατέρας και μάνα σπάραζαν πάνω από το μικρό κιβούρι, εκείνο το γυμνό ποδαράκι μάς συγκλόνισε περισσότερο από την ίδια την τραγωδία.

Και μια και μιλάμε για παιδιά, θέλουμε να σας θυμίσουμε τις συγκλονιστικές φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου από την Ελλάδα των δεκαετιών του '50 και του '60. Με τη δύναμη του φακού της και τη βαθιά αγάπη της για αυτή την πέτρα που την πυρώνει ο ήλιος και τη δέρνει η βροχή, η Παπαϊωάννου ζωντάνεψε τη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέσα από στιγμιότυπα που δεν έχουν ταίρι στην ιστορία της φωτογραφίας.

Αρκεί να κοιτάξεις τη φωτό με τα δύο κοριτσάκια 4 ή 5 ετών, μπροστά στον καθρέφτη που κρατάει κάποια μεγαλύτερη, να αστραποβολούν από χαρά καθώς απολαμβάνουν... εις διπλούν τα πρώτα τους παπούτσια, εκείνα που δένανε με κουμπάκι στο πλάι.

Ή την άλλη, πάλι κοριτσιού λίγο μεγαλύτερου, που, έκθαμβο στη θέα αυτών των μικρών μαύρων θαυμάτων, σηκώνει το μικρό της πόδι και το κοιτάζει από πίσω.

Κι όλοι εμείς οι χορτάτοι, οι γκρινιάρηδες, οι σχολαστικοί και μονίμως δυσαρεστημένοι, που χαζεύουμε τα λάφυρα μιας καταναλωτικής μανίας που μας έριξε στα αβαθή, την ώρα που αναρωτιόμαστε ποιο ζευγάρι παπούτσια ταιριάζει στη ζώνη μας, ας δούμε τις φωτογραφίες του Εσθονού πρωθυπουργού ή των μικρών κοριτσιών κι ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας.

Γεννηθήκαμε ελεύθεροι αλλά καθεύδουμε ντυμένοι και παπουτσωμένοι, χωρίς να τολμούμε να πατήσουμε ξυπόλυτοι, να νιώσουμε ξανά ευάλωτοι κι ανθρώπινοι.

Και δεν κοστίζει πολύ η ευτυχία:

ΠΟΛΕΜΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Φοβάμαι, μαμά...

«Καλησπέρα, γείτονα».

«Καλησπέρα και σε σένα».

«Τι κάνεις;»

«Τι να κάνω; Φοβάμαι. Εσύ;»

«Εγώ, τι;»

«Εσύ, δεν φοβάσαι;»

«Κι εγώ φοβάμαι, αλλά τι μπορώ να κάνω; Κάθομαι στα σκοτεινά και περιμένω. Το έστειλες;» 

«Οχι, ακόμα. Οπου να 'ναι θα το λάβεις. Μη ξεχάσεις να μου στείλεις το δικό σου. Γείτονες είμαστε, ας βοηθήσει ο ένας τον άλλον».

«Δεν σε ξεχνώ. Και να θέλω, δεν μπορώ. Απλά περιμένω να μας ειδοποιήσουν πότε θα αρχίσει το πανηγύρι. Πώς είναι τα πράγματα από την άλλη πλευρά;» 

«Πώς να είναι; Μαύρα και άραχλα. Ευτυχώς, τα παιδιά μου είναι καλά. Τα δικά σου;» 

«Και τα δικά μου. Μόλις που τέλειωσαν με τα σχολεία κι είπαν να ξεσκάσουν, κλειδαμπαρώθηκαν στα καταφύγια. Ας είναι όλου του κόσμου τα παιδιά γερά, εμείς τα φάγαμε τα ψωμιά μας».

«Ακουσα πως θα σας βομβαρδίσουμε μεταξύ 10 και 12 το βράδυ. Εχε το νου σου».

«Σ' ευχαριστώ, γείτονα. Κι εγώ, πως θα σας πλήξουμε ξημερώματα. Κι εσείς να πάτε στο καταφύγιο έγκαιρα. Καμιά φορά άλλα λένε κι άλλα κάνουν». 

«Το κινητό σου ΟΚ; Ρωτάω, μη και δεν λάβεις το μήνυμά μου». 

«Μην ανησυχείς. Το φόρτισα και περιμένω. Ευτυχώς που έχουμε την τεχνολογία με το μέρος μας». 

«Αυτή την τεχνολογία, γιατί η άλλη μάς πήρε και μας σήκωσε. Πάντως, η δική μας τηλεφωνία έχει free μηνύματα κι απεριόριστη περιαγωγή για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης»
.
«Κι η δική μας. Να 'ναι καλά που μας σκέφτονται. Μέσα στο χάος, να σου χρεώνουν εξτρά τα μηνύματα συμπαράστασης είναι απάνθρωπο. Πότε θα τα ξαναπούμε;» 

«Μακάρι να ήξερα. Ετσι όπως μας τρέχουν, ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το αύριο; Πάντως, χάρηκα που τα είπαμε. Να σε έχει ο Θεός σου καλά». 

«Κι ο δικός σου Θεός, γείτονα. Κι επειδή μ' αρέσει να είμαι αισιόδοξος, έλα να δώσουμε ένα τηλεφωνικό ραντεβού στο φλου, κι άμα κάτσει, έκατσε. Τι λες, για μεθαύριο βράδυ;» 

«Εντάξει φίλε. Μεθαύριο βράδυ».

«Το νου σου στα παιδιά». 

«Αμήν. Και στα δικά σου».

Μόλις διαβάσατε ένα φανταστικό διάλογο ανάμεσα σε έναν Ισραηλίτη και έναν Παλαιστίνιο, με αφορμή την είδηση που μας εντυπωσίασε και που δεν θέλαμε να αφήσουμε ασχολίαστη.

Κάπου 500.000 SMS έστειλε η Χαμάς μέσω κινητής τηλεφωνίας στους Εβραίους, προειδοποιώντας τους για επικείμενους βομβαρδισμούς.

Κι άλλα 150.000 μηνύματα έστειλε η άλλη πλευρά στους Παλαιστινίους για τις ώρες και τους στόχους που θα πληγούν από τα πυρά της.

Κι είναι απορίας άξιο πώς, εκεί που ο παραλογισμός του πολέμου περισσεύει, υπάρχουν και κάποια μυαλά που επιστρατεύουν το τηλέφωνο για να περιορίσουν, όσο μπορούν, τις ανθρώπινες απώλειες.

Βέβαια, ας μην αισιοδοξούμε, είναι βαρύ το κόστος σε ζωές, ειδικά για τους Παλαιστινίους. Αλλά αν με ένα απλό SMS υπάρχει η δυνατότητα να σωθεί έστω και ΕΝΑΣ από κάθε πλευρά, τότε χαλάλι οι παρακολουθήσεις, χαλάλι οι υποκλοπές, χαλάλι τα όσα τραγικά και ανόσια έβγαλε στη φόρα ο Σνόουντεν.

Δεν θέλουμε να μπούμε στη μέση μιας διελκυστίνδας που δεν λέει να χορτάσει αίμα και πόνο. Κι ούτε αρεσκόμαστε στα εύκολα συμπεράσματα περί κακών και καλών.

Αλλά σε μια γεωγραφική περιοχή που δεν έπαψε να τρέμει από συστάσεώς της, το γεγονός πως ανταλλάσσονται μηνύματα προειδοποιητικά των προθέσεων της άλλης πλευράς, είναι κάτι που γεννάει μια αμυδρή ελπίδα για ένα αύριο πιο ασφαλές.

Κι ίσως με την παραπέρα πρόοδο της τεχνολογίας, λέμε ίσως, η προαιώνια έχθρα ανάμεσα σε γείτονες και μη, να μείνει στα χαρτιά και τα λόγια των τυφλών και των ανάλγητων. 

«Ε, γείτονα, κοιμάσαι;» 

«Οχι. Περίμενα να με πάρεις. Ολα καλά;»

«Ολα. Πάει και σήμερα. Για αύριο έχει ο Θεός». 

«Τα παιδιά σου;» 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Το 5 της Coco


 
«Τι έχουμε σήμερα;» 


«Το συνηθισμένο. Κοκκινιστό με πατάτες». 


«Μακάρι, αλλά δεν εννοούσα αυτό». 


«Συνήθως όταν ρωτάς, το μενού έχεις στο μυαλό σου». 


«Το μενού, ναι, όχι όμως αυτό. Το άλλο».


«Ποιο άλλο; Αυτό δεν τρώμε κάθε Κυριακή;» 


«Εμείς ναι, αλλά οι αναγνώστες της "Ε" τρώνε άλλο πιάτο. Κι αυτό δεν μαγειρεύτηκε ακόμη». 


«Πήγε κιόλας Κυριακή;» 


«Αν πήγε, κοίτα τα δελτία ειδήσεων. Εβγαλαν ήδη τον επόμενο Πρόεδρο». 


«Ασε τα δελτία να βγάζουν κάθε μέρα πρόεδρο κι έλα να βρούμε το θέμα». 


«Εγώ θα ήθελα να μιλήσουμε για τα δυο δεκατριάχρονα από την Ινδία που ανέβηκαν στην υψηλότερη κορυφή του Εβερεστ σε 52 ημέρες, ύστερα από σκληρή προπόνηση». 


«Κι εγώ θα το ήθελα, αν δεν υπήρχαν τα άλλα δυο δεκατριάχρονα, πάλι από την Ινδία, που βιάστηκαν και απαγχονίστηκαν. Δεν το χωράει ο νους μου. Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι». 


«Εχεις δίκιο. Ας αφήσουμε τα δυσάρεστα κι ας πάμε στην Αφρική. Να μιλήσουμε για την 27χρονη έγκυο από το Σουδάν που καταδικάστηκε σε θάνατο δι' απαγχονισμού, επειδή ασπάστηκε το Χριστιανισμό». 


«Αυτό είναι το ευχάριστο; Σήμερα ξύπνησες κεφάτος. Θα μου κάνεις την καρδιά περιβόλι. Ευτυχώς που η εκτέλεση απετράπη και η γυναίκα είναι ελεύθερη. Βλέπεις, πώς αποδίδουν οι διεθνείς πιέσεις;» 


«Το βλέπω, αλλά να αποδίδουν ακριβοδίκαια και όχι μόνο κατ' εντολή». 


«Τι θες να πεις;» 


«Να, δεν είναι φρόνιμο να ξεκινήσει μια διεθνής εκστρατεία για τη σωτηρία της... Chanel;» 


«Γιατί, απειλείται με πτώχευση η Mademoiselle;» 


«Οχι ακριβώς, αλλά απειλείται με απόσυρση το Ν.5». 


«Και τι είναι το Ν.5;» 


«Πλάκα κάνεις; Ποιος δεν γνωρίζει τη ναυαρχίδα της παγκόσμιας αρωματοποιίας; Φαντάσου, αυτός ο μύθος απειλείται με απόσυρση». 


«Δεν πουλάει πια;» 


«Οχιιιι. Ξεσκίζεται στις πωλήσεις. Αλλά φταίνε κάποιες "ευαίσθητες" μύτες στην Ε.Ε. που έκριναν πως τα βρύα που περιέχει, μπορεί να προκαλέσουν αλλεργίες. Αλλα κι άλλα δεν τους μυρίζουν, το Ν.5 τούς ξίνισε. Υστερα από 91 χρόνια κυκλοφορίας, τώρα ανακάλυψαν τα βρύα. Για τα... έμβρυα στις κρέμες δεν λένε κουβέντα. Τέλος πάντων. Να μη μιλήσω...». 


«Ωραία, αλλά εσύ γιατί σκας; Ούτε εσύ το φοράς, ούτε η γυναίκα σου. Ασε τη Chanel να ξεμπερδέψει»


«Με πνίγει το δίκιο. Είμαι πάντα δίπλα στο ανήσυχο πνεύμα που είναι μπροστά από την εποχή του. Και η Mademoiselle κάλπαζε... Ξέρεις τι είναι να χτυπάς το κατεστημένο και να ρίχνεις στην αγορά κάτι τόσο ρηξικέλευθο;» 


«Για να είμαι ειλικρινής, δεν καταλαβαίνω το "ρηξικέλευθο"; Μια έξυπνη εμπορική κίνηση και τίποτα περισσότερο». 


«Πας καλά; Δύο κατηγορίες αρωμάτων κυκλοφορούσαν το '20. Η μία για τις ευυπόληπτες κυρίες και η δεύτερη για τις πουτάνες! Οι πρώτες είχαν ένα καθαρό άρωμα μιας μόνο κατηγορίας λουλουδιών και οι δεύτερες κάτι προκλητικό, έντονο και ερεθιστικά ζωώδες. Η Chanel ανέτρεψε το σκηνικό». 


«Πώς το ανέτρεψε; Εβαλε τα δύο αρώματα σε ένα μπουκάλι;» 


«Ή αφελής είσαι ή τον αφελή παριστάνεις. Η Chanel αντιλήφθηκε πως η δεκαετία του '20 ήταν έτοιμη να υποδεχτεί ένα νέο κίνημα στη γυναικεία χειραφέτηση και το καινούριο άρωμα συμβάδιζε βήμα βήμα με την ανεξαρτησία, την τόλμη και την ελευθερία που φυσούσε κάτω από τους κορσέδες τους. Ηρθε κι έδεσε που λένε».


«Και γιατί Ν.5; Δεν βρήκε τίποτα καλύτερο σε όνομα;» 


«Γιατί κατά τη Chanel, το 5 συμβολίζει τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, πέρα από τις αναμνήσεις από το ορφανοτροφείο που μεγάλωσε. Τα μονοπάτια και οι δρόμοι γύρο απ' αυτό, έμοιαζαν με πεντάρια. Κάτι ακόμη, στο τελικό τεστ, παρέταξε διαφορετικά δείγματα αρωμάτων με αριθμούς από το 1 ώς το 5 και από το 20 ώς το 24. Οι περισσότεροι διάλεξαν το Ν.5. Κι εκείνη, πολύ σοφά, το κράτησε». 


«Εχω μια ιδέα»

KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενας σεισμός θα μας σώσει



«Μην κουνιέσαι».

 
«Μα δεν κουνιέμαι».


«Προσπαθώ να συγκεντρωθώ και δεν μ' αφήνεις».


«Ειλικρινά, δεν κουνιέμαι. Εσύ κουνιέσαι. Κοίτα το τραπέζι».


«Δεν είμαι εγώ. Ο Αστον είναι, που κουνάει την ουρά του».


«Ο Αστον κουνάει το φωτιστικό της οροφής; Ο Αστον ανοιγοκλείνει την πόρτα;»


«Λες;»


«Σεισμοοοοός!»


Κάπως έτσι έγινε η γνωριμία μας με τον κύριο Εγκέλαδο, στην πιο αιφνιδιαστική και τρομακτική του επίσκεψη από τότε που η μνήμη μας κρατάει καλαντάρι. Κι είναι αλήθεια πως παρά τις όποιες περιπέτειες ζήσαμε τελευταία σαν χώρα, η δική μας περιοχή περιορίστηκε σε επιφανειακά χαιρετίσματα, χωρίς σφιχτούς εναγκαλισμούς και καυτές συνευρέσεις μαζί του.


Μέχρι προχθές, όταν στα καλά καθούμενα συνειδητοποιήσαμε τον πανικό που γεννιέται από το υπόγειο βουητό και το θυμό μιας ανεξέλεγκτης οργής που ξεσπάει επί δικαίους και αδίκους

Και θα ήμασταν ακόμη στην αρχή μιας ατέρμονης γκρίνιας για το ποιος κουνάει το τραπέζι αν, ταυτόχρονα με τη βουή, δεν ακολουθούσαν οι υστερικές κραυγές των μανάδων που καλούσαν τα παιδιά κοντά τους.


Μπήκε το καλοκαίρι και οι δρόμοι σφύζουν από παιδικές παρέες. Προσθέστε και τη μέρα, Σάββατο, με τα σχολεία κλειστά, και ιδού το σκηνικό μιας παρ' ολίγον τραγωδίας που αποφεύχθηκε επειδή ο Εγκέλαδος χουζούρευε.


«Στη Βόλβη είναι το επίκεντρο», άρχισαν αμέσως οι Παπαζάχοι.


«Οχι, μεταξύ Λήμνου και Αλεξανδρούπολης», διαφωνούσαν οι Τσελέντηδες.


«Κάπου στον κόλπο του Αθω. Η Αμμουλιανή έχει προϊστορία», έλεγαν κάποιοι άλλοι.


«Ενεργοποιήθηκε το ρήγμα της Ανατολίας», πρόσθεσαν οι πιο σχετικοί.


«Και το βάθος;»


«Αμέτρητο».


«Πας καλά; Με τόσο ταρακούνημα πρέπει να ήταν μικρό. Πάνω, πάνω».


«Πάνω, πάνω είναι το μυαλό που κουβαλάς».


«Και οι μετασεισμοί;»


«Φτύσε στον κόρφο σου, γρουσούζη!»


«Μα οι δημοσκοπήσεις είπαν να τους περιμένουμε...»


«Πότε;»


«Σε μια βδομάδα. Κυριακή μέρα Θεού».


«Οι μετασεισμοί έρχονται δύο μέρες μετά. Το πολύ. Τι είδους σεισμός είναι αυτός που έχει τόσο ασφαλή πρόγνωση και τόσο μεγάλο... ηφαιστειακό βάθος;»


«Ξέρω 'γώ; Εσείς δεν ακούτε τους... σεισμολόγους;»


«Οχι! Ή μάλλον τους ακούμε, αλλά κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Ο,τι κι αν λένε, όσα Ρίχτερ κι αν κουβαλάνε, εμείς δεν πρόκειται να σηκωθούμε απ' το κρεβάτι μας».


«Είστε σοβαροί; Κι αν σας πλακώσει το σπίτι; Δεν φοβάστε μην ταφείτε κάτω απ' τα ερείπια;»


«Πλάκα έχεις. Να φοβηθούμε εμείς; Ξέρεις πόσες φορές μάς ξέγραψαν κι εμείς αναστηθήκαμε; Ο Λάζαρος δεν φτουράει μπροστά μας. Οσο νταβαντούρι κι αν κάνει ο Εγκέλαδος, εμείς δεν αφήνουμε το σπιτάκι μας. Δυο χρονάκια ακόμη, θέλουν δεν θέλουν, είναι δικό μας. Αργότερα, θα δούμε».


«Τι θα δείτε; Σας βρίσκω πολύ αισιόδοξους. Ξέρετε από τώρα πως δυο χρόνια μετά θα ξαναγίνει σεισμός;»


«Φυσικά. Είναι μέσα στις προβλέψεις μας».


«Και τι λένε οι προβλέψεις σας;»


«Πως θα γίνει μεγάλο ταρακούνημα».


«Πολλά Ρίχτερ;»


«Πάρα πολλά».


«Κι αφού το ξέρετε από τώρα, γιατί δεν το λέτε στον κοσμάκη, να λάβει τα μέτρα του;»


«Τα μέτρα τα παίρνουμε εμείς για λογαριασμό του. Αν ο κοσμάκης, όπως λες, είναι ενημερωμένος, θα προκληθεί πανικός. Είναι καλύτερα ο σεισμός να τον πιάσει στον ύπνο. Κι όποιος σώθηκε, σώθηκε».


«Μα αυτό το βρίσκω απάνθρωπο, εξοργιστικό. Δεν είναι τακτική από ανθρώπους που κατοικούν σε τέτοιο σπίτι. Και στο φινάλε, δεν είναι και δικό σας. Με ενοίκιο μένετε. Κάντε κάτι να το διατηρήσετε γερό, για να βγείτε κι εσείς σώοι».


«Ακουσε, αγαπητέ μου. Ο Εγκέλαδος μας... γνωρίζει».


«Τι πράμα;»


«Οπως το άκουσες. Και πολύ καλά μάλιστα. Ποτέ δεν θα κάνει κάτι εις βάρος μας. Μπορεί το σύμπαν να καταρρεύσει, μπορεί να μη μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα, αλλά ΕΜΕΙΣ δεν χανόμαστε. Το πολύ πολύ να αλλάξουμε πλευρό».


«Και ο κοσμάκης;»


ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το τυρί και το ποντίκι


Εκλογές συμβαίνουν και αλλού. Οχι του τύπου «Αυτοδιοικητικές και Αυτοκινούμενες» που λέει ο λόγος. Ούτε για να «αναδείξουμε τις προοδευτικές δυνάμεις» κατά τον Γ. Παπανδρέου. Αυτές οι έρμες προοδευτικές δυνάμεις, που όλο προσπαθούν κι όλο σιδηροδέσμιες τις κρατάνε οι κακοί πολιτικοί και οι συγκυρίες, βρήκαν τώρα την ευκαιρία να βγάλουν τον απύλωτο και να εκφραστούν με ψηφοδέλτιο μέσα στο πνεύμα και το γράμμα της ελευθερίας.
 
Εκλογές να 'ναι κι ό,τι θέλει ας είναι. Λεπτό προς λεπτό το αποτέλεσμα, γαβγίζουν οι πάντες, μη και χαθεί η έκπληξη. Μη και βρεθεί παραδίπλα ο ανταγωνιστής και μας κλέψει το νικητή. Κι όσο τα νούμερα αθροίζονται και δεν βγαίνουν, άλλο τόσο ο χρόνος πρόβλεψης πέφτει στο δευτερόλεπτο. Ελάτε σε μας. Εμείς δεν είμαστε προδότες. Είμαστε μειοδότες. Είμαστε πατενταρισμένα οι καλύτεροι. Κάνουμε την καλύτερη μαντεψιά και δεν ζητάμε τίποτα. Μόνο το χρόνο σας. Εμείς θα βγάλουμε το νικητή πριν αποφασίσει η κάλπη. 

Τι σημασία έχει ποιος είναι; Σημασία έχει ότι κάποιος είναι. Εδώ θα κολλήσουμε; Εμάς μας νοιάζει ένα όνομα και μια φάτσα. Τα υπόλοιπα τα ξέρουμε. Μια από τα ίδια. Θα βγάλουμε το νικητή, θα φωνάξουμε, θα θριαμβολογήσουμε, θα απειλήσουμε, θα προβοκάρουμε αλλά πολύ σύντομα όλα και όλοι θα επανέλθουν στη γνωστή πεισιθανάτια νιρβάνα.

Εκλογές συμβαίνουν και αλλού. Στη γνωστή για τις σοκολάτες, τα ρολόγια και τις τράπεζες χώρα της κεντρικής Ευρώπης. Μόνο που εκεί το δίλημμα καλώς ή κακώς, το κάθε δίλημμα, αντιμετωπίζεται μετωπικά και επί τόπου με δημοψήφισμα. Σαν αυτό που έγινε πρόσφατα στην Ελβετία, για να εγκρίνουν ή να απορρίψουν την πρόταση των εργατικών συνδικάτων για αύξηση του κατώτατου -προσέξτε- ωρομισθίου στα 18(!) ευρώ. Και τονίζουμε το ωρομίσθιο, γιατί σε χώρες σαν τη δική μας που μήνες τώρα τρώει τις σάρκες της με το... διακύβευμα(!) της μπούρδας, δεκαοκτώ ευρώ τείνει να γίνει το ανώτατο... ημερομίσθιο με πτυχίο ανωτάτης σχολής και δύο διδακτορικά.

Στο ίδιο δημοψήφισμα αποφάσισαν αν θα αγοράσουν είκοσι μαχητικά αεροσκάφη. Εκεί, δεν υπάρχουν Ακηδες ούτε Σέα και Μέα, που ανιδιοτελώς και με τη βούλα της Βουλής επιλέγουν για το καλό μας. Εκεί κρίνει άμεσα ο λαός τι τον συμφέρει και τι δρόμο θα πάρει. Οι πληροφορημένοι, οι ενημερωμένοι γέρνουν την πλάστιγγα και όχι τα τσακάλια. Οι Ελβετοί βεβαίως δεν υπέκυψαν στην ευκολία της αφίσας, των φλάιερ και της τηλεοπτικής ρεβεράντζας.

Περπατάμε στους δρόμους και απορούμε. Ολο αυτό το σκουπιδομάνι με τις τυπωμένες μουτσούνες που τις επεξεργάστηκε βάναυσα το φώτοσοπ, δεν είχε τίποτα καλύτερο να προτείνει από την υπερέκθεση της ματαιοδοξίας του; 

Κι όλοι οι νυν δήμαρχοι που, για το καλό του τόπου..., επιδιώκουν την επανεκλογή τους, δεν σκέφτηκαν να προσθέσουν μερικούς κάδους ανακύκλωσης παραπάνω, ώστε αυτή η χάρτινη πλημμύρα να ανακυκλωθεί και να μην πάει στράφι; 

Γιατί όλο αυτό το χρήμα που ξοδεύτηκε για το τίποτα θα μπορούσε να ξαναγίνει χρήμα και να επιστρέψει στις τσέπες όλων.

Πότε θα μάθουμε; 

Πότε θα ξυπνήσουμε; 

Πότε θα διώξουμε το νεφέλωμα που κρύβει το χάλι μας; 

Πότε θα μετράμε τα λόγια και θ' αφήνουμε τις πράξεις να κρίνουν το νικητή;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η βέρα και η... Μαλάκα




Ισως τελικά η τύχη να είναι με το μέρος των αγνοουμένων της μοιραίας πτήσης ΜΗ370 των Μαλαισιανών Αερογραμμών. Επί μέρες, αυτή είναι η ένατη την ώρα που γράφεται το κείμενο, είκοσι πέντε κράτη προσπαθούν αναποτελεσματικά να συντονιστούν για να καταλήξουν στο προφανές. 


Είναι εν ζωή οι 239 επιβάτες του μοιραίου αεροσκάφους ή όχι; Γιατί η πραγματική τύχη του αεροσκάφους λίγο ενδιαφέρει τους συγγενείς των επιβατών, που μέρες τώρα ζουν τη δική τους τραγωδία στα στενά της Μαλάκα.

 

239 ψυχές κι άλλες τόσες οι ιστορίες που συνθέτουν το προφίλ καθενός χωριστά. Μερικές αδιάφορες, άλλες συγκαταβατικές και κάποιες ιδιαίτερα προφητικές και συγκινητικές, όπως του μηχανικού Πολ Γουίκς από τη Νέα Ζηλανδία, που ζούσε τα τελευταία χρόνια στο Περθ και πήγαινε για δουλειά στη Μογγολία.  


Πατέρας δυο μικρών αγοριών, ο Γουίκς, διαισθανόμενος (;) το μοιραίο, αποχαιρέτησε τη γυναίκα του, αφήνοντας τη βέρα και το ρολόι του κληρονομιά στους δύο γιους του.



«Δώσε τη βέρα στο μεγάλο όταν παντρευτεί και το ρολόι στο μικρότερο».



Δεν γνωρίζουμε πόσοι παντρεμένοι, εν κινδύνω ή όχι, θα άφηναν παρακαταθήκη τη βέρα τους σε κάποιον συγγενή τους. Ειδικά στην Ελλάδα, το ποσοστό πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό, δεδομένου πως ο γάμος, μαζί με την τσέπη μας, διέρχεται τη μεγαλύτερη κρίση τα τελευταία χρόνια. Θα πρέπει τα δεσμά του Υμεναίου να μην έχουν χαλαρώσει στο ελάχιστο για να κληροδοτήσεις αυτό που πολλοί κρύβουν, «χάνουν» ή βγάζουν από το δεξί τους χέρι στην πρώτη γερή οινοποσία...



Θα πρέπει να έχεις περιέλθει στην έσχατη ένδεια για να αφήσεις αμανάτι στον τοκογλύφο της γειτονιάς σου το πιστοποιητικό τής, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, δέσμευσης προς το άλλο μισό.



Ή θα πρέπει να έχεις τουλάχιστον δύο παιδιά για να παραλάβουν εν καιρώ τη βέρα και το ρολόι σου, αφού λίγοι, αν όχι ελάχιστοι, την αφήνουν στα χέρια της συζύγου, της οποίας οι βουλές είναι ανεξερεύνητες, όπως και η πορεία του μοιραίου Μπόινγκ.



Μακάρι ο Γουίκς να ξαναπάρει στα χέρια του τα τιμαλφή του. Μακάρι να μη χρειαστεί να τα κληροδοτήσει, αλλά να τα δώσει διά ζώσης στα παιδιά του μαζί με τη γυναίκα του. Μακάρι να ξεχάσει όσα συνθέτουν το χρονικό αυτής της απίστευτης τραγωδίας που παρακολουθεί η υφήλιος με κομμένη την ανάσα.



Αλλά σε εποχές που και το φτέρνισμά μας καταγράφεται, η πινακίδα του αυτοκινήτου μας διαβάζεται από τα επουράνια κατασκοπευτικά «μάτια», η αλληλογραφία μας σκανάρεται και κάθε απαγορευμένη λέξη αφαιρεί βαθμούς από το πόιντ σίστεμ της πολιτικής ορθότητας, είναι απορίας άξιον, πώς ένα μεγαθήριο των αιθέρων είναι δυσκολότερο να βρεθεί από μια βέρα που κρύφτηκε σε λάθος τσέπη.



«Αγάπη μου, την έβγαλα γιατί σαπούνισα τα χέρια μου και την ξέχασα».



«Γλιστράει από το δάχτυλό μου επειδή αδυνάτισα. Θα τη δώσω για στένεμα». 


«Μωρό μου, την έβγαλα για να μαυρίσω ομοιόμορφα. Αφού ξέρεις, είμαι αλλεργική στα σημάδια».



«Μου έπεσε! Την έβγαλα να τη δει ο Βαγγέλης να παραγγείλει ίδιες και πάνω στο σαματά γλίστρησε. Αμα θες με πιστεύεις».



«Κοίτα πώς με κόβει. Σταματάει η κυκλοφορία! Θες να με τρέχεις;»