"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Οι αρνητές των Χριστουγέννων

Του ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


Κάθε λαός στην ιστορική του διαδρομή είναι ταυτισμένος με την πίστη του σε μια ανώτερη δύναμη-θεότητα. 
 
Η θρησκεία συνδέεται με εκείνα τα στοιχεία που απευθύνονται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και αισθητοποιούν το μέγεθος της δύναμης ή ανασφάλειάς του. Η αναζήτηση του Θεού και η λατρεία του αποκωδικοποιεί τις ανησυχίες, τα ερωτήματα και τις υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπου. Επίσης, η προσπάθεια γνώσης του Θείου αποτελεί βασική συνιστώσα της ανθρώπινης αυτογνωσίας.

Όλες οι παραπάνω σκέψεις επιβεβαιώνονται από τον τρόπο με τον οποίο οι λαοί βιώνουν σημαντικά γεγονότα – σταθμούς της θρησκείας τους.  
 
Στο χριστιανικό εορτολόγιο τα Χριστούγεννα κατέχουν δεσπόζουσα θέση αφού είναι ταυτισμένα με τη γέννηση του Χριστού. Ίσως αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στις θρησκείες όλου του κόσμου η γέννηση του Θεού με την ανθρώπινη ιδιότητά του, που τον ακολούθησε μέχρι το θάνατό του.

Αυτή η ιδιαιτερότητα προκαλεί δέος στους πιστούς, αμφισβητήσεις στους σκεπτικιστές και συνιστά μια πρόκληση στους εραστές του ορθολογισμού. Η γέννηση λοιπόν του θεανθρώπου, πέρα από τις νοσταλγίες των παιδικών μας χρόνων, συνοδεύεται και από ένα πλήθος ερωτημάτων που αποδομούν την πίστη μας και προκαλούν ποικίλες ερμηνείες.

Το μυστήριο της γέννησης του Χριστού αποτελεί ένα κομβικό σημείο μετασχηματισμού της ηθικής των κοινωνιών και του αξιακού συστήματος των ανθρώπων. Η έλευση του Κυρίου «επί της γης» άλλαξε ριζικά την πορεία του κόσμου και τον εισήγαγε σε μια νέα εποχή. Οι πιστοί και οι αρνητές του θεανθρώπου συγκλίνουν σε μια βασική θέση: Κανένα άλλο γεγονός – πολιτικό, πνευματικό ή οικονομικό – δεν καθόρισε σε τέτοιο βαθμό την ηθική πορεία του κόσμου και τη συμπεριφορά των ανθρώπων.  
 
Η ίδια η γέννηση ως φυσικό φαινόμενο δεν αμφισβητείται από τους αρνητές του χριστιανισμού αλλά αδυνατούν να αποδεχτούν την ενσάρκωση του Θεού και στέκονται μετέωροι, όπως ο ψαλμωδός, απέναντι στο μυστήριο αυτό «ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί»;

Η απόλυτη όμως άρνηση του μηνύματος της Γέννησης συνδυάζεται και με την απόρριψη θεμελιακών στοιχείων της διδασκαλίας του Χριστού. Ειδικότερα ο Νίτσε ταύτισε την έλευση του Χριστού με την εκδίκηση των αδυνάτων κατά των ισχυρών. Ο Νίτσε, ως θεωρητικός της δύναμης, διείδε στο κήρυγμα του Χριστού μια προσπάθεια των κατατρεγμένων να βρουν δικαίωση εις βάρος των δυνατών. 
 
Η θέση του Χριστού «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» βρίσκει αντίθετο το Γερμανό φιλόσοφο που διακήρυξε πως η ζωή ανήκει στους δυνατούς και σε εκείνους που αγωνίζονται με τόλμη, θάρρος και αυτοπεποίθηση χωρίς ίχνος ενοχής και μετριοφροσύνης.

Στην άλλη πλευρά ο πατέρας της ψυχολογίας, ο Φρόυντ, καταλογίζει στο χριστιανισμό τη γέννηση του άγχους μέσα από τις ενοχές του προπατορικού αμαρτήματος. Ο άνθρωπος, δηλαδή, ως φυσική οντότητα – και πάντα σύμφωνα με τις θεωρίες του Φρόυντ – πασχίζει να απελευθερωθεί ψυχολογικά από το «άγος» μιας αμαρτίας που ποτέ δεν διέπραξε. Αισθάνεται μόνιμα ένοχος για πράξεις άλλων και αυτή η αυτοενοχοποίηση τρέφει και συντηρεί συμπεριφορές που δεν είναι συμβατές με την εσωτερική ελευθερία.  
Επιπρόσθετα στο στόχαστρο του Φρόυντ βρίσκεται και η θέση του Χριστού για το ρόλο της αγάπης στη ζωή μας.

Ο Φρόυντ, δηλαδή, αμφισβητεί το «εφικτό» της προτροπής του Χριστού «εγώ δε λέγω υμίν˙ αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς». Εκτός όμως από το εφικτό ο Φρόυντ επισημαίνει και το «δέον» μιας τέτοιας συμπεριφοράς από τον άνθρωπο. Η αγάπη, δηλαδή, το μέγιστο των συναισθημάτων, πως μπορεί να αποδίδεται σε αυτούς που μας κατατρέχουν και μισούν; Η ανθρώπινη ιστορία, σύμφωνα με τον Φρόυντ, φαίνεται να δικαιώνει περισσότερο το «homo homini lupus» (χομπς) και λιγότερο το επαναστατικό κήρυγμα αγάπης του Χριστού.

Στους αρνητές του Χριστιανισμού θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και ο Μαρξ που πρέσβευε πως η θρησκεία υποδουλώνει το άτομο και το καθιστά ανενεργό. Οι θρησκείες κατά το Μαρξ λειτουργούν ως διαβρωτικό στην ανθρώπινη σκέψη και διδάσκουν το συμβιβασμό και την παραίτηση. Το χριστιανικό κήρυγμα «εάν τις σε ραπίσει την αριστεράν στρέψουν και την δεξιάν….» φαντάζει στα μάτια του Μαρξ ως στάση εθελοδουλείας και όχι ως μια προσπάθεια ειρηνικής συμβίωσης των ανθρώπων. Εξάλλου η φράση «η θρησκεία είναι το όπιον του λαού» κυριάρχησε για αρκετό διάστημα ως εργαλείο ερμηνείας του κοινωνικού ρόλου της θρησκείας.

Όσες, όμως, θεωρίες κι αν διατυπώθηκαν από τους εκφραστές του ορθολογισμού η Γέννηση του Χριστού δεν έχασε τίποτε από τη λαμπρότητα και το μυστηριακό της χαρακτήρα. Ίσως, γιατί ο δυτικός ορθολογισμός δεν βρήκε εκείνο το σταθερό σημείο που θα αντικαταστούσε την πίστη στο Θεό.  
 
Οι οπαδοί, επίσης, του κριτικού λόγου στην επιμονή τους να ερμηνεύσουν τα πάντα με τη λογική εξοστράκισαν τους άλλους κώδικες ερμηνείας και βίωσης των μεγάλων γεγονότων. Το θείο, δηλαδή, δεν γίνεται αντικείμενο γνώσης και δεν ερμηνεύεται μόνο μέσω της νόησης. Η συναισθηματική βίωση, η διαίσθηση και η πίστη – εγγενή στοιχεία της ανθρώπινης φύσης – έχουν το δικό τους τρόπο να κάνουν τον άνθρωπο ικανό να προσεγγίζει γεγονότα που βρίσκονται έξω από τους συμβατικούς κώδικες ερμηνείας.

Επιπρόσθετα η έλευση του Χριστού, ως ανθρώπου αλλά και ως θεού, εμπλούτισε τη σκέψη, τη συνείδηση, την ηθική, τις κοινωνικές σχέσεις και τις αναζητήσεις ανθρώπων και λαών. Η σάρκωση, λοιπόν, του Λόγου «ο Λόγος σαρξ εγένετο» αφύπνισε τις εφησυχασμένες συνειδήσεις, τράνταξε τους παραδοσιακούς τρόπους σκέψης και έδωσε νέο περιεχόμενο και κατευθύνσεις στην ανθρώπινη λογική. Οι παραδοσιακοί κώδικες ερμηνείας της πραγματικότητας αναθεωρήθηκαν και προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα του κηρύγματος του Χριστού.

Τα όρια του θεϊκού και του ανθρώπινου γίνονται πλέον πιο ευδιάκριτα, χωρίς το θείο να χάνει κάτι από το μυστηριακό του χαρακτήρα «σήμερον ο άναρχος άρχεται….» και «άσαρκος γαρ ων, ενσαρκώθη εκών». Η κατανόηση, λοιπόν, της γέννησης συνιστά μια δοκιμασία για την ανθρώπινη λογική και απαιτεί...

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ: Πέντε μύθοι και πέντε αλήθειες


    Κάθε γεγονός που υπερβαίνει την καθημερινότητα και καθορίζει την κοινωνική και πολιτική ζωή μιας χώρας τυγχάνει της κριτικής που το εντάσσει είτε στο μύθο είτε στην απομυθοποίησή του. Η διαδρομή αυτή δεν άφησε ανέπαφο και το Πολυτεχνείο που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έρευνας τόσο των κοινωνιολόγων όσο και των ιστορικών ή πολιτικών αναλυτών.

Βέβαια κάποιοι διατείνονται πως ο χρόνος 46 χρόνια από την εξέγερση του Νοεμβρίου του 1973- δεν είναι αρκετός για μια ψύχραιμη, νηφάλια και αντικειμενική κρίση και ερμηνεία.  

Η τελική κρίση, δηλαδή, απαιτεί απόσταση χρόνου για να ωριμάσει και να απαλλαγεί από υποκειμενισμούς και ιδεολογικές σκοπιμότητες

Η άλλη άποψη, όμως, πρεσβεύει πως όλα αυτά είναι υπεκφυγές και το Πολυτεχνείο ως γεγονός έχει αξιολογηθεί θετικά από το κοινωνικό σώμα και ενσωματώθηκε με γόνιμο τρόπο στο συλλογικό υποσυνείδητο.
 

Η αλήθεια, ωστόσο, βρίσκεται στο μέσον, που από τη φύση του απεχθάνεται τις υπερβολές. Είναι γεγονός, βέβαια, πως ο χρόνος που παρεμβάλλεται μεταξύ του γεγονότος και της αξιολόγησής του αποφορτίζει, κατευνάζει και επιτρέπει να συλλεγεί και να μελετηθεί νηφάλια το ιστορικό υλικό. Κι αυτό γιατί το Πολυτεχνείο για πολλούς αποτελεί προσωπικό βίωμα, αφού οι πρωταγωνιστές του βρίσκονται στη ζωή και συνειδητά ή ασυνείδητα αδυνατούν να εκφράσουν –μεθοδολογικά τουλάχιστον– μια αντικειμενική κρίση. Όσο η εξέγερση του Πολυτεχνείου 1973 είναι συναισθηματικά φορτισμένη και αποτελεί αντικείμενο ιδεολογικής εκμετάλλευσης η ιστορική αλήθεια αφυδατώνεται από το στοιχείο της εγκυρότητας και της αντικειμενικότητας. «Η αλήθεια δεν επιβάλλεται από τη γλώσσα στη ζωή αλλά από τη ζωή στη γλώσσα».

Βέβαια, το Πολυτεχνείο ως γεγονός κινδυνεύει από τους μύθους που το περιβάλλουν. Και όλοι γνωρίζουμε πως οι μύθοι συσκοτίζουν και αναδεικνύουν ως πρώτιστη αρχή-κανόνα την «ευκολία του αυτονόητου». Οι μύθοι, δηλαδή, δημιουργούν στο νοητικό σύστημα του ανθρώπου ένα κενό, γιατί είναι «ξένοι» προς τη λογική ανάλυση και την ορθολογική σκέψη.

Οι μύθοι είναι σαν το νεόπλασμα που κατατρώγει τη γνώση και μολύνει την αλήθεια. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι οι μύθοι δημιουργούν στο άτομο την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζει σωστά και σε βάθος το γεγονός. Λειτουργούν, δηλαδή οι μύθοι, όπως και τα στερεότυπα, ως αποκωδικοποιητές της πραγματικότητας κι έτσι εγκλωβίζουν άτομα και κοινωνίες σε μια μονόπλευρη θεώρηση της πραγματικότητας και ιδιαίτερα του παρελθόντος.

Ωστόσο, οι ίδιοι οι μύθοι τρέφουν, συντηρούν και ως ένα σημείο ενδυναμώνουν την ασφάλεια, την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση των ανθρώπων που από τη φύση τους είναι επιρρεπείς στην υιοθέτηση θέσεων που απαντούν στα «μικρά» και «μεγάλα» ερωτήματα της προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής. Πως μπορείς, όμως, να αφήσεις την ερμηνεία ενός γεγονότος στις ψυχολογικές διακυμάνσεις και συναισθηματικές ταλαντώσεις του ιστορικού υποκειμένου;

Οι μύθοι ασκούν τέτοια εξουσία πάνω στη συνείδησή μας που παραλύουν κάθε δυνατότητα για ορθή και απροκατάληπτη κρίση. Οι ιστορικές στρεβλώσεις ελλοχεύουν όπως και οι ισοπεδωτικές απομυθοποιήσεις που απονευρώνουν το πραγματικό νόημα το γεγονότος.  

Για να αποφευχθούν, λοιπόν, οι ερμηνευτικές παρανοήσεις και οι σκόπιμα λανθασμένες αξιολογήσεις ενός γεγονότος που ταυτίστηκε με τον αγώνα για ελευθερία, δημοκρατία και αξιοπρέπεια χρειάζεται η επισήμανση και η απροκατάληπτη ανάγνωση κάποιων μύθων και κάποιων «κοινών αληθειών» που συνόδεψαν την εξέγερση του 1973:
 
Μύθος πρώτος: Πολλοί υποστηρίζουν πως το Πολυτεχνείο επέφερε την πτώση της Χούντας.

Λάθος ιστορικό. Η χούντα ως καθεστώς εξέπνευσε την 24 Ιουλίου 1974. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η εξέγερση του Πολυτεχνείου επιτάχυνε τις διαδικασίες της πτώσης. Τα γεγονότα του τριημέρου 14-17 Νοεμβρίου 1973 συνέβαλαν στην αποσύνθεση της δικτατορίας και αποδόμησαν το μύθο του άτρωτου. Το Πολυτεχνείο πυροδότησε τις εσωτερικές αντιφάσεις και έριδες του καθεστώτος που εκδηλώθηκαν με την άνοδο στην εξουσία των Ιωαννίδη και Γκιζίκη (25-11-1973).

Μύθος δεύτερος: Κάποιοι ταυτίζουν ή ονομάζουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ως μια sui generis επανάσταση.

Λάθος γλωσσικό, ετυμολογικό, σημασιολογικό; Επανάσταση θεωρείται η δυναμική λαϊκή εξέγερση κατά της εξουσίας που αποβλέπει στην ανατροπή του πολιτικού ή κοινωνικού καθεστώτος, ή στην απελευθέρωση από ξένο κατακτητή (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη). Το Πολυτεχνείο συμπυκνώνει στον ανώτατο βαθμό τα στοιχεία της εξέγερσης, της αντίστασης, της διαμαρτυρίας και της πολιτικής ανυπακοής.

Η λέξη επανάσταση είναι έντονα φορτισμένη και παραπέμπει στην εξέγερση των μαζών που χρησιμοποιούν βία εναντίον του παλιού καθεστώτος. 

Η λέξη εξέγερση ανευρίσκεται στην έκρηξη της πολιτικής οργής, της ιδεολογικής αμφισβήτησης και της κοινωνικής ανυπακοής. Η εξέγερση μπορεί ιστορικά να προλειαίνει το έδαφος για την επανάσταση.

Μύθος τρίτος: Το Πολυτεχνείο ήταν η έκφραση μιας παλλαϊκής και μαζικής αντίδρασης ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς της απριλιανής δικτατορίας.

Αυτό συνιστά μια επικίνδυνη γενίκευση και απλοποίηση. Πρωτεργάτης και πρωταγωνιστής της εξέγερσης ήταν η Νεολαία. Η συμμετοχή κάποιων εργατών, αγροτών ή διανοουμένων δεν αναιρεί την πραγματικότητα. Το λιμνάζον δυναμικό της ελληνικής κοινωνίας θεωρήθηκε ως σιωπηλή αποδοχή από την πλευρά της δικτατορίας. Η αλήθεια, όμως, είναι πως ήταν τέτοια η πυκνότητα του χρόνου που η εξέγερση του 1973 ενηλικίωσε βίαια ανήλικους και ενήλικες. Διαμόρφωσε και ανέδειξε νέες συλλογικότητες που ωστόσο δεν έπνιξαν το «Εγώ». Εξάλλου η επανάσταση-εξέγερση προϋποθέτει -σύμφωνα με τον Όργουελ- την απόλυτη συνειδητοποίηση των μαζών «Δεν θα επαναστατήσουμε αν δεν συνειδητοποιήσουμε...» («1984»).

Μύθος τέταρτος: 


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: 11 λόγοι για τους οποίους δεν πέθανε η πολιτική

Του ΗΛΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Πολιτική εστιν η κυριωτάτη των επιστημών τα καλά και τα δίκαια σκοπούμενη»  
Αριστοτέλης

    Στις μέρες μας η επικαιρότητα επαναφέρει με έντονο τρόπο στο προσκήνιο το θέμα της πολιτικής και θέτει ερωτήματα σχετικά την ουσία, τους σκοπούς, τους φορείς (κόμματα ηγέτες….), την αναγκαιότητα, το περιεχόμενο και το μέλλον αυτής. 


Η πολιτική ως «η τέχνη του εφικτού» κατά τον Μπίσμαρκ ταυτίζεται στις μέρες μας περισσότερο με τον ρεαλισμό και την αποτελεσματική διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων (οικονομία, καθημερινότητα, θέσπιση νόμων…) και λιγότερο με το φανταστικό στοιχείο (οράματα, ουτοπίες, το ευκταίον…).

 
Στην ανέξοδη καταστροφολογία, στους αφελείς μεσσιανισμούς, στο δημαγωγικό λαϊκισμό και σε όσους πιστεύουν πως η ηθική και η πολιτική έπαψαν να είναι έννοιες συζυγείς μπορούμε να αντιτάξουμε κάποιες βασικές αρχές, κανόνες της σύγχρονης πολιτικής και να διαψεύσουμε όλους εκείνους που προοικονομούν το "τέλος της πολιτικής".


    Δεν είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε αυτό που μας συμβαίνει, αλλά είμαστε ελεύθεροι να απαντήσουμε σε αυτό που μας συμβαίνει με τον ένα ή άλλο τρόπο.

    Να είμαστε πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τα δεδομένα της πραγματικότητας, ακόμη κι αν αρχικά μας ενοχλούν, αντί να τα αρνούμαστε ή να αντιμαχόμαστε την ύπαρξή τους συνεχώς…

    Όταν η πραγματικότητα μας ξεπερνά δεν έχει νόημα να επιβραδύνουμε την πορεία της αλλά να επιταχύνουμε εμείς το βηματισμό μας.

    Πολιτική δεν είναι μόνον η τέχνη του εφικτού αλλά και ο τρόπος να βλέπεις, τα πράγματα διαφορετικά ή να δίνεις στο όραμα-όνειρο τον αναγκαίο ρεαλισμό.

    Σύγχρονος - προοδευτικός πολιτικός δεν είναι αυτός που επενδύει στις ανθρώπινες επιθυμίες αλλά αυτός που ορθολογικοποιεί τις ανθρώπινες προσδοκίες.

    Ο πολιτικός ορθολογισμός προάγει την αυτοδυναμία της σκέψης απέναντι στο θυμικό που πολλές .φορές παραμορφώνει την πραγματικότητα.

    Ο πολιτικός λαϊκισμός θωπεύει τις ανθρώπινες αδυναμίες, παραμορφώνει την αλήθεια, εμποδίζει την αυτογνωσία και υποδουλώνει τη σκέψη σε ανορθολογικές θέσεις.

    Στην πολιτική πράξη συμπεριφορά πρέπει να αποδεχτούμε το αξίωμα πως «ό,τι είναι λογικό είναι και αληθινό».

    Κυρίαρχο αξίωμα, της πολιτικής είναι πώς η εξυπηρέτηση του κοινωνικού, συμφέροντος υπερέχει οντολογικά και αξιολογικά από την προσωπική προβολή και τη διακονία του κομματικού συμφέροντος.

    Στην προσπάθειά μας για υπέρβαση της κρίσης αντίπαλοί μας δεν είναι οι διαφορετικές θέσεις αλλά η απουσία θέσεων.

    Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι ένα θολό όραμα ή ένα φιλοσοφικό κατασκεύασμα αλλά μια αναγκαία πολιτική που στοχεύει στην παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους οδηγός μας η θέση: «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυ-νατότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες» (Μάρξ)

Πολλοί, βέβαια, διατείνονται, πως η «διάσωση» της πολιτικής δεν είναι μία προσωπική υπόθεση αλλά έργο συλλογικό.

Ωστόσο, κάποιοι άλλοι προβάλλουν η άλλη θέση: