"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΧΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΧΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ερωτική inverter επιστολή

Inverter σημαίνει αντιστροφέας. Κι αν, έρωτα εσύ, σαν αίσθημα και σαν θαυμαστή εκδοχή ζωής, δεν είσαι ο μόνος κι ο απαράμιλλος αντιστροφέας, εκείνο δηλαδή το άλογο κίνητρο, που αντιστρέφει τελείως και ανατρέπει εκ βάθρων την άνυδρη καθημερινότητα και την πνιγηρή εσωστρέφεια, τότε ποιος δικαιούται να λάβει αυτόν τον χαρακτηρισμό; 


Αντιστρέφεις και ανατρέπεις τα πάντα, ερωτικό αντικείμενο του πόθου.  


Χτίζεις το Σύμπαν από την αρχή, ριπή με ριπή, αίσθηση με αίσθηση, άγγιγμα με άγγιγμα.  

Οικοδομείς κλίμα και ανάσα, σαν να είναι η πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γιατί ατμόσφαιρα και μόνον ήταν ο Παράδεισος και μόνον εσύ, γλυκύθυμο ερωτικό αντικείμενο, μπορείς, ακόμη και τώρα, να την επανασυστήσεις, να την επιβάλλεις παντού γύρω σου μ’ ένα θαύμα ξανά και από την αρχή.  


Δικοί σου όλοι οι άνεμοι. Εσύ τους εκκινείς. Εσύ ορίζεις την ένταση, τη διεύθυνση, την ισχύ τους. Εσύ, φρενοκλόπε και λυσιμελή, εξαπολύεις κατά την ακριβή σου βούληση και την αυστηρά προγραμματισμένη ιδιοσυστασία σου, ριπαίους και κυματιστούς, τον μαΐστρο και τον πουνέντε, τον μπάτη και την όστρια του μικρού, καθημερινού βίου, του περίκλειστου χώρου μας. Έρωτα αναπότρεπτε, εσύ καθορίζεις θερμοκρασίες και βαρομετρικές πιέσεις, μποφόρια και καλόδεχτες νηνεμίες. Κι από το τόσο ψηλά, που σ’ έχω τοποθετήσει, ήσυχα, ανεπαίσθητα, ειρηνικά ακούγεται ο συριστικός, ύπουλα υποβλητικός ήχος σου. Ένα σςςςςς διαρκές και υπόκωφο -μόνο από τις μυημένες και τους μυημένους ακουστό -, που υποβάλλει και σοφά διαμοιράζει αναψυχή και γαλήνη, καταλλαγή και δροσιά ψυχής και σώματος. 


Οι απόκρυφες εκροές σου, έρωτα άκτιστε, νεράκι του Θεού είναι, γάργαρο και απιονισμένο, που ρέει μυστικά και ευφραίνει θερμόπληκτους και διψασμένους σε ερήμους και ξερότοπους μπετονένιους. 


Μακριά σου δεν υπάρχουν καλοκαίρια, έρωτα λάβρε και αβρέ. 


Χωρίς εσένα η ζωή είναι κόλαση πυρφόρος και ο βίος αβίωτος. 


Χωρίς τις κυματιστές θωπείες του δροσερού μικροκλίματος σου, πόσο και γιατί κανείς ν’ αντέξει; 


Κι επειδή έρωτας που δεν ομολογείται, ποτέ δεν ήταν έρωτας, δημόσια μ’ αυτές τις λέξεις εδώ, το ομολογώ:  

ΝουΔοΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ζωή μετ’ αμουσίας

Toυ ΣΤΑΘΗ ΠΑΧΙΔΗ

«Αμουσία» ειν’ η λέξη που χρησιμοποίησε ο Ευριπίδης για να περιγράψει τον άνευ μουσικής και ατραγούδιστο βίο στον «Ηρακλή μαινόμενο» — καμία σχέση με τα μπανάλ μούσια του τριγύρω «Τhis-is-Sparta» συρμού. Και να που η «αμουσία», αντοχικό και περίλαμπρο γλωσσικό επίτευγμα 2500 χρόνων και βάλε, γίνεται ευθύβολη ξανά, καθώς μαινόμενοι από μανία πολιτικοπροστατευόντων και λοιμωξιολόγων καταδικαζόμαστε, μετά από σχεδόν ετήσιο φόβο και εγκλεισμό, να ζήσουμε τη χαρά του λυμένου σκύλου που επιτέλους θα εστιαστεί, βουβά και άνευ οιασδήποτε μουσικής υπόκρουσης. 

Ο ειδικός απεφάνθη επισήμως και αυτολεξεί: «Χωρίς μουσική δεν θα καταβάλλεται η επιπλέον προσπάθεια, που χρειάζεται για να ακουστούμε σε έναν χώρο, που έχει δυνατή μουσική και η οποία στέλνει τα σταγονίδιά μας και μαζί με αυτά τον ιό πιο μακριά από εκεί που τα στέλνει η φυσιολογική ομιλία». Ούτε φτου, ούτε ξελεφτερία δηλαδή.   

Προφανώς είμαστε μια χώρα βαρήκοων, άσε που μπρος στην ενδεχομένως διαφιλονικούμενη διάκριση μεταξύ «δυνατής» και «μη δυνατής» μουσικής, τις απαγορεύουμε όλες, για να είμαστε κυριολεκτικά ήσυχοι. Τα σάλια φέρνουν χάλια. Τα αόρατα αιωρούμενα αεροσταγονίδια αποκλείουν την ακρόαση έστω και νότας και επομένως την επικοινωνία, την εγγύτητα, τη συνήχηση αλλά και όποια υποψία μέθεξης ή κεφιού.  

Πιο προχώ στην Κύπρο έθεσαν εκτός νόμου και το λίκνισμα και μια τεκμηριωμένη νομικά περιγραφή του αδικήματος του λικνίζεσθαι πολλά θα είχε να εισφέρει στον καγχασμό των επόμενων γενεών. 

Άμουσα και με μούγκα θα βγούμε απ’ τη στρούγκα και ο μέχρι-τις-2-νταν Στέλιος Παπαθεμελής σαρδόνια θα χαμογελά. 

Η όποια Μουσική σε δημόσια εκτέλεση και συνακρόαση δια νόμου χαρακτηρίστηκε αιτία μετάδοσης του ιού, ανεξαρτήτως είδους και μη ψάξετε τα μοναχικά σας γουόκμαν στην αποθήκη. Στο ίδιο τσουβάλι  (με τη γάτα) τα ζντουπ ζντουπ τάχα-dance, τα γαβγαβ ποπ και τα επιτραπέζια τσιφτετέλια με την κλασσική, την τζαζ ή την καντάδα Κι αν σας πιάσει μεράκι ή αντιστασιακό γινάτι και ξεκινήσετε, λυμένοι και απολυμένοι, να τραγουδάτε από Δευτέρα βραδάκι πρίμο σεγόντο  τα αντάρτικα της νέας εποχής, πχ το «Εφτά τραγούδια θα σου πω» ή το «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι», πιθανόν και να διατρέχετε κίνδυνο ποινής

Ήδη ευφάνταστοι θύλακες αντιστάσεως ετοιμάζουν...

 

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Μικρή αναστάσιμη προδοσία


«Ἔκστηθι φρίττων, οὐρανέ»… Πρωτάκι του Δημοτικού το άκουγα και μιαν αναστάτωση μου έφερνε. Αυτό το «φρίττων», ίσως αυτό να έφταιγε. Κι εκείνο το «έκστηθι» όμως… Κούρνιαζα αποζητώντας το χέρι του ψάλτη παππού μου που, θαρρείς και κάτι ένιωθε, και μ’ άγγιζε καθησυχαστικά στον ώμο, λίγο πριν αρχίσει να ψάλλει εκθαμβωτικά το λυτρωτικό «Παῖδες εὐλογεῖτε», μια μουσική κάθαρση, που άργησα να καταλάβω.

Το πιο δύσκολο ήταν πως έπρεπε να αντέξω το ξενύχτι. Επτά χρονών μπόμπιρας, έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή να είμαι όλες τις μέρες της Μεγάλης Βδομάδας σε όλες τις λειτουργίες μαζί και δίπλα στον ψάλτη παππού, που ήταν από τους πρωταγωνιστές των ημερών. Γιορτές και καλοκαίρια τον είχα μόνο, και δεν γινόταν να χάσω στιγμή.

Στητός εγώ με τα καλά μου, πίσω από το αναλόγιο του επί τούτου αριστερού ψάλτη-παππού να ακούω από εκείνον τα τροπάρια, να ρουφώ την εμπειρική δεξιότητα και καλλιφωνία του αλλά και να μένω σοβαρός στα αστειάκια του. Ναι, την ώρα της λειτουργίας, στους ψαλμούς ανάμεσα, θυμόταν να μου πει γιατί έλεγε τον γάιδαρό του ελικόπτερο, μήπως και με κρατήσει ξύπνιο.

Το βράδυ της Ανάστασης ήταν για τα παιδικά μου μάτια κάτι σαν μια μικρή προδοσία. Ήθελα αλλά δεν μπορούσα… Κατά τις δώδεκα και τέταρτο με έπαιρναν οι δικοί μου καντηλιασμένο και με μισόκλειστα τα μάτια για ύπνο αμέσως μετά το «Χριστός Ανέστη» κι άφηνα ολομόναχο τον παππού να τελειώσει το έργο του.

Κάθε φορά που ακούω ακόμη και τώρα το «Παῖδες εὐλογεῖτε»...

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Τη μέρα που σταμάτησε τα κάλαντα

Ηθελε να περπατά δίπλα της. Αυτά τα τετρακόσια, πεντακόσια βήματα από το φροντιστήριο των Αγγλικών μέχρι το σπίτι της. Οχι ότι τάχα την πρόσεχε ή την προστάτευε, γιατί ένα χρόνο μόνο ήταν μικρότερή του –αυτή στην Ε΄ Δημοτικού. Αλλά το ‘θελε πολύ ο δωδεκάχρονος να περπατά μαζί της τρεις φορές τη βδομάδα, βραδάκι, μετά τα Αγγλικά, να τα λένε λίγο και να της εύχεται «καλό βράδι» μπρος στην σιδερένια πόρτα του σπιτιού της, ενώ καταλάβαινε τη μητέρα της στο παράθυρο να την περιμένει. 
 
Στη σιδερένια πόρτα μπροστά ήταν πάλι μεσημεριάτικα, παραμονή Χριστουγέννων κι είχε πέντε μέρες να τη δει –έκλεισε για τις γιορτές το φροντιστήριο. Δίπλα του τώρα τα φιλαράκια του, ο Μπίλης με την λαχανί Hohner μελόντικα και ο Χτυπιός, ο ανασούμπαλος, με το τριγωνάκι, που του ‘φτιαξε ο θείος του, σιδεράς στις οικοδομές. Αυτός, μαέστρος και καλλίφωνος αρχηγός, κρατούσε το κιθαρόνι στα χέρια κι έδινε το έναυσμα —πού να βρεθεί άλλη τέτοια ορχήστρα για κάλαντα στα χρόνια του εβδομήντα;  
 
Τους είχε επίμονα και με πειθαρχία προβάρει από μέρες –ο Χτυπιός ξεχνιόταν και αφηρημένος, δεν κρατούσε τον ρυθμό αλλά ήταν βροντόφωνος. Από τις οκτώ το πρωί ξεκίνησαν τα «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα» και έκαναν σάρωση σ’ όλη τη γειτονιά. Για μια τέτοια υπερπαραγωγή καλάντων, οι νοικοκυραίοι όλο και κανένα φραγκοδίφραγκο παραπάνω έδιναν.  
 
Προμελετημένα και επίτηδες, αφού απ’ το πρωί τα είχαν πει σχεδόν παντού, είχε αφήσει για το μεσημεράκι τελευταία την πόρτα της. Μήπως την έβλεπε έστω και για λίγο, αν είχε γυρίσει από τα κάλαντα… Χτύπησε με γερό καρδιοχτύπι το κουδούνι και το  
 
«Να τα πούμεεεε;» είχε έκδηλη μιαν αγωνία. Η κυρία Καίτη, η μαμά της, πρόβαλε χαμογελαστή και, σαρκαστική Σμυρνιά, δεν άντεξε μόλις τον είδε: – Εγώ σε περίμενα, καλέ, με ανθοδέσμη να ‘ρθεις να τη ζητήσεις. Άντεεε, πέστε τα. Τα είπαν αλλά πώς τα είπαν…  
 
Ο Χτυπιός ο αφηρημένος μια χαρά τα πήγε αλλά αυτός, τάχα μαέστρος και αρχηγός, τα θαλάσσωσε. Άλλα αντ’ άλλων έπαιζε στο κιθαρόνι, ένιωσε τη γλώσσα του να μπερδεύεται, να ξεχνάει τους στίχους, τη φωνή του να μη βγαίνει. Κι αυτή πουθενά… Ο Μπίλης τελειώνοντας ευχήθηκε τα τυπικά και πήρε τα φραγκοδίφραγκα, όμως αυτός ούτε κατάλαβε πώς βρέθηκαν στον δρόμο για τα σπίτια τους. 
 
Εκείνο το «ανθοδέσμη» καμπάνιζε στ’ αυτιά του μαζί με μια ντροπή καινούργια. Του ξανάρθε στο μυαλό ο φόβος του –αφότου χνούδι και τριχούλες φάνηκαν παντού στο σώμα του– πως ήταν καλικάτζαρος. Καλικάτζαρος αυτός κι αυτή πουθενά…  
 
Ο Χτυπιός, λίγο πριν χωριστούνε, ρώτησε: «Πότε η πρόβα για την Πρωτοχρονιά, ρε;»  
 
Αυτός...
 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ποίηση στις Πανελλαδικές


«Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος, κατά τη γνώμη σας; Ποιο ρόλο έχει η Ποίηση στην προσωπική σας ζωή;»

 «Ποια είναι η σχέση σας με την ανάγνωση βιβλίων και ποιος ο ρόλος της στη γενικότερη διαχείριση του προσωπικού σας χρόνου; Με αφόρμηση τα Κείμενα 1 και 2 αποφασίζετε να καταθέσετε την προσωπική σας εμπειρία στο ιστολόγιο του σχολείου σας. Να δικαιολογήσετε την όποια επιλογή σας (300-350 λέξεις)»

Αν νοσταλγήσατε καθόλου τα θρανία ή έστω τον γονεϊκό-αγωνιακό σας εαυτό, αυτά είναι (επί λέξει αντιγραμμένα) δύο από τα θέματα που κλήθηκαν να απαντήσουν με το (ξανά!) νέο σύστημα, οι υποψήφιες και οι υποψήφιοι των φετινών πανελλαδικών εξετάσεων στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας

Τα κείμενα, όπου παραπέμπουν τα ερωτήματα, είναι του Θ. Γρηγοριάδη, του Κ. Τσιρόπουλου και ένα ποίημα από τη συλλογή «Σε βρίσκει η ποίηση» (2012) του Τίτου Πατρίκιου. 

Αν όμως ψάξουμε λίγο τον κοινό τόπο των δύο παραπάνω θεμάτων, εκείνο το τρις επαναλαμβανόμενο επίθετο «προσωπική» δίνει το ισχυρό έναυσμα για κάποια λογικά ερωτήματα, μιας και το στοιχείο του «προσωπικού» μοιάζει κυρίαρχο για πρώτη φορά στα εξεταστικά χρονικά:  

– Η πιθανή (υπό τον όρο της επαρκούς τεκμηρίωσης και επιγραμματικά εδώ διατυπωμένη) απάντηση «Δεν την πολυκαταλαβαίνω την Ποίηση και επομένως δεν παίζει κάποιον ρόλο στη ζωή μου» θεωρείται αποδεκτή; 

– Η πιθανή (τεκμηριωμένη και επιγραμματική πάντα) απάντηση «Από Ποίηση γνωρίζω όσα λίγα με αναγκάζουν στο σχολείο. Μου αρέσει ο Καββαδίας και έχω σχέση έλξης-απώθησης» θεωρείται αποδεκτή; 

– Η ενδεχόμενη απάντηση «Πολύ μου άρεσαν οι στίχοι κάποιου Λειβαδίτη, που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και τους ανέβασα κι εγώ στον τοίχο μου» θεωρείται αποδεκτή; 

– Η επίσης προσωπικότατη θέαση «Κανέναν ρόλο δεν παίζει η Ποίηση ή η φιλαναγνωσία στη ζωή μου γιατί ανήκω στη γενιά του Διαδικτύου» θεωρείται αποδεκτή; 

– Η πάντα (κατά διαρκή υπόθεση εργασίας) τεκμηριωμένη απάντηση «Τεράστιο ρόλο παίζει η Ποίηση στη ζωή μου» θεωρείται επιτυχής και βιωμένη, όταν διαβάζεται στο γραπτό ενός δεκαοκτάχρονου;  

Είναι πιθανό όλες αυτές οι απαντήσεις να θεωρούνται και θεμιτές και αποδεκτές, αλλά εκεί μπαίνει το ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα, σεβαστοί θεματάρχες, θεματοθέτες και θεματοφύλακες: Πώς μπορούν να βαθμολογηθούν όλες αυτές οι αντικρουόμενες μεταξύ τους αλλά «προσωπικές» απαντήσεις αντικειμενικά;  

Πέρα από όλα τα άλλα, θα κριθούν οι νέες και οι νέοι βάσει επιχειρηματολογίας, βάσει ειλικρινούς και βιωμένης εκφραστικής ικανότητας ή βάσει εντεταλμένων οδηγιών από το Θεματαρχιστάν επί της επίσημα αποδεκτής απάντησης, που μάλλον ήδη έχουν οι βαθμολογητές; 

Οσο κι αν η πρόθεση επιλογής politically correct θεμάτων είναι πασιφανής, δεν γίνεται να μη σταθεί κανείς στο κλαυσιγελικό του πράγματος

Η διαταραγμένη από τον τρόπο και το σύστημα διδασκαλίας σχέση των παιδιών με τη Γλώσσα και την Λογοτεχνία επί δώδεκα σχολικά έτη –αυτή που πλήρως αδυνατεί να μεταδώσει αποτελεσματικά τη χαρά και την παρηγορία της Τέχνης κατά την εποχή της εικόνας— ειρωνικά αναδεικνύει τη μυωπική και υποκριτική αντίληψη της πραγματικότητας, με συνέπεια να υποσκάπτεται η ούτως ή άλλως δυσβάστακτη προσπάθεια και των εξεταζομένων και των δασκάλων τους

Ολα τα είπε, εξάλλου, προς τους συμμαθητές του ευσεβής μεν, αλλά με εξαίσια αίσθηση χιούμορ εξεταζόμενος, μόλις βγήκε από τη σχολική αίθουσα, όπου προχθές έγραφε:  

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΛΑΜΟΓΙΑΡΑΔΙΚΟ: Το μερίδιό μου από τα 32 δισ.

Toυ ΣΤΑΘΗ ΠΑΧΙΔΗ

Και οι ποιητές καμιά φορά πέφτουν έξω: το μέλλον δεν θα έχει ούτε ξηρασία ούτε καν αφραγκία. Ανοίγουν καταπώς φαίνεται μετά τις 18 Ιουνίου οι ευρωπαϊκοί κρουνοί και έρχεται βροχή από ευρώ ανάκαμψης, μη σου πω και ευρωπλημμύρα. 

Το λεφτόδεντρο τελικώς υπάρχει: Σε κάνα εικοσαήμερο δηλαδή θα μπορούμε να νιώθουμε άπλες, εν αναμονή λαρζ και προσεχώς φορτωμένοι με 32 απρόσμενα δισεκατομμύρια, που ξεκινούν να έρχονται σιγά σιγά από το 2021. Πού ‘σαι, μέγιστε Αλέκο Σακελάριε, να γράψεις το σίκουελ: «Καλώς ήρθε το… ευρώ»! 

Ο άμεσος συνειρμός φέρνει την αναπόφευκτη διαίρεση: 32 θα είναι τα ανακαμψιακά δισ. και εμείς, κατά την απογραφή του 2011, μετρηθήκαμε έως 11.120.000 δύσκολοι νοματαίοι – όσα δηλαδή και τα κέντρα αυτού του κόσμου. Το πηλίκο βγάζει επακριβώς και επαληθευμένα 2.877,69 ευρώ ανά κεφαλή και δεν κοιτά αν πρόκειται για κεφαλή Μενουμευρώπη, Αλλαζευρώπη ή και Φευγουμευρώπη. 

Τόσο τιμολογείται μπακαλικώς η κατά κεφαλή ανάκαμψη καθεμιάς και καθενός μας: 2.877,69 ευρουλάκια και μόνον. Και πρέπει ν’ ανακάμψουμε μ’ αυτά, γιατί δεν είναι κάθε μέρα της αγίας Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν της ανοιχτοχέρας

Πολλά δεν είναι, δεν είναι και λίγα. Οι αποψίες ειδικοί ήδη επισημαίνουν (ωχχχ…) την ευκαιρία, οι πολιτικοί τρίβουν τα χέρια τους, οι γραφειοκράτες ακονίζουν τα πληκτρολόγια, ενώ όπου να ‘ναι –δεν γίνεται να μην…– θα φανούν στον ουρανό και γεράκια, διπλοσάινα και βραχοκιρκινέζια. 

Οι λοιποί τεθλιμμένοι συγγενείς, που πληρώσαμε τα σπασμένα των πάρτι των προηγούμενων δεκαετιών της δήθεν αφθονίας, που μαζέψαμε σκουπίδια κι αποτσίγαρα, που τραβήξαμε και κάνα σφουγγάρισμα και με κόπο ίσως ξαναφέραμε το μαγαζί στα ίσα του, προσώρας στη γωνία μας «…καχύποπτοι, ανύποπτοι και ύποπτοι».  

Η κοινή λογική λέει στόχευση, που όμως –κοίτα να δεις!!!— μόνο δυο γράμματα απέχει από τη μόλις προ ολίγου πτώχευση. Κι επειδή 41 χρονάκια Ευρωπαίοι, κι εμείς οι απέξω κάτι προσφέραμε και κάποιο ελάχιστο πετραδάκι βάλαμε στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα, μάλλον ήρθε η ώρα –όχι από έπαρση, αλλά με καχυποψία αρχαίου παντοπώλη– κάπως να διαχωρίσουμε τη θέση μας: λέω να ζητήσουμε στο χέρι και εν τη παλάμη τα 2.877,69 ευρουλάκια, που αναλογούν στον καθένα μας.  

Οχι από σύνδρομο Δικαιόπολι ούτε και με καμιά σοβαρή οικονομική ανάλυση. Απλά η λέξη «εμπιστοσύνη» ακούγεται όλο και πιο σπάνια τριγύρω και υπάρχει και πρόταση να αντιταχθεί σ’ όσους τυχόν κοιτάξουν στραβά. 

Αξιοσέβαστοι πολιτικοί και διαχειριστές των ευρωπαϊκών χρημάτων, εμείς, οι απέξω, δεσμευόμαστε πως...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μέμνησο των καλλιτεχνών

Λίγες ώρες πια πριν αρχίσει η μετά εγκλεισμό εποχή και όλες κι όλοι προσπαθούν να κατανοήσουν, να σχεδιάσουν τη νέα τους ζωή σ’ αυτή την περίεργη, αχαρτογράφητη περίοδο, που μόλις ξεκινά.  

Οχι όλοι ακριβώς, όμως. Το δικαίωμα αυτό μάλλον αφαιρέθηκε από μια μεγάλη κατηγορία πολιτών, από τους καλλιτέχνες. Οι κυβερνητικές προβλέψεις των προηγουμένων ημερών για την επιστροφή στην όποια κανονικότητα δεν περιείχαν κανένα σχέδιο, κανένα μέτρο για ένα ολόκληρο σύμπαν ανθρώπων, που καταδικάζεται σε απραξία.  

Μουσικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, χορευτές, συνθέτες, στιχουργοί, εικαστικοί, τεχνικοί, διοργανωτές, παραγωγοί και άλλες ποικίλες ειδικότητες του θεάματος –εκείνης δηλαδή της οικονομικής δραστηριότητας, που κυρίως ζει, τρέφεται αλλά και συνομιλεί με το κοινό– αποκλείστηκαν δια παραλείψεως από το δικαίωμα να υπάρξουν, να επιβιώσουν, μέχρι ν’ ακουστεί η είδηση για εμβόλιο ή φάρμακο του ιού.  

Διαχρονικά οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονταν ως «ψωνάρες» ή ως επικοινωνιακές γλάστρες από τους πολιτικούς αλλά σε αυτή τη συγκυρία το πράγμα αλλάζει

Δεν μιλάμε πια για διαγκωνισμό δημοσίων σχέσεων ή για υπερυψωμένα εγώ και φαίνεσθαι —μιλάμε για την επιβίωση του καλλιτεχνικού κόσμου και μόνον. Σκεφτείτε μη προβεβλημένο και με τον βασικό μισθό αμειβόμενο, με δυο παιδιά και νοίκι, που πιθανότατα δεν θα ξαναδουλέψει μέσα στο 2020, για να υπάρχει η πλήρης εικόνα του δράματος.  

Για πρώτη φορά στην ιστορία της η χώρα κατάφερε να έχει υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικό δυναμικό με ζηλευτές σπουδές και επιτεύγματα. Μετά από δέκα χρόνια Κρίσης όμως, όταν το πρώτο πράγμα που έκοψε ο μέσος θεατής ήταν το εισιτήριο θεαμάτων, έρχονται τώρα οι συνέπειες του ιού και η απρονοησία της πολιτείας, να οδηγήσουν σε αφανισμό το κομμάτι παραγωγής του πολιτισμού, που θα μπορούσε μετά τον τουρισμό, να είναι σήμα κατατεθέν μας

Ναι, είναι και πρέπει να είναι αυτονόητος ο πλήρης σεβασμός στις επιστημονικές γνωματεύσεις για την αντιμετώπιση του κακού, που μας βρήκε και ουδείς θα μπορούσε να θέσει άλλη βάση συζήτησης πέρα από αυτές. Όμως σεβόμενοι πάντα την επιστήμη, ας αφήσουμε καταρχήν την ελληνική εφευρετικότητα, την φαντασία των καλλιτεχνών να δράσει και να προτείνει ασφαλείς τρόπους και χώρους, ασφαλείς ιδέες και προτάσεις. Κι αν αποδειχθεί δύσκολο να βρεθούν τέτοιες λύσεις...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ζώντας μέσω smartphone

Toυ ΣΤΑΘΗ ΠΑΧΙΔΗ

Αναρωτιέσαι πια αν είναι η συνέχεια του χεριού σου. Εν μέσω πανδημίας, καθώς ήδη κάποιοι κοιτούν επιφυλακτικά όποιον βαδίζει στο ίδιο πεζοδρόμιο, το κύριο μέσον επαφής –λέμε τώρα– με τον έξω κόσμο αποδείχθηκε το smartphone.  


Eνας πλανήτης σε διαρκή βιντεοκλήση είμαστε και εφιαλτική μοιάζει η υπόθεση για το πώς θα βγάζαμε καραντίνα χωρίς σμαρτφόνι ή ίντερνετ. 


Οι διπλά ευπαθείς είναι οι μη εξοικειωμένοι με την τεχνολογία δίπλα μας


Τα πάντα όλα μ’ ένα touch στο φωτισμένο πληκτρολόγιο: από ποίηση μέχρι πιστοποίηση, από μαγείρεμα μέχρι γαμείρεμα, από δόσεις μέχρι διαδόσεις, από άδικα μέχρι ντελιβεράδικα.  


Μια νέα κουμπακιακή καθημερινότητα έχει επιβάλει ο ιός, ακόμη και σε ηλικίες που δεν ήταν εύκολο, αρκεί να έχεις σύνδεση και μπαταρία επαρκώς φορτισμένη: τηλεμάρκετιγκ, τηλεκατάρτιση, τηλεκπαίδευση, τηλεσέξ, τηλεσυναλλαγές, τηλεργασία, τηλεδιάγνωση κι, έτσι όπως πάει, μια σχεδόν πλήρης τηλεζωή.  


Τα κάνει όλα λοιπόν αυτό το τρίτο ηλεκτρονικό χέρι; 


Μεγάλη κουβέντα μην πείτε: πρόσφερε σπουδαίες λύσεις η τεχνολογία αλλά… Πλένει πιάτα το σμαρτφόνιο; Ποτίζει λουλούδια ή πλένει το μπαλκόνι; Μήπως βάζει πλυντήριο, απλώνει μπουγάδα ή –το πιο x-treme απ’ όλα– σιδερώνει καμιά ντάνα πουκάμισα; Και η χαριστική βολή: φτιάχνει καφέ ή μήπως πατάει καζανάκι;  


Καμία λύση στο κορυφωθέν επί εγκλεισμού μείζον θέμα των σταγόνων επί καπακίου WC δεν προσέφερε


Στα ουσιώδη θέματα της ικανοποίησης του ανθρώπινου ναρκισσισμού, επίσης υστερεί η διαολοσυσκευή. Είμεθα έθνος τριχοφυές και ζούμε έγκλειστοι τις μέρες του θριάμβου της ζήτησης κομμωτριών, αποτριχωτριών και νυχούδων –(«…Έχω αφήσει extension στο μπαρ ο Μαύρος Γάτος…» ή «Συνελήφθη χαριτόβρυτος με μικροποσότητα ημιμόνιμων ονύχων…»).  


Κι αν πιθανότατα δεν αργεί η μέρα που θα λανσαριστεί στην αγορά τηλέφωνο που κουρεύει ή χτενίζει, κανείς σοβαρός εμπορικός νους δεν θα διανοηθεί εν μέσω εγκλεισμού να κυκλοφορήσει συσκευή που ζυγίζει, εεε; 


Αν στην όραση και την ακοή τα πάει καλά το σμαρτφόνι, η συντριβή του καραδοκεί στις υπόλοιπες αισθήσεις. Δεν θα μάθει ούτε ποτέ θα μεταφέρει οσμή και γεύση σπιτικών γεμιστών κολοκυθακίων κατσαρόλας ή μυρωδιά αγαπημένου δέρματος ή αρώματος. Αγνοεί πλήρως την ευωδία της πασχαλιάς ή την αίσθηση του κομμένου γρασιδιού. 


Η θαυματουργή συσκευή εξάλλου δεν θα κρατήσει ποτέ χέρι σε στιγμή κορύφωσης της αγωνίας σε θρίλερ ούτε και θα ζεστάνει γυναικεία πόδια τον χειμώνα. Δεν αγγίζει, δεν αγκαλιάζει, δεν φιλάει, δεν χαϊδεύει το τηλέφωνο — αν και υπάρχουν tech maniacs βιτσιόζοι φετιχιστές που στη ζούλα γεμίζουν χάδια το πολυεργαλείο. Μπορεί βέβαια να έχει το εξωπραγματικό προσόν να μην γκρινιάζει, αλλά τι να το κάνεις, όταν δεν γελά ή δεν σου κάνει πλάκα; 


Παραφράζοντας τον ποιητή, σμαρτφονικά πηγαίνουμε, σμαρτφονικά προχωρούμε και ...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ypervaros beach»



Λέω να κάνω ένα μπιτσόμπαρο. Λέω να πάω να κρατήσω λίγα μέτρα πλάι στο κύμα σε μιαν ακτή ειδυλλιακή και ήσυχη (τόσες έχει το οικόπεδο-γωνία, όπου ζούμε), να εκδώσω τυπικότατα άδειες και εγκρίσεις, χαρτιά και μισθωτήρια και να το ετοιμάσω σιγά σιγά, έστω και τώρα, που το καλοκαίρι πήρε στροφή για φθινόπωρο.  


Πρώτα απ’ όλα όμως θα βάλω μια ταμπελάρα, που τα πάντα θα φανερώνει, με το logo επάνω —γιατί υπάρχει logo σοβαρό: «Ypervaros Beach» κι όσες και όσοι υπέρβαροι, προσέλθετε. 


Αυτό θα είναι το target group του καταστήματος, σ’ αυτές και σ’ αυτούς, τους πέραν και μακριά της αυστηρότητας και του εγκλωβισμού των αναλογιών και των δεικτών μάζας σώματος θα απευθύνεται.  


Οκ, πήρες και κανένα κιλό παραπάνω— ε, και τι έγινε; Είναι αυτό αιτία για να μην απαλλαγείς από τη βάσανο των ρούχων, των κορσέδων, των ενοχών και των προσωπείων, για να μη χαρείς την Αγια Φύση και τη Θεά Θάλασσα;  


Με τις μπιροκοιλιές και τους αναπόφευκτους πατσιακούς, με τα ψωμάκια και τις φραντζολίτσες, όλες και όλοι, προσέλθετε αφόβως και ακομπλεξάριστα, διότι γενναιόδωρο και Τσιτσανικόν (σε στίχους Γερ. Τσάκαλου βέβαια) θα είναι το μότο του καταστήματος και θα τυπωθεί και στα σχετικά διαφημιστικά φυλλάδια: «Έλα όπως είσαι».  


Εξάλλου θα γίνουν παραγγελίες για διπλόφαρδες ξαπλώστρες και ομπρέλες με XXL ίσκιο, ενώ τα ηχεία του μπιτσόμπαρου θα παιανίζουν, εκτός του θροΐσματος των κυμάτων, άσματα ενθαρρυντικού περιεχομένου όπως «Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι», «Μη μ’ αποκαλείς τεμπέλη», «Οι χοντροί ειν’ οι ωραίοι», «Υπέρβαρο με είπες μια βραδιά—και μου ‘μεινε για πάντα η ρετσινιά» και άλλα τέτοια κατά των στερήσεων αγωνιστικά.  


Απενοχοποιημένες και αμέριμνοι, άφοβες και ξένοιαστοι, μακριά από «πρέπει», συμπλέγματα, ιδεοληψίες και ζυγαριές ας απαλλαγούμε στο ««Ypervaros Beach» από τα δεινά, που επί έτη συσσώρευσε η δικτατορία της παρά θιν’ αλός αισθητικής των σιξπακιασμένων και των «πήγαινα-για-Ναόμι-Κάμπελ-αλλά-με-κόψανε». Το μέτρο ήταν ο τρόπος μας κι ο τόπος μας και θέλει μέτρο ακόμη και η προσήλωση σε πρότυπα και γουαναμπιά. Κι αν ξέφυγαν και δυο τρία κιλά παραπάνω, αν χαλάρωσε λιγάκι ο …όλος ή έπεσε το …ήθος, δεν έτρεξε και τίποτα. 


Όλες και όλοι καλόδεχτοι στο μαγαζάκι της απενοχοποίησης και του «έλα όπως είσαι».  


Κι αν σκάσει μύτη κανένας σιξπακιασμένος ή καμιά ινσταγ(κρ)άματα Νάομι Κάτω Τούμπας...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: 17χρονος ψηφίζει



Σε καθίζει απέναντι και δεν γλιτώνεις. Το καθήκον είναι βαρύ και από αμηχανία άλλο τίποτα… Πρέπει να τοποθετηθείς, να απαντήσεις, να λύσεις απορίες («πού συνήθως είναι το παραβάν;» «γιατί τόσοι συνδυασμοί;») αλλά και να μιλήσεις επί της ουσίας, διότι υπάρχει ανάγκη άμεση και επείγουσα: ο 17χρονος, πριν την τυπική ενηλικίωση και κυρίως πριν το πρώτο δικό του μεροκάματο, για πρώτη φορά ψηφίζει.  


Του επέβαλαν μονομιάς το δικαίωμα ψήφου τέσσερις φορές (η επανάληψη μήτηρ μαθήσεως) και έρχεται σε λίγο και η πέμπτη. 


Τι και πώς θα ψηφίσει το πρωτάκι, αν τελικά πάει να ψηφίσει; 


Με ποια κριτήρια, με ποιες σκέψεις, με ποιες παραστάσεις και βιώματα θα σταθεί εκτός του ενυδρείου του και μπρος στην κάλπη; 


Η οικογενειακή παράδοση καταρχήν πάντα παίζει τον ρόλο της. Τι άκουσε το παιδί στο σπίτι, τι εξ ανακλάσεως βίωσε, ποια δελτία ειδήσεων έφταναν στ’ αυτιά του, καθώς μπόμπιρας ανέμελος έπαιζε με τα παιχνίδια του, ποιους μπινελίκωνε ο μπαμπάς ή οι παππούδες εμπρός του. Αλλά αυτό είναι μια προδιάθεση και μόνον.  


Μετά ακολουθεί η όποια γνώση και εμπειρία κι αρχίζουν τα μεγάλα ωχχ. Η γεννηθείσα ή ο γεννηθείς ψηφοφόρος κατά το οριακό 2002 δεν γνώρισε δραχμή, δεν θυμάται τον Σημίτη Πρωθυπουργό ούτε τον Ζαγοράκη πρωταθλητή Ευρώπης. Ίσως να έχει κάποιες μνήμες από την εποχή των χρημάτων αλλά από την πρώτη Δημοτικού γνωρίζει καλά τις λέξεις «κρίση» και «μνημόνιο», με όσα μπορεί να σήμαιναν αυτές για τον οικογενειακό μικρόκοσμο του καθενός. Μιλάμε εξάλλου για καθαρά ιντερνετική —άνευ τηλεόρασης— φουρνιά: το κινητό είναι συνέχεια του χεριού, το βιβλίο είναι εργαλείο περίπου αυστηρά σχολικό, το σινεμά αρχίζει γι’ αυτούς με τους «Πειρατές της Καραϊβικής», η ραπ είναι μουσική (ωχχχ Παναΐα μ’), ο Χιθ Λέτζερ θρύλος και η Πάολα λαϊκή τραγουδίστρια. Το σχολείο εισφέρει σ’ αυτά τα παιδιά την Ιστορία μόνον ως αποξηραμένη, τυραννική παπαγαλία με σοβαρό ενδεχόμενο η μάχη των Θερμοπυλών να μοιάζει χολιγουντιανό σενάριο, η Μακεδονία πάντα ελληνική, ο Ελευθέριος Βενιζέλος να φαντάζει αεροδρόμιο και ο Αρης Βελουχιώτης κάτι σαν μουσάτος χίπστερ. Η προετοιμασία τους ως πολίτες γίνεται με μαθήματα, που φέρουν τους εκκωφαντικούς τίτλους «Σύγχρονος κόσμος: Πολίτης και Δημοκρατία» ή «Βασικές αρχές Κοινωνικών επιστημών: Κοινωνιολογία, Οικονομική Επιστήμη και Πολιτική Επιστήμη»: ό,τι πρέπει δηλαδή για να είναι(;) ανταγωνιστικά στον εικονικό ορυμαγδό των social media.


 Η εύλογη ανάποδη σκέψη λέει πως αν Facebook και Instagram γίνουν υποχρεωτικά μαθήματα στο Λύκειο, ίσως και να υπάρξει ελπίδα για την παιδεία των ελληνοπαίδων.  


Σε καθίζει απέναντι και δεν γλιτώνεις  Ο νέος ψηφοφόρος, λίγη υπευθυνότητα αν διαθέτει, έχει να σου θέσει μαζεμένα δέκα επτά χρόνων απροκατάληπτα «πώς» και «γιατί» και μαύρο φίδι που σ’ έφαγε αν είσαι υποκειμενικός ή προσπαθήσεις ν’ ασκήσεις επιρροή.  


Η πρώτη γενιά Ελλήνων χωρίς ιδεοληψίες είναι εδώ —η κρίση τους έφερε. Αφού ξέρεις καλά πως η αλήτισσα η εμπειρία δεν μεταδίδεται και αποκλειστικά εσένα αφορά, έντιμα μπορείς μόνο...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Επιτάφιος μέσω Skype…


Παλιά ήταν οι επιστολές, η αλληλογραφία. Χαρά μεγάλη όταν ερχόταν το γράμμα απ’ τα ξένα ή έστω μια κάρτα με ευχές, με δυο κουβέντες. Υγιαίνετε, σας φιλώ τον καθένα ξεχωριστά, εύχομαι ταχείαν αντάμωσιν. Ενα ολόκληρο, έως και τυποποιημένο, λεκτικό, που προσπαθούσε να κρύψει με χίλιες προφυλάξεις πίσω απ’ τις λέξεις το τρεμάμενο χέρι του αποστολέα ή το βούρκωμα του παραλήπτη.  


Κάποια φωτογραφία εσώκλειστη στο φάκελο ερχόταν ν’ αλαφρύνει το βάρος, να ημερώσει την έγνοια. Συνήθως ήταν στημένη, κοστουμαρισμένη, Κυριακάτικη και καθησύχαζε αυτές κι αυτούς που πίσω έμεναν: ο ξένος είναι καλά εκεί, αντέχει, τα καταφέρνει. Βέβαια εκείνος ο ανίκητος αλήτης, ο χρόνος –ρυτίδες, γκριζάρισμα, βλέμμα- έμπαινε ύπουλα κι απρόσκλητα με τον καιρό, σιγά σιγά, στο κάδρο. 


Κάποια γράμματα και κάποιες φωτογραφίες, από τύχη και μόνο άντεξαν μέχρι σήμερα. Με κιτρινισμένο σώμα πια, διέσωσαν στιγμές και βλέμματα και σε κάποιο συρτάρι υπάρχουν, για να μαρτυρούν. 


Μετά πήραν φωτιά τα τηλέφωνα. Κυριακές απόγεμα ή 12 και κάτι, μετά το Χριστός Ανέστη ή στην αλλαγή του χρόνου, αφού υπολογιστεί καλά η διαφορά της ώρας. Πιο άμεση η επικοινωνία αλλά πιο ύπουλο πράγμα ο ήχος, η φωνή, ακόμη και μέσα από το ακουστικό. Ακούγονταν οι παύσεις, το κόμπιασμα, η αλλαγή του τόνου, το σπάσιμο της χροιάς… Κι αν μόνο ακούς και δεν βλέπεις, αρχίζεις και υποθέτεις και κάνεις σενάρια και φαντάζεσαι, μέχρι και να τρελαθείς μπορείς. Έπεα πτερόεντα όμως: τόσες και τόσες συνδιαλέξεις, τυπικές, ανάλαφρες ή και δραματικές, δεν γινόταν να καταγραφούν και τίποτα δεν άφησαν πίσω τους, τίποτα πια δεν μαρτυρούν. Ούτε γέλιο ούτε δάκρυ. 


Και να που ήρθε η ώρα του αμείλικτου, η εποχή της εικόνας, η αυτοκρατορία του skype: 


Ο καθένας και μια κάμερα. Ζωή σε απ’ ευθείας μετάδοση, αν το θες. Στην οθόνη του λαπτόπιου ο κόσμος όλος. Και εκεί αυτοπροσώπως, με σάρκα και οστά, σε εικόνα ίσως τρεμάμενη αλλά αρκετά ευκρινή, ο απών ή η απούσα, το ξενάκι.  


Μέσω skype μάνες λένε το «ζακέτα να πάρεις», αδέρφια αλληλοπειράζονται, γιαγιάδες και παππούδες γνωρίζουν τα εγγόνια τους.  


Αλλά πώς να εξοβελίσεις την έλλειψη και την απουσία, πώς να διαχειριστείς το φούσκωμα, πώς να ξεπεράσεις τη μη αφή, να εξοικειωθείς με τη μη όσφρηση και να αρκεστείς στην όραση και την ακοή; 


 Η αμείλικτη εικόνα όλα τα μαρτυράει και η γλώσσα του σώματος άθελα και ακούσια θα φανερώσει πως, όσα κι αν καταφέρει η τεχνολογία, καμιά απόσταση δεν καταργείται, καμιά απουσία δεν αναπληρώνεται, κανένα κενό δεν γεμίζει.  


Η φίλη μου η Β. προχθές το βράδυ, μόλις καλόπεσε το σκοτάδι, μας αποχαιρέτησε βιαστικά κι απρόοπτα. «Έχω skype με το παιδί» είπε –με το καμάρι της, τον νεομετανάστη στην Εσπερία.  


Αφησε κάτι ψιλά για το ρεφενέ και καθώς φορούσε το πανωφόρι της, έριξε το αναπάντεχο:  

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η ψυχική νόσος «Kwlotoumpidon»


Αντιγράφοντας από την «Μεγάλη Ψυχιατρική Εγκυκλοπαίδεια του Έθνους», εκδόσεις «Apo-ta-lidl», 2014:  


«Ορισμός: Η ψυχική νόσος «Kwlotoumpidon» (ελληνιστί Κωλοτουμπηδόν) ή άλλως σύνδρομο «Barbafotis» εμφανίζεται σε εύθραυστες, μη αναπτυγμένες, άνευ θεσμικής παράδοσης χώρες και προσβάλλει προσωπικότητες του δημοσίου βίου με έντονο το αίσθημα του σωτήρα στο ψυχολογικό υπόβαθρό τους (πολιτικούς, δημοσιογράφους, κωμικούς, τραγουδοποιούς, προπονητές ποδοσφαίρου, τυροπιτάδες – πχ ο γιατρός της πείνας κτλ). Ο πάσχων ή η πάσχουσα από τη νόσο, ηθελημένα ή και αθέλητα, συγχέει σε βαθμό παραφοράς το ίδιον όφελος με το δημόσιο καθήκον, το οποίο ετάχθη (κατά τον νου του) να επιτελεί, περιφερόμενος με κυβιστήσεις από μαντρίου εις στάνη. Ακραία έκφανση του συνδρόμου εντοπίστηκε παλαιότερα στη χώρα μας μετά από άρνηση πολιτικού ανδρός να αναλάβει ακόμη και την Προεδρία της Δημιοκρατίας. 


 Συμπτώματα: 


-Ρίγη, εξάψεις και δήθεν ταχυπαλμία ειδικά στο άκουσμα του τροπαρίου «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου», συνεχής και άνευ λόγου χρήση της λέξης «λαός» καθώς και της παροιμίας «Με λένε Ρίζο—κι όπως θέλω… θα ψηφίζω». 


-Καρεκλολαγνεία και ακατάσχετη καρεκλοέλξη σε βαθμό σφηνώματος, έστω και όταν, κατ’ αντιστροφή, το σύμβολο-καρέκλα χρησιμοποιείται ως μονάδα μέτρησης αυτοθυσίας. Ροπή προς άνευ όρων γοήτευση μόνον από ισχύ και θέσεις– μέχρι και από θέσεις «δι’ άτομα χρήζοντα βοηθείας» στο λεωφορείο 31 της γραμμής «Βούλγαρη-Σφαγεία». 


-Εμφανής ευκολία χρήσης εξόφθαλμου ψέματος (όρα και σύνδρομο Μινχάουζεν) και ιδιαίτερη δυσκολία χρήσης των συμφώνων ρω και ταυ πχ αμύνεσθαι περί πάτρης ή περί πάρτης.  


-Ακατανόητη έλξη προς στολές (ειδικά παραλλαγής), λιλιά, οφίτσια και θώκους, εμβατήρια, κόκκινα χαλιά, κούτρα μερτσεντές και στρατοκαβλίαση. Αναφέρεται ψυχιατρικό εύρημα μέχρι και κατάθεσης στεφάνου σε παραλία επί κόκκινου χαλιού και παράκτιας ξύλινης παλέτας προς τιμήν προαιώνιας ναυμαχίας. 


-Συχνή αγορά I Phone τελευταίας τεχνολογίας με χρήματα άλλων αλλά και απόρριψη κρισίμων εισερχομένων κλήσεων αναιτιολόγητα. 


-Ακατάσχετη επιθυμία λεξιλογικής σεξιστικής επιθετικότητας αλλά και αποστολής εξωδίκων και κατάθεσης μηνύσεων προς όποιον διαφωνούντα (προσοχή: ουδεμία σχέση με τις μηνύσεις του μεγίστου λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα εις τας δυσμάς του βίου του). 


-Τάσεις φυγής και αλλεπάλληλες αποδράσεις στην άγρια ζούγκλα (υποπερίπτωση Barbafotis-Tarzan Terence) ή στην Κίνα (υποπερίπτωση Barbafotis-Marco Polo) με προβαλλόμενη αιτία το εθνικό συμφέρον. 


 -Ιδεολογικοποίηση από τον πάσχοντα του συνδρόμου «Barbafotis», ο λεγόμενος ευρωπαϊκός barbafotisμός. 


Διάγνωση: 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι αζήτητοι



Σε αυτό το αναπάντεχα μολυβί καλοκαίρι που ζούμε, είναι πια ταχύτατη η διαδοχή δραμάτων που εξελίσσονται δίπλα μας, ακόμη και αυτή τη στιγμή, αρκετές μέρες μετά τις φλόγες. Καταφέραμε βέβαια ήδη σαν κοινωνία το ακατόρθωτο: ακόμη κι ένα βαρύτατο πένθος 88 νεκρών της διπλανής πόρτας, αντί να μας ενώσει, ελληνοπρεπέστατα να μας διχάσει.  


Αυτό είναι το σίγουρο, το διαχρονικό μας δράμα. Κι αν τόσα αστήριχτα, προσβλητικά και διχαστικά ακούγονται από ειδήμονες τάχα πυρολόγους, δήθεν πολεοδόμους, λίγο αυθαιρετούχους και πολύ πολιτικούς, μια ακόμη πιο αβάσταχτη σιωπή, μια βαριά μουγκαμάρα αιδημοσύνης επιβάλλεται στο άκουσμα της τελευταίας είδησης: υπάρχουν ακόμα δύο σοροί, δυο νεκροί που παραμένουν αταυτοποίητοι.  


Μία σορός φέρεται να ανήκει σ’ αγνοούμενο κατά δήλωση φιλικού προσώπου αλλά δεν έχουν βρεθεί συγγενείς μέχρι τώρα για επιστημονική ταυτοποίηση και μία άλλη ενός πλήρως άγνωστου ανθρώπου.  


Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; 


Ποιος ήταν ο δρόμος τους, ο χωροχρόνος τους, το χνάρι τους, το αποτύπωμά τους; Από πού ξεκίνησαν, πού πήγαιναν και πώς και γιατί βρέθηκαν εκεί την ώρα του ολέθρου; 


Ποιοι και πού ήταν οι δικοί τους, όσοι κάτι θα είχαν να πουν γι’ αυτούς και γιατί δεν φάνηκαν ως τώρα; 


Γιατί κανείς τόσες μέρες μετά, δε νοιάστηκε, δε τους έψαξε, δεν τρελάθηκε; 


Ηταν ο αδύναμος χωρίς συγγενείς γεράκος του διπλανού αυθαιρέτου; 


Ηταν η γηραιά μοναχική κυρία της πάνω γειτονιάς; 


Ηταν ένας τυχαίος άτυχος περαστικός; 


Ηταν ένα αλλοδαπό, από την άκρη του κόσμου, εργατάκι, που πάλευε για μεροκάματο με μερεμέτια και πώς να ξέρουν οι δικοί του στην άλλη άκρη της γης, τι του συνέβηκε; Μήπως αυτοί οι δυο αταυτοποίητοι γνωρίζονταν ή ήταν μαζί; 


Άνθρωποι σα σκιές, που πέρασαν από δω, δίπλα μας κι έφυγαν αζήτητοι, χωρίς κανείς να τους ψάξει μέχρι στιγμής, μέσα στον καπνό και την τήξη της λαίλαπας. 


Ολες οι εκδοχές και όλα τα πιθανά σενάρια σίγουρα ωχριούν μπρος στην πραγματικότητα, που αντιμετώπισαν οι μάρτυρες, που απανθρακώθηκαν στο Μάτι. Κι όμως πέρα από το αποτρόπαιο ενός θανάτου από φωτιά, που σε κανέναν δεν αξίζει, οι δυο αταυτοποίητοι έρχονται να μεγενθύνουν το δράμα και να δώσουν την άλλη, ακόμη πιο τραγική διάσταση: σε μια τόσο άδικη και φριχτή αναχώρηση, το να είσαι ο κανένας, ο αταυτοποίητος, ο μοναχός, χωρίς κάποιον να σε αναζητήσει, να τρελαθεί, να φοβηθεί ή να πει κάτι για σένα, είναι διπλά ασήκωτο, είναι ένας διπλός θάνατος


Οι δυο αζήτητοι πιθανόν...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τσιγαράκι περισσεύει;



Σ’ έχουν στήσει άγαρμπα καταμεσήμερο εκεί, στην πολυσύχναστη γωνία της πόλης. Λίγο ή ώρα, λίγο η κίνηση, το έφαγες το στήσιμο και λες ας τ’ απολαύσω τουλάχιστον. Βρίσκεις τη σωστή θέση, τη σωστή γωνία και κάθεσαι να σε χτυπάει εκείνος ο αλήτης ήλιος του μεσημεριού, που σκάει μύτη εκεί κατά τις δώδεκα, δίνει μια τζούρα άνοιξη και μετά πάει κι εξαφανίζεται.


Καθώς νιώθεις κατά πρόσωπο τις ανοιξιάτικες αχτίδες, κάνεις την ανακλαστική κίνηση: ναι, δεν το ‘κοψες κι ας σε μπινελικώνουν οι φίλοι, κι ας σε προειδοποιούν οι γιατροί. Ανάβεις τσιγάρο.  


Τσιγάρο τσιγαρένιο, όχι ατμομάγειρες κι αποχυμωτές ούτε στριφτάρια της αγανάκτησης. Τραβάς δυο γερές τζούρες -να πάει ως τις φτέρνες- κι αρχίζεις από εξαπανέκαθεν έξη να ασκείς τη μέγιστη ευλογία του χαζεύειν την ανθρωπογεωγραφία της κεντρικής οδού. Κόσμος πάει κι έρχεται…



Κι έρχεται αυτός. Περίπου εβδομηντάρης, θαρρείς και πέρασε γκρέιντερ από πάνω του. Πρόσωπο σκαμμένο, ρούχα ταλαιπωρημένα και μάλλον από λαϊκή, αξύριστος με μαλλί λευκό, άλουστο από μέρες. Η δυσκολία μπορεί και να ‘χει και το πρόσωπό του. Στέκεται μπρος σου, σου κρύβει τον ήλιο τον αλήτη και δεν είναι ο Μεγαλέξανδρος. Δεν σε κοιτά στα μάτια και με συστολή σχεδόν ψιθυριστή ρίχνει βόμβα δύο –ναι μόνο δύο-λέξεων:


-Τσιγαράκι περισσεύει;


Α ρε… (μ)αργιόλα άνοιξη, που περπατάς στους δρόμους… Δυο λέξεις μόνο, δυο απλές λεξούλες δίπλα-δίπλα κι ακυρώνουν απόλαυση μεσημεριού, ήλιο, σύμπαν κι άνοιξη μαζί σε χρόνο dt.


Οχι, δεν ήθελε τσιγάρο ο σκαμμένος, ο ταλαιπωρημένος. Ηθελε τσιγαράκι. Αυτό με το υποκοριστικό της μεγάλης επιθυμίας, με την κατάληξη -άκι, που αγάπη, πάθος, απωθημένο και πιθανότατα στέρηση προδίδουν. Με τη συστολή του στερημένου, του μη έχοντος, κοιτάζοντας αλλού -μάλλον προς το φανάρι, που πάντα κοκκινίζει- περίμενε υπομονετικά την αντίδραση του έχοντος, του «μπρούκλη», του προνομιούχου, που χωρίς αιδώ, χωρίς αίσθηση του τι μπορεί να περνά ο διπλανός, φουμάρει κι άθελα επιδεικνύεται καταμεσής στο δρόμο. Στα χρόνια που ζούμε ίσως και να είναι πρόκληση ν’ ανάβεις τσιγάρο στη μέση του δρόμου κι όχι για λόγους που άπτονται του αντικαπνιστικού νόμου.


Κι έρχεται μετά, χαριστική βολή, η ερώτηση-μάθημα, το ρήμα-ύπουλη μαχαιριά: «Περισσεύει;»


Ο σκαμμένος, ο ταλαίπωρος, ο αιτών με συστολή έχει την έγνοια, την ανησυχία, την ευαισθησία να ζητήσει από τα περισσευούμενα, από τα παραπάνω, απ’ αυτά που μπορεί και να έχεις σε αφθονία. 


Δεν σου λέει τα κλασικά της τράκας και της κούτρας παρά νοιάζεται κι ενδιαφέρεται, αν σου αρκούν κι αν περισσεύουν και τότε μόνο το αίτημα ισχύει.
-Τσιγαράκι περισσεύει;


Δεν μιλάς, τίποτα δεν λες, ίσως και να ντρέπεσαι. 


Βγάζεις...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ερεισμα και μέρισμα



Τυγχάνετε μέτοχος και δεν το γνωρίζετε


Μέτοχος μετοχένιος, πιο μέτοχος δε γίνεται, και αν είστε της παλιάς σχολής και θέλετε χαρτιά και σφραγίδες, ψάξτε κανένα πιστοποιητικό γεννήσεως και θα καταλάβετε. 


 Είστε μέτοχος της «ΕΛΛΑΣ Α.Ε.», της παγκόσμια περιώνυμης προβληματικής Εταιρείας και μην κάνετε την πάπια, έχετε αναλάβει ήδη δεσμεύσεις και υποχρεώσεις.


Εκόντες άκοντες, είμαστε κάτοχοι μετοχής εκ γενετής κυρίως, όλες και όλοι ανεξαιρέτως και όχι μόνο το 32% του πληθυσμού, που δεινοπαθεί, όπως υπολογίζεται από υπουργικά χείλη.  


Δυσβάστακτη από πάντα αυτή η μετοχική ιδιότητα, μια και η κοινή μας Εταιρεία ανέκαθεν προβληματική έως χρεωκοπημένη ήταν. Με δάνεια, βάρη, υποχρεώσεις και τράκες απ’ όπου και όπως μπορούσε και δεν ήταν «εύκολες οι θύρες, αν η χρεία τες κουρταλεί» όπως συμπύκνωσε από την ώρα της ίδρυσης του μαγαζιού ο μέγας Επτανήσιος του λόγου.


Κάνουμε κι εμείς, οι θες-δε-θες μέτοχοι ό,τι μπορούμε. Πράττουμε (καμιά οφσοριά καμαρωτή ή αιτούμεθα διορισμό), ανεχόμαστε (ψεΚαμένοι στον καναπέ), παραλείπουμε (συνήθως να δηλώσουμε εισοδήματα). Κυρίως όμως αναδεικνύουμε ανά τετραετία ελπιδοφόρο (θέλουμε να πιστεύουμε) διευθύνοντα σύμβουλο και διοικητικό συμβούλιο -τους λένε και Πρωθυπουργό και κυβέρνηση- και Παναγιά βοήθα με το κόστος της επιλογής μας.


Και πήραμε κάτι κόστη επί των ώμων μας τελευταία… Πολλά ξεκίνησαν για ένα αδειανό άνευ Ελένης λαχούρ ροζ πουκάμισο και μετά ρισκάραμε με υπερυψωμένους γιακάδες σακακιών – μαϊμού Μπόγκαρτ άνευ καμπαρντίνας εναντίων κακών. Πήραμε το βάρος να επιβάλλουμε να χορευτούν πανευρωπαϊκά ρυθμοί δικοί μας αλλά μείναμε με το… μπιτ στο χέρι.  


Δημοψηφίσαμε ελληνοπρεπώς διχαστικά (μη χαλούν οι παραδόσεις της φυλής) και φάγαμε νύχια μπρος στις απευθείας μεταμεσονύχτιες Γιουρογκρουπικές μεταδόσεις καρδιοχτυπώντας αν φεύγοντας μένουμε ή φεύγουμε μένοντας.


Ουραίοι των ΑΤΜ αλλά από μέσα μετέωροι υπερκαταβάλλουμε μπρος στο κοινό ταμείο, όσο αντέχει πια ο καθένας, κι επιμένουμε σ’ αυτό το κοινό, στο consensus που λένε οι συνταγματολόγοι, στην κοινή μας αναγκαστική συναίνεση να μετέχουμε στην «ΕΛΛΑΣ ΑΕ».


Κι εκεί που το ‘χεις βιωμένο στο πετσί σου το χρέος και τη χρεία, έρχεται ο ταχυδακτυλουργός των αριθμών, αυτός που με νούμερα και στατιστικές μπορεί να σου αποδείξει πως είσαι ξανθιά με ψηλοτάκουνα, βγάζει τα κουνέλια από το καπέλο κι αρχίζει τα θαύματα: