"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΞΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Τέμπη: Η κυβέρνηση να διαφυλάξει τον ηθικό νόμο


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Τoυ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ

Κανένας νόημων ψηφοφόρος της κυβέρνησης που πιστεύει στο κράτος δικαίου δεν είναι περήφανος με τα όσα συμβαίνουν στην Εξεταστική Επιτροπή για το φονικό δυστύχημα των Τεμπών.

Η συμπεριφορά του προέδρου της, για να το πω ευγενικά, δεν αποτελεί κόσμημα για το Κοινοβούλιο. Ο τρόπος που χειρίζεται την υπόθεση μόνο υποδειγματικός δεν είναι. Την άρνησή του να καλέσει κάποιους μάρτυρες που είναι πιθανό να αποδεικνύονταν καίριοι –την πιθανολογία στις διατυπώσεις μου, τα «ίσως» και τα «πιθανόν», τα επιβάλλει η σοβαρότητα, καθώς στο στάδιο αυτό αναζητούνται ενδείξεις και όχι αποδείξεις– τη χειροτερεύει και ο τρόπος του, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί απόδειξη, και όχι απλή ένδειξη, της ποιότητας τους ήθους του. Οταν υπάρχουν πενήντα επτά αθώα θύματα, ο κύριος υπεύθυνος της πολιτικής έρευνας του φονικού δυστυχήματος δεν αρκεί να είναι άμεμπτος, πρέπει και να φαίνεται. Και ο συγκεκριμένος πρόεδρος της Εξεταστικής, όπως και να το κάνουμε, δεν φαίνεται.

Είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των ανθρώπων που ψήφισαν την κυβέρνηση, που είτε δημόσια είτε σε ιδιωτικές συζητήσεις εκφράζουν τη δυσαρέσκεια ή και την οργή τους για τον τρόπο που λειτουργεί η υπό τον συγκεκριμένο πρόεδρο Επιτροπή. Και αυτός ο αριθμός κάτι πρέπει να δείξει στην κυβέρνηση.

Βέβαια, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, ούτε ο λαός νομοθετεί δια βοής, ούτε τα εκλεγμένα όργανα πρέπει να λειτουργούν βάσει δημοσκοπήσεων. Αλλά η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται τώρα σε μια ιδιότυπη συνθήκη: ουσιαστικά κυβερνά χωρίς αντιπολίτευση. Κατά συνέπεια, η συνηθισμένη δήλωση των εκλεγομένων πολιτικών τις βραδιές των εκλογών ότι θα κυβερνήσουν «εκ μέρους όλων των Ελλήνων» για ετούτη την κυβέρνηση, εδώ και τώρα, δεν είναι κοινοτοπία. Είναι η πραγματικότητα.

Η αντιπολίτευση βέβαια είναι και υπαρκτή και λαλίστατη μέσα στην Εξεταστική Επιτροπή. Αλλά, με εξαίρεση σπάνιες παρεμβάσεις, ούτε και για τους δικούς της εκπροσώπους μπορούμε να είμαστε περήφανοι ως πολίτες. Δίνουν απλώς την εντύπωση ότι τους δόθηκε η χρυσή ευκαιρία να χτυπήσουν έναν στόχο που είναι άκρως ευάλωτος και αυτό οι περισσότεροι το κάνουν χωρίς συναίσθηση της πραγματικής τους ευθύνης, πρόχειρα, συνωμοσιολογικά, λαϊκίστικα.

Αλλά η συμπεριφορά των εκπροσώπων της αντιπολίτευσης στην Επιτροπή δεν βαραίνει την κυβέρνηση. Αντίθετα, τη βαραίνει η πολλαπλάσια του εκλογικού της ποσοστού δύναμη που της δίνει η απουσία αντιπολίτευσης στο επίπεδο ηγεσίας, αυτή ακριβώς που αποτυπώνουν και οι δημοσκοπήσεις.

Εχουμε τις διαβεβαιώσεις και του Πρωθυπουργού και του αρμόδιου υπουργού ότι η Δικαιοσύνη προχωρεί με άψογες διαδικασίες την ανάκριση για το φονικό δυστύχημα, και προσωπικά δεν έχω κανέναν λόγο να το αμφισβητώ. Ομως εδώ, πέραν των διαβεβαιώσεων, υπάρχει και ο λεγόμενος «ελέφαντας στο δωμάτιο»: η Δικαιοσύνη δεν έχει τη δυνατότητα στο στάδιο της ανάκρισης να αποδώσει ευθύνες σε πολιτικά πρόσωπα, και άρα να τους απαγγείλει κατηγορίες. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η Βουλή – αν όμως η Εξεταστική Επιτροπή δεν βγάλει πόρισμα που να οδηγεί σε Προανακριτική Επιτροπή, η δυνατότητα να διερευνηθούν δικανικά οι ευθύνες πολιτικών για το τραγικό δυστύχημα καταργείται. Για να διερευνηθούν, από εκεί και πέρα, θα πρέπει οι ενδείξεις ευθυνών πολιτικών προσώπων να προκύψουν στη δίκη, οπότε το δικαστήριο πλέον να ζητήσει την άρση της ασυλίας τους.

Με ετούτο το σενάριο υπάρχουν όμως δύο μεγάλα προβλήματα:

Το πρώτο είναι ότι η πείρα μας δείχνει πως αν τα πολιτικά πρόσωπα δεν έχουν παραπεμφθεί εξαρχής, είναι πάρα πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να οδηγήσει στην παραπομπή τους η ακροαματική διαδικασία. Ο λόγος είναι ότι στη διάρκεια  της δίκης μόνο οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροί τους έχουν συμφέρον να επικαλεστούν την ευθύνη πολιτικών, για να μειώσουν τις ευθύνες τους, και κάθε τέτοια επίκληση θα ηχεί στην αίθουσα ενός δικαστηρίου ως δικαιολογία.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι πολύ σοβαρότερο: αν φτάσουμε στο σημείο ένα δικαστήριο να ζητήσει την άρση της ασυλίας πολιτικών, αυτό θα αποτελεί κόλαφο για το Κοινοβούλιο, που σημαίνει κυρίως για την πλειοψηφία του, που δεν παρέπεμψε από μόνο του τα μέλη του –προς διερεύνηση, πάντα, όχι προς καταδίκη. Είναι παλιό ρητό των ποινικών δικηγόρων: «Αν υπάρχει κάτι πιθανώς μεμπτό για τον κατηγορούμενο, είναι πολύ καλύτερο γι’ αυτόν να το θέσει στο δικαστήριο η υπεράσπιση, παρά οι κατήγοροι». Μια παραλλαγή αυτού ισχύει και εδώ: αν υπάρχει κάποια πιθανότητα να έχουν ευθύνη για το τραγικό δυστύχημα πολιτικοί – και κανένας άνθρωπος δεν έχει σε αυτό το στάδιο το δικαίωμα να φορέσει τον μανδύα του Ανώτατου Δικαστή και να την αποκλείσει–, είναι πολύ καλύτερο να την αναδείξουν οι πολιτικοί παρά οι δικαστές. Και πιθανότητα εδώ δεν σημαίνει, βέβαια, καταδίκη αλλά παραπομπή προς περαιτέρω διερεύνηση.

Κατά τη γνώμη μου, και πιστεύω όχι μόνο τη δική μου –είναι καίριο για την αξιοπιστία της άποψής μου μου να δηλώσω εδώ ότι ψήφισα την παρούσα κυβέρνηση και συνεχίζω να την υποστηρίζω, ως απλός πολίτης– η Εξεταστική Επιτροπή δεν έχει το δικαίωμα να παύσει με την εξουσία της την έρευνα των πιθανών ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων είτε της κυβέρνησης κατά τον χρόνο του δυστυχήματος είτε και της προηγούμενης, αφού βέβαια κάποιες ευθύνες ίσως έχουν ρίζα στο παρελθόν. Και αυτό ακριβώς θα κάνει αν δεν παραπέμψει το ζήτημα για περαιτέρω διερεύνηση, σε Προανακριτική Επιτροπή.

Βέβαια, αν η Εξεταστική Επιτροπή είχε δείξει ως τώρα δείγματα άψογης λειτουργίας, ίσως το δικαίωμα αυτό να το είχε κερδίσει. Δυστυχώς όμως…

 

ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο Πολάκης ΕΙΝΑΙ ο ΣΥΡΙΖΑ


Toυ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ

Τον τελευταίο καιρό παρατηρούνται τάσεις κριτικής, είτε από τον πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ είτε από καλοπροαίρετους εξωτερικούς υποστηρικτές του, που έχουν στο επίκεντρο τον Παύλο Πολάκη και ό,τι αυτός αντιπροσωπεύει. 

Η κριτική αυτή λέει, σε διάφορες παραλλαγές, «ο Πολάκης μας κάνει κακό», «διώξτε τον Πολάκη για να σωθεί το κόμμα», «ο Πολάκης δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ». 

Οσοι ασκούν εσωκομματικά αυτή την κριτική, προέρχονται από αυτό που καμιά φορά αποκαλούμε «ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%», δηλαδή από το παλιό αριστερό κόμμα και τις διάφορες ενσαρκώσεις του, είτε ως ΚΚΕ Εσωτερικού είτε ως ΕΑΡ, είτε ως Συνασπισμό. Οι άλλοι, οι εξωτερικοί συμπαραστάτες, προέρχονται από την Κεντροαριστερά. Η άποψή τους, όμως, ότι «ο Πολάκης δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ» είναι δυστυχώς λάθος, ένα λάθος που δείχνει ότι και οι εσωτερικοί και οι εξωτερικοί διαμαρτυρόμενοι πιστεύουν σε μια δική τους εικόνα για το κόμμα που υποστηρίζουν, αρνούμενοι να δουν την πραγματικότητά του, όπως διαμορφώθηκε από την αρχή της οικονομικής κρίσης και μετά.  

Η άποψή τους, κατά ενδιαφέρουσα ιστορική αναλογία, είναι λάθος, με την ίδια έννοια που ήταν λάθος η άποψη κάποιων παλιών ιδεολόγων κομμουνιστών, ή των πάλαι ποτέ λεγόμενων «συνοδοιπόρων», όταν θεωρούσαν τον Στάλιν και τα εγκλήματά του μία απλή εκτροπή από το πνεύμα του πραγματικού κομμουνισμού, όπως τον φαντασιώνονταν οι ίδιοι. Στα μάτια τους, ο κομμουνισμός πρέσβευε την αγάπη και την ειρήνη, ενώ ο Στάλιν τη βία και το μίσος. Σύμφωνα με την πλάνη τους, ο κομμουνισμός ήταν καλός, ενώ ο Στάλιν ήταν κακός. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Στάλιν δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να εφαρμόσει, στις έσχατες συνέπειές του, το πρόγραμμα του αποκαλούμενου «σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας», ακριβώς όπως το εγκαθίδρυσε ο Λένιν, συνδυάζοντας τον μαρξισμό με το παράδειγμα του ινδάλματός του, του Ροβεσπιέρου της γκιλοτίνας και της αιματηρής εκτροπής της Γαλλικής Επανάστασης. Πέρα από τα αμέτρητα θεωρητικά του κείμενα όπου υποστηρίζει τη βία, το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων, μετά το 1991, έφερε στο φως εκατοντάδες προσωπικές διαταγές του Λένιν για τις μαζικές δολοφονίες των «ταξικών εχθρών» που ήταν, πάνω-κάτω, όποιοι όριζαν τα γούστα του, ντυμένα με επιφάσεις θεωρίας. 

Ο Στάλιν δεν έκανε τίποτε άλλο από το να συνεχίσει αυτό που ο Λένιν έκανε κεντρική τακτική του κόμματος των Μπολσεβίκων, επαυξημένο και από τα προσωπικά του πάθη.   

Αντίστοιχα, ο Πολάκης δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ενσαρκώνει, στην πιο ακραία μορφή, το πνεύμα του ΣΥΡΙΖΑ που γεννήθηκε στην «κάτω πλατεία» των Αγανακτισμένων του 2011, και έπειτα εδραιώθηκε με συνεπές και μεθοδικό σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα. 

Βέβαια, ο Στάλιν ήταν ένα τέρας, ενώ ο Πολάκης είναι ένας άξεστος. 

Ο Στάλιν σκότωνε, ενώ Πολάκης βρίζει, εκείνος παρήγε ποτάμια αίματος, ενώ ο δικός μας ρυάκια λάσπης, και με αυτή την έννοια ο παραλληλισμός ακούγεται υπερβολικός. Εἰναι όμως ακριβής, κατά το ότι πηγάζει από την ίδιας υφής καλοπροαίρετη αλλοίωση της πραγματικότητας, στο όνομα της ιδεολογίας.

  Ας τον διατυπώσουμε λίγο αλλιώς, λοιπόν, σε συναισθηματική αναλογία με την ιστορική ασημαντότητα του δεύτερου σκέλους του: 

Το «ο Πολάκης δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ» είναι η χορτοφαγική έκδοση του «ο Στάλιν δεν είναι ο κομμουνισμός».   

Το κόμμα του οποίου το πνεύμα ενσαρκώνει ο Πολάκης δεν βασίστηκε στην αριστερή ιδεολογία, αλλά στον λαϊκισμό. Και στον λαϊκισμό δεν μετράει το πρόσημο και ο ιδεολογικός μανδύας –αυτά είναι για τους καλοπροαίρετους και τους αφελείς. Στον λαϊκισμό μετράνε η μανιχαϊκή παραμόρφωση της πραγματικότητας, η δαιμονολογική θεώρηση της κοινωνίας και της πολιτικής, η εκμετάλλευση της οργής και του συναισθήματος. Τα ίδια, δηλαδή, που έκαναν αρχηγό κόμματος και τον πολιτικά ανύπαρκτο ως τότε (και έκτοτε) Πάνο Καμμένο, συγκυβερνήτη επί πέντε χρόνια με τον ΣΥΡΙΖΑ.  

Πρέπει να το αντιληφθούν όσοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Πολάκης, ενώ κάπου υπάρχει ο αγνός, ο πραγματικός ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο θα ήθελαν να πιστεύουν.  

Πρέπει να καταλάβουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ που μας κυβέρνησε...

 

ΕΘΝΙΚΟΙ ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ - ΣΥΡΙΖΟΡΑΓΙΑΔΙΣΤΑΝ: Κατάσκοπος η τουρκάλα συμβία του διπλωματικού συμβούλου του τουρκοφάγου Αλέκση μας? Τί είναι αυτά που λέτε κύριε Δοξιάδη μας? Πιπέρι στο στόμα !

Του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΟΞΙΑΔΗ

 Όταν άρχισε η υπόθεση των Οκτώ, πληροφορήθηκα κατάπληκτος ότι ο Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του τότε πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, ονόματι Βαγγέλης Καλπαδάκης, συζούσε με ανώτατο στέλεχος της τουρκικής πρεσβείας, την σύντροφό του Feyza Barutçu.

Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν το άκουσα, μου φαινόταν εξωφρενικό, μέχρι που το επιβεβαίωσα. Και το γεγονός δεν προκάλεσε απορία φυσικά μόνο σε εμένα αλλά σε κάθε στοιχειωδώς λογικό άνθρωπο που το άκουγε. Όταν μάλιστα το ανέφερα στον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, στο Παρίσι, όπου είχα ταξιδέψει για την υπόθεση των Οκτώ, ο θρύλος του Μάη του 68 μου είπε: "Ε λοιπόν, πρώτη φορά στη ζωή μου ακούω για την ύπαρξη ενός επίσημου κατασκόπου".  

Και πράγματι, τι άλλο ήταν παρά αυτό η κυρία Barutçu, η οποία μάλιστα στάλθηκε στην πρεσβεία στην Αθήνα μόλις ο καλός της ανέλαβε το ανώτατο αξίωμά του!  

Σύμπτωση;  

Και φυσικά άρχισαν να συζούν. Σκεφτείτε για παράδειγμα, τον σύμβουλο επί των εξωτερικών υποθέσεων του Αμερικάνου Προέδρου επί Ψυχρού Πολέμου, να συζεί με την υπεύθυνη μυστικών υποθέσεων της Σοβιετικής Πρεσβείας. Σύμπτωση και αυτό, θα μου πείτε.

Σε εκείνη τη σκοτεινή περίοδο, δύο έλληνες βουλευτές, προς μεγάλη τους τιμή, ο Ανδρέας Λοβέρδος και ο Άδωνις Γεωργιάδης, τόλμησαν και έφεραν το θέμα στη Βουλή ζητώντας εξηγήσεις. Αλλά σε μια ακατανόητη για μένα εξέλιξη, το όλο ζήτημα πνίγηκε και από από τον αντιπολιτευόμενο τύπο--ήταν μακριά τα πλοκάμια της ΕΥΠ και της ΜΙΤ, βλέπετε, και μεγάλη η συλλογική μας τύφλα και ηλιθιότητα--ενώ οι βουλευτές του Σύριζα και ο συριζαϊκός τύπος κατήγγειλαν τους δύο βουλευτές για την "σεξιστική επίθεση" τους στην καημένη την κυρία Barutçu! Κατηγορούνταν δηλαδή ότι άσκησαν κριτική στην Barutçu, επειδή ήταν γυναίκα (!) και στον Καλπαδάκη επειδή του αμφισβητούσαν το δικαίωμα στον έρωτα! 

Μα να ερωτευθούν όποιον και όποιαν θέλουν, οι άνθρωποι. Kαι να είναι και διπλωμάτες γιατί όχι, εκείνος στην πρεσβεία μας στη Σουηδία, και εκείνη στην Τουρκική στον Παναμά. Αλλά εκείνος Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού και εκείνη ανώτατο στέλεχος της τούρκικης πρεσβείας στην Αθήνα, ε δεν πάει!

 Σε τέτοιες θέσεις, τέτοια σχέση και συμβίωση είναι σκάνδαλο πολιτικό πρωτοφανές, που σε μια πολιτισμένη χώρα θα έριχνε την κυβέρνηση. Και όποιου χρειάζεται να του εξηγηθεί το γιατί είναι απλώς ηλίθιος.

Η Feyza Βarutçu δεν είχε εκδηλωθεί ως ερντογανική μέχρι το φερόμενο ως πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016. Η ίδια μάλιστα θεωρείτο από τους συναδέλφους της «δημοκρατικών πεποιθήσεων» αν και προερχόμενη από ακροδεξιά στρατιωτική οικογένεια.  

Αλλά μετά έκανε τις επιλογές της και τάχθηκε σαφώς με τη νέα κατάσταση, και μάλιστα με φανατισμό που της έδωσε μια πολύ ευαίσθητη θέση. Τα καθήκοντά της περιλάμβαναν μεταξύ άλλων την "ευθύνη των προσφυγικών ροών" (προς την Ελλάδα, προφανώς) που στην πράξη σήμαινε τον συντονισμό του ανηλεούς κυνηγητό το αντικαθεστωτικών τούρκων, και τις παράνομες επαναπροωθήσεις όσων φουκαράδων επιχειρούσαν να αποδράσουν προς την Ελλάδα, σε συνεργασία με στελέχη του ελληνικού κράτους, πράκτορες, ανώτατη αξιωματικό της Αστυνομίας και μερικούς ακόμα. Υφιστάμενος της σε αυτό ήταν και ο Baris Kalkavan, ο οποίος ως πρόξενος στη Ρόδο είχε αναλάβει τη δίοδο προς τα νησιά. Οι δυο τους—με ποιες άραγε άκρες με το ελληνικό δημόσιο;—ήταν σε συνεχή επαφή με την αστυνομία, τη διαβόητη αντιστράτηγο και το λιμενικό μας, για να συντονίζουν τη σύλληψη και την επαναπροώθηση αντικαθεστωτικών φυγάδων. Και όλα αυτά ενώ ο έρωτας και η συμβίωση με τον Διευθυντή του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού συνεχιζόταν.

Αυτά έχουν πια επιβεβαιωθεί από τότε συνεργάτες της στην τουρκική πρεσβεία της Αθήνας, που προτίμησαν να αποδράσουν στη Δύση και την ελευθερία. Υπάρχουν πολλές σχετικές πηγές, στη διάθεση των ενδιαφερομένων.

Θα αναφέρω εδώ μία, άκρως ενδεικτική, τη μαρτυρία του Ναυτικού Ακολούθου στην Τουρκική Πρεσβεία, πλοιάρχου Halit Tunc, που απέδρασε στη Δύση λίγο μετά το ψευδο-πραξικόπημα
 

Σε άρθρο του αναφέρει:
 

"Λίγο καιρό αφότου έφυγα από την Αθήνα για την Ευρώπη, μου τηλεφώνησε η σπιτονοικοκυρά μου για να μου πει ότι κάποια κυρία Feyza Barutçu, που δήλωσε στέλεχος της τουρκικής πρεσβείας ήρθε στην πολυκατοικία μας και ζήτησε πιεστικά...

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ: Ολη η Ελλάδα είναι ΜΑΖΙ ΣΟΥ Σαραρέ - Σήμερα ο Άρειος Πάγος καλείται να αποδείξει πως είμαστε χώρα Δικαίου και όχι μπουρδέλο ισλαμομουλάδων...


Σήμερα, 15 Οκτωβρίου, δικάζεται στον Άρειο Πάγο η υπόθεση της έκδοσης της Σαραρέ Κχαντεμί, μιας νέας ιρανής γυναίκας που ήρθε στον τόπο μας με την εξάχρονη κόρη της Ντιάνα, για να γλυτώσει από έναν βάρβαρο δυνάστη σύζυγο και ένα καθεστώς όπου τα δικαιώματα της γυναίκας είναι ανύπαρκτα. 

Το Ιράν, όπου ισχύει ο νόμος της Σαρία, ζητά την έκδοση τους, μάνας και κόρης. Η βάση είναι μήνυση του συζύγου της, που κατηγορεί την Σαραρέ για απαγωγή (κατά τον ιρανικό νόμο) ανηλίκου--της κόρης της.

Η Σαραρέ και η κόρη της είχαν υπάρξει επανειλημμένα θύματα ενδοοικογενειακής βίας, έχοντας και οι δύο υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς από τον σύζυγο/πατέρα. Ανάμεσα στα πολλά άλλα, ο άνδρας της έσπασε το χέρι της Σαραρέ, πράγμα που τεκμαίρεται ακόμη και από το ιρανικό αίτημα έκδοσης, που γράφει το εξής αμίμητο: ότι στο Ιράν υπάρχει δικαιοσύνη, γιατί ναι μεν ο άνδρας της Σαραρέ της έσπασε το χέρι, αλλά της έδωσε μια μικρή οικονομική αποζημίωση!

Σύμφωνα με τον νόμο της Σαρία, οι γυναίκες θεωρούνται κατώτερα όντα, κάτι ανάλογο από νομικής πλευράς με ζώα, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την εξουσία του άνδρα-αφέντη τους. Η μοιχεία τιμωρείται με θάνατο δια λιθοβολισμιού, όπως βέβαια και κάθε αντικαθεστωτική δράση.

Σύμφωνα με τον ιρανικό νόμο, η πράξη της Σαραρέ, να πάρει την κόρη της, θεωρείται απαγωγή και τιμωρείται με ελάχιστο δεκαπέντε έτη φυλάκισης. Αλλά τα πράγματα είναι χειρότερα για εκείνη: ο άνδρας της την έχει κατηγορήσει στο Ιράν για συμμετοχή σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, πράγμα που μπορεί να τιμωρηθεί μέχρι και με την ποινή του θανάτου. (Φυσικά, αυτό δεν γράφτηκε στους λόγους έκδοσης, γιατί δεν θα περνούσε το φίλτρο της Ίντερπολ--αλλά θα ισχύει αν ο μη γένοιτο η Σαραρέ εκδοθεί).

 Επιπλέον, και ακόμα χειρότερο, οι ιρανοί πολίτες που ζητούν άσυλο σε ξένη χώρα και τελικά εκδίδονται, θεωρούνται με την επιστροφή τους αυτοδικαίως "προπαγανδιστές κατάτ ου καθεστώτος και εχθροί του", κατηγορίες που έχουν σχεδόν σίγουρη τη θανατική καταδίκη.

Είναι απλό το θέμα δυστυχώς: αν η Σαραρέ εκδοθεί στο Ιράν, κατά πάσα πιθανότητα θα εκτελεστεί. Όσο για τη μικρή Ντιάνα, θα περάσει στην "επιμέλεια" του βασανιστή-της πατέρα, ο οποίος έχει το δικαίωμα, μόλις η μικρή κλείσει τα εννιά της χρόνια, να την παντρέψει (!) με γαμπρό που θα διαλέξει ο ίδιος.

Η πρώτη, εφετειακή απόφαση, που βγήκε στην Κομοτηνή, για λόγους κατ' εμένα ακατανόητους, έκρινε ότι η Σαραρέ πρέπει να εκδοθεί, με επιχειρήματα που--ο Θεός να με συγχωρέσει--μου θύμιζαν περιρσσότερο ιρανικό παρά ελληνικό δικαστήριο.


Έτσι, αυτή τη στιγμή η Σαραρέ κρατείται στις φυλακές Κορυδαλλού, και η μικρή Ντιάνα σε ένα "κέντρο φιλοξενίας". 

Σήμερα Τρίτη θα οδηγηθεί στον Άρειο Πάγο, όπου πέντε έλληνες ανώτατοι δικαστές θα αποφασίσουν για τη μοίρα των δύο ανυπεράπιστων συνανθρώπων μας.

Ο Άρειος Πάγος είναι πλέον το μόνο τείχος δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, που μπορεί να εμποδίσει ενά εφιαλτικό μέλλον για τη Σαραρέ και τη Ντιάνα.

Είναι αυτός ο ίδιος, ελληνικός Άρειος Πάγος, που με την απόφαση της μη-έκδοσης των οκτώ τούρκων αξιωματικών, παρά τη μανία του Ερντογάν και τη φιλική σε αυτόν στάση της τότε κυβέρνησης μας, τίμησε την Ελληνική Δικαιοσύνη. Με τη γενναία, υψηλόφρονη και--πάνω από όλα--δίκαιη απόφασή του, υπερασπίστηκε με τον καλύτερο τρόπο της αξίες του κράτους δικαίου, των ελληνικών και των ευρωπαϊκών αξιών--τελικά της ανθρωπιάς.

Θέλω να ελπίζω ότι η ίδια λαμπρή παράδοση θα συνεχιστεί με την απόφαση για τη Σαραρέ και τη Ντιάνα, θύματα ενός βάρβαρου, απάνθρωπου και βέβαια μισογυνικού καθεστώτος.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ:

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΑΔΙΚΟ: Ενάντια στη βία - Πανστρατιά για τη δημοκρατία

Η καταστροφική κυβέρνηση του ΣYΡΙΖΑ δίνει κληρονομιά στους διαδόχους της, παραμονές της αναχώρησής της, εντολή απελευθέρωσης όλων των τρομοκρατών. 


Ολοι οι δολοφόνοι της 17Ν θα είναι έξω, με τη βούλα του νόμου, από τον άλλο μήνα. 


Ολα τα μέλη των υπόλοιπων τρομοκρατικών οργανώσεων από αύριο ελεύθερα. 


Ποιο είναι το νόημα της κίνησης;  


Μια απελπισμένη προεκλογική προσπάθεια συσπείρωσης των πιο ακραίων στοιχείων της Αριστεράς, για να μαζέψει ψήφους από τους Βαρουφάκηδες, την ΑΝΤΑΡΣΙΑ, την Κωνσταντοπούλου και τους εθνολαϊκιστές που τους στήριξαν ως τώρα; 


Ένα αποχαιρετιστήριο χαστούκι στα μούτρα του νόμου και της τάξης; 


 Ή μήπως μια άθλια απειλή, ένα «κοιτάτε τι θα πάθετε τώρα που φεύγουμε»; 


 Σίγουρα είναι λίγο από το καθένα από αυτά. Αλλά και όλα μαζί. Και σε μεγάλη δόση. 


Γι’ αυτό ένα πρέπει να είναι το βέβαιο: ότι σύσσωμη η ελληνική δημοκρατική κοινωνία θα αντιδράσει, όχι μόνο στην ίδια την πράξη αλλά στον συμβολισμό της. Θα πολεμήσουμε σκληρά την άρνηση της λαϊκής κυριαρχίας, προς όφελος των λίγων, των ισχυρών, των παράνομων και των βίαιων. 


Σύσσωμη η ελεύθερη Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει στη σκλαβιά του φόβου που πάνε να μας επιβάλουν.  


Μοιραία, κυρίαρχο ρόλο σε αυτή την αντίδραση καλείται να παίξει η νέα κυβέρνηση, γιατί αυτό επιβάλλουν οι κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού. Αλλά αυτό δεν πρέπει να το κάνει μόνο μέσα από τις πρώτες διακηρύξεις, τις πράξεις και την αποφασιστικότητά της. Οφείλει να το υλοποιήσει και συμβολικά, από την πρώτη στιγμή, διαλέγοντας τα πρόσωπα που τη συνθέτουν ώστε να δώσει το πιο ξεκάθαρο μήνυμα: ότι είμαστε όλοι εδώ, οι εκπρόσωποι της προκοπής και της ειρήνης, για να εγγυηθούμε συστρατευμένοι ότι η δημοκρατία δεν δολοφονείται. Η βία δεν θα επιβληθεί στη νομιμότητα. Η παρανομία δεν θα ξεκάνει το όνειρο των Ελλήνων για ειρήνη και προκοπή. 


Όσοι αυτά τα δέκα χρόνια αντισταθήκαμε κατά των σειρήνων του λαϊκισμού, και των δαιμόνων της παρανομίας και της βίας, με επιμονή και προσωπικό κόστος, έστω και αν χάναμε όλες τις μάχες, φαίνεται ότι τελικά κερδίσαμε τον πόλεμο. 


Η μόνη ανταμοιβή που αποζητούμε είναι...

ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ - ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΑΔΙΚΟ: Εκλεγμένοι επίορκοι, ένστολοι κακούργοι

ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ...


Την απερχόμενη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τη βαρύνουν πολλά και σοβαρά, που πολλά από αυτά θα μπουν στον δημόσιο διάλογο και όχι μόνο, τώρα που μας αφήνουν χρόνους.  


Γράφω εδώ για ένα από αυτά, που το έζησα σε στενή προσωπική επαφή και θεωρώ ότι αποτελεί εκδήλωση της χειρότερης μορφής της αλαζονείας της: μαζί παρανομία, παλιανθρωπιά και από πάνω υποκρισία. 


Το γράφω όμως με πόνο ψυχής. Γιατί μαζί με ένα πολιτικό έγκλημα που καταγγέλλω, οφείλω να ρίξω ευθύνες και στην Ελληνική Αστυνομία. Και ως νομοταγής πολίτης πιστεύω πολύ στο λειτούργημά της. Γιατί, πρώτα από όλα, ως πιστός της ελευθερίας και της δημοκρατίας, πιστεύω βαθιά ότι η αξία τους στην πράξη μετριούνται από τον ορισμό που έδωσε ο Μαξ Βέμπερ για το κράτος: «Είναι ο κάτοχος του μονοπωλίου της νόμιμης βίας».  


Διαχειριστές της νόμιμης βίας είναι, εσωτερικά η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη και εξωτερικά οι Ενοπλες Δυνάμεις. Αλλά στην πρώτη γραμμή στη ζωή μας είναι, μοιραία η αστυνομία.   


Ο τρόπος που το κράτος ασκεί το μονοπώλιο της νόμιμης βίας, εσωτερικά καθορίζει το κατά πόσο είναι δημοκρατικό και ελεύθερο. Ένα τέτοιο κράτος οφείλει πρώτα από όλα να προσφέρει στους νομοταγείς πολίτες ασφάλεια. Αλλά για να είναι πραγματικά δημοκρατικό και ελεύθερο αυτό δεν πρέπει να το κάνει ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο από ό,τι πρέπει. Πρέπει με άλλα λόγια να ασκεί σωστά το μονοπώλιο της νόμιμης βίας.  


Λιγότερο από ό,τι πρέπει ασκεί ένα κράτος το μονοπώλιο της νόμιμης βίας όταν επιτρέπει να δημιουργούνται θύλακες ανομίας, γεωγραφικοί ή θεσμικοί, όταν ανέχεται παραβατικές συμπεριφορές από φίλους του καθεστώτος ή ισχυρούς οικονομικά, όταν λασκάρει ή τεντώνει το σκοινί της εφαρμογής του νόμου σύμφωνα με ανάγκες ιδιοτελείς, προσωπικές ή κομματικές. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η κυβέρνηση, ως επικεφαλής του κράτους, αμελεί να ασκήσει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας όπως πρέπει για την τήρηση του νόμου, της τάξης, το καλό της δημοκρατίας και των ελεύθερων πολιτών.  


Αλλά μαζί με την πλημμέλεια υπάρχει και η υπέρβαση, όταν το κράτος ασκεί το μονοπώλιο της βίας παραπάνω από όσο του αναλογεί, όταν δηλαδή λειτουργεί αυταρχικά, όταν επιτρέπει ή και διατάζει τα όργανα της τάξης να ξεφεύγουν από τα όρια του νόμου για τα δικά της οφέλη, όταν τους επιτρέπει να παρανομούν ατιμώρητα —ή αντίστοιχα, στον χώρο της Δικαιοσύνης, όταν προσπαθεί να τη χειραγωγήσει, όχι για τη σωστή απονομή του δικαίου, αλλά για να εξυπηρετήσει συμφέροντα κάθε λογής, πολιτικών ή μη.  


Οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, άρα δεν μπορούν να λειτουργούν τέλεια και οι ανθρώπινοι θεσμοί. Αυτό λοιπόν που εγγυάται σε μια δημοκρατία, κατά το δυνατόν, την αποφυγή των έκνομων συμπεριφορών και για τον πολίτη αλλά και το κράτος, είναι η ύπαρξη θεσμών ελέγχου. Μιλώντας για την αστυνομία ενός μηχανισμού που, για να το πούμε κατά τη γνωστή λατινική ρήση «θα φυλάττει τους φύλακες».  


Αυτή είναι η λεγόμενη Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, ο φόβος και ο τρόμος των αστυνομικών που δεν κάνουν σωστά της δουλειά τους, που σίγουρα όλοι την έχουμε δει και ξαναδεί εν δράσει σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές.  


Η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων —αυτούς που συνήθως τους λέμε «Αδιάφθορους»— από το 1999. 


Και πριν από αυτό; Τίποτε. Μηδέν. Κανένας θεσμός δεν υπήρχε για να ελέγχει την τήρηση των κανόνων και του νόμους μέσα στην αστυνομία, να βρίσκει και να τιμωρεί τους παραβάτες. 


 Σας φαίνεται απίθανο ίσως. Και όμως: ως το 1999 η Ελληνική Αστυνομία δεν είχε τους Αδιάφθορούς της. Το ότι τους απέκτησε δεν είναι έργο μιας κυβέρνησης, είναι έργο ενός ανθρώπου: του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης.  


Συνήθως το όνομα του Χρυσοχοΐδη αναφέρεται για τη συμβολή του στην εξιχνίαση της δράσης και τη σύλληψη της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη». Αυτό σβήνει το εξίσου, αν όχι και σπουδαιότερο έργο του, που του το χρωστάμε εθνικό χρέος: την ίδρυση των Αδιάφθορων. Το σκέφτηκε, το αποφάσισε και το εφάρμοσε με δική του αποκλειστική πρωτοβουλία. Και μάλιστα, αγνοώντας τα κομματικά έβαλε επικεφαλής, για να στήσει το νέο σώμα, το σπουδαιότερο τότε λαγωνικό της Ασφάλειας, τον Βασίλη Τσιατούρα.  


Στα τέσσερα χρόνια που διοίκησε το τμήμα ο Τσιατούρας, με την ενίσχυση του Χρυσοχοΐδη, βρήκαν τον δρόμο στον εισαγγελέα σχεδόν χίλιες δικογραφίες κατά αστυνομικών, ενώ κοντά διακόσιες από αυτές ήταν κατά ανώτερων αξιωματικών, από το τμήμα Ειδικών Ερευνών. Οι περισσότεροι από όσους στάλθηκαν στη Δικαιοσύνη αποτάχθηκαν και πολλοί τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε. Άνεμος ανανέωσης και εξυγίανσης έπνευσε στην αστυνομία. 


Ο ερχομός του ΣΥΡΙΖΑ βρήκε επικεφαλής των Αδιάφθορων ένα από τα πρώτα στελέχη τους, αρχικά υπεύθυνο των Ειδικών Υποθέσεων, τον Σταύρο Σταυρόπουλο. 


Είναι από τους θρύλους της Αστυνομίας: ο Σταυρόπουλος είναι ένας απηνής διώκτης του εγκλήματος, που έχει το αμφίβολο προνόμιο να έχει επικηρυχθεί επανειλημμένα από τους αρχιγκάνγκστερ του υποκόσμου μας. Υπήρξε ο μακροβιότερος προϊστάμενος στο τμήμα Ανθρωποκτονιών, εννιά ολόκληρα χρόνια, ο μόνος αστυνομικός διεθνώς που πέτυχε 100% εξιχνίαση στις υποθέσεις απαγωγών, και όσο διοίκησε το τμήμα Ανθρωποκτονιών τα υψηλότερα ποσοστά εξιχνίασης δολοφονιών στην Ευρώπη. Αφήνοντας πίσω του μια σειρά λαμπρών συνεχιστών, ο Σταυρόπουλος τοποθετήθηκε κατόπιν, πολύ σωστά, επικεφαλής των Αδιάφθορων.


  Διόλου όμως δεν άρεσε αυτό στη νέα κυβέρνηση που ήθελε, όπως το έλεγε ωμά, «όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και την εξουσία». (Τη διαφορά την καταλαβαίνουν μόνο άνθρωποι με σταλινικές-δικτατορικές συνειδήσεις, σαν αυτούς που διατύπωσαν τη φρικαλέα αυτή θέληση.) Και για να πάρουν την εξουσία, όπως θα ήθελαν, έπρεπε να χειραγωγήσουν πρώτα από όλα τους μηχανισμούς της νόμιμης βίας: την αστυνομία και τη Δικαιοσύνη.  


Ξέρουμε πολλά για αυτά που έκαναν σε αυτούς τους χώρους, άλλοτε ως απόπειρες και άλλοτε δυστυχώς με επιτυχία. Αλλά στην Αστυνομία το μεγάλο αγκάθι στο μάτι τους ήταν ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ως επικεφαλής των Αδιάφθορων. Γιατί δεν ήταν μόνο σπουδαίος αστυνομικός, μα και αδαμάντινος χαρακτήρας. Κι έτσι (είναι να απορεί κανείς;) δεν κράτησε πάνω από χρόνο τη θέση του με την κυβέρνηση. Επανειλημμένα έβαζε βαθιά το μαχαίρι σε υποθέσεις που αφορούσαν κρατική διαφθορά και εγκληματικά δίκτυα μέσα στην Αστυνομία. Μα κάποια στιγμή άγγιξε δίκτυα ανθρώπων που είχαν υψηλές επαφές, μέσα στο κόμμα που κυβερνούσε. Τον πέταξαν από τη θέση, και αμέσως μετά από την Αστυνομία, με έναν τρόπο εξευτελιστικό για τους ίδιους.  


Αλλά ο βρεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται: οι ξεφτίλες δεν φοβούνται τον εξετευλισμό. Και έτσι, έβγαλαν τον Σταυρόπουλο από τους Αδιάφθορους μόλις οι εφημερίδες είχαν δημοσιεύσει διαλόγους από νόμιμες παρακολουθήσεις που αποδείκνυαν κατά τον πιο περίτρανο τρόπο τη διαφθορά που εκείνος πολεμούσε —και τις κυβερνητικές της διασυνδέσεις. Δεν ντράπηκαν και τον πέταξαν αμέσως. Και εκείνος ο ανεκδιήγητος Τόσκας (ο άνθρωπος αυτός που είχε κολλημένο τον κωδικό τού υπολογιστή του στον κομπιούτερ του, να φαίνεται στις φωτογραφίες όπου ποζάριζε) είχε το θράσος να κατηγορήσει τον Σταυρόπουλο, ο νάνος τον γίγα, ως ανεπαρκή.  


Είπα παραπάνω ότι πιστεύω βαθιά στο λειτούργημα της Αστυνομίας ως στυλοβάτη της δημοκρατίας. Αλλά και σέβομαι και τιμώ την Ελληνική Αστυνομία γιατί είχα την τιμή να γνωρίσω ανθρώπους σαν τον Βασίλη Τσιατούρα και τον Σταύρο Σταυρόπουλο. Σίγουρα δεν είναι οι μόνοι άξιοι. Και αν και προσωπικά δεν έχω γνωρίσει πολλούς να τους συναγωνίζονται στην αριστεία, σίγουρα υπηρετούν ακόμα και σήμερα, ελάχιστοι υψηλόβαθμοι —τους άλλους τους κλάδεψαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ— αλλά πολύ περισσότεροι νεότεροι, που είναι λαμπροί αξιωματικοί και τιμούν τον όρκο και τη στολή τους. Άλλη ευχή δεν έχω να τους δώσω παρά να γίνουν σαν τον Τσιατούρα και τον Σταυρόπουλο. Οι δικοί μας πολιτικοί παριστάνουν τους δημοκράτες, τους προασπιστές των αδυνάτων τάχα. Και οι υποτακτικοί τους, τους αφοσιωμένους λειτουργούς του νόμου Αλλά δυστυχώς, υπάρχουν και πολλοί από τους άλλους, και τελευταία τα ανώτατα κλιμάκια κατακλύζονται. Όσο για τους Αδιάφθορους, έχουν τους επικεφαλής που αξίζουν στην κυβέρνηση που τους διόρισε: αυτούς που κάνουν τα στραβά μάτια στη βαθιά ανομία, όταν κυρίως αυτή αγγίζει τις βουλές της κυβέρνησης. 


Δεν έχουν οι άνθρωποι αυτοί ούτε το σθένος, ούτε τον πατριωτισμό, ούτε το ήθος ούτε την παληκαριά για να χτυπήσουν τη διαφθορά. Και αυτό σημαίνει ότι μέσα στη σημερινή αστυνομία υπάρχει μια ολόκληρη φλέβα σαπίλας, που αρχίζει πολύ ψηλά και περνώντας από τα απαραίτητα ενδιάμεσα στάδια φτάνει πολύ χαμηλά. Από στρατηγούς ως αστυφύλακες, για να τα κάνω λιανά. Αλλά βέβαια, και οι ανώτατοι άτιμοι αξιωματικοί (όσοι είναι τέτοιοι γιατί, επαναλαμβάνω, υπάρχουν λίγες λαμπρές εξαιρέσεις) δεν λειτουργούν μόνο για το κέφι και το συμφέρον τους. Εντολές παίρνουν. Τα κομματικά αφεντικά τους υπακούουν: ελεεινοί και ανάξιοι, αυτοί που θα έπρεπε να έχουν μόνο άρχοντα το Σύνταγμα και τους νόμους.  


Θα αναφερθώ σε μία περίπτωση τέτοιας άθλιας ανομίας που αρχίζει από την κορυφή, στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής εξουσίας, περνά από τα ανώτατα κλιμάκια της αστυνομίας και φτάνει ως κάποιους άθλιους εκτελεστές της παράνομης βίας, μίσθαρνα όργανα του κακού. 


Μιλώ για τις επαναπροωθήσεις τούρκων αντικαθεστωτικών. 


 Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται στην πατρίδα μας ικέτες, ελπίζοντας να βρουν εδώ προστασία από ένα βάρβαρο καθεστώς που τους διώκει. Πιστεύουν ότι είμαστε δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα —γι’ αυτό έρχονται. Δεν ξέρουν όμως, ότι τη φύλαξη του νόμου την έχουν στα χέρια τους στο συγκεκριμένο θέμα άνθρωποι που ανήκουν στον πολιτικό και ηθικό μεσαίωνα. Και έτσι, αντί για προστασία, βρίσκουν εδώ μια βαρβαρότητα χειρότερη ακόμα από αυτή που άφησαν. Και τη λέω χειρότερη γιατί για τον Ερντογάν δεν αμφιβάλλει κανείς ότι είναι τύραννος —κι ο ίδιος το ξέρει και καμαρώνει άλλωστε. Ενώ οι δικοί μας πολιτικοί παριστάνουν τους δημοκράτες, τους προασπιστές των αδυνάτων τάχα. Και οι υποτακτικοί τους, τους αφοσιωμένους λειτουργούς του νόμου. Για αυτό τους λέω χειρότερους και από τα όργανα του τυράννου της Τουρκίας: γιατί οι πολιτικοί και αστυνομικοί που εμπλέκονται στον βρωμερό αυτό παιχνίδι προσθέτουν στα εγκλήματά τους την ύβρη της υποκρισίας. 


Για να ξεκαθαρίσουμε τον όρο: επαναπροώθηση δεν είναι, όπως πήγε να μας κάνει να πιστέψουμε με παραπλανητικές δηλώσεις η υπουργός Προστασίας του Πολίτη (ο Θεός να την κάνει!), ότι τάχα αρνούμαστε στα σύνορα την είσοδο, μέσω νομίμων διαδικασιών, σε κάποιους τούρκους πολίτες. Αμ δε! Στις επαναπροωθήσεις οι τούρκοι ικέτες, φυγάδες από τον τύραννο, οι δύσμοιροι άνθρωποι, που έρχονται να βρουν σωτηρία στην πατρίδα μας, έχουν μπει κατά πολλά χιλιόμετρα μέσα στην ελληνική επικράτεια, και παραδίδονται, ερίφια προς σφαγήν, στην Ελληνική Αστυνομία: πάνε οι φουκαράδες, αγνά και αφελώς, σε ελληνικά αστυνομικά τμήματα, και εκεί δηλώνουν τα στοιχεία τους και ότι ζητούν πολιτικό άσυλο. Και εκεί κάποιοι ένστολοι, επίορκοι, που φέρουν ανάξια τον τίτλο των αστυνομικών, άθλιοι άνθρωποι, αντιδρούν όπως έχουν διαταχθεί από πάνω: αρπάζουν (δεν συλλαμβάνουν επίσημα) τους ικέτες, τους κρατάνε κάποιες ώρες παράνομα, και αφού τους κλέψουν ό,τι υλικά πολύτιμο έχουν πάνω τους (εκτός των άλλων είναι και κοινοί κατσαπλιάδες δηλαδή) τους πάνε με κρατικά αυτοκίνητα χωρίς πινακίδες, φορώντας κουκούλες, στον Εβρο, και τους παραδίδουν στην ελληνική όχθη σε παρακρατικούς του Ερντογάν, που έχουν έρθει ειδοποιημένοι από τους δικούς μας για να τους παραλάβουν, και να τους παραδώσουν μετά στην Αδριανούπολη ή άλλου, στους βασανιστές του τυράννου, και έπειτα σε αυτό το απάνθρωπο σύστημα που ο Ερντογάν έχει το θράσος να αποκαλεί «δικαιοσύνη».  


Κι ο τύραννος ελπίζω ότι θα έχει μια μέρα τη μοίρα όλων των τυράννων, που είτε από τον ανθρώπινο ή τον θεϊκό νόμο τιμωρούνται. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Αλλά μπορούμε και παραμπορούμε για τους δικούς μας εγκληματίες, που ξεφτιλίζουν τη ιστορία, τις αξίες και τους θεσμούς μας. 


 Η Ελλάδα έχει αστυνομικούς και έχει δικαστές και θέλω να ελπίζω ότι θα έχει και πολιτικούς, με εξουσία, που θα τιμήσουν τον όρκο τους και θα φανούν αντάξιοι στο καθήκον 


Το έγκλημα, όπως είπα, αρχίζει από ψηλά: 

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Yπεράσπιση της πίτσας που έρχεται - Καλοφάγωτη σύντροφοι!!!



Η Domino's Pizza Greece έκανε μια καμπάνια χρησιμοποιώντας ένα ευρηματικό slogan, το οποίο μετέτρεψε και σε hashtag. Είναι εμπορική εταιρία, όχι κρατικοδίαιτη, δεν την πληρώνουμε με τους φόρους μας, δεν μας χρωστάει λόγο για τις πράξεις της και δεν μας φορτώνεται. Την πληρώνουμε μόνο αν θέλουμε, για να μας στέλνει πίτσες. Ναι, πίτσες.

 
Το slogan τους διαβάστηκε από πολλούς πονηρά.  


Δικαίωμά τους. Αλλά και ευθύνη τους.  


Η εταιρία εν προκειμένω δεν διέπραξε ούτε λάθος, ούτε φάουλ, ούτε τίποτε. Απλούστατα γιατί κυριολεκτούσε. Θα ήξερε ότι υπάρχουν και άλλες αναγνώσεις, γιατί ήξερε ότι υπάρχουν στον κόσμο και πονηροί άνθρωποι. Αλλά τι, να μη φάνε κι αυτοί, για χάρη των πουριτανών;

 
#erxetai_pizza λοιπόν έγραψε. Tι πιο φυσικό;  


Πίτσες πουλάνε οι άνθρωποι. Αν έγραφε #erxetai_angouri, #erxetai_mpanana, #erxetai_loukaniko, θα ήταν βεβαίως καταγγελτέοι, διότι αφού είναι πιτσαδόροι, που τα σκέφτηκαν τα αγγούρια, τις μπανάνες, τα λουκάνικα; 


Επίσης, κάνουν κατ' οίκον διανομή. Οπότε και πάλι τι πιο φυσικό. Αν έγραφαν #enoikiazetai_pizza, ή #iptatai_pizza, ή #svourizetai_pizza και πάλι να το συζητάγαμε. Αλλά αφού πίτσες στον πελάτη στέλνουν, η δουλειά τους είναι, να τηλεφωνάς και να σου έρχεται, έγραψαν "έρχεται".

 
Άριστα έκαναν λοιπόν. 
Και κακώς την απέσυραν τη διαφήμιση.

 
Εις αρωγήν τους άλλωστε είναι και η λογοτεχνία. Διότι όταν ο Ευγένιος Ο' Νηλ έγραψε το αριστούργημά του The Iceman Cometh (συνήθης ελληνική μετάφραση: Ο Παγοπώλης έρχεται), η αρχαϊκή κλίση του ρήματος come στον τίτλο, έκανε όλους τους αγαθούς ανθρώπους να νομίσουν ότι επιζητούσε ο συγγραφέας βιβλική παραπομπή. Όταν όμως κάποτε ρωτήθηκε σε ιδιωτική συζήτηση πώς το εμπνεύστηκε, είπε--αυτός ο χωρίς διόλου χιούμορ στα έργα του συγγραφέας--ότι ήταν λογοπαίγνιο, πάνω σε ένα σόκιν ανέκδοτο των φοιτητικών του χρόνων:    


Τηλεφωνάει ένας άνδρας στη γυναίκα του από το γραφείο, στο σπίτι. "Did the iceman come yet?", τη ρωτάει. "No, but he's breathing hard," του απαντά.

 
Το δηλώ ευθαρσώς: το βράδυ των εκλογών...

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ανοιχτή επιστολή του Απόστολου Δοξιάδη στο εθνικό σούργελο που παριστάνει τον Πρωθυπουργό!



Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, αγαπητέ Αλέξη,

 
Επίτρεψε μου σε παρακαλώ, λόγω διαφοράς ηλικίας, τον ενικό, όπως και το ύφος της πατρικής νουθεσίας, προς έναν τόσο νεότερο.

 
Παρακολουθώ την εκστρατεία σου από τα ΜΜΕ, με αυξανόμενη ανησυχία για την κατάστασή σου. Όμως σήμερα πραγματικά στενοχωρήθηκα. Είδα το σχόλιο που έκανες, σε απάντηση της δήλωσης του Κυριάκου (και τους δυο σαν παιδιά μου σας βλέπω) ότι αν δεν έχουμε αυτοδυναμία στις εκλογές θα πάμε σε καινούργιες μέσα στο καλοκαίρι, με απλή αναλογική. 


Η δήλωσή του, όσο και να μην σου είναι ευχάριστη είναι απόλυτα λογική, και οφείλεται άλλωστε στον νόμο που εσύ ψήφισες. Η αντίδρασή σου όμως σε αυτήν ότι “το μόνο που δεν μας είπε είναι ότι αν δεν εκλεγεί θα έρθουν οι εξωγήινοι” ήταν πολύ ανησυχητική. Γενικά η αναφορά σε εξωγήινους σε θέματα που δεν αφορούν την εξερεύνηση του διαστήματος–αρμοδιότητα άλλωστε του Παππά–ακόμα και αρνητική, είναι κακή ένδειξη, ρώτησε και κανένα γιατρό φίλο σου.

 
Η αντίδρασή σου αυτή, αγόρι μου, με βάζει προσωπικά σε μεγάλη ανησυχία. 


Νομίζω ότι δεν είσαι καλά.  


Σε καταλαβαίνω βέβαια. Οι Ευρωεκλογές ήταν ένα πλήγμα πολύ βαρύ για τον ναρκισσισμό σου, και η πίεση της νέας αναμέτρησης, και επερχόμενης συντριβής αφόρητη. Δεν χρειάζεται όμως να υποφέρεις τόσο προσωπικά. Άσε λίγο τη μοίρα του τόπου στην άκρη και κοίτα τον εαυτό σου. Κάνε κάτι για τον Αλέξη. Πήγαινε διακοπές κάπου, ίσως με τον Πολάκη που είναι καλή παρέα, ή μείνε σπίτι με κλειστά τα κινητά να κάνεις binge-watching στο Netflix–έχει ωραιότατες σειρές και μπορώ να σου συστήσω. Πρόσεξε τον εαυτό σου πάνω από όλα, είναι κρίμα να πάθεις κάτι από την έγνοια σου για τον λαό.

 
Αυτό άλλωστε θα βοηθήσει και στην εκστρατεία σου.  


Είδες, το έκανε και ο φίλος σου ο Ερντογάν: κατάλαβε ότι κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του αύξανε η ψαλίδα στην Πόλη, και στο τέλος έπαψε να μιλάει και έμεινε η διαφορά μόνο στις 10 μονάδες. 


Κάνε το και συ. Μη μιλάς δημόσια. Δες φίλους, παίξε τάβλι, ξεκουράσου. Άσε την Αχτσιόγλου, τον Τζανακόπουλο, τον Ηλιόπουλο, να κάνουν την καμπάνια. Κάτι έμαθαν τόσα χρόνια κοντά σου. Θα το κάνουν καλύτερα, μην ανησυχείς.
 

Αλλά εσύ...

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΞΕΠΟΥΛΗΤΑΡΑΔΙΚΟ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Γιατί η Συμφωνία των Πρεσπών είναι λάθος

Τελευταία κυκλοφορεί ένας προπαγανδιστικός μύθος που θίγει εκατομμύρια συμπατριώτες μας. 


 Ο μύθος λέει ότι όσοι στηρίζουν την Συμφωνία των Πρεσπών είναι άνθρωποι μετριοπαθείς, λογικοί, φιλελεύθεροι, φωτισμένοι, ευρωπαϊστές και προοδευτικοί —καλοί άνθρωποι, με δυο λόγια—ενώ όσοι της αντιτίθενται είναι φανατικοί, παράλογοι, προγονόπληκτοι, ακραίοι, σκοταδιστές, γενικώς οπισθοδρομικοί, συντηρητικοί, ίσως και αρτηριοσκληρωτικοί, υπερεθνικιστές, ακροδεξιοί, φασίστες ενίοτε —με άλλα λόγια κακοί άνθρωποι ή, επιεικέστερα, υπανάπτυκτοι κάφροι. 


Ο μύθος αυτός αρχικά καθοδηγείται από τα υπόγεια του Μαξίμου και προωθήθηκε ως στοιχείο της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ για να διασπάσει τη Νέα Δημοκρατία, αναδεικνύοντάς την σε ακροδεξιό κόμμα. Αυτό απέτυχε, αλλά ο μύθος παραμένει σε κυκλοφορία, προσπαθώντας να διασπάσει την Κεντροαριστερά.  Αλλά δυστυχώς, πέραν των κυβερνητικών δημιουργών του, ο μύθος βρίσκει ανταπόκριση και σε ανθρώπους που δεν είναι ούτε οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ανόητοι, ούτε κακοπροαίρετοι άνθρωποι. Πολλοί καλοί μου φίλοι, άνθρωποι που εκτιμώ και σέβομαι για το ήθος και τη νοημοσύνη τους, είναι υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό — άποψή τους. Αλλά στενοχωριέμαι όταν κάποιοι από αυτούς υποστηρίζουν ότι όλοι όσοι αντιτίθενται στη Συμφωνία ανήκουν στις ως άνω, σκοταδιστικές κατηγορίες. Υπ᾽όψη, οι φίλοι μου υποστηρικτές της Συμφωνίας δεν είναι αφελείς, ούτε παρασύρθηκαν από τους προπαγανδιστές του Μαξίμου. Απλώς, κάποια τους αντανακλαστικά κούμπωσαν με στοιχεία της κυβερνητικής ρητορικής που υποστηρίζει τις Πρέσπες.  


Εγώ, πάντως, το δηλώνω: είμαι εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ευτυχώς, τους φίλους μου που είναι υπέρ της Συμφωνίας δεν χρειάζεται να τους πείσω ότι δεν είμαι φανατικός, υπερεθνικιστής, ακροδεξιός, παλιόμουτρο ή διανοητικώς ανάπηρος. Το ξέρουν γιατί με ξέρουν καλά, και με τιμούν με την εμπιστοσύνη τους. Τη θέση μου αυτή, κατά της Συμφωνίας, πιστεύω κατά συνέπεια ότι την αποδίδουν σε κάποιο μου κουσούρι, ίσως και στην αντιπάθειά μου στην παρούσα κυβέρνηση —την οποία παρεμπιπτόντως, κάποιοι από αυτούς συμμερίζονται. Μπορεί να θεωρούν ότι στο συγκεκριμένο αυτό θέμα η αντιπάθειά μου με τυφλώνει, και με κάνει αντί να χτυπάω το γαϊδούρι να χτυπάω το σαμάρι, δηλαδή αντί να κατηγορώ τον ΣΥΡΙΖΑ κατηγορώ τη Συμφωνία. (Παρεμπιπτόντως, αν είχα ένα τέτοιο δίλημμα, κυριολεκτικό όχι μεταφορικό, σαφώς θα προτιμούσα να χτυπήσω το σαμάρι: αγαπώ πολύ τα γαϊδουράκια.) Αλλά οι υπέρ της Συμφωνίας φίλοι μου συνεχίζουν να με αγαπούν, παρά το κουσούρι ή το λάθος μου, βάσει της αρχής «αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του». Τους ευχαριστώ γι᾽αυτό. 


Αλλά θέλω παρά ταύτα να εξηγήσω δημόσια την άποψή μου για τη Συμφωνία, και για τους φίλους μου υποστηρικτές της, αλλά και για όλους τους άλλους, είτε είναι υπέρ της Συμφωνίας και έχουν ακόμη κάποια διάθεση να συζητήσουν, είτε είναι κατά, αλλά νοιώθουν μειονεκτικά, διστακτικοί ή και αδύναμοι να το εκφράσουν, για να μη θεωρούν φανατικοί, υπερεθνικιστές, κ.λπ.  


Ξεκινώ λέγοντας ότι έχω δηλώσει από την αρχή της συζήτησης για το θέμα, προ έτους περίπου (εδώ), ότι πιστεύω σε δυο πράγματα που ίσως φαίνονται σε κάποιους αντιφατικά. Συγκεκριμένα: 


α) Πιστεύω ήδη από τη δεκαετία του 1990 ότι η αποδοχή της μεικτής ονομασίας για την ΠΓΔΜ, erga omnes, θα είναι επιτυχία για την Ελλάδα. Και το πιστεύω ακόμη περισσότερο όσο περνά ο χρόνος, καθώς ζω μεγάλο μέρος του χρόνου και ταξιδεύω στο εξωτερικό. Ο λόγος είναι απλούστατος και πηγάζει από την πραγματικότητα: αυτή τη στιγμή, όλες οι μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, οι περισσότερες κυβερνήσεις του πλανήτη, και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών όλων των χωρών, αποκαλούν τη γείτονα απλώς «Μακεδονία». Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εύκολα, βλέποντας τι γίνεται εκτός Ελλάδος, αλλά και παρακολουθώντας τη διεθνή επικαιρότητα, από την πολιτική αρθρογραφία, τις ειδήσεις στην τηλεόραση ή το διαδίκτυο, μέχρι την τελευταία στήλη κουτσομπολιού και την καθημερινή συνομιλία απλών ανθρώπων. Σήμερα η ονομασία «Μακεδονία» για τη γείτονα είναι διεθνώς στάτους κβο—αυτό είτε μας αρέσει είτε όχι. Η υποχώρηση λοιπόν από αυτή την κατάσταση, έστω και αν μείνει μόνο στα επίσημα έγγραφα της συγκεκριμένης χώρας, των διεθνών οργανισμών και των ξένων κυβερνήσεων, θα είναι μεγάλη επιτυχία. (Γιατί επί της ουσίας, πιστεύω ότι τουλάχιστον για πολλά χρόνια, στην καθημερινή πρακτική οι περισσότεροι ξένοι θα συνεχίσουν να αναφέρονται στη γείτονα ως «Μακεδονία», όποια συμφωνία και να κάνουμε —οι συνήθειες πεθαίνουν πολύ δύσκολα). Το να πετύχουμε τη μετονομασία της χώρας στα επίσημα όργανα δεν είναι διόλου αμελητέο. Είναι ένα βήμα προς τα μπρος: από το σκέτο «Mακεδονία» στο «Μακεδονία-και-κάτι-άλλο» λογίζεται σαφέστατα ως επιτυχία. 


β) Πιστεύω όμως ταυτόχρονα ότι, από την στιγμή που το ζήτημα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα πρόσφατα, ύστερα από ξένη πίεση, που εκμεταλλεύτηκε τη διαλλακτικότητα του πρωθυπουργού Ζάεφ, ο χειρισμός του θέματος από την κυβέρνηση Τσίπρα ήταν εξ αρχής άθλιος, και παρέμεινε, γινόμενος αθλιότερος όσο περνάει ο καιρός. Κι αυτό γιατί αντί ο Πρωθυπουργός —που με το πρώτο ενικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί τελευταία στην ομιλία του δείχνει πως θέλει πλέον να χρεώνεται όλες τις πράξεις της κυβέρνησής του στο ακέραιο— να αναγνωρίσει στο θέμα της ονομασίας τη μεγάλη ευκαιρία να κινηθεί στην εθνικά σωστή κατεύθυνση, βάσει της παραπάνω επισήμανσης (α), το εργαλειοποίησε κομματικά εξ αρχής. Αυτό το έκανε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, κομματικής εκμετάλλευσης, παλαιοπολιτικούς όσο δεν παίρνει άλλο: πρωτίστως για να καταφέρει να πλήξει τη Νέα Δημοκρατία, ιδανικά προσάπτοντάς της την ταμπέλα της «ακροδεξιάς» που βολεύει τη νέα ρητορική του και, δευτερευόντως, εκ του περισσού, να βλάψει άλλα μικρότερα κόμματα.  


Αυτό ήταν ολέθριο λάθος του, πιστεύω. Γιατί με τον τρόπο που επέλεξε να πολιτευτεί στο θέμα, αντί να επιδιώξει, και πιθανότατα να καταφέρει, μια κοινή εθνική γραμμή, που θα οδηγούσε σε μια συμφωνία απολύτως αξιοπρεπή για την Ελλάδα, δημιούργησε περισσότερους και φανατικότερους εσωτερικούς εχθρούς.  


Δυστυχώς, επιβεβαίωσε ό,τι χειρότερο ξέραμε γι᾽αυτόν: αντιμετώπισε το θέμα της επίλυσης ενός ευαίσθητου διακρατικού ζητήματος με όλη την ανευθυνότητα, ιδιοτέλεια και ανεπάρκεια που πηγάζει από τις περιορισμένες δυνατότητες που χαρακτηρίζουν και τον ίδιο, και το στελεχικό δυναμικό του κόμματός του. Αντί δηλαδή να επιστρατευθεί για τη βέλτιστη συμφωνία ο ελληνικός πολιτικός και διπλωματικός κόσμος, με την πρωτοκαθεδρία μεν της κυβέρνησης, αλλά συντεταγμένος και ομονοών, την διαπραγμάτευση την έκαναν ο Τσίπρας, ο Κοτζιάς, ο Κατρούγκαλος, και οι χαμηλοτάτου επιπέδου διπλωματικοί τους σύμβουλοι, έχοντας για να τους σιγοντάρουν στα θεωρητικά, και να τους λιβανίζουν γενικότερα, οι ελάχιστου πνευματικού αναστήματος διανοούμενοι του κόμματός τους, καθώς και διάφοροι ιδεοληπτικοί αριστεροί κομματάνθρωποι.  


To αποτέλεσμα ήταν ανάλογο των πρωτομαστόρων του. Για τη σημερινή μορφή της Συμφωνίας φταίει απολύτως η κυβέρνηση ή, αφού του αρέσει τόσο το πρώτο ενικό, ο Πρωθυπουργός.  


Η Συμφωνία όχι μόνο δεν είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά μάλλον είναι η χειρότερη δυνατή, στα πλαίσια που έθεσαν οι ξένοι σύμμαχοι. Κι αυτό γιατί αντί να ξεκινήσουμε, ως οφείλαμε, από την αντικειμενική αλήθεια της παραδοχής (α) περί του ότι σήμερα το «Μακεδονία» αποτελεί στάτους κβο —και δεν υπάρχει σοβαρός πολιτικός που να μην ξέρει ότι αυτή είναι αντικειμενική— και να φροντίσουμε με κάποιο απλό αντάλλαγμα να το ανατρέψουμε, περάσαμε στα πολιτικά παιχνίδια που μας δέσμευσαν στη σημερινή συμφωνία, σχεδιασμένη στα Σκόπια, με τις πλάτες κάποιων διεθνών υποστηρικτών τους. 


Το αποτέλεσμα αυτό έγινε εφικτό χάρη σε έναν Τσίπρα που από τη μια έβλεπε ακροδεξιούς ανεμόμυλους στη Νέα Δημοκρατία (η αντιληπτική του ικανότητα δεν ήταν καλύτερη από του Δον Κιχώτη), και από την άλλη έκανε, όπως όλα τα τελευταία χρόνια, σε κάθε θέμα της εθνικής πολιτικής, καθετί το δυνατό για να μην στενοχωρήσει τις δυνάμεις στις οποίες προσβλέπει, καλώς ή κακώς, για τη μακροβιότητά του, Αμερική, Γερμανία, Γαλλία, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ενωση. Και ενώ προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον της Αμερικής, της Γερμανίας, της Γαλλίας, του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης —τουναντίον— δεν θεωρώ ότι η κάθε επιθυμία τους πρέπει να είναι προσταγή μας, ούτε ότι και πρέπει να χάνουμε την ορθοκρισία μας και την εθνική μας αξιοπρέπεια, από την πρεμούρα μην τυχόν και τους δυσαρεστήσουμε. Ούτε βέβαια και να βαράμε προσοχές, σε κάθε επιταγή τους.  


Θέλοντας ο Τσίπρας από τη μια να ευχαριστήσει πάση θυσία τους ξένους καθοδηγητές-υποστηρικτές του και από την άλλη να διαλύσει, καθώς πιστεύει, την αντιπολίτευση, κατέληξε σε μια άθλια συμφωνία. Και η συμφωνία είναι άθλια όχι γιατί αναγνωρίζει το «Βόρεια Μακεδονία» ως erga omnes ονομασία της ΠΓΔΜ, αλλά γιατί από εκεί και πέρα είναι απολύτως μαξιμαλιστική, προς όφελος της άλλης πλευράς, δίνοντας γην και ύδωρ, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει απλώς ένα κομμάτι ψωμί. Και με αυτό το κομμάτι ψωμί, μικρό, αλλά ουσιαστικό και θρεπτικό, θα είχε καταφέρει το μέγιστο εθνικό καλό.  


Εξαιρώ στη συνέχεια από τη συζήτησή μου την άθλια μεθόδευση, την εργαλειοποίηση, και την αναγωγή της Συμφωνίας από την κυβέρνηση, σε όργανο κομματικής μικροπολιτικής, και μιλώ μόνο για την ουσία.  


Δύο ήταν οι αδιαμφισβήτητες εθνικές επιταγές που οδηγούσαν στην ανάγκη για μια κάποια συμφωνία που να καθιερώνει την μεικτή ονομασία της ΠΓΔΜ:  


Η πρώτη ήταν αυτή που αναφέρθηκε παραπάνω (α), δηλαδή η ανατροπή του στάτους κβο, που τείνει να παγιωθεί, του να λέγεται η γείτων χώρα απλώς «Μακεδονία». Το να επιτευχθεί αυτό και μόνο θα ήταν επιτυχία, όχι τεράστια, όχι «κοσμοϊστορικής σημασίας» όπως αναφέρθηκε από υμνητές της κυβέρνησης —και αυτό γιατί δεν είναι τεράστιο ή κοσμοϊστορικής σημασίας το ζήτημα— αλλά χρήσιμη, προσφέροντας ένα μικρό κέρδος για μας, σε ένα θέμα που έχει χρονίσει. 


Η δεύτερη εθνική ανάγκη μας, και πολύ σοβαρότερη, ήταν η είσοδος της γείτονος χώρας στο ΝΑΤΟ. Και ήταν και δική μας εθνική ανάγκη, εκτός από των γειτόνων, γιατί έτσι τορπιλίζονται τα επεκτατικά σχέδια της νέας ρωσικής αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Για τον λόγο αυτό, είχαμε και έχουμε κάθε λόγο να συνεργήσουμε στο να μπει η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, κι αυτό για λόγους δικούς μας, εθνικούς, ανεξάρτητους από κάθε δική της ωφέλεια. Αν δε το απαραίτητο τίμημα για αυτή την είσοδο ήταν η από μέρους μας αποδοχή μιας erga omnes μεικτής ονομασίας —έτσι είχε τεθεί, με αρκετή επίταση, από το ΝΑΤΟ— πιστεύω ότι η υποχώρηση άξιζε απολύτως τον κόπο. Και εκεί ακριβώς τέλειωναν τα εθνικά μας οφέλη από τη συμφωνία, οφέλη που ευνοούν και τη γείτονα χώρα, επιτρέποντάς της να πραγματοποιήσει και τη δική της επιθυμία, να μπει στην Βορειοατλαντική Συμμαχία.  


Ολα τα άλλα όμως, από εκεί και πέρα, δηλαδή η είσοδος της ΠΓΔΜ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι εμπορικές συναλλαγές της με γείτονες ή μη χώρες, η αντιμετώπιση των εσωτερικών της θεμάτων, οι διεθνείς της σχέσεις, οι ιδιομορφίες της ως εθνικής, πολιτισμικής, ιστορικής και γλωσσικής οντότητας, αφορούν την ίδια και μόνο. Η άποψη ότι για κάποιο λόγο έπρεπε να εμπλακούμε και εμείς στη λύση των θεμάτων αυτών ήταν εντελώς παράλογη, καθότι εντελώς περιττή. Καμία ξένη χώρα, και πάντως εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν ορίζει για την Ελλάδα το πώς αυτοπροσδιορίζεται, και η Ελλάδα δεν ορίζει το πώς αυτοπροσδιορίζεται η όποια ξένη χώρα, πάντως εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε σώνει και καλά να το κάνουμε για την ΠΓΔΜ; 


Μοιάζει να μην το καταλαβαίνουμε αυτό το απλό πράγμα: είναι τελείως άλλο να κάνει κάτι μια άλλη χώρα με τη θέλησή της και μόνο, και τελείως άλλο να το κάνει με την έγκριση και την υπογραφή μας. 


Στην πρώτη περίπτωση, είναι υπεύθυνη για την πράξη της. 


Στη δεύτερη...

ΕΘΝΙΚΑ ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητα ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: H κουτοπονηριά του κουτσαβάκη!


Αχαρακτήριστη η κίνηση της κυβέρνησης να βαπτιστούν «με μετάθεση» ο Άγγελος Μητρετώδης και ο Δημήτρης Κούκλατζης «διπλωματικοί υπάλληλοι». 


Πλέον, αντί δυο αιχμάλωτους στρατιωτικούς, θα είμαστε μάλλον η μόνη χώρα που έχει αιχμάλωτους διπλωματικούς υπαλλήλους. Και από το παράσημο της αιχμαλωσίας που φέρουν, ως τίμιοι στρατιώτες, θα τους καταντήσουμε δυο αναξιοπαθούντες πολίτες.

 
Εδώ έχουμε το «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις» στην πιο άθλια εκδοχή του: η κουτοπονηριά του κουτσαβάκη που νομίζει ότι είναι μάγκας, ενώ κάνει ό,τι μπορεί για να φάει περισσότερο ξύλο.

 
Εύχομαι να ναι καλά τα παλικάρια και να κρατάνε το κουράγιο τους, και απέναντι στην αυθαιρεσία και την ανομία των δεσμωτών τους, και στους εξευτελισμούς των δικών μας.
 

ΥΓ. Όσο για το επιχείρημα ότι «έτσι θα παίρνουν για τον καιρό της αιχμαλωσίας τους οδοιπορικά εκτός έδρας» είναι...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΤΟΥΡΚΙΑ: Ανταλλαγή γιοκ!

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Από την πρώτη στιγμή που μαθεύτηκε από τους έλληνες πολίτες η σύλληψη των δυο στρατιωτικών μας στον Έβρο, άρχισαν να εμφανίζονται στη σχετική αρθρογραφία αναφορές στην «ανταλλαγή τους με τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς που έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα».



Το θέμα το έθεσαν και συνεχίζουν να το θέτουν στην Τουρκία, ως αίτημα, διάφορα υπερεθνικιστικά και φιλο-κυβερνητικά μέσα. Φυσικά, για το τι λέγεται στην Τουρκία δε μετράει η άποψή μας. Αλλά δυστυχώς το θέμα το έθεσαν και συνεχίζουν να το θέτουν διάφοροι σχολιαστές της επικαιρότητας και στην Ελλάδα, ως ενδεχόμενο, υποψία ή φόβο. Πιστεύω ότι άλλοι από αυτούς το κάνουν περισσότερο και άλλοι λιγότερο καλοπροαίρετα, πάντως όλοι τους σίγουρα αγνοώντας, ή αλλιώς περιφρονώντας, την πραγματικότητα.


Το βέβαιο είναι ότι η τουρκική ηγεσία δεν έχει θέσει θέμα «ανταλλαγής» μέχρι στιγμής, τουλάχιστον επίσημα, και η ελληνική ηγεσία το έχει θέσει μόνο μια φορά, δια του κυβερνητικού εκπροσώπου, και αυτό αρνητικά, για να απορρίψει ότι υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο—και πολύ σωστά. Παρ᾽ όλα αυτά, η λέξη «ανταλλαγή» συνεχίζει να εμφανίζεται συνεχώς στη σχετική αρθρογραφία μας και μάλιστα με αυξανόμενη συχνότητα.



Πέραν του δικαιώματος του καθενός να λέει ό,τι θέλει σε μια δημοκρατία, θα είναι ευχής έργο όσοι αναφέρονται μελλοντικά στο σοβαρότατο θέμα της υπόθεσης των δύο στρατιωτικών μας να ξέρουν καλά το πραγματικό πλαίσιο, όχι όπως το θέτουν οι επιθυμίες ή οι φόβοι μας, αλλά η πραγματικότητα. Και βάσει αυτής της πραγματικότητας, που είναι η πραγματικότητα του πολιτεύματός μας, να ξέρουν ότι οποιαδήποτε έννοια «ανταλλαγής», όπως την αναφέρουν εν προκειμένω, δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει, πώς το λένε: είναι αδιανόητη και αδύνατη.



Η έννοια της ανταλλαγής ανθρώπων, που συμφωνείται μεταξύ κυβερνήσεων, έχει πάντα τη χροιά της προστασίας των πολιτών τους: ένα κράτος Α θέλει να προστατεύσει κάποιους πολίτες του που βρίσκονται παρά τη θέλησή τους ή κακοπαθαίνουν στο κράτος Β,  και με αυτή την έννοια μπορεί να συμφωνήσει να τους ανταλλάξει με πολίτες του κράτους Β που βρίσκονται παρά τη θέλησή τους ή κακοπαθαίνουν στο κράτος Α.



Γνωστότερη περίπτωση σε όλους είναι οι ανταλλαγές αιχμαλώτων σε καιρό πολέμων, ή προσφύγων κατόπιν αυτών, ή και οι ανταλλαγές κατασκόπων στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Τις τελευταίες τις ξέρουμε κυρίως από το σινεμά, και ένα παράδειγμα το γνωρίζουν σίγουρα πολλοί αναγνώστες, καθώς ήταν το θέμα της πλοκής της πρόσφατης δημοφιλούς ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Η Γέφυρα των Κατασκόπων». Η ταινία, μάλιστα, καταλήγει ακριβώς με τη σκηνή της ανταλλαγής, όπου ο σοβιετικός πράκτορας Ρούντολφ Άμπελ, αιχμάλωτος των Αμερικάνων και ο αμερικάνος πιλότος Γκάρι Πάουερς, αιχμάλωτος των Σοβιετικών, διασχίζουν ταυτόχρονα τη γέφυρα του τίτλου, στο Βερολίνο, ο καθένας προς την πατρίδα του και την ελευθερία.



Όμως καμία παρόμοια κατάσταση δεν ισχύει στην παρούσα συγκυρία, του επεισοδίου του Έβρου. Συγκεκριμένα, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στην Τουρκία βρίσκονται δύο έλληνες στρατιωτικοί, ως αιχμάλωτοι. Κατηγορούνται από το τουρκικό κράτος για κάτι που δεν έχει ακόμη καν διευκρινισθεί, ενώ το ελληνικό κράτος εύλογα αμφισβητεί το ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την κράτησή τους. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει κατά συνέπεια να εξαντλήσει κάθε διπλωματικό, πολιτικό ή άλλο μέσο που κρίνει αναγκαίο, μέσα στα όρια που ορίζουν οι θεσμοί μας, για να πετύχει την επιστροφή τους. Αλλά μέσα σε αυτά τα μέσα δεν—επαναλαμβάνω: δεν—συμπεριλαμβάνεται η «ανταλλαγή» των δυο στρατιωτικών μας. 


 Ο λόγος είναι απλούστατος:  


Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν τούρκοι αιχμάλωτοι, που θέλουν να ανταλλαγούν. Η Ελλάδα, απλούστερα, δεν έχει συλλάβει κανέναν τούρκο στρατιωτικό τον οποίο να κρατά εδώ παρά τη θέλησή του, όπως κρατούνται παρά τη θέλησή τους στην Τουρκία οι δύο Ελληνες.


Οι οκτώ δεν βρίσκονται εδώ παρά τη θέλησή τους, βρίσκονται εδώ αποκλειστικά και μόνο λόγω της θέλησής τους


Εντελώς αντίθετα, οι οκτώ αξιωματικοί που έφθασαν στη χώρα μας τον Ιούλιο του 2016, ήρθαν δραπετεύοντας με τη βούλησή τους, και με μεγάλο προσωπικό ρίσκο, από την Τουρκία. Έφτασαν στην Ελλάδα ως ικέτες, ζητώντας την προστασία του κράτους μας από τον διωγμό που έχει εξαπολύσει εναντίον τους το καθεστώς Ερντογάν. Ήρθαν στην Ελλάδα επειδή το ήθελαν, και πολεμούν να παραμείνουν εδώ με υπομονή, επιμονή, αγωνία και ύψιστη αξιοπρέπεια, σε συνεργασία με τους νομικούς τους παραστάτες και μεγάλο μέρος της κοινωνίας πολιτών. 


Οι Οκτώ δεν είναι εδώ επειδή τους συλλάβαμε, με κάποια αμφίβολης σοβαρότητας κατηγορία. Είναι εδώ επειδή ζήτησαν από εμάς να προστατεύσουμε τη ζωή τους και να διαφυλάξουμε τη  σωματική τους ακεραιότητα Είναι εδώ γιατί θέλουν να είναι ελεύθεροι.


 Η παρηγοριά και η καταφυγή τους είναι η ελληνική Δικαιοσύνη, το ακρότατο τείχος της Δημοκρατίας μας.



Ήδη, το ανώτατο ποινικό δικαστήριο της χώρας, ο Άρειος Πάγος, αποφάσισε τελεσίδικα ότι η επιστροφή των Οκτώ στην Τουρκία αποκλείεται γιατί εκεί δε θα έχουν δίκαιη δίκη, και τα επόμενα αιτήματα της Τουρκίας απορρίφθηκαν, και θα απορρίπτονται, εφ᾽ όσον το κράτος δικαίου στη χώρα αυτή όχι απλώς δεν αποκαθίσταται, αλλά συνεχώς ολισθαίνει προς τον απόλυτο ολοκληρωτισμό. 


Επιπλέον, η ελληνική Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ασύλου ήδη έκρινε για έναν από τους Οκτώ ότι δικαιούται το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα στην πατρίδα μας, και τώρα ο ίδιος και οι άξιοι νομικοί του παραστάτες αγωνίζονται με τα όπλα του νόμου στο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, για να υπερασπίσουν την απόφαση αυτή από την κυβερνητική αμφισβήτηση. Οι αποφάσεις του ασύλου για τους επόμενους επτά αναμένονται, και καθώς οι περιπτώσεις και των οκτώ αξιωματικών είναι ίδιες, υπάρχει η βάσιμη ελπίδα ότι σε όλους θα δώσει η πατρίδα μας την προστασία που έδωσε και στον πρώτο. Αλλά και στο ενδεχόμενο να μη γίνει αυτό, είναι ήδη βέβαιο ότι στην Τουρκία οι Οκτώ δε γυρνάνε. Η Δικαιοσύνη μας το αποφάσισε, και σε μια δημοκρατία η Δικαιοσύνη έχει σε αυτά τον τελευταίο λόγο. Η έκδοση των Οκτώ απαγορεύθηκε από τον Αρειο Πάγο. Τελεσίδικα. Τελεία και παύλα.



Από πού κι ως πού λοιπόν μπορεί να μιλάει κανείς για «ανταλλαγή» των οκτώ τούρκων αξιωματικών με τους δύο έλληνες αιχμαλώτους στην Τουρκία; 


Οι οκτώ δεν βρίσκονται εδώ παρά τη θέλησή τους, βρίσκονται εδώ αποκλειστικά και μόνο λόγω της θέλησής τους. Είναι άνθρωποι που ζήτησαν να προστατευθούν στον τόπο μας από ένα τυραννικό καθεστώς, παίρνοντας την πιο κρίσιμη απόφαση της ζωής τους. Η Δικαιοσύνη μας δικαίωσε την απόφασή τους.  


Ας το αντιληφθούν λοιπόν αυτό καλά όσοι ανεύθυνα και επιπόλαια μιλούν για «πιθανότητα ανταλλαγής»: οι Οκτώ δεν είναι προσωπικό κτήμα της κυβέρνησης ή κανενός άλλου στην Ελλάδα, ώστε να έχει δικαίωμα να τους «δώσει», λες και είναι σακιά με αλεύρι ή ερίφια προς σφαγή.



Από εκεί και πέρα, οι νόμοι μας δεν προσφέρουν κανένα παράθυρο για τέτοιου τύπου συναλλαγή, πόσω μάλλον «ανταλλαγή».  


Όσοι λοιπόν βάζουν αυτή τη λέξη στη συζήτηση, στο θέμα των δύο κακότυχων στρατιωτικών μας, ας καταλάβουν ότι...