"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΥ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΥ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Δωρεάν μέσα μεταφοράς; Λάθος ερώτηση

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Αντωνίου

Τακτικός καθηγητής και κάτοχος της Εδρας Μηχανικής Συστημάτων Μεταφορών στο Πολυτεχνείο του Μονάχου.

 

Το εισιτήριο των μέσων μαζικής μεταφοράς (ΜΜΜ) στο Μόναχο κοστίζει σχεδόν τέσσερα ευρώ – τρεισήμισι φορές ακριβότερο από την Αθήνα. Κι όμως, οι Αθηναίοι που επισκέπτονται το Μόναχο και παίρνουν το λεωφορείο, όταν επιστρέφουν στην Αθήνα, με μηνιαία κάρτα κάτω από ένα ευρώ την ημέρα, προτιμούν το αυτοκίνητο. Αυτή η παράδοξη εικόνα δείχνει ότι δεν έχουμε πρόβλημα τιμής, αλλά αξιοπιστίας.

Ασφαλώς, όταν κάνουμε συγκρίσεις για το κόστος μεταξύ χωρών, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Εδώ όμως δεν είναι θέμα, γιατί μιλάμε για τα ίδια άτομα.

Ποιοι είναι, όμως, οι κύριοι λόγοι που ωθούν τους πολίτες να χρησιμοποιούν τα ΜΜΜ σε αυτήν την περίπτωση, παρά το υψηλό κόμιστρο;

Οι κύριοι λόγοι είναι η υψηλή αξιοπιστία (το λεωφορείο έρχεται στην ώρα του) και η υψηλή συχνότητα (λεωφορειακές γραμμές ανά 10 ή το πολύ 20 λεπτά).

Η υψηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών (καινούργια, καθαρά λεωφορεία, έξυπνες στάσεις, εύχρηστες εφαρμογές κινητού που επιτρέπουν την παρακολούθηση των λεωφορείων σε πραγματικό χρόνο, καλές ανταποκρίσεις, ύπαρξη καλών πεζοδρομίων και ποδηλατοδρόμων) συμβάλλουν επίσης θετικά.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, ακόμη, το καθεστώς των ταξί. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις λειτουργούν ορθώς ως συμπληρωματικό μέσο προς τα ΜΜΜ, ενώ στην Αθήνα λειτουργούν ανταγωνιστικά. Με περίπου 20.000 ταξί σήμερα (η Ρώμη και το Βερολίνο έχουν περίπου από 8.000), η Αθήνα θα έπρεπε να διαθέτει σημαντικά λιγότερα, με το κόμιστρο να αυξάνεται αντιστοίχως. Μόνο τότε θα μπορέσει το ταξί να ενταχθεί ισορροπημένα στο σύστημα μεταφορών και να επιτελέσει τον πραγματικό του ρόλο.

 

Στην Αθήνα, όμως, ακόμη και με τις βελτιώσεις που συστηματικά επιτυγχάνονται τις τελευταίες δεκαετίες, το μεγαλύτερο κομμάτι του μεταφορικού έργου υλοποιείται από λεωφορεία, τα οποία δυστυχώς παραμένουν μη ελκυστικά, κυρίως λόγω της χαμηλής αξιοπιστίας τους.

Πού οφείλεται η χαμηλή αξιοπιστία;

Εν μέρει στα ίδια τα λεωφορεία – υπάρχει περιθώριο βελτίωσης στον στόλο, στη διαχείριση δρομολογίων, στην πληροφόρηση επιβατών. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι εξωγενές και έχει όνομα: η ατιμωρησία στους δρόμους. Το λεωφορείο που δεν μπορεί να κινηθεί γιατί κάποιος έχει παρκάρει στη λεωφορειολωρίδα, που μπλοκάρει στη διασταύρωση γιατί τα Ι.Χ. δεν τη διατηρούν ελεύθερη, που χάνει δέκα λεπτά σε ένα τετράγωνο λόγω διπλοπαρκαρισμένων, αυτό το λεωφορείο δεν μπορεί να είναι αξιόπιστο. Κανένα εισιτήριο, δωρεάν ή μη, δεν λύνει αυτό το πρόβλημα.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της δημόσιας συζήτησης: αφιερώνουμε ατελείωτες ώρες στο πόσο θα κοστίζει το εισιτήριο, ενώ πολύ λιγότερες στο πώς θα γίνει το λεωφορείο αξιόπιστο.

Αν συμφωνήσουμε, λοιπόν, ότι το πρόβλημα τίθεται σε λάθος βάση, και το ζητούμενο δεν είναι το κόμιστρο, αλλά η ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, το επόμενο λογικό ερώτημα είναι: Και τώρα τι κάνουμε;

Το πρώτο βήμα είναι να αποφασίσουμε ποιον ρόλο θέλουμε να διαδραματίζουν τα ΜΜΜ, το αυτοκίνητο, το ταξί, το ποδήλατο και η πεζή μετακίνηση. Μόνο με σαφή και συγκεκριμένη στοχοθέτηση καθίσταται δυνατή η επιλογή δέσμης δράσεων για την επιτυχία των μέτρων.

Δυστυχώς, όμως, η υλοποίηση των περισσότερων πραγματικά αποτελεσματικών μέτρων συχνά συνεπάγεται πολιτικό κόστος ή υπερβαίνει το χρονικό διάστημα μιας εκλογικής θητείας. Κλασικό παράδειγμα είναι το θέμα των ταξί: η μείωση των αδειών και η αύξηση του κομίστρου είναι αναγκαία, αλλά πολιτικά δύσκολη. Αυτό σημαίνει ότι για να έχουμε καλό αποτέλεσμα, θα πρέπει να έχουμε σταθερό στρατηγικό σχεδιασμό, ανεξάρτητο από κυβερνήσεις και υπουργούς. Αν η εκάστοτε πολιτική ηγεσία αλλάζει τους στόχους ή ανησυχεί για το πολιτικό κόστος, τότε δεν θα επιτευχθεί τίποτα.

Ευτυχώς, τα εργαλεία και οι υποδομές υπάρχουν ήδη: το Στρατηγικό Σχέδιο Μεταφορών Αττικής 2045 (ΣΣΜΑ), το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί το φθινόπωρο του 2026, αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο σχεδιασμού για τις αστικές μεταφορές στην Αττική. Πρόκειται για ένα επιστημονικό πλαίσιο με ορίζοντα εικοσαετίας, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να σχεδιαστεί τι πρέπει να αλλάξει –στις γραμμές, στις λεωφορειολωρίδες, στις συνδέσεις– ώστε τα ΜΜΜ να φτάσουν στους στόχους που θα τεθούν. Μόνο με χρήση τέτοιων εργαλείων μπορεί ο δημόσιος διάλογος να βασιστεί σε επιχειρήματα αντί σε συνθήματα. Το σχέδιο, λοιπόν, υπάρχει.

Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και υπουργούς.

Οπως συχνά λέγεται: Μια ανεπτυγμένη χώρα δεν είναι αυτή όπου οι φτωχοί έχουν αυτοκίνητα, αλλά αυτή όπου…

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το δόγμα της χυδαιότητας


Ηταν πριν από δέκα ημέρες περίπου όταν η βουλευτής Θεοπεφτάτου του ΣΥΡΙΖΑ επινόησε και εκφώνησε από το βήμα της Βουλής το αποστομωτικό επιχείρημα. «Μόνο όσοι καπνίζουν και πίνουν καφέδες και πίνουν και ποτά θα επιβαρυνθούν από τα νέα μέτρα»



Τα μέτρα πέρασαν, η κυβέρνηση προσήλθε στο Eurogroup της 24ης Μαΐου και υποτίθεται ότι κατέληξε σε μία συμφωνία περί διαγραμμάτων για το κλείσιμο της αξιολόγησης. 



Εν μέσω εκκρεμότητας, που πιθανολογείται ότι σύντομα θα κλείσει, ο υπουργός Κατρούγκαλος ήλθε όμως την Δευτέρα να αναιρέσει το πολιτικό δόγμα της Θεοπεφτάτου. Και επιβεβαιώνοντας την ανεπίστροφη πορεία της ελληνικής αριστεράς προς τον απροκάλυπτο κυνισμό είπε: «μπορούμε να ζήσουμε λιγάκι χωρίς τσιγάρα ή καφέ, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς νερό ή ρεύμα».



Δήλωση αποκαλυπτική, πλην όμως προβληματική για διάφορους λόγους.



Πρώτον, γιατί αν αποφασίσουν κάποιοι, πολλοί, να ζήσουν χωρίς καφέ και τσιγάρα, όπως λέει, τότε το ευφυές μέτρο θα πάει άκλαφτο. Το αν μπορεί για τον ίδιο λόγο να αυξηθεί η λαθρεμπορία είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως οι τρόποι με τους οποίους το κράτος απειλείται με απώλεια εσόδων είναι περισσότεροι από εκείνους με τους οποίους θα μπορούσε να έχει εισπράξεις. 



Δεύτερον, η δήλωση είναι απροκάλυπτα ψευδής και προκλητική. Παρόλο που «δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ρεύμα και νερό», αυξάνονται τα τιμολόγια και στο ρεύμα και στο νερό, μέσω της ιλιγγιώδους αύξησης του ΦΠΑ κατά περίπου 10%.  



Όμως ο Κατρούγκαλος έχει λύση για όλα. Και ξέρει, νομίζει πώς θα κοροϊδέψει και τους υπηκόους του και τους δανειστές του. 



Εχει βρει, όπως είπε, το κόλπο για την μη επιστροφή του ΕΚΑΣ. Η περιγραφή δική του: Θα χορηγηθεί στους δικαιούχους με λογιστικό τρόπο ένα ad hoc επίδομα από το πρωτογενές πλεόνασμα και έτσι δεν θα επιστρέψουν τα αναδρομικά! Και επιπλέον, για να μην υπάρξει «τρύπα» στην πρόβλεψη της δημοσιονομικής προσαρμογής, το επίδομα θα δοθεί λογιστικά.



Οσοι τολμούν να απορούν, βιάζονται. 



Γιατί, κατά τον Κατρούγκαλο υπάρχει σχέδιο:  

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο πραγματικός «διάλογος» Ηλιθίου - Σόιμπλε

Toυ Κ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το 1988 ο Τζόρτζ Μπους ο πρεσβύτερος διεκδικούσε το χρίσμα του υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών για την Προεδρία των ΗΠΑ.


Στο συνέδριο του κόμματος και αφότου είχε εξασφαλίσει το χρίσμα είχε πει μία φράση, που θα την «πλήρωνε» πολύ ακριβά μερικά χρόνια αργότερα: «Read my lips: No more taxes!» (Διαβάστε τα χείλη μου: Τέρμα οι φόροι). 


Ήταν η βασική προεκλογική του δέσμευση, με την οποία ήλθε σε μετωπική σύγκρουση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, αφότου κέρδισε τις εκλογές της ίδιας χρονιάς. Οι αυξήσεις των φόρων ήταν συνεχείς, καθώς η κυβέρνηση Μπους πάσχιζε να καλύψει με τον γνωστό τρόπο τα ελλείμματα του προϋπολογισμού.


Τέσσερα χρόνια αργότερα και καθώς αντίπαλος του Μπους ήταν ο πολλά υποσχόμενος Μπιλ Κλίντον, η εκστρατεία των Δημοκρατικών βασίστηκε στην εμμονική υπενθύμιση της υπόσχεσης που είχε αθετήσει ο απερχόμενος πρόεδρος.


Επιπλέον, στην τελική της ευθεία η καμπάνια του Κλίντον λειτούργησε ως χιονοστιβάδα,  με την βοήθεια μίας φράσης που επινόησε ο επικεφαλής της εκστρατείας του, Τζέιμς Κάρβιλ, απευθυνόμενος αρχικώς στην κλειστή ομάδα συνεργατών του, προκειμένου να κατευθύνει το σκεπτικό τους και να υπενθυμίσει στην ουσία το τρωτό σημείο του Μπους: "It's the economy, stupid!" (είναι η οικονομία, ανόητε).


Στην πρόσφατη συνάντηση και έμμεση συζήτηση του Αλ. Τσίπρα με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στο Νταβός, ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, χρησιμοποίησε μία παράφραση τους σλόγκαν αυτού της εκστρατείας του Κλίντον. Ο κ. Σόιμπλε είπε το περίφημο πλέον: «it's the implementation, stupid» (είναι η εφαρμογή, ανόητε), έχοντας προηγουμένως ακούσει τον Τσίπρα να μιλάει και πάλι για «αλληλεγγύη», περισσότερη Ευρώπη», «πάταξη της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας», «στροφή της Ευρώπης σε άλλες πολιτικές» και άλλα τέτοια.


Όσο και αν η λογική των επιχειρημάτων κατά της πολιτικής Σόιμπλε και το περιεχόμενό τους είναι βάσιμα, ο γερμανός υπουργός Οικονομικών θέλησε να αναδείξει ένα στοιχείο: έτσι όπως είναι η Ευρώπη και με τα χαρακτηριστικά που έχει (καθυστέρηση στην υλοποίηση αποφάσεων, πολυδαίδαλο σύστημα και μηχανισμοί, κυριαρχία εθνικών κυβερνήσεων, κλπ.), δεν μπορεί να ακολουθήσει άλλους κανόνες, πέραν της βασικής αρχής: «ό,τι συμφωνούμε, το τηρούμε». Αυτό είναι το δόγμα της Γερμανίας, για την ανατροπή του οποίου η λογική δεν προσφέρει πολλές δυνατότητες.


Η αναφορά του Σόιμπλε δεν ήταν μία προσωπική προσβολή προς τον Τσίπρα, ούτε προς οποιονδήποτε άλλον. Ηταν μία παράφραση ενός από τα πλέον επιτυχημένα πολιτικά σλόγκαν του 20ου αιώνα, ενώ την ίδια στιγμή η παρέμβασή του συνολικά ήταν μία απόδειξη για το ότι - όσο κι αν οι οικονομικές του πρακτικές μπορούν να αμφισβητηθούν - η αντίληψή του για το συμβαίνει στον κόσμο σήμερα, είναι εμπεδωμένη. Έστω και υπό το πρίσμα μίας συντηρητικής θεώρησης των πραγμάτων.


Αντιθέτως, η αντίληψη του Αλ. Τσίπρα για την παγκόσμια εξέλιξη είναι νεφελώδης και αόριστη, τουλάχιστον με βάση τα όσα συνθηματολογικά είπε στο Νταβός. Μεταξύ αυτών και το περίφημο ότι «το 2016 η Ελλάδα θα εκπλήξει την παγκόσμια αγορά».

 
Οι εσωτερικές αντιδράσεις για την φράση του Σόιμπλε (είτε από τους αντιπάλους του Τσίπρα που πανηγύριζαν, είτε από τους υποστηρικτές, οι οποίοι δια του Τύπου έσπευσαν να αποκαλέσουν «ηλίθιο» τον γερμανό πολιτικό, με πρωτοσέλιδα σε εφημερίδες μάλιστα), δείχνουν ότι... 

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΛΙΘΙΟΙ και ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: «Κύριε Τσίπρα, σας παρακαλώ: φοβηθείτε!»



Αισθάνομαι την ανάγκη να παραδεχθώ πως φοβάμαι


Επειδή τίποτε δεν θα είναι πια όπως ήταν. 


Επειδή σκέφτομαι αν θα κυκλοφορήσω σε χώρους μαζικών συναντήσεων. 


Επειδή αν είναι να πάω σε μία συναυλία θα το σκεφτώ δύο φορές - μάλλον περισσότερες. 


Επειδή δεν με ενδιαφέρει πια τόσο πολύ το οικονομικό μακελειό που συμβαίνει στη χώρα και τις άλλες χώρες, αλλά το άλλο, το πραγματικό που μπορεί να συμβεί οπουδήποτε.


Ίσως να είμαι υπερβολικός. Λένε ότι η Ελλάδα ως στόχος δεν προσφέρει τίποτε στους ακραίους ισλαμιστές, δεν έχει την ίδια αίγλη με το Παρίσι.


Περισσότερο από όλα τα παραπάνω φοβάμαι κάτι άλλο έπειτα από το μακελειό του Παρισιού. Φοβάμαι τον τρόπο με τον οποίο ο Πρωθυπουργός της χώρας μας, ανακοινώνει ότι δεν φοβάται και καλεί τους πάντες να νικήσουν τον φόβο τους για τον φόβο και διάφορα άλλα τέτοια συνθηματολογικά και κενά περιεχομένου.


Ο Τσίπρας ήταν ένας από τους πρώτους που έσπευσαν να κάνουν ένα δήθεν βαρυσήμαντο διάγγελμα μετά τις επιθέσεις του Παρισιού. Βασικό του μέλημα ήταν να εκδηλώσει την ανησυχία του για τον περιορισμό της Δημοκρατίας στην Ευρώπη.


Προπέτεια και ασχετοσύνη κυριάρχησαν και πάλι. Καμία περίσκεψη, καμία ενδοσκόπηση, καμία αίσθηση αυτοσυγκράτησης και καμία προσπάθεια έκφρασης μίας κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης, πορείας, υποχρέωσης και δέσμευσης.


Ο φόβος δεν είναι βλαπτικός. Η παράλυση είναι, είτε λόγω φόβου, είτε λόγω περιορισμένης αντίληψης της πραγματικότητας.


Περιττό σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν να αναφερθεί ότι πολλά στελέχη του κόμματος και κυρίως πλήθος θαυμαστών, ακολούθων και ψηφοφόρων του Τσίπρα αποδύθηκαν με αστραπιαία αντανακλαστικά σε εκστρατείες συμψηφισμού, θεωρίες συνωμοσίας, αναζήτησης ευθυνών της Δύσης για το δράμα της Ανατολής και άλλα τέτοια - τα οποία ειρήσθω εν παρόδω αγνοούν ότι ευκαιρίες εκσυγχρονισμού της του αραβικού/ισλαμικού κόσμου παρουσιάστηκαν στο παρελθόν, αλλά οι πολίτες κάποιων ισχυρών χωρών άλλα αποφάσισαν (βλ. την έκρηξη του παναραβισμού στην Αίγυπτο του Νάσερ).


Οι ευθύνες της Δύσης προφανώς και είναι πολλές για τα όσα συμβαίνουν, αλλά δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είναι αυτό το θέμα υπό τις παρούσες συνθήκες.


Το θέμα είναι:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο ηγέτης των παρηκμασμένων


Η Ελλάδα ζητεί. 


Ζητεί χρήματα. Και θέλει(;) να τα αποπληρώνει με όρους ευνοϊκότερους από ό,τι οι άλλοι.



Ζητεί να της κουρέψουν-απομειώσουν-αναδιαρθρώσουν το χρέος. Το οποίο δημιούργησε μόνη της, παίρνοντας τα λεφτά των άλλων και σπαταλώντας τα.



Ζητεί επενδύσεις. Όμως κάνει κάθε ενάμιση χρόνο εκλογές, αλλάζει με τον ίδιο ρυθμό το φορολογικό της πλαίσιο και πάντοτε τσεκουρώνει τον ιδιωτικό τομέα και τις επιχειρήσεις.



Ζητεί βοήθεια για να φυλάξει τα σύνορά της, που είναι, όπως παραδέχεται σύνορα της Ευρώπης. Δηλαδή και σε αυτήν την περίπτωση δεν περιγράφει τον εαυτό της ως ικανό να προσφέρει κάτι στην Ευρώπη, αλλά προτάσσει το ότι ως μέλος της έχει «νόμιμες αξιώσεις».



Ζητεί στο διπλωματικό πεδίο να γίνουν δεκτές οι αξιώσεις της, επειδή «αυτό είναι το δίκαιο».



Υπερασπίζεται την εθνική της ανεξαρτησία. Αλλά στα λόγια. Γιατί στην πράξη κάνει όλα όσα είναι δυνατόν για να δώσει στους άλλους το δικαίωμα να την αμφισβητήσουν.



Ζητεί να λάμψει η αλήθεια, την στιγμή που η ίδια - δια των ηγετών της - λέει ψέματα στους εταίρους και στους πολίτες της.



Η εικόνα που συντίθεται από όλα αυτά είναι ότι αντίθετα με την πολιτική παραμυθία των τελευταίων ετών, η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθήσει τους ρυθμούς προόδου της εποχής.



Έχει εκκρεμότητες που άλλοι επέλυσαν στους προηγούμενους αιώνες, δεν έχει βρει ακόμη τι θα παράξει, πώς θα το παράξει και πώς θα το πουλήσει, δεν μπορεί ούτε καν να διαχειριστεί το κράτος, τον τουρισμό της, την Ιστορία της, τον πολιτισμό της.



Όλα αυτά διαμορφώνουν την εικόνα της παρακμής.



Παρά ταύτα ουδείς έως σήμερα δεν έχει θέσει το πρόβλημά της χώρας στην σωστή του διάσταση


Όλοι, αριστεροί, δεξιοί, ψευτοσοσιαλιστές και «κεντρώοι» μιλούν για τις δυνατότητες και τις ικανότητες της χώρας.



Υπό τις παρούσες συνθήκες, η Ελλάδα δεν έχει δυνατότητες. Οδεύει προς ένα διεθνές στάτους πρωτόγνωρο. Ένα κράτος υπό επιτροπεία συνεχή, που ζει με χρήματα των άλλων και στην ουσία φυτοζωεί. Δεν επιβραβεύει την καινοτομία, έχει κάνει τον συνδικαλισμό ιδεολογία, αδυνατεί όχι απλώς να κάνει άλματα, αλλά και να διασφαλίσει στους πολίτες της συνθήκες που να ευνοούν την διεκδίκηση της ευημερίας τους.



Με όλα αυτά τα δεδομένα, όσο η χώρα εμφανίζεται να αναζητεί ηγεσία που να εμπνέει και να είναι σε θέση να την οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, απαιτείται μία επώδυνη παραδοχή:  

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Hθικό πλεονέκτημα της αριστεράς? To άλλο με τον Τοτό το ξέρεις?


Αν κάτι κυριάρχησε όλο το προηγούμενο διάστημα και για πολλές δεκαετίες ήταν ο περίφημος μύθος του «ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς».



Σήμερα ο μύθος αυτός καταρρέει. Καθημερινώς και με ρυθμούς ιλιγγιώδεις.



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι ένας κυρίαρχος πρωθυπουργός να ταλαιπωρεί και να παραπλανά τους πολίτες μίας χώρας επί έξι μήνες και στο τέλος να τους αναγκάζει να απαντούν σε ένα ανύπαρκτο δίλημμα προκηρύσσοντας δημοψήφισμα. 



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι στη συνέχεια το συντριπτικό (και καταστρεπτικό) αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος να το αντιστρέφει και να το διαστρέφει. 



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι να καταγγέλλονται ως δοσίλογοι και γερμανοτσολιάδες όσοι διαφωνούν με την άποψη της αριστεράς. Τη στιγμή μάλιστα που η αριστερά συνεργάζεται με τους νεοναζί. 



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι ο υπ' αριθμόν 1 υπαίτιος για τον διεθνή διασυρμό της χώρας, μέχρι πρότινος υπουργός Οικονομικών, να δραπετεύει από τη Βουλή τη στιγμή που διεξάγεται η κρισιμότερη ψηφοφορία των τελευταίων δεκαετιών και να πηγαίνει για βουτιές, επικαλούμενος την αγάπη για την κόρη του. Λες και οι άλλοι δεν έχουν παιδιά... 



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι υπουργός της κυβέρνησης, καραμπινάτος και βέρος «αριστερός» να σπεύδει να παραιτείται για να καταλάβει θέση επιλαχόντος στην ευρωβουλή. Κατά τα άλλα όμως η καταγγελία κατά της Ευρώπης πάει σύννεφο.



Ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς είναι να διορίζει υπουργός την σύζυγό του στο γραφείο του, για να εισπράττει υπερωρίες με δική του υπογραφή.