
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΛΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΕΛΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΗΘΙΚΗ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ: Ζητήματα ζωής και θανάτου
Είναι σπάνιες γι' αυτό και πολύτιμες οι περιπτώσεις όπου η δημοσιογραφία γράφει και γίνεται Ιστορία
Toυ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ
Αλέξανδρος Βέλιος: «Από την άλλη, βέβαια, επειδή εγώ έχω δει ότι
νόμος της κοινωνίας είναι η κυριαρχία του κακού, το άδικο, η καταπίεση,
ότι αυτός που κερδίζει είναι ο πιο αρπακτικός και αδίστακτος, από την
άποψη της ηθικής δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με αυτή τη νομοτέλεια.
Ετεινα να σκέφτομαι ότι η μόνη δικαιολογία του Θεού είναι ότι δεν
υπάρχει. Αλλιώς, γιατί αφήνει το άδικο να κυριαρχεί με άλλοθι την
αυτεξουσιότητα των ανθρώπων;
Από την άλλη, η Εκκλησία τού αφαιρεί το
αυτεξούσιο στον θάνατο. Του επιτρέπει στη ζωή του να αδικεί και να κάνει
λάθος επιλογές, να είναι αυτοκαταστροφικός, αλλά στον θάνατό του δεν
είναι αυτεξούσιος. Ο θάνατος δεν του ανήκει».
Απόσπασμα από
διάλογο που είχαν ο Αλέξανδρος Βέλιος και ο μητροπολίτης Νέας Ιωνίας
Γαβριήλ, όπως τον επιμελήθηκε ο ίδιος ο δημοσιογράφος και χωρίς καμία
προσθήκη, και δημοσιεύτηκε πλήρης στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
(φύλλο της 14ης Σεπτεμβρίου 2016).
Είναι σπάνιες γι' αυτό και πολύτιμες οι περιπτώσεις όπου η
δημοσιογραφία γράφει και γίνεται Ιστορία. Σε αυτές εντάσσεται και το
δημοσίευμα που υπαγορεύτηκε από την ανθρώπινη αγωνία για τον θάνατο και
στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Αλέξανδρος Βέλιος.
Ο δημοσιογράφος που
αναζήτησε μόνος του τη θανή του, πριν τον βρει εκείνη σε θέση ανήμπορου
θύματος που σπαράζει από τον πόνο, ουδέποτε έπαψε να επιδιώκει
απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα του ανθρώπινου γένους. Αυτός είναι ο
έντιμος δρόμος, άλλωστε. Να ρωτάς ακόμα κι όταν ξέρεις ότι θα σου
απαντήσει η σιωπή.
Ο Αλέξανδρος Βέλιος θα μείνει στη μνήμη μας επειδή
δεν έπαψε να αμφιβάλλει και να αναμένει -ίσως και να εύχεται- να
προκύψουν πειστήρια, ακλόνητες αποδείξεις του εσφαλμένου των αντιλήψεών
του.
Ως «θρησκευόμενος άθεος» αυτοπροσδιοριζόταν, έχοντας πάντοτε ακμαία
και έκδηλη αυτοσαρκαστική διάθεση.
Οταν το φθαρτό όχημα του
επίγειου βίου του πλησίαζε την οριστική και αμετάκλητη στάθμευσή του υπό
την ελληνική γαία, επιδίωξε έναν διάλογο με άνθρωπο της Εκκλησίας «που
θα άξιζε» να γνωρίσει.

Ο Δημήτρης Ριζούλης, φίλος του, δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας «Ορθόδοξη Αλήθεια», κανόνισε μια συνάντηση του Α. Βέλιου με τον μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ.
Ο διάλογος των δύο, ένας από τους σημαντικότερους της σύγχρονης
ελληνικής Ιστορίας, αφενός τιμά κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο και αφετέρου
μπορεί να εμπνεύσει και να δυναμώσει τη φλόγα της πίστεως κάθε
χριστιανού.
Ο Βέλιος γίνεται συγκλονιστικός, όταν για τους
απανωτούς θριάμβους του κακού, που επιτρέπει ο Θεός να γίνονται,
εξομολογείται ότι έτεινε να σκέφτεται ότι «η μόνη δικαιολογία του Θεού
είναι ότι δεν υπάρχει».
Εξίσου αξιομνημόνευτη και βαθιά ήταν η
απάντηση του Μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ, ο οποίος αποδείχθηκε
πολύτιμος σύμμαχος του δημοσιογράφου στην αναμέτρηση με την ιδέα του
θανάτου:
ΠΡΟΣΩΠΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΕΛΙΟΣ: In memoriam
Toυ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΟΥΔΗ
Τον Αλέξανδρο τον γνώριζα εδώ και ακριβώς τριάντα ένα (31) χρόνια,
από την εποχή της ίδρυσης της «Δημοκρατικής Ανανέωσης» του Κωστή
Στεφανόπουλου (Σεπτέμβριος 1985), στον κλειστό πολιτικό κύκλο του οποίου
βρεθήκαμε εξ αρχής μαζί με πέντε-έξι άλλους φίλους μας.
Άνθρωπος
βαθύτατης και εκτενέστατης παιδείας, σπούδασε φιλοσοφία στην Γαλλία, αν
και ο πολύς κόσμος τον γνώριζε ως δημοσιογράφο, κυρίως από τις
προκλήσεις του στα κακώς κείμενα λαού και αρχόντων, στην προσπάθειά του
να καταδείξει την άρνησή τους να δουν τα μούτρα τους μπροστά στον
καθρέφτη.
Έφυγε χθες, 5 Σεπτεμβρίου 2016, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη ένα
πρόσφατο, λιτό ποιητικό έργο, το οποίο, ανταποκρινόμενος στην επιθυμία
του, είχα την χαρά να σχολιάσω, και το οποίο αποκαλύπτει τις επιμελώς
κρυμμένες ευαισθησίες του για τα όσα συνέβαιναν γύρω του, σε πρόσωπα και
πράγματα που συνέθεταν μια κουρελιασμένη πλέον πατρίδα.
Το καταθέτω εκ
νέου, ως ύστατο χαιρετισμό σε έναν φίλο, βαθιά παρεξηγημένο και
παρερμηνευμένο από πολλούς:
«Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της σύγχρονης
Ελλάδας, μιας Ελλάδας με πολλά ράμματα στη γούνα της, αναδύεται μέσα από
τις εικοσιτέσσερις (24) ώρες, τις 24 αποκαλυπτικές ραψωδίες, μιας
«Οδύσσειας» που μόλις είδε το φως της δημοσιότητας.
Μια επιλογή από λέξεις και φράσεις-κλειδιά αρκεί για να αντιληφθούμε
τι βλέπει η Αλίκη (Ελλάδα) όταν αποφασίσει να δει το πρόσωπό της στον
καθρέφτη:
«Μία πατρίδα-σκιάχτρο περιφέρετε, επιδειξίες μιας περιπαθούς αρετής…
παίρνουμε των ομματιών μας απ’ αυτόν τον τόπο όπου περσεύουν τα σκυλιά
και τα ερπετά (α΄), κύμβαλα αλαλάζοντα – μιλούν τη γλώσσα σου κι όμως
δεν τους καταλαβαίνεις, σημαιοφόροι ευκαιρίας, θεσμικοί λακέδες,
κακομήχανοι αχθοφόροι του τίποτε σας έχω δει στους απόπατους της
ενημέρωσης (β΄), διαγκωνιζόμενους σ’ ένα θέατρο σκιών με σκισμένο πανί
(γ΄), οι κατά φαντασίαν αχθοφόροι του Γένους (δ΄), - εμείς αδερφέ μου
δεν ήμασταν ούτε θύτες ούτε θύματα, επιβιώναμε απλώς - (ε΄), αλήθειες
ποτέ δεν αντέχατε, τι περιμένετε άραγε έτσι ξεγυμνωμένοι από παρελθόν
και μέλλον; (ζ΄), κύνες είστε, κοπρόσκυλα (η΄), πλασιέδες ιδανικών!
μεταπράτες ελπίδων! εργολάβοι κενών αξιών! (θ΄), λαός; λαός τούτο το
συνονθύλευμα νεκύων (νεκρών); παράδοξη αγέλη, χώρια τρώνε μαζί αποπατούν
(ι΄), ποτέ μου δεν συντάχθηκα μ’ εσάς τους χορτασμένους κι όταν κάθομαι
στο τραπέζι σας δεν τρώμε απ’ το ίδιο φαγητό (κ΄), όταν χάνεις την
πίστη που θρέφει όλους τους άλλους είσαι δημόσιος κίνδυνος στα μάτια
όλων αυτών που συντηρούν τις βεβαιότητές τους με κονσέρβες σκυλιών (λ΄),
αλλά κι εσένα παραφουσκωμένε γυμνέ βασιλιά του εδώ και τώρα δεν θα
υπάρχει κανείς ούτε για να σε κράξει, che tu sei ombra ed omba vedi,
γιατί ίσκιος είσαι και ίσκιο βλέπεις (μ΄), το άδικο τρώει απ’ το δικό
σου πιάτο στο τραπέζι, φοράει κοστούμι αμπέχωνο τραγιάσκα φούστα μπλούζα
τήβεννο ράσο στολή εκστρατείας, κρατάει κασμά μαχαίρι tablet το
ευαγγέλιο το παλτό του στο χέρι (ν΄), στυγνοί εργολάβοι, πεταλωτές μιας
ιστορίας που αποσιωπά το γεγονός ότι τα πάντα γίνονται για το συμφέρον
το γούστο το βίτσιο των αειπάρθενων σταυρωτών και θεριστών (ξ΄), ύστερα
περνά το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας (ο΄), απ’ τους ανθρώπους τίποτα δεν
απομένει, χρονολογίες, αγάλματα, μνημεία, τάφοι, σκουλήκια κι
επιγράμματα (π΄), μιλάω – γιατί δεν ακούτε; ακούω – γιατί δεν μιλάτε;
(ρ΄), μια λέξη σας περιμένω, ελάτε, μια λέξη μόνο, ως πότε θα σιωπάτε;
(σ΄), βαρέθηκα να μετρώ πεθαμένους, ω εσείς σεσηπότα βατράχια του έλους
των καναλιών, άξιος ο μισθός σας (τ΄), σαράντα χρόνια και σαράντα μέρες
σπούδαζα την έρημο μέσα μου και πάλι όμως κατέληξα στον τόπο που μου
είχε εξαρχής οριστεί, έναν τόπο που δεν αναγνωρίζω (υ΄), η μνήμη μου
είναι στάχτη (φ΄), πώς να πορευτούμε τώρα σ’ έναν κόσμο που δεν θέλει να
έχει παρελθόν, πώς ν’ αντιμετωπίσουμε τη βαρυστομαχιά που μας προκαλεί
το μέλλον; (χ΄), είναι ταξίδι χωρίς προορισμό (ψ΄) σε μια πατρίδα που
ποτέ δεν γνώρισα. Κι όμως υπάρχει, υπάρχει, ας μη χωράει στο χάρτη,
ναιετάω δ’ Ιθάκην. Αυτή ειν’ η πατρίδα μου che mai da me non fia diviso,
που δεν θα χωριστεί ποτέ από μένα, ποτέ (ω΄)».
Σύγχρονος ραψωδός της κατάντιας μας ο Αλέξανδρος Βέλιος («Οδύσσεια»,
εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2016), επισημαίνει δεκαετίες ολόκληρες τα
κακώς κείμενα σε μια ανερμάτιστη κοινωνία νεόπλουτων απαίδευτων
νεοβάρβαρων και παρασιτούντων κομματικών υπηρετών που οδήγησαν τη χώρα
εδώ που την οδήγησαν.
Η βαθύτερη αποξένωση του ποιητή από μια τέτοια διαβρωμένη και
σκωληκόβρωτη κοινωνία δεν είναι παρά...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


