«Woke και Εθνομηδενισμός» Μελετόπουλος Μελέτης pic.twitter.com/6S0MSSDzHY
— Jonathan Constantine (@Jonatha55513703) May 23, 2025
«Woke και Εθνομηδενισμός» Μελετόπουλος Μελέτης pic.twitter.com/6S0MSSDzHY
— Jonathan Constantine (@Jonatha55513703) May 23, 2025
Γράφει ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Προηγήθηκε η πολυετής προσπάθεια εκφοβισμού της ελληνικής πλευράς από την Τουρκία, που απέτυχε παταγωδώς. Παρά το γεγονός ότι Ελλάδα και Τουρκία έφτασαν στα πρόθυρα του πολέμου, η ελληνική κοινωνία συσπειρώθηκε γύρω από την αταλάντευτη υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας, απορρίπτοντας τις φωνές για «διαπραγμάτευση εφ’ όλης της ύλης». Ταυτόχρονα, η πάνδημη συμμετοχή στην υπεράσπιση του ορίου του Εβρου την άνοιξη του 2020 και η εμφανής υπεροχή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Αιγαίο το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς κατέστησαν σαφές στους Τούρκους ότι μια ελληνοτουρκική σύρραξη θα είχε επίφοβα και πιθανώς ολέθρια αποτελέσματα. Οι συνεχείς φραστικές επιθέσεις του Ερντογάν εναντίον της Ελλάδας όχι μόνο δεν έκαμψαν, αλλά εξόργισαν και χαλύβδωσαν την ελληνική κοινή γνώμη. Και ταυτόχρονα κατέρριψαν τις ψευδαισθήσεις περί δυνατότητος ελληνοτουρκικής συνεννοήσεως.
Ακολούθησαν οι φοβεροί σεισμοί και η ανθρωπιστική τραγωδία στην Ανατολική Τουρκία – Συρία. Το σοκ στην Τουρκία ήταν τεράστιο, αλλά τεράστια ήταν και η κινητοποίηση της ελληνικής κοινής γνώμης και των κρατικών μηχανισμών για να προσφέρουν βοήθεια στα θύματα του σεισμού. Τόσο η υλική καταστροφή που υπέστη η Τουρκία όσο και η ελληνική στάση απέναντι σε αυτή απενεργοποίησαν την ψυχολογία της αντιπαράθεσης.
Στη θέση της εμφανίστηκε ένα άλλο σενάριο: η ελληνοτουρκική «συνεννόηση», υπό το κράτος της συναισθηματικής προσέγγισης των δύο λαών.
Το σενάριο αυτό το προωθούν τρία μέρη:
Πρώτον οι Σύμμαχοι, που ευελπιστούν να επανεγκολπωθούν την Τουρκία μετά την απομάκρυνσή της από τη Δύση και την περιπλάνησή της σε ευρωασιατικές κατευθύνσεις. Η Τουρκία έχει ήδη δώσει σήματα διάθεσης επαναπροσέγγισης, όπως την αποδοχή της φινλανδικής υποψηφιότητας στο ΝΑΤΟ κ.λπ.
Δεύτερον, η ίδια η Τουρκία, που δεν παραιτείται μεν από τα επεκτατικά της σχέδια στο Αιγαίο, αλλά διερευνά την πιθανότητα να χρησιμοποιήσει εναλλακτικές μεθόδους, αφού το bullying απέτυχε.
Τρίτον, επί ελληνικού εδάφους, η σχολή που υποστηρίζει την ελληνοτουρκική συνεννόηση πάση θυσία, έστω και με τίμημα την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία.
Πρόκειται ασφαλώς περί παγίδος, στην οποία ορισμένοι ημέτεροι κύκλοι φαίνονται έτοιμοι και πρόθυμοι να συρθούν. Η Ελλάδα βεβαίως συζητεί, βεβαίως διαπραγματεύεται, βεβαίως επιθυμεί σχέσεις καλής γειτονίας, βεβαίως επιδιώκει ασφάλεια και σταθερότητα, αλλά όλα αυτά αυστηρά μέσα στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου και χωρίς καμία έκπτωση στην εθνική της κυριαρχία.
Η άποψη ότι με κάποιες οριακές παραχωρήσεις θα κερδίσουμε την ειρήνη είναι...
Η Δύση προβάλλει επιθετικά (αν και πλέον χωρίς την παλαιότερη αυτοπεποίθηση) το μοντέλο μιας υπερκαταναλωτικής, φιλελεύθερης, «ανοιχτής» κοινωνίας, βασισμένης στο ελεύθερο εμπόριο και στην παγκοσμιοποίηση των συναλλαγών και των ιδεών.
Το μοντέλο αυτό έχει ήδη προσκρούσει στα όριά του: οι αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις έθεσαν στο περιθώριο τις νεοφιλελεύθερες θεωρίες της απορρύθμισης των αγορών και υποχρέωσαν τα κράτη αλλά και τη Fed και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προβούν σε τερατώδεις εκροές ρευστότητας στις δυτικές οικονομίες.
Η «ανοιχτότητα» κατέρρευσε μπροστά στις μαζικές μεταναστευτικές εισροές και στις σπασμωδικές αντιδράσεις των δυτικών κοινωνιών με αιχμή την Ακροδεξιά. Η δε παγκοσμιοποίηση είναι ήδη παρελθόν, καθώς ο πλανήτης επανακατακερματίζεται βίαια εν μέσω του ρωσοουκρανικού πολέμου, διαφόρων εθνικιστικών φαντασιώσεων και περιφερειακών κρίσεων, νεοαπομονωτισμών, αναβίωσης του ψυχρού πολέμου και φρικαλέων πυρηνικών φαντασμάτων. Σύντομα η οικολογική καταστροφή και ο υπερπληθυσμός θα θέσουν τέρμα και στην ελεύθερη και άναρχη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στον καταναλωτισμό και στον παραλογισμό της φρενήρους ανάπτυξης.
Η Κίνα επανέρχεται στη «φυσική της κατάσταση ως κέντρο του κόσμου», κατά τη διατύπωση του κορυφαίου ιστορικού της οικονομίας Gunder Frank. Αλλά το εμπόδιο για την επιστροφή της Κίνας είναι το κεκτημένο της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Που δεν επιτρέπει εύκολα την παλινδρόμηση σε προγενέστερες μορφές πολιτισμού. Μια παγκόσμια κυριαρχία της Κίνας θα οδηγούσε σε κατά τόπους αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, που δεν θα αφομοιώνονταν εύκολα από κοινωνίες και γενιές που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε καθεστώς δημοκρατίας και ελευθερίας.
Τέλος, η επέλαση των αφροασιατικών μαζών στις δυτικές κοινωνίες έχει άναρχο χαρακτήρα και δεν συνεπάγεται μια συστηματική, οργανωμένη αναδόμηση του πλανήτη σε άλλη κατεύθυνση και μορφή, θεμελιωμένη σε άλλα, μη δυτικά πολιτιστικά θεμέλια. Επομένως δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα μια νέα κατάσταση πραγμάτων, που θα αντικαταστήσει τη σημερινή ώστε να αποφευχθεί το χάος.
Ενας ευφάνταστος θεωρητικός της Πολιτικής Φιλοσοφίας ή της Ιστορίας των Πολιτικών Ιδεών θα μπορούσε ενδεχομένως να διατυπώσει την άποψη ότι το μόνο παγκοσμίως κοινά αποδεκτό σύστημα σκέψης είναι το ελληνικό, με τα μοναδικά συστατικά του στοιχεία: την άμεση δημοκρατία, την αυτοθέσμιση και την αυτονομία (κατά την ορολογία του Καστοριάδη), την έννοια του πολίτη, τον ορθό λόγο και τον ελεύθερο διάλογο, τον ανθρωποκεντρισμό και το μέτρο. Σε αυτόν τον πολιτισμό θεμελίωσαν την πολιτική τους οργάνωση, ταυτότητα και πολιτισμό, με τη δική τους έστω ερμηνεία και εφαρμογή, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο, η Χριστιανική Εκκλησία, οι σλαβικές κοινωνίες, η Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Αμερικανική Δημοκρατία, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος.
Αλλά την ελληνική σκέψη θαυμάζουν έστω και χωρίς τις πολιτικές της συνέπειες και οι μεγάλοι πολιτισμοί της Ανατολής: η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία.
Θα ήταν επομένως...
Ανιστόρητο και ανύπαρκτο είναι το νοσταλγικά επαναλαμβανόμενο παραμύθι της «ελληνοτουρκικής φιλίας». Οταν ο Βενιζέλος υπέγραψε το περίφημο σύμφωνο φιλίας και μη επιθέσεως με τον Κεμάλ στις 30 Οκτωβρίου 1930, η μεν Ελλάδα είχε διαμελίσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η δε Τουρκία είχε εκπαραθυρώσει τους Ελληνες από τη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος θεώρησε ότι ο κύκλος των πολέμων με τους Τούρκους είχε κλείσει, τα σύνορα μεταξύ τους πλέον ήταν οριστικά και αμετάκλητα και ότι το μέλλον ανήκε στη συνεργασία και στην ειρηνική συνύπαρξη. Και έτσι φαινόταν να είναι, στις προπόσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αγκυρα το 1930.
Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ακολούθησαν δεκαετίες «φιλίας και ειρηνικής συνύπαρξης». Στην πραγματικότητα συνέβη ακριβώς το αντίθετο:
1. Πριν καν στεγνώσει το μελάνι του συμφώνου, την 1η Ιουνίου 1932, οι Τούρκοι εξέδωσαν τον Νόμο 2007, που απαγόρευε στους έλληνες μειονοτικούς να ασκούν μια σειρά από αστικά επαγγέλματα. Ο νόμος αυτός παραβίασε κατάφωρα τη Συνθήκη της Λωζάννης και οδήγησε στον εκπατρισμό περίπου 5.000 ομογενών της Κωνσταντινούπολης.
2. Το 1935, με τον Νόμο 2762, το Πατριαρχείο χάνει τον έλεγχο των βακουφίων του, τα οποία περιέρχονται υπό τον έλεγχο των τουρκικών Αρχών. Παραβιάζεται έτσι το άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάννης περί διαχειρίσεως μειονοτικών ιδρυμάτων.
3. Το 1936-7 διορίζονται στα ελληνικά μειονοτικά σχολεία τούρκοι υποδιευθυντές, υπόλογοι στο τουρκικό υπουργείο Παιδείας (ωμή παραβίαση των προβλέψεων του άρθρου 40 της Συνθήκης).
4. Το 1941 στρατολογούνται και οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ανατολία 30 ηλικίες μη μουσουλμάνων.
5. Το 1942 δημεύονται τα μοναστηριακά κτήματα των μονών του Αγίου Ορους Μεγίστης Λαύρας και Κουτλουμουσίου στην Ιμβρο. Συλλαμβάνονται και εκτοπίζονται ο δήμαρχος και τρεις κοινοτάρχες της Ιμβρου διότι διαμαρτυρήθηκαν! Ταυτόχρονα, αρχίζει ο εποικισμός των δύο ελληνικών νησιών με εποίκους και βαρυποινίτες, ώστε να αφελληνισθεί πληθυσμιακά το νησί. Κάτι που επετεύχθη σε μερικές δεκαετίες. Το άρθρο 14 της Συνθήκης της Λωζάννης ακυρώθηκε στην πράξη χωρίς καμία επίσημη ελληνική αντίδραση.
6. Στις 11/11/1942 επιβλήθηκε από την τουρκική κυβέρνηση ο επαχθής φόρος περιουσίας καταβολής εφάπαξ ποσού εντός 15 ημερών (varlik vergisi), που κατέστρεψε οικονομικά την ελληνική μειονότητα και οδήγησε σε καταναγκαστικά έργα εκατοντάδες Ελληνες που δεν είχαν να πληρώσουν (Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΝΗΣ, έ.α.).
7. Επίμονα, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ η Ελλάδα μαχόταν εναντίον του Αξονα δίπλα στους Συμμάχους, η ουδέτερη εκτός πολέμου Αγκυρα προσπάθησε να αποσπάσει αντάλλαγμα ότι θα της δοθούν τα Δωδεκάνησα σε περίπτωση εισόδου της στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων. Το πλέον ακραίο, όμως, ήταν ότι στις ατέρμονες διαπραγματεύσεις τους με τους Βρετανούς «εξεδήλωσαν μάλιστα και ενδιαφέρον να ελέγχουν τον ελληνικό λιμένα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος, εφόσον οι Τούρκοι είχαν τον έλεγχο των Στενών, θα τους εξασφάλιζε την κυριαρχία στο Αιγαίο» (ibid, σελ. 96)!!! Επίσης διαπραγματεύονταν τα Δωδεκάνησα και με τη ναζιστική Γερμανία (ibid, 76)!
8. Ο κατάλογος κορυφώνεται την 6η Σεπτεμβρίου 1955, όταν η «φίλη» και «σύμμαχος» Τουρκία προέβη στα έκτροπα των Σεπτεμβριανών.
Φαίνεται ότι η κατασκευή του μύθου της «ελληνοτουρκικής φιλίας» λειτουργεί ως μηχανισμός στρουθοκαμηλικής αυταπάτης και τεχνητής ψυχικής ανακούφισης στη διαρκή ένταση μεταξύ των δύο κρατών. Επίσης ο μύθος αυτός λειτουργεί και ως πλαίσιο αναφοράς μιας προσδοκώμενης βελτίωσης της ελληνοτουρκικής σχέσης στο μέλλον, με το επιχείρημα ότι «όπως τα βρήκαμε στο παρελθόν, έτσι μπορούμε να τα βρούμε ξανά στο μέλλον».
Το μάθημα, όμως, των πραγματικών γεγονότων είναι το εντελώς ανάποδο:
Η πολιτική επιστήμη ορίζει επακριβώς το περιεχόμενο των εννοιών «Ακροδεξιά», «φασισμός», «ναζισμός», «ολοκληρωτισμός».
Η κατάχρηση των λέξεων οδηγεί στην παραπληροφόρηση και στη σύγχυση. Κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο στις δημοκρατίες.
Στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη όλοι αυτοί οι όροι εκτοξεύονταν επί δεκαετίες επί δικαίους και αδίκους, χωρίς καμία προσοχή στο ακριβές τους περιεχόμενο. Οποιος δεν ήταν αριστερός ήταν «φασίστας» και όποιος δεν ήταν δεξιός ήταν «κομμουνιστής». Οι βασικές ιδεολογικές κατηγορίες υπέστησαν σημειολογική πόλωση. Η πολιτική ορολογία κατέστη μηχανισμός λάσπης, χωρίς καμία παρέμβαση των πολιτικών επιστημόνων. Που και αυτοί συχνά λειτουργούν ως πομποί σύγχυσης και διαστρέβλωσης των εννοιών, ιδίως όταν είναι ημιμαθείς, στρατευμένοι κομματικά ή ιδεολογικά.
Είχε επισημανθεί εδώ και πολύ καιρό (και από αυτήν τη στήλη) ότι τα δημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης, αυτοεγκλωβισμένα στη στρουθοκαμηλική πλάνη της «πολιτικής ορθότητας» και της «πολυπολιτισμικότητας», άφησαν άθικτο το μέγα πρόβλημα της μη ενσωμάτωσης των μεταναστών από Αφρική – Ασία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε όμως φωνή επεσήμαινε τη βραδυφλεγή αυτή βόμβα (και για τη συνοχή των δυτικών κοινωνιών και για τη δημοκρατία) δεχόταν αμέσως τη συκοφαντία του «ακροδεξιού».
Ασφαλώς ακροδεξιός δεν είναι όποιος διαβλέπει τη διάρρηξη της συνοχής των δυτικών κοινωνιών από την «πολυπολιτισμικότητα», στην οποία ομνύουν τα συστημικά ευρωπαϊκά κόμματα.
Ούτε όποιος βλέπει ξεκάθαρα την αδυναμία ένταξης των μεταναστευτικών ομάδων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τη διαμόρφωση παράλληλων κοινωνιών μέσα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών.
Ούτε βεβαίως ακροδεξιός είναι όποιος αντιλαμβάνεται ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το κοσμικό κράτος, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία του λόγου, η ανοχή στη διαφορετικότητα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία, το πνεύμα του Διαφωτισμού απορρίπτονται από μεγάλο μέρος των μεταναστευτικών πληθυσμών από τον Τρίτο Κόσμο ως απαράδεκτα και παρακμιακά.
Το απολύτως αναμενόμενο αποτέλεσμα ήταν την «ατζέντα» του Μεταναστευτικού να εισπράξει η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά και μαζί της να σύρει τους μη ακροδεξιούς που θέτουν το Μεταναστευτικό ως πρώτη τους προτεραιότητα. Και αυτοί φαίνεται ότι είναι μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, τουλάχιστον όπως δείχνουν τα απροσδόκητα ποσοστά απήχησης των ακροδεξιών κομμάτων, που οφείλονται στην προσέλκυση μη ακροδεξιού ακροατηρίου (εκτός εάν υποθέσουμε ότι ευρωπαϊκές κοινωνίες με μακρά δημοκρατική παράδοση, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, έγιναν ξαφνικά ακροδεξιές…).
Τώρα που φτάσαμε πολύ κοντά στο σημείο της ανόδου ακροδεξιών κομμάτων στην εξουσία, υπάρχει η τελευταία ευκαιρία για τα ευρωπαϊκά δημοκρατικά κόμματα να διαμορφώσουν μία κοινή σοβαρή πρόταση διαχείρισης του Μεταναστευτικού, ώστε να δοθεί σε δημοκρατικό πλαίσιο και με λογικές διαδικασίες η λύση της διάσωσης της κοινωνικής συνοχής και του πολιτιστικού χαρακτήρα της Ευρώπης.
Αλλιώς...
Οι μεγάλες ήττες του Ελληνισμού κατά κανόνα οφείλονται όχι τόσο στην ισχύ ή στην ευφυΐα των αντιπάλων του όσο στις δικές του εσωτερικές αυτοκαταστροφικές ροπές.
Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας ήταν αποτέλεσμα των λυσσαλέων πολέμων μεταξύ των ελληνιστικών βασιλείων, τα οποία καλούσαν τη Ρώμη ως επιδιαιτητή και σύμμαχο του ενός εναντίον του άλλου. Η Τέταρτη «Σταυροφορία», δηλαδή η οργανωμένη ληστρική επιχείρηση των Ενετών, των πειναλέων Φράγκων και του Πάπα εις βάρος του Βυζαντίου, επιστέγασε μια μακρά περίοδο βυζαντινής πολιτικής αποσύνθεσης και εμφύλιας διαμάχης. Ενώ η Αλωση του 1453 διευκολύνθηκε καθοριστικά από το εσωτερικό σχίσμα της υστεροβυζαντινής κοινωνίας σε ενωτικούς και ανθενωτικούς.
Το 1922, αντίστοιχα, ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν του εθνικού διχασμού και της κομματικής εμπάθειας, που οδήγησαν την Ελλάδα στη Μικρά Ασία διχασμένη και αμφίβουλη.
Η απουσία εθνικής ενότητας, στρατηγικού σχεδιασμού και ψυχραιμίας οδήγησε σε παρερμηνεία των προθέσεων και των κινήτρων των Συμμάχων και σε λανθασμένες διπλωματικές εκτιμήσεις. Κορυφαίοι ιστορικοί (Μαρκεζίνης, Ψυρούκης, Σακελλαρόπουλος, αλλά και ξένοι) έχουν επισημάνει ότι η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από τη Δύση ως μοχλός εκβιασμού του Κεμάλ, προκειμένου αυτός να αφήσει εκτός των ορίων του υπό διαμόρφωσιν τουρκικού κράτους την πετρελαιοφόρο περιοχή της Μοσσούλης, που διεκδικούσαν οι Σύμμαχοι. Ο ελληνικός στρατός προωθήθηκε μέχρι την Αγκυρα και παρέμεινε εκεί μέχρις ότου ο Κεμάλ συμφώνησε με τις μεγάλες δυνάμεις να περιοριστεί εδαφικά στα όρια του Ευφράτη.
Ταυτόχρονα, δεν ερμηνεύθηκε από την ελληνική πλευρά ορθά η πρώιμη γεωπολιτική αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και η αντίδραση της Γαλλίας και της Ιταλίας στο ενδεχόμενο ανασύστασης ενός νεοβυζαντινού κράτους, δηλαδή μιας ελληνικής περιφερειακής υπερδύναμης, στο οποίο οδηγούσε ενδεχόμενη εδραίωση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.
Επίσης δεν προβλέφθηκε σε όλο της το εύρος η αντίδραση της νεοπαγούς Σοβιετικής Ενώσεως στη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Η αρωγή του Τρότσκι στον Κεμάλ πιθανόν υπήρξε ο σοβαρότερος παράγων ενίσχυσης των εθνικιστών Τούρκων.
Η όλη σύλληψη της εκστρατείας από τον Βενιζέλο αμφισβητήθηκε και αμφισβητείται από τους αντιπάλους του, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας ήδη εξοντώνονταν συστηματικά από τους Τούρκους. Η απόβαση στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 ήταν μονόδρομος, τη στιγμή μάλιστα που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και εμφανιζόταν γεωπολιτικό κενό. Μετά την πτώση του Βενιζέλου, οι κυβερνήσεις της διετίας 1920-1922 διέπραξαν σειρά ολέθριων διπλωματικών και στρατιωτικών σφαλμάτων, με κορυφαίο την προέλαση μέχρι την Αγκυρα. Η προέλαση αυτή πραγματοποιήθηκε με ασύλληπτο σθένος και ηρωισμό, αλλά εξασθένισε τις ελληνικές δυνάμεις, προκάλεσε μεγάλες απώλειες και εξάντλησε τα ψυχικά αποθέματα.
Παρά ταύτα, η Μικρασιατική Εκστρατεία, παρά το δραματικό τέλος της, υπήρξε μια συγκλονιστική στρατιωτική εποποιία. Ο ελληνικός στρατός κατόρθωσε σε μία διετία να απελευθερώσει ολόκληρη τη δυτική Μικρά Ασία, στην οποία κατοικούσαν εκατομμύρια Ελληνες από την αρχαιότητα. Κανένας άλλος στρατός παγκοσμίως, ούτε ο ρωσικός ούτε ο αγγλικός ούτε ο γαλλικός ούτε ο γερμανικός, δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να εισβάλει μέχρι το κέντρο της Μικράς Ασίας. Εκατό χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, το ελληνικό έθνος είχε καταφέρει να εξαερώσει ολοκληρωτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η ευθύνη της Δύσης είναι βέβαια τεράστια:
Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να έχει παραιτηθεί από την αναπαραγωγή της. Ο πληθυσμός, για πρώτη φορά από συστάσεως του ελληνικού κράτους, τη εξαιρέσει της Κατοχής, μειώνεται. Οι νέοι δεν κάνουν οικογένεια, όσοι κάνουν γεννούν το πολύ δύο, ένα ή κανένα παιδί, και οι ελληνικές οικογένειες στέλνουν τα παιδιά τους να εργαστούν και να ζήσουν στο εξωτερικό.
Η δημογραφική κατάρρευση οφείλεται σε εκρηκτικό σύμπλεγμα παραγόντων, από την απαισιοδοξία, τη μαζική δυσθυμία και την ανεργία μέχρι την έλλειψη προοπτικής και τη διαρκώς επαπειλούμενη ελληνοτουρκική κρίση.
Η υποκατάσταση του ελληνικού πληθυσμού από μεταναστευτικές ομάδες από την Ασία και την Αφρική δεν λύει το πρόβλημα, διότι κατά κανόνα αυτές οι ομάδες δεν έχουν σκοπό να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα, την οποία αντιμετωπίζουν ως ενδιάμεσο σταθμό για τη μετάβασή τους σε άλλες χώρες με μεγαλύτερες προοπτικές. Επίσης οι μετανάστες από χώρες του Τρίτου Κόσμου έχει αποδειχθεί ότι δεν έχουν την επιθυμία να υιοθετήσουν τα πολιτιστικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που θα τους επέτρεπαν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Εχουν δική τους συγκροτημένη ταυτότητα, για την οποία είναι υπερήφανοι, και δημιουργούν παράλληλες, μη εφαπτόμενες μικροκοινωνίες μέσα στις δυτικές κοινωνίες, διατηρώντας τα ήθη και τα έθιμά τους, τις παραδόσεις, τη θρησκεία και τη γλώσσα τους.
Επομένως, η ενθυλάκωση μεταναστών δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα της αναπαραγωγής του ελληνικού πληθυσμού. Και το ζήτημα είναι να διατηρηθεί και να ακμάσει σε αυτήν την περιοχή ο ελληνικός πληθυσμός, φορέας της ελληνικής γλώσσας που ομιλείται εδώ αδιάλειπτα από την εποχή του Ομήρου. Οχι ένας οιοσδήποτε πληθυσμός, με άλλα, μη ευρωπαϊκά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, που είναι σεβαστά αλλά δεν μας αφορούν.
Η δημογραφική επιστήμη έχει εντούτοις υποδείξει μέτρα για την ανασυγκρότηση ενός πληθυσμού: η οικονομική και κοινωνική κάλυψη της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και λοχείας, η παροχή δωρεάν φροντίδας των νηπίων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, η προβολή του προτύπου μιας υγιούς και ευτυχισμένης οικογένειας, η ανάπτυξη μηχανισμών συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης και κυρίως οι φοροαπαλλαγές στους πολύτεκνους.
Οπως έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα, σήμερα, θα χρειαζόταν ένα μέτρο – σοκ, όπως η πλήρης φοροαπαλλαγή στα τρία παιδιά.
Βασικό ζήτημα είναι η παλιννόστηση των εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων που μετανάστευσαν στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία. Φυσικά, για να επιστρέψουν θα έπρεπε η Ελλάδα να εισέλθει σε φάση παραγωγικής ανασυγκρότησης και ταχείας οικονομικής ανάπτυξης.
Ισως μία συμπληρωματική λύση θα ήταν η πρόσκληση σε εξωγενείς ομάδες με συγγενή πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως οι ορθόδοξοι Ρουμ (Ρωμαίοι) της Συρίας ή μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, που θα μπορούσαν πιο εύκολα να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία. Αλλά θα χρειαζόταν πρώτα να το επιθυμούν και βεβαίως να επιλυθούν βασικά νομοτεχνικά – διοικητικά προβλήματα. Επίσης θα χρειαζόταν να δημιουργηθούν δομές υποδοχής, εκπαίδευσης και οικονομικής ένταξης, ώστε οι ομάδες αυτές να εγκατασταθούν ομαλά και να κατευθυνθούν σε παραγωγικές δραστηριότητες τις οποίες έχει εγκαταλείψει το ελληνικό εργατικό δυναμικό, π.χ. η γεωργία.
Αυτά όλα, όμως, απαιτούν δημόσιο διάλογο, συστηματικό σχεδιασμό και επιστημονική αρωγή.
Τίποτα τέτοιο δεν διαφαίνεται στη σκέψη και στη δράση των κομμάτων.
Η προώθηση πολυπολιτισμικών, πολιτικώς ορθών κ.λπ. προτύπων δεν αντιμετωπίζει την προοπτική της ερήμωσης.
Η κατάρρευση, σε αυτήν την ακριτική περιοχή, ενός πληθυσμού που...
Γράφει ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Αντιφάσκοντας με τη δική τους εμμονή στο διεθνές δίκαιο και στη νομιμότητα. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει αποδοχή του διεθνούς δικαίου και των υφιστάμενων συνθηκών και από τις δύο πλευρές. Οταν η μία πλευρά απειλεί ανοιχτά με πόλεμο και διεκδικεί με σαφήνεια ξένα εδάφη, ενώ η άλλη κινείται αμυντικά στη γραμμή «δεν διεκδικούμε τίποτα αλλά και δεν παραχωρούμε τίποτα», τότε ο διάλογος οδηγεί κατ’ ανάγκην σε διαπραγμάτευση της κυριαρχίας της δεύτερης πλευράς. Διαπραγμάτευση που είναι και αδιανόητη και παράνομη.
Θεμέλιο του δυτικού πολιτισμού και της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων αποτελεί ο σεβασμός στην εθνική κυριαρχία, στις διεθνείς συνθήκες και στο διεθνές δίκαιο. Η παραβίασή τους θέτει εκτός δυτικού πλαισίου τον παραβάτη. Η εισβολή της Ρωσίας (που είναι μάλιστα ευρωπαϊκή χώρα και σύμμαχος της Δύσης σε δύο παγκόσμιους πολέμους) την έθεσε στον αντίποδα της Δύσης και οδήγησε σε πλήρη απομόνωσή της, οικονομικά αντίποινα και μαζικό εξοπλισμό της Ουκρανίας.
Η Τουρκία έχει επιλέξει (με διακομματική συναίνεση και ευρεία πολιτική στήριξη) πολεμοχαρή και παραβατικό ρόλο, όχι μόνον έναντι της Ελλάδας, αλλά κυρίως έναντι της Ελλάδας. Οσοι βεβαίως γνωρίζουν ιστορία και κοινωνιολογία δεν εκπλήσσονται, διότι η ίδια η ιστορία και η πολιτισμική δομή της Τουρκίας τη θέτουν εκτός δυτικού πλαισίου, και μάλιστα σε δομική αντίθεση με το δυτικό πλαίσιο. Αυταπάτες τρέφουν μόνον όσοι κινούνται στη σφαίρα της ιδεοληψίας ή όσοι εξωραΐζουν το φοβικό τους σύνδρομο.
Φρόντισαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, για όσους διατηρούσαν και τις ελάχιστες αμφιβολίες, να δημοσιοποιήσουν (παρουσία του Μπαχτσελί, συγκυβερνήτη του Ερντογάν) χάρτη με τις διεκδικήσεις τους, εμφανίζοντας όχι μόνον το Αιγαίο αλλά και την….Κρήτη εντός της φαντασιακής νεοοθωμανικής επικράτειας.
Ο συγκεκριμένος χάρτης αποτελεί τεράστιο διπλωματικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα, η οποία πλέον έχει κάθε λόγο να ζητήσει άμεσα την ενεργοποίηση της αμυντικής ρήτρας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και την αποβολή της Τουρκίας από το ΝΑΤΟ.
Διότι η στάση της Δύσης έναντι της Τουρκίας δεν μπορεί να διαμορφωθεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς κάποια κινητοποίηση της ελληνικής διπλωματίας. Η Ελλάδα πρέπει να ζητήσει από τους δυτικούς θεσμούς να λάβουν όχι μόνο θέση αλλά και συγκεκριμένα μέτρα, πριν η Τουρκία προχωρήσει σε ακόμα μεγαλύτερες προκλήσεις, που αναπόφευκτα θα προκαλέσουν ανάφλεξη.
Αν κάτι απέδειξε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, είναι ότι και στον 21ο αιώνα γίνονται εισβολές, ότι και επί ευρωπαϊκού εδάφους διεξάγονται πόλεμοι, ότι και μια ελληνοτουρκική σύρραξη στο Αιγαίο δεν είναι πέραν των ορίων της πραγματικότητας και ότι η Δύση οφείλει να λάβει σαφή θέση και προληπτικά μέτρα.
Και εμείς φυσικά να γνωρίζουμε ότι, ασχέτως της στάσης των δυτικών θεσμών...
Τα συγκροτημένα κράτη επεξεργάζονται και διατυπώνουν ένα επίσημο διακομματικό Δόγμα Εξωτερικής Πολιτικής. Το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον τις λεγόμενες «κόκκινες γραμμές», οι οποίες άλλωστε είναι αυτονόητες και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνονται. Αλλά τους εθνικούς στόχους τους και τα μέσα για την επίτευξή τους. Χωρίς αυτό, τα κράτη απλώς δεν υπάρχουν ως υπολογίσιμες οντότητες στη διεθνή σκηνή.
Στην Ελλάδα τέτοιο Δόγμα δεν υφίσταται.
Ούτε ασφαλώς είναι Δόγμα η φράση «η Ελλάς δεν διεκδικεί τίποτε αλλά και δεν παραχωρεί τίποτε», πίσω από την οποία οχυρώνονται συνήθως κόμματα και πρόσωπα, για να κρύψουν την απουσία κατεύθυνσης. Η εξωτερική πολιτική μας συνήθως κινείται στη σφαίρα του επίκαιρου, του εφήμερου, του περιστασιακού. Και – το χειρότερο – λειτουργεί αντανακλαστικά και εκ των υστέρων στις πρωτοβουλίες συμμάχων και εχθρών.
Κάθε ελληνική κυβέρνηση έχει τις δικές της προτεραιότητες και τις δικές της μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ενιαία διακομματική συμφωνία για τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική πορεία της χώρας δεν υπάρχει. Ούτε καν συζήτηση. Οι αρμόδιοι κρατικοί και ιδιωτικοί φορείς απέτυχαν ή αμέλησαν ή απέφυγαν να διαμορφώσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το γεωπολιτικό μας μέλλον. Ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, στερούμενος επαρκούς επιτελείου, δεν έχει εκπονήσει και θέσει σε διαβούλευση ένα σχέδιο Δόγματος. Μόνο αποσπασματικές απόψεις, γνώμες, αιχμές, υπαινιγμοί εκπέμπονται από αρμόδια και αναρμόδια πρόσωπα.
Η εξωτερική μας πολιτική μοιάζει να έχει απορροφηθεί ολόκληρη από την τουρκική απειλή. Κινούμεθα στο άνυσμα μεταξύ μιας αδιέξοδης προσπάθειας κατευνασμού και της (επίσης αδιέξοδης ως φαίνεται) επίκλησης του διεθνούς δικαίου ως μέσου προστασίας της εθνικής μας ακεραιότητας. Η δεινή μας θέση είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εμείς δεν θέσαμε ποτέ στόχους και έτσι αφήσαμε χώρο να θέτουν οι άλλοι στόχους εις βάρος μας.
Δόγμα Εξωτερικής Πολιτικής σημαίνει να θέσουμε ως κοινωνία στόχους για τον αιώνα που ήδη διανύουμε.
Η διαμόρφωση στόχων δεν συνεπάγεται εθνικισμό ούτε επεκτατισμό. Ούτε σημαίνει την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η ισχυροποίηση ενός κράτους δεν πλήττει κατ’ ανάγκην τα υπόλοιπα.
Τι στόχους μπορεί να έχει σήμερα η Ελλάδα;
Υπάρχουν πολλά επίπεδα στόχων.
Ενα πρώτο επίπεδο θα ήταν να θέσουμε το ζήτημα της κατάφωρης παραβίασης της Συνθήκης της Λωζάννης στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιμβρο και στην Τένεδο και να απαιτήσουμε την αποκατάσταση του Ελληνισμού στις εστίες του στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Στο ίδιο επίπεδο θα έπρεπε να απαιτήσουμε να αποχωρήσουν άμεσα τα τουρκικά στρατεύματα και οι έποικοι από την Κύπρο και να αποκατασταθεί η ενιαία Κυπριακή Δημοκρατία των συνθηκών του 1959-60.
Τρίτος παράλληλος στόχος είναι η διαμόρφωση ενός άξονα Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ με ουσιαστικό περιεχόμενο, ψυχική ενότητα και μακρόπνοη προοπτική.
Ενας πιο μακροπρόθεσμος στόχος θα ήταν...
Μία τουρκική στρατιωτική κίνηση στο Αιγαίο θα δρομολογήσει άμεσα την αποβολή της Τουρκίας από όλους τους υπερεθνικούς θεσμούς και μεσοπρόθεσμα την αποδόμησή της.
Αυτά όλα υποδεικνύει η λογική.
Αλλά ποτέ στην παγκόσμια ιστορία ο ορθός λόγος δεν διείπε τις διεθνείς σχέσεις. Τρανά παραδείγματα αποτελούν οι αυτοκτονικές εκστρατείες του Μεγάλου Ναπολέοντος και του Χίτλερ στην αχανή Ρωσία. Ή η επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ.
Οποιος παρατηρήσει προσεκτικά τη φυσιογνωμία του μαινομένου καθημερινώς εναντίον της Ελλάδος Ερντογάν, διαπιστώνει εύκολα ότι η σκέψη του έχει εγκαταλείψει τον ορθολογισμό. Επομένως η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα.
Ολοι οι κορυφαίοι στρατιωτικοί αναλυτές – από τον Θουκυδίδη στον Κλαούζεβιτς και τον Παναγιώτη Κονδύλη – συμφωνούν στο χιλιοειπωμένο και χιλιοεπαληθευμένο δόγμα ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Εννοώντας ότι ο δεχόμενος επίθεση μία μόνον οδό επιτυχίας έχει: την αντιστροφή της αμυντικής αντιμετώπισης του εισβολέα σε καταιγιστική επίθεση εναντίον του.
Εάν η Ελλάδα εγκλωβιστεί στο πλαίσιο αναμέτρησης που θα επιχειρήσει να επιβάλει η Τουρκία, θα αναγκαστεί να περιοριστεί στους όρους της και να ακολουθήσει τη λογική της. Που θα είναι ευνοϊκή για την ίδια την Τουρκία, αφού θα την έχει επιλέξει.
Εάν αντιθέτως η Ελλάδα σύρει την Τουρκία στο πεδίο αναμέτρησης που είναι ευνοϊκό για την ίδια, θα τη συντρίψει. Αυτό ακριβώς δηλαδή που επέτυχαν οι Ελληνες στον Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα, στα Δερβενάκια και στην Αλβανία.
Σημαντική παράμετρος είναι ο χρόνος αντίδρασης.
Εάν δοθεί στον επίδοξο εισβολέα χρόνος ικανός να εκδιπλώσει την επίθεσή του και να επιτύχει συντριπτικά πλήγματα εις βάρος μας, καταστροφή υποδομών, κατάληψη νησιών κ.λπ., τότε η απάντηση θα καταστεί δυσχερέστερη και πιο περίπλοκη.
Εάν αντιθέτως η απάντηση είναι ακαριαία και καταιγιστική, σε πεδία διαφορετικά από αυτά στα οποία έχει κινηθεί ο αντίπαλος, αυτός θα αιφνιδιαστεί και η απόπειρα εισβολής θα εξουδετερωθεί εν τη γενέσει της.
Εάν οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι σε περίπτωση που επιχειρήσουν προσβολή της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας η απάντηση θα είναι άμεση, συνολική καταιγιστική, τότε...
Καταφανής, δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος του καθεστώτος Ερντογάν είναι ο γεωστρατηγικός έλεγχος του Αιγαίου με διάφορα ανυπόστατα και έωλα επιχειρήματα, που δεν αντέχουν στον έλεγχο ενός πρωτοετούς φοιτητού του Διεθνούς Δικαίου.
Προκειμένου να ενισχύσει την επεκτατική ρητορική του και ενδεχόμενη τυχοδιωκτική του ενέργεια στο Αιγαίο, ο Ερντογάν είναι πιθανόν να αναζητήσει διακομματική στήριξη. Ισως μάλιστα και να αποσπάσει απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, που να καλεί την Ελλάδα να αποσύρει τα στρατεύματά της από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Με αυτό θα αποσκοπεί στην παρέμβαση του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ ή του ΟΗΕ έστω την τελευταία στιγμή, με σκοπό να αποσοβήσουν στρατιωτική σύγκρουση και να συρθεί η Ελλάδα σε διάλογο για την κυριαρχία στο Αιγαίο.
Η μόνη ενδεδειγμένη στάση της ελληνικής πλευράς είναι η απόρριψη εκβιασμών, τελεσιγράφων και λοιπών μηχανισμών άσκησης πίεσης και η προβολή της διεθνούς νομιμότητος, η αποβολή κάθε φοβικού αντανακλαστικού, η πατριωτική ομοψυχία και η εμπέδωση της εθνικής κυριαρχίας με την αμυντική θωράκιση του ελληνικού αρχιπελάγους.
Το πιο σοβαρό ενδεχόμενο να προχωρήσει ο Ερντογάν σε κάποια τυχοδιωκτική ενέργεια (ναυτικός αποκλεισμός ή και απόβαση σε ελληνικό νησί κ.λπ.) φαίνεται προς το παρόν λιγότερο πιθανόν, δεδομένου ότι θα προκαλέσει τις εξής δυσμενείς για την Τουρκία επιπτώσεις:
1. θα προκαλέσει γενικευμένη κατακραυγή και αντίθεση των διεθνών οργανισμών, των ΗΠΑ και της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Η Τουρκία θα απομονωθεί χειρότερα από τη Ρωσία,
2. θα οδηγήσει τον ελληνικό λαό σε πρωτοφανή συσπείρωση και πάνδημη αντίσταση έναντι του επίδοξου εισβολέα, οι δε φωνές που σήμερα ζητούν κάποιου είδους συνεννόηση με την τουρκική πλευρά θα εξαερωθούν,
3. το κυριότερο: η Τουρκία θα εισπράξει από ελληνικής πλευράς μία συντριπτική απάντηση στον αέρα και στη θάλασσα, που θα κλονίσει την τουρκική αλαζονεία και αυτοπεποίθηση, θα βάλει οριστικό τέλος στον τουρκικό αναθεωρητισμό και επεκτατισμό και θα αποδομήσει την αυτοεικόνα και την ίδια τη συνοχή του τουρκικού κράτους.
Η Ελλάδα φυσικά δεν πρόκειται να κάνει κανέναν διάλογο για τα αυτονόητα.
Διάλογος είναι νοητός μόνον για την υφαλοκρηπίδα. Ολα τα άλλα περιγράφονται ευκρινέστατα από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο. Με επίδοξους εισβολείς δεν συζητά κανείς. Η συζήτηση παύει όταν η άλλη πλευρά θίγει ζήτημα εθνικής ακεραιότητος.
Η κυβέρνηση θα πρέπει...
Είτε ονομαστεί «συνεκμετάλλευση» είτε «αιώνια ειρήνη» (όπως ονόμασε ο Ιουστινιανός την προσωρινή ανακωχή με την Περσία των Σασσανιδών).
Είτε συμπεριλάβει την αναιρετική της εθνικής κυριαρχίας και κυρίως αξιοπρέπειάς μας αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, όπως ζητούν οι Τούρκοι.
Είτε προβλέπει «απλώς» τη συνεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, είτε όπως αλλιώς συσκευασθεί επικοινωνιακά και νομοτεχνικά, η συμφωνία που επιδιώκει η τουρκική πλευρά οδηγεί σε συγκυριαρχία στο σύνολο του Αιγαίου.
Οι καλόπιστοι αφελείς θεωρούν ότι με μια ελληνική υποχώρηση θα «χορτάσει» και θα ανακοπεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός. Ενώ η μελέτη των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει το ακριβώς αντίθετο: η Τουρκία θα γίνει επιθετικότερη και την επόμενη ακριβώς ημέρα της υπογραφής της όποιας συμφωνίας θα προχωρήσει και σε άλλες διεκδικήσεις, στη Δυτική Θράκη, στην Κρήτη κ.λπ. Αλλωστε για αυτά έχει ήδη προετοιμάσει το έδαφος με σαφείς νύξεις.
Το ευρύτερο γεωπολιτικό ερώτημα δεν αφορά όμως τις φοβικές ανασφάλειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος ή την ένταση στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Αλλά εάν η Δύση επιθυμεί η Τουρκία να έχει τον έλεγχο του Αιγαίου, δηλαδή την επικοινωνία του Ευξείνου Πόντου με την Ανατολική Μεσόγειο.
Ηδη υπήρξε μια πρόγευση: τις ημέρες που η Τουρκία αμφιταλαντευόταν εάν έπρεπε να κλείσει τα Στενά λόγω του ρωσοουκρανικού πολέμου, μεγάλος αμερικανικός τηλεοπτικός σταθμός (CBS) ενεφάνισε στο δελτίο ειδήσεων χάρτη με τα Δαρδανέλια και την Πόλη ως μέρος της ελληνικής επικράτειας. Η Τουρκία στη συνέχεια έκλεισε τα Στενά. Αλλά η ωμή απειλή, που σημειωτέον προκάλεσε σάλο στα τουρκικά ΜΜΕ, δείχνει ότι πάντα ενυπάρχει μια δυτική καχυποψία σχετικά με τις προθέσεις της Τουρκίας.
Η εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων, η διαχρονική στάση του «επιτήδειου ουδέτερου» και η πρόσφατη ρωσοτουρκική προσέγγιση δεν αποτελούν ασφαλώς εγγύηση για τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει επιδείξει διαχρονικά γεωπολιτική ακρισία και αδυναμία ανάγνωσης των πραγματικών προθέσεων του δυτικού συνασπισμού, στον οποίον ανήκει η Ελλάς.
Είναι απολύτως βέβαιον ότι η Δύση...
Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις. Η ακρίβεια της ορολογίας καθιστά δυνατό τον διάλογο. Οταν οι λέξεις εκπέμπουν διαφορετικά σημαινόμενα σε κάθε πλευρά, ο διάλογος γίνεται ανέφικτος και ακολουθεί το χάος. Η πολιτική επιστήμη υπάρχει για να διευκολύνει τη συνεννόηση.
Ο όρος «άκρο» στην πολιτική επιστήμη σημαίνει την περιχαρακωμένη, ιδεοληπτική, δογματική, επιθετική, μισαλλόδοξη έκφανση της Δεξιάς ή της Αριστεράς, που συνοδεύεται κατά κανόνα από την απόρριψη της δημοκρατίας και την αποδοχή της βίας ως μέσου επίλυσης των ιδεολογικών και πολιτικών διαφορών.
Η διαφορά της Ακρας Δεξιάς από την Ακρα Αριστερά είναι ότι η πρώτη δρα εν ονόματι όχι του πραγματικού αλλά ενός φαντασιακού έθνους, ενώ η δεύτερη εν ονόματι όχι του πραγματικού αλλά ενός φαντασιακού προλεταριάτου. Η πρώτη προβάλλει ως όραμα το εθνικό μεγαλείο, ενώ η δεύτερη την αταξική κοινωνία.
Η μεγάλη μάζα των πολιτών κινείται ανάμεσα στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος. Αλλωστε η βία δεν αποτελεί επιλογή των περισσότερων ανθρώπων, που θέλουν να ζουν και να εργάζονται υπό κανονικές συνθήκες. Η βία ως πολιτική στάση εκφράζει τις διαταραγμένες ή τις παραβατικές προσωπικότητες. Ο απλός άνθρωπος δέχεται τη βία μόνο σε έκτακτες περιστάσεις και μόνο για βραχύ διάστημα, π.χ. σε περίπτωση εθνικής άμυνας, εθνικής αντίστασης ή υπαρξιακού συλλογικού κινδύνου.
Ο «πολιτικά ορθός» χαρακτηρισμός του ενός τρίτου του γαλλικού πληθυσμού (Λεπέν 23,1% συν Ζεμούρ 7,1%) ως ακροδεξιών, εκτός από αντιεπιστημονικός, πάσχει από έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν μεταμορφώθηκαν εν μια νυκτί σε οπαδούς του απολυταρχισμού, του αυταρχισμού, των κατασταλτικών μηχανισμών και της βίας. Δεν νοσταλγούν τα λουδοβίκεια ή ναπολεόντεια μεγαλεία, ούτε θαυμάζουν τον στρατηγό Μπουλανζέ ή τον στρατάρχη Πετέν, ούτε αναπολούν τη γαλλική αποικιοκρατία στην Αφρική και στην Ινδοκίνα. Είναι άνθρωποι που στο παρελθόν, επί δεκαετίες, ψήφιζαν ή και ήταν μέλη κοινοβουλευτικών κομμάτων της Δεξιάς, του Κέντρου ή της Αριστεράς. Είναι οικογενειάρχες, επαγγελματίες, επιχειρηματίες, υπάλληλοι, εργάτες και αγρότες. Ο χαρακτηρισμός τους ως «ακροδεξιών» από τους φορείς της πολιτικής ορθότητας λειτουργεί παραπλανητικά και αποπροσανατολίζει από το πραγματικό πρόβλημα της στροφής τους σε ακροδεξιά ή μεταμορφωμένα ακροδεξιά κόμματα.
Διότι το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα έχουν αποτύχει να διαχειριστούν με επιτυχία την ένταξη, αφομοίωση, ενσωμάτωση των αφρικανικών και ασιατικών μεταναστευτικών εισροών στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με αποτέλεσμα τη δημιουργία εσωτερικών ρηγματώσεων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, με τη δημιουργία παράλληλων μη εφαπτόμενων πολιτιστικά κοινωνικών υποσυνόλων μέσα στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. Οι αυτόχθονες αισθάνονται ότι απειλούνται, οι έποικοι αισθάνονται ξένοι και περιθωριοποιημένοι. Η δημογραφία των γηγενών είναι φθίνουσα, των μεταναστών αύξουσα. Ο πολιτισμός των εντοπίων διακατέχεται από ενοχικά σύνδρομα, των επηλύδων από αυτοπεποίθηση και διεκδικητικότητα. Τα κοινωνικά και πολιτισμικά ιστορικά των μεν και των δε είναι ανομοιογενή. Το χάσμα αξιών δημιουργεί ασυμβατότητα συνύπαρξης.
Η Ακροδεξιά δεν δίνει ρεαλιστικές απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα, αλλά κάνει κάτι πολιτικά σημαντικότερο: το αναγνωρίζει ως υπαρκτό. Κάτι που αρνούνται πεισματικά να κάνουν τα συστημικά κόμματα.
Η αναχαίτιση της μαζικής μετακίνησης των ψηφοφόρων προς τα ακροδεξιά κόμματα δεν θα γίνει με τη στοχοποίησή τους ως ακροδεξιών, αλλά...
Στη συνέχεια, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων, διεμοιράσαντο την παγκόσμια κυριαρχία.
Η μεν Ρωσία δημιούργησε μία αυτοκρατορία (τη Σοβιετική Ενωση και το ομόκεντρο Σύμφωνο της Βαρσοβίας) μεταξύ της Βαλτικής Θάλασσας και του Βερίγγειου Πορθμού με σημείο αναφοράς τον μαρξισμό, ενώ οι ΗΠΑ συγκρότησαν έναν συνασπισμό (ΝΑΤΟ και σύμμαχοι) γεωστρατηγικά υποτελών, αν και πολιτικά ανεξάρτητων κρατών στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Ωκεανία με σημείο αναφοράς τον φιλελευθερισμό.
Οι δύο αυτοί συνασπισμοί αντιπαρατέθηκαν επί μισόν αιώνα σε ιδεολογικό και διπλωματικό επίπεδο, δεν ήρθαν όμως ποτέ σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Η οποία λόγω της πυρηνικής τεχνολογίας θα κατέληγε σε παγκόσμια καταστροφή και πιθανώς στο τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού. Οταν κορυφαίοι αναλυτές προέβλεπαν μετά βεβαιότητος και ως αναπότρεπτη την παγκόσμια σύρραξη, άλλοι πιο ψύχραιμοι αντιλαμβάνονταν ότι ο Ψυχρός αυτός Πόλεμος λειτουργούσε ως μια ιδιότυπη παγκόσμια συνθήκη σταθερότητας, κρατώντας σε πειθαρχία τα μέλη των δύο συνασπισμών. Το συμπέρασμα πάντως είναι ότι ούτε ως γεωπολιτικοί αντίπαλοι οι ΗΠΑ και η Ρωσία δεν αντιπαρατέθηκαν σε στρατιωτικό επίπεδο.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, κατέρρευσε όχι το ΝΑΤΟ αλλά η αιτία της υπάρξεώς του.
Παρά ταύτα, προκειμένου να διατηρήσει τη συνοχή του, το ΝΑΤΟ παρέμεινε προσκολλημένο σε μια εμμονική αντιπαράθεση με τη Ρωσία, αντί να επιλέξει άλλον προορισμό, π.χ. την προστασία του δυτικού κόσμου από τον φονταμενταλισμό και την τρομοκρατία.
Οταν ο Πούτιν επανάφερε τη Ρωσία στη λογική υπερδύναμης (κάτι αναπόφευκτο λόγω του κολοσσιαίου μεγέθους της), το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ επεχείρησαν να αναβιώσουν το ψυχροπολεμικό κλίμα.
Οταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία, αναλυτές προειδοποιούσαν για «επικείμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις», αν και οι Κίσινγκερ, Μπρεζίνσκι και Αρβελέρ υπενθύμισαν ότι η Κριμαία είναι παραδοσιακά ρωσική. Φυσικά, κανένας πόλεμος δεν έγινε για την Κριμαία, όπως και δεν θα γίνει για την Ουκρανία, πλην κάποιων οικονομικών κυρώσεων.
Τα δύο μεγέθη (ΗΠΑ και Ρωσία) είναι πολύ μεγάλα, πολύ μακρινά μεταξύ τους και πολύ ευφυή ώστε να γνωρίζουν ότι:
1. Ενας πόλεμος μεταξύ τους είναι τεχνικά σχεδόν αδύνατος και πάντως αδιέξοδος και η νίκη του ενός επί του άλλου ανέφικτη.
2. Ο αμοιβαίος σεβασμός των περιοχών επιρροής των δύο υπερδυνάμεων είναι βασικό στοιχείο ισορροπίας.
3. Η πόλωση που ποτέ δεν καταλήγει σε σύγκρουση είναι η συνταγή της παγκόσμιας κυριαρχίας.
Και κάτι ακόμα:
Οταν ο Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία το 2003, κάποιοι ημέτεροι σχολιαστές θεώρησαν ότι μια νέα εποχή χαράζει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Κύμα ενθουσιασμού κατέλαβε όσους διάβασαν επιφανειακά τις εξελίξεις. Με τον «φιλέλληνα» (ή και «κρυπτοέλληνα» διότι καταγόμενο από την Ποταμιά του Πόντου….) Ερντογάν, περίοδος μέλιτος θα ερχόταν στις δύο όχθες του πολύπαθου Αιγαίου. Τη συνέχεια την είδαμε.
Τώρα που η κυριαρχία του Ερντογάν (μοιάζει να αλλά δεν είναι βέβαιον ότι) κλυδωνίζεται, αντίστροφες ελπίδες αναδύονται στους αθεράπευτα αισιόδοξους. Οτι μαζί με τον Ερντογάν θα εξαερωθεί και το νεοοθωμανικό όραμα, οι απειλές και η ακραία ένταση που εκπέμπει η Αγκυρα.
Σταθερά, από ελληνικής πλευράς, η καθημερινή «σφυγμομέτρηση» της τουρκικής πολιτικής, οικονομίας, κοινωνίας κ.λπ. προκαλεί διαρκώς νέα συμπεράσματα σχετικά με την ελληνοτουρκική διελκυστίνδα. Αν στην Τουρκία ο πληθωρισμός ανεβαίνει, τότε ο κίνδυνος είναι να αυξηθεί και η ένταση στο Αιγαίο. Αν αυξάνεται η δυσαρέσκεια εναντίον του Ερντογάν, τότε μήπως ο τούρκος πρόεδρος προκαλέσει θερμό επεισόδιο για να κάνει «εξαγωγή» της εσωτερικής δυσθυμίας. Αν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι χάνει τις εκλογές, ενδεχομένως να επιχειρήσει να ανακτήσει το χαμένο έδαφος με μια κίνηση στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Ανατέλλει αντιθέτως το άστρο του δημάρχου της Πόλης Ιμάμογλου, πάλι αρχίζουν να εκπέμπονται φρούδες ελπίδες ότι βρέθηκε επιτέλους «ο καλός ο άνθρωπος».
Αυτά όλα βεβαίως προδίδουν άγνοια, γενικότερα, της λειτουργίας των διεθνών σχέσεων και ειδικότερα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Τα μεν κράτη γενικώς και διαχρονικώς λειτουργούν με βάση πάγιες, διαχρονικές σταθερές, που προκύπτουν από τα γεωστρατηγικά δεδομένα και ελάχιστα επηρεάζονται από τις συγκυριακές εσωτερικές πολιτικές μεταβολές. Η δε Τουρκία ειδικότερα έχει μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους επεκτατικού χαρακτήρα, τους οποίους υπηρέτησαν πιστά όλες οι κυβερνήσεις, οθωμανικές, κεμαλικές ή ισλαμικές.
Οι οξύτερες ελληνοτουρκικές κρίσεις (1964, 1967, 1974, 1987, 1996) προκλήθηκαν από κεμαλικές κυβερνήσεις. Κεμαλιστής ήταν ο τούρκος πρωθυπουργός που εισέβαλε στην Κύπρο το 1974. Ο παντουρανισμός και ο παντουρκισμός αναπτύχθηκαν κατά τη δεκαετία του ΄90, όταν την Τουρκία κυβερνούσε ακόμα το κεμαλικό κατεστημένο, ο δε Ερντογάν απλώς ακολούθησε, διηύρυνε και μεγιστοποίησε το πάγιο τουρκικό επεκτατικό σχέδιο, προσδίδοντάς του μια νεοοθωμανική χροιά που δεν μεταβάλλει σε τίποτα τη διαρκή απειλή προς την Ελλάδα.
Αντιθέτως η Ελλάδα (που «δεν διεκδικεί τίποτα») χαρακτηρίζεται όχι μόνον από έλλειψη αυτοπεποίθησης, αλλά και από...
Ολη η συζήτηση για την ελληνογαλλική συμφωνία επικεντρώθηκε στη ρήτρα αμυντικής συνδρομής, που θα ενεργοποιηθεί στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη χρειαστεί στρατιωτική αρωγή. Αναλύσεις επί αναλύσεων δημοσιεύτηκαν για το εάν η ρήτρα καλύπτει την ΑΟΖ, τα 12 μίλια κ.λπ.
Καμία φυσικά λέξη για την αντίστροφη υποχρέωση ελληνικής, έστω υποθετικής, συνδρομής στη Γαλλία. Κανείς δεν υπενθύμισε ότι οι σύμμαχοί σου είναι χρήσιμοι σε σένα όσο ακριβώς είσαι εσύ χρήσιμος σε αυτούς. Λειτούργησε εν ολίγοις για άλλη μία φορά το νεοελληνικό αντανακλαστικό της αναζήτησης γεωστρατηγικού προστάτη και της ανάθεσης της άμυνας της χώρας μας σε ξένα στρατεύματα.
Η συμφωνία είναι σημαντική κυρίως για την πρόσκτηση υπερσύγχρονων πολεμικών πλοίων που καθιστούν ουσιαστικά το Αιγαίο απρόσβλητο από την τουρκική επιβουλή. Και όχι ως μηχανισμός μετάθεσης ευθυνών. Εχουμε λαμπρές Ενοπλες Δυνάμεις, το δε Πολεμικό Ναυτικό μας έδειξε πέρυσι στους Τούρκους την υπεροχή του κατά τη διάρκεια της θερινής κρίσης. Με τις γαλλικές φρεγάτες οι επιχειρησιακές δυνατότητες των Τούρκων εξαερώνονται. Χωρίς να εμπλακεί κανένα τρίτο μέρος.
Η εμμονή στο αμυντικό σκέλος της συζήτησης είναι λανθασμένη, διότι εκπέμπει λάθος μήνυμα στην άλλη πλευρά. Που θα εκλάβει τη δική μας επιμονή σε εξωτερική αμυντική αρωγή ως αδυναμία. Αλλά είναι λανθασμένη και διότι μπορεί να λειτουργήσει ως εφησυχασμός. Να θεωρήσουμε δηλαδή ότι καλυπτόμεθα αμυντικά, βασιζόμενοι στην υποθετική έλευση του γαλλικού «ιππικού». Ιστορικά τέτοιου είδους βεβαιότητες διαψεύστηκαν, πάντα με δραματικές συνέπειες για τον Ελληνισμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η μη συνδρομή – παρά τη γραπτή συμφωνία – των Δυτικών στην τελευταία και μοιραία πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους το 1453, τα Ορλοφικά του 1770, η μεταστροφή των Συμμάχων υπέρ της Τουρκίας το 1921-22 και ενώ είχαμε πολεμήσει στο πλευρό τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα ενώ η Τουρκία ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Είτε εξαιτίας δικών τους εσωτερικών προτεραιοτήτων είτε εξαιτίας επαναπροσέγγισής τους με την Τουρκία είτε και εξαιτίας δικών μας σφαλμάτων, οι ευρωπαίοι σύμμαχοί μας απομακρύνθηκαν από κοντά μας σε κρίσιμες περιστάσεις, με αποτέλεσμα να υποστούμε καταστροφές, που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στο ότι δεν είχαμε υπολογίσει το ενδεχόμενο να είμαστε μόνοι μας. Σήμερα, ευελπιστώντας ότι η Γαλλία θα είναι δίπλα μας σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης, πρέπει ταυτόχρονα...
Σε μια εποχή χωρίς αεροπλάνα και σιδηροδρόμους, ο Μέγας Αλέξανδρος έφτασε με τον στρατό του στο Αφγανιστάν πεζή.
Σήμερα αυτό ίσως φαίνεται αδιανόητο, αλλά δείχνει ότι η χώρα αυτή βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς από ό,τι νομίζουμε.
Επίσης κοντά είναι και οι επιπτώσεις από την αποχώρηση των Αμερικανών, σε πολλά επίπεδα.
Επίπεδο πρώτο: οι πιθανές προσφυγικές ροές μπορεί να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά για τις χώρες υποδοχής, όπως η Τουρκία. Αλλά αυτό δεν θα είναι τίποτα μπροστά στις ασύλληπτες επιπτώσεις που θα έχει μια τυχόν μαζική προώθηση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων προς την Ελλάδα.
Επίπεδο δεύτερο: η εκκένωση του Αφγανιστάν από τον αμερικανικό στρατό δημιουργεί μια εικόνα (αληθινή ή πλασματική) αμερικανικής απουσίας ή αδυναμίας ή αδιαφορίας για την ευρύτερη περιοχή. Είναι φανερό ότι το δόγμα Brzezinski, που προέβλεπε τον έλεγχο της Ευρασίας, έχει αντικατασταθεί από την έμφαση στον Ειρηνικό ή και μια γενικότερη τάση νεοαπομονωτισμού των ΗΠΑ. Η απόσυρση των ΗΠΑ δημιουργεί εξάλλου παγκόσμιο κενό ασφαλείας και αναιρεί τις μεταπολεμικές ισορροπίες. Αυτή η μεταβολή αφήνει ή μοιάζει να αφήνει έκθετους τους συμμάχους των ΗΠΑ σε Μεσόγειο, Βαλκάνια, Εγγύς και Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο.
Επίπεδο τρίτο: η διαμόρφωση ενός ανομοιογενούς αλλά αντιδυτικού άξονα Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν – Πακιστάν θα δημιουργήσει ένα γεωπολιτικό άνυσμα από τις ακτές του Αιγαίου μέχρι τον Ινδό ποταμό, που θα αλλάξει ριζικά τις διεθνείς ισορροπίες εις βάρος της Δύσης. Η Ελλάδα θα βρεθεί εκτεθειμένη σε ισχυρές πιέσεις εξ Ανατολών, όπως συνέβη τον 5ο αιώνα π.Χ., τον 7ο, τον 11ο και τον 15ο μ.Χ.
Η Ελλάδα πρέπει να βρει έναν τρόπο επιβίωσης σε αυτό το ανασφαλές περιβάλλον.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση απέτυχε να συγκροτήσει ενιαία αμυντική πολιτική, οπότε ενιαία ευρωπαϊκή συνδρομή σε περίπτωση κρίσης είναι αβέβαιη και μάλλον ουτοπική. Αλλά και μεμονωμένα ισχυρά κράτη με πυρηνικές κεφαλές, όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, είναι αβέβαιο εάν θα εμπλακούν στο πλευρό της Ελλάδας σε περίπτωση προσφυγικής ή γεωστρατηγικής κρίσης.
Η Ρωσία, που στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας το 1827-31, το 1897 και το 1914-7, σήμερα έχει προσεγγίσει την Τουρκία.
Η μόνη χώρα που μπορεί να παράσχει ουσιαστικές εγγυήσεις είναι οι ΗΠΑ, επομένως η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί στην κατεύθυνση μιας προωθημένης διμερούς συνεργασίας με την αμερικανική πλευρά. Τη συνεργασία αυτή πρέπει να πλαισιώσει η στενή συμμαχία με την Κύπρο και το Ισραήλ.
Αυτά είναι σημαντικότατα, αλλά δεν αρκούν.
Πρέπει η Ελλάδα...
Από τον Απρίλιο του 1967 έως τον Ιούλιο του 1974 στην Ελλάδα επικράτησε μια τριτοκοσμική στρατιωτική δικτατορία με λούμπεν χαρακτηριστικά. Το καθεστώς αυτό το 1967 απέσυρε την ελληνική μεραρχία με την οποία είχε θωρακίσει την Κύπρο ο Γεώργιος Παπανδρέου και το 1974 οργάνωσε πραξικόπημα εναντίον του νόμιμου προέδρου της Κύπρου, αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Οταν τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κύπρο με άλλοθι το πραξικόπημα, η χούντα της Αθήνας άνανδρα και προδοτικά εγκατέλειψε την ελληνική μεγαλόνησο στην τραγική της μοίρα και παρέδωσε έντρομη την εξουσία στους πολιτικούς που προηγουμένως είχε ανατρέψει διά της βίας.
Η επιστροφή του Κ. Καραμανλή και ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας δρομολόγησαν μια διαδικασία εκδημοκρατισμού της χώρας που ονομάστηκε Μεταπολίτευση (εκλογές, πολιτειακό δημοψήφισμα, δίκες πρωταιτίων και νέο Σύνταγμα), που ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1975. Εκτοτε, κάθε χρόνο, την επέτειο της Μεταπολίτευσης η πολιτεία εορτάζει την ημέρα με μεγαλοπρεπή δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο, δηλώσεις της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας κ.λπ.
Παρά ταύτα, η επέτειος θα έπρεπε να τιμάται με περισυλλογή και αυτοκριτική και όχι με πανηγυρισμούς. Ιδού οι προφανείς αλλά ανομολόγητοι λόγοι:
1. Η αποκατάσταση της δημοκρατίας υπήρξε απότοκο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, η οποία συνοδεύθηκε από φόνους, βιασμούς, καταστροφές, και τελικώς κατάληψης και κατοχής μέχρι σήμερα του ενός τρίτου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό είναι μάλλον αιτία θρήνου και οδύνης παρά εορτασμών. Δεξιώσεις και εορτασμοί για ένα γεγονός που προκλήθηκε από μια εθνική τραγωδία προσβάλλουν τη μνήμη των νεκρών της κυπριακής τραγωδίας και είναι ιστορικά άτοπα.
2. Η πτώση της χούντας δεν επετεύχθη ως αποτέλεσμα λαϊκής εξέγερσης, μαζικών κινητοποιήσεων ή έστω εκδημοκρατισμού κατόπιν πιέσεων. Χρειάστηκε μια εθνική καταστροφή για να επέλθει το τέλος της δικτατορίας.
3. Η κυβέρνηση εθνικής ενότητας απέτυχε να ανακόψει την προέλαση του Αττίλα, έστω με διπλωματικά μέσα. Η αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ ήταν ατυχής και κόστισε στην Ελλάδα μία δεκαετία γεωπολιτικής απομόνωσης. Η Ελλάδα διέθετε δικαίωμα veto στο Συμβούλιο Ασφαλείας στο ΝΑΤΟ, το οποίο δεν αξιοποίησε. Η στάση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, ενώ ο Αττίλας προήλαυνε μέχρι τη Λευκωσία, δεν συνοδεύθηκε από προειδοποίηση στρατιωτικής αντίδρασης και κωδικοποιήθηκε στη ρήση «Η Κύπρος κείται μακράν», που έδωσε στους Τούρκους αίσθηση ασυλίας.
4. Η κατάρρευση της χούντας και η επιστροφή του Καραμανλή δημιούργησαν ένα κλίμα ευφορίας που αποπροσανατόλισε και επισκίασε τη μεγάλη καταστροφή της Κύπρου. Αντί η Ελλάδα να συνειδητοποιήσει την τουρκική απειλή, να ανασυγκροτηθεί στρατιωτικοπολιτικά σε κατεύθυνση Ισραήλ, να αποδυθεί σε εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στην Κύπρο, εισήλθε σε μακρά διαδικασία αυτοαποδόμησης και παρακμής.
5. Η Μεταπολίτευση δεν δικαιώθηκε από την εξέλιξή της κατά τον μισό αιώνα που ακολούθησε. Οδήγησε σε πρωτοφανούς εκτάσεως συνολική αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, ηθική, αξιακή, κοινωνική, οικονομική, πνευματική, εκπαιδευτική, δημογραφική, γεωπολιτική. Οι διάφορες κυβερνήσεις...
Γράφει ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Εξάλλου, ούτε και επιθυμούν μία τέτοια σύγκρουση. Η οποία δεν επήλθε ούτε καν όταν στον Ψυχρό Πόλεμο, επί τρεις δεκαετίες, οι δύο χώρες βρέθηκαν απέναντι.
Τέλος, ας μην υποτιμάται το γεγονός ότι σε δύο παγκοσμίους πολέμους ΗΠΑ και Ρωσία συμπολέμησαν εναντίον του γερμανικού μιλιταρισμού. Αυτό καλό θα ήταν να μην το ξεχνά και η Γερμανία, που ισορροπεί στο τεντωμένο σχοινί Ουάσιγκτον – Μόσχα.
Η υπόθεση της Ουκρανίας, όπως και η υπόθεση της Κριμαίας, έδειξε ότι οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να προκαλέσουν παγκόσμιο πόλεμο για μία διένεξη εντός της ρωσικής σφαίρας επιρροής.
Η Ουκρανία ανήκει στη λεγόμενη «υγειονομική ζώνη» της Ρωσίας, η οποία υφίσταται από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, ανανεώθηκε από τον Στάλιν, αποτυπώθηκε στο δόγμα περιορισμένης κυριαρχίας των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης του Μπρέζνιεφ και ανασυγκροτήθηκε πλήρως από τον Πούτιν, ο οποίος επεξέτεινε την «υγειονομική ζώνη» μέχρι τον Καύκασο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, η υπόθεση της Ουκρανίας έδειξε τα όρια των ιμπεριαλιστικών και νεο-οθωμανικών αυτοσχεδιασμών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η Τουρκία αρχικά προσέγγισε τη ρωσική πλευρά, αλλά στην ουκρανική κρίση έθεσε ζήτημα Τατάρων της Κριμαίας, προσφερόμενη με αυτόν τον τρόπο να προσεγγίσει τις ΗΠΑ. Η εκτόνωση της κρίσης κατέστησε την Τουρκία εκτεθειμένη έναντι της Ρωσίας, αλλά και την τουρκική «προσφορά» αχρείαστη στις ΗΠΑ. Το χειρότερο για τη μετέωρη πλέον Τουρκία είναι η αποβολή της από το αμερικανικό εξοπλιστικό πρόγραμμα των F-35 και ο κόλαφος της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ.
Η Ελλάδα ορθώς δεν αμφισβητεί τη γεωπολιτική της θέση στο δυτικό στρατόπεδο (διατηρώντας ταυτόχρονα και μία φιλική σχέση με τη Ρωσία).
Το στοίχημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι...
Τα γεγονότα όμως διαψεύδουν κατηγορηματικά αυτό το μηχανικά επαναλαμβανόμενο αλλά παραπλανητικό αφήγημα.
Η άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο του 1825 επικεφαλής σύγχρονου στρατού με γάλλους αξιωματικούς (βετεράνους του Ναπολέοντος) βρίσκει τους Ελληνες εξαντλημένους από μακροχρόνιο εμφύλιο και λυσσαλέο πόλεμο.
Η αρχική πορεία του Ιμπραήμ υπήρξε νικηφόρα: παρά τη λυσσαλέα αντίσταση στο Μανιάκι κατέλαβε την Τρίπολη. Αλλά η προσπάθειά του να καταλάβει στη συνέχεια το Ναύπλιο, δηλαδή το ισχυρότερο φρούριο της Πελοποννήσου, απέτυχε. Στις 13 Ιουνίου ο στρατός του συνετρίβη στους Μύλους από τις ελάχιστες αλλά αποφασισμένες δυνάμεις του Υψηλάντη. Ετσι το Ναύπλιο, βασικός λιμένας και στρατηγικό σημείο της Πελοποννήσου, δεν έπεσε ποτέ στα χέρια του Ιμπραήμ.
Δεύτερη αποτυχία του Ιμπραήμ ήταν η ήττα του στη Μάνη. Τον Ιούνιο του 1826 ο αιγύπτιος αρχιστράτηγος προσπάθησε να εισελάσει από τη Μεσσηνία στη Μάνη, αλλά ηττήθηκε στη μάχη της Βέργας (22-26 Ιουνίου 1826) από δυνάμεις πολύ λιγότερες από τις δικιές του. Ο Ιμπραήμ συνέχισε την προσπάθεια αλλά δύο μέρες μετά ταπεινώθηκε ξανά στον Διρό, όπου πρωταγωνίστησαν οι γυναίκες της Μάνης. Στις 28 Αυγούστου ηττήθηκε για άλλη μιά φορά στον Πολυάραβο και έκτοτε εγκατέλειψε τις προσπάθειές του. Η Μάνη παρέμεινε απρόσβλητη. Την ίδια χρονιά, σε κυκλωτική του κίνηση από τον ανατολικό Πάρνωνα, ο Ιμπραήμ αντιμετώπισε σφοδρή αντίσταση των Τσακώνων όταν επιχείρησε να καταλάβει την Καστάνιτσα και αναγκάστηκε να την προσπελάσει αφήνοντάς την άθικτη.
Οι δύο μεγαλύτερες, όμως, στρατηγικού χαρακτήρα αποτυχίες του Ιμπραήμ ήταν
(α) Η αποτυχία του να εξοντώσει τον Κολοκοτρώνη. Η επιβίωση του αρχιστράτηγου και η αδιάλλακτη στάση του διατήρησαν ενεργό τον πυρήνα και τον στρατηγικό εγκέφαλο της Επανάστασης και στέρησαν τον Ιμπραήμ από μία νικηφόρα έκβαση και τη δυνατότητα να διακηρύξει τη νίκη του.
(β) η αποτυχία της επιχείρησης «προσκύνημα», η οποία θα επανέφερε την Πελοπόννησο στην οθωμανική κυριαρχία με τη μέθοδο των ατομικών δηλώσεων υποταγής των Ελλήνων. Και αυτό το εγχείρημα του Ιμπραήμ απέτυχε λόγω του εξαιρετικά βίαιου αλλά σωτήριου συνθήματος του Κολοκοτρώνη «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».
Συμπέρασμα:
Το RADAR είναι "ΑΝΑΙΣΘΗΤΟ" σε ΚΟΜΜΑΤΙΚΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ και "ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΤΟ" στην ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΤΕΙΑ κάθε χρώματος.
Αν περιμένετε να μάθετε τι "στριγκάκι" αγόρασε η κυρία-Χ ή πώς είναι το "ντεκολτέ" της κυρίας-Υ είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Αν προσδοκάτε "αποκλειστικότητες" και άμεση ενημέρωση επι παντός επιστητού επίσης είστε σε ΛΑΘΟΣ διαδικτυακό χώρο
Το λειτούργημα της άμεσης ενημέρωσης επι παντός επιστητού το αφήνουμε στους "φυσικούς" υπηρέτες της, τους ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ, έντιμους ή ανέντιμους,ηθικούς ή ανήθικους, "κομιστές" ή ουδέτερους, έξυπνους ή ηλιθιους, αδιάβλητους ή λαμόγια.
Μπορεί να κηρυχθεί πόλεμος και να το μάθετε από άλλους.
Ό,τι αξιόλογο* γράφουν οι λειτουργοί της ενημέρωσης χωρίς παρωπίδες στα μάτια, το RADAR το αναδημοσιεύει με αναφορα στην πηγή
Ο,τι αξιόλογο* θάβουν στα ψιλά, το RADAR το ξεθάβει
Ό,τι αξιόλογο* στείλουν οι αναγνώστες το RADAR θα το προβάλλει
"Πυρά" που προσβάλλουν νοημοσύνη και συνειδήσεις ο "Αγρυπνος Φρουρός" φιλοδοξεί να τα αναχαιτίσει
*Ως "αξιόλογες" ο "Αγρυπνος Φρουρός" ορίζει κάθε είδους ειδήσεις που αφυπνούν κοιμiσμένες συνειδήσεις, αλλά και κάθε είδους "από καρδιάς απόψεις" από μορφωμένους και αγράμματους ακόμα κι αν διαφωνεί με τους εκφραστές τους
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ : Agrypnos.Frouros@gmail.com