"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΛΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΛΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το «Οχι» της φαντασίωσης


Παρότι ο χρόνος όλων όσα ζουν οι πολίτες αυτής της χώρας από την περασμένη Παρασκευή είναι πολύ πυκνός και οι εξελίξεις πολύ γοργές· παρότι το σοκ εξακολουθεί να είναι μεγάλο και οι ανατροπές τόσο συνεχείς και αλυσιδωτές που δεν επιτρέπουν χαλάρωση και αναστοχασμό· παρ’ όλα αυτά, ίσως και εξαιτίας των σφοδρών φραστικών τοποθετήσεων (κυρίως στα social media) ανάμεσα στους υποστηρικτές της μιας ή της άλλης άποψης, αρχίζουν και διαφαίνονται πολλά από τα συλλογικά ασυνείδητα αρκετών από τους πολίτες αυτής της χώρας. Που ξεκινούν από πολύ μακριά, και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Κι ανάλογα με τις συνθήκες, βρίσκονται σε ύπνωση ή σε έξαρση...
Το τελευταίο διάστημα, από την αρχή της κρίσης και μετά, το συλλογικό ασυνείδητο θεριεύει σιγά σιγά. Κι ίσως αυτό το ασυνείδητο, ασφαλώς και η οργή των τελευταίων πέντε χρόνων, καθόρισε μια μεγάλη μερίδα πολιτών, χωρίς ιδιαίτερη παιδεία και (ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο) με πλημμελή ή παντελώς απούσα ενημέρωση. Ασφαλώς, από ένα σημείο και μετά, αυτή η οργή τράφηκε και από τους λαϊκισμούς κάθε είδους, που σε τέτοιους καιρούς βρίσκουν ιδιαιτέρως πρόσφορο έδαφος. Και ο λαϊκισμός με τους ιστορικούς μύθους συνομιλεί θαυμάσια. «...ο Ελληνας έχει ανάγκη από ψέμα. Εχει ανάγκη από παραμύθι, γιατί θέλουμε να πάμε στο τέλος χωρίς να περάσουμε απ’ τον δρόμο και στο τέλος δεν πας ποτέ χωρίς παραμύθι», έγραφε πρόσφατα ο Στέλιος Ράμφος.

Ποιο είναι το πιο αγαπημένο παραμύθι του Ελληνα; 

 Οτι είναι ο λαός που δίδαξε τον πολιτισμό σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και γι’ αυτό ολόκληρος ο πλανήτης του οφείλει. Οτι εδώ και πολλά χρόνια πάντα κάποιοι κακοί ξένοι μας υποδούλωναν, μας κορόιδευαν, μας ενέπαιζαν κι εμείς –ο περιούσιος λαός πάντα– ήμασταν αδύναμοι να τους αποτινάξουμε. Βεβαίως, με την αρωγή των κάθε φορά λαϊκισμών –οπωσδήποτε από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους– αποφεύγαμε ή αρνιόμασταν να δούμε τις πραγματικές συνθήκες κάθε φορά, τις δικές μας ευθύνες, το δικό μας μερίδιο στις κάθε φορά δύσκολες ή τραγικές ή καταστροφικές στιγμές της χώρας. 

Η κρίση των τελευταίων χρόνων έθρεψε τερατωδώς όλο αυτό το συναίσθημα. Οι πολίτες εμπιστεύτηκαν νέα πρόσωπα στο πολιτικό προσωπικό, εμπιστεύτηκαν τις υποσχέσεις που του έδιναν, στο πλαίσιο που χάιδευε απολύτως το αίσθημα του «ισχυρού», του «μη εξαρτημένου», του «περήφανου» και έδωσαν 36% στο κυβερνών κόμμα.
Ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης ονομάζει τις τραγικές στιγμές του τόπου:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κακό γούστο και εντύπωση

epi-diamantopoulos-papasΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

To πιο ενοχλητικό στο περιστατικό που μονοπώλησε τις λειψές ειδήσεις των ημερών, στην περίφημη αμφίεση του βουλευτή Καστοριάς Διαμαντόπουλου, δεν ήταν ούτε η επιλογή της αμφίεσης ούτε καν η ουσία της σάτιρας που θέλησε να κάνει.  

Αισθητικό ήταν το πρόβλημα. Το κακό γούστο του όλου θεάματος δηλαδή. Οπως κακόγουστα είναι όλα εκείνα τα φέρετρα (αν θυμάμαι καλά και στο καστοριανό «άρμα» υπήρχε κάτι σε φέρετρο) που εμφανίζονται σε διάφορες πορείες διαμαρτυρίας. Αν θυμάμαι πάλι καλά, είχε πρωτοεμφανιστεί στις εκλογές του 1981 σε εβδομαδιαίο πολιτικό έντυπο, που στο εξώφυλλό του «κήδευε» τη Δεξιά. Σ’ όλη την Αθήνα, στα επινίκια του ΠΑΣΟΚ, τότε που μόλις είχε βγει στην κυβέρνηση, οι μισοί, αν όχι όλοι, είχαν στα χέρια τους αυτοσχέδια πλακάτ, με το εξώφυλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας. Κι από τότε μας έμεινε...

Αυτό είναι το πρόβλημα. Οτι τριάντα και πλέον χρόνια μετά, η αισθητική των νεοελλήνων παραμένει καρφωμένη στη δεύτερη δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση. Και η κακή αισθητική δεν αφορά μόνο τις επιλογές της εμφάνισης ή τα μέσα διαμαρτυρίας. Ούτε αφορά μόνο όσους θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό. Τους πάντες αφορά. Ολες τις ηλικίες, όλα τα επαγγέλματα, όλες τις πολιτικές αποχρώσεις. 

Δεν είχε και κακογουστιά η συμπεριφορά Λιάπη ή διαφόρων λαμπερών αστεριών της πίστας; 

Δεν έχουν κακογουστιά πολλοί από τους τίτλους που φιγουράρουν κάθε μέρα στα περίπτερα στον ημερήσιο Τύπο; 

Δεν έχει κακογουστιά ο τρόπος που πιστεύουν ότι κάνουν «διάλογο» διάφοροι πολιτικοί και αναλυτές;

Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι αυτή η έλλειψη αισθητικής χειροτερεύει διαρκώς, είναι σαν επιδημία χωρίς αντίδοτο. Διαρκώς εξαπλώνεται: στον τρόπο που διασκεδάζουμε, στον τρόπο που διαμορφώνουμε τους προσωπικούς μας χώρους, την προσωπική μας εικόνα, τις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Κυρίως στον τρόπο που καμωνόμαστε ότι είμαστε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε.

Τι είναι το κακό γούστο; 

Tο όνειρο του ριάλιτι

Tης Oλγας Σελλα

Iδού της τηλεόρασης το περίεργο: ενώ είναι γεμάτη από προγράμματα ριάλιτι, ενώ όλο και περισσότεροι σταθμοί επενδύουν σε μια γκάμα που ξεκινάει από τον νοσηρό οίκτο και την ανθρωποφαγική περιέργεια και φτάνει στην ψευδαίσθηση κοσμοπολιτισμού, οι θεατές –οι πολλοί θεατές– όλων αυτών φαίνεται ότι δείχνουν χλιαρό και περιορισμένο ενδιαφέρον στο ριάλιτι που έγινε ο πρώτος διδάξας του είδους: στον big brother ή τουλάχιστον στην εγχώρια παραγωγή του.  

Tι δεν αντέχουν ακριβώς οι θεατές στο ριάλιτι που διεκδικεί μεγάλο μερίδιο στην ιστορία της τηλεόρασης και της αισθητικής της τον 21ο αιώνα; Tην άκομψη –για την ακρίβεια άγαρμπη– αποκάλυψη προσωπικών επιλογών και ευαισθησιών; Tη βαρετή επανάληψη μιας καθημερινότητας που δεν έχει καμιά δημιουργικότητα και κανένα ενδιαφέρον – όπως η ζωή κάθε έγκλειστου; Στρέφουν άραγε την πλάτη τους στο χαμηλό επίπεδο της συζήτησης μεταξύ των παικτών; Ή μήπως τους ενοχλεί ο δεσποτικός, ειρωνικός και αυταρχικός ρόλος του αόρατου big brother;

Tα ριάλιτι που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία σήμερα και σίγουρα περιλαμβάνουν στη συνταγή τους κάποια απ’ όλα αυτά τα στοιχεία ή όλα αυτά. Που δεν ενοχλούν καθόλου το κοινό τους, όπως δείχνουν οι μετρήσεις τηλεθέασης και οι ανανεώσεις των συμβολαίων. Δεν έχουν, δηλαδή, ιδεολογικές αντιρρήσεις με ό,τι σημαίνει ριάλιτι. Aναζητούν όμως άλλες διεξόδους από τον κόσμο της τηλεόρασης οι σημερινοί τηλεθεατές και φαίνεται ότι το concept του BB δεν προσφέρει φωτεινά πρότυπα. Oσοι έχουν για διασκέδαση την τηλεόραση χρειάζονται να ταυτιστούν με κάτι διαφορετικό: με επιτυχημένους σεφ, με κορίτσια ή αγόρια που κυνηγούν το όνειρο του ροκ ή του λαϊκού ειδώλου ή μιας τηλεοπτικής καριέρας, με μια ανακατασκευή του σπιτιού τους που καθόλου δεν παίρνει υπόψη τις προσωπικές αισθητικές, αλλά διακοσμεί με πρετ α πορτέ γούστα...

Oσοι παίρνουν μέρος στην τωρινή εγχώρια εκδοχή του big brother είναι απλοί άνθρωποι, καθημερινοί, με χαμηλωμένα όνειρα, με συνηθισμένες αν όχι εξαιρετικά συντηρητικές απόψεις. Δέχθηκαν να κλειστούν για περίπου τέσσερις μήνες σ’ ένα σπίτι, κυνηγώντας ένα χρηματικό έπαθλο. Σαν ν’ αγόραζαν λαχείο δηλαδή, ή να έπαιζαν Λόττο. Mόνο στην προκειμένη περίπτωση δεν πηγαίνουν στο πρακτορείο ΠPO-ΠO της γειτονιάς τους, δεν κυνηγούν ανώνυμα το όνειρο ή την ανάγκη τους. Δέχθηκαν το όνειρό τους να γίνει φτηνή παραγωγή για κάποιες κάμερες.

Iσως αυτή είναι η απάντηση που δεν έχει ένθερμους θεατές το BB στην τωρινή του φάση. Γιατί όσοι έχουν βρεθεί στο «σπίτι», θυμίζουν στους τηλεθεατές και τις δικές τους ανάγκες. Kαι τους θυμίζουν επίσης ότι χρειάζεται να ταπεινωθούν και να ματώσουν για να το πραγματοποιήσουν. Δεν έχει σημασία που στην τηλεοπτική του εκδοχή του «μάτωμα» είναι εικονικό, είναι απλώς θέαμα. Για τους τηλεθεατές είναι η αφήγηση της ζωής τους.

Oι ανεμιστήρες του τουρισμού

Tης Ολγας Σελλα

Θα πηγαίνατε διακοπές σ’ ένα κατάλυμα όπου για να χρησιμοποιήσετε το κλιματιστικό θα έπρεπε να πληρώσετε εξτρά στη ρεσεψιόν για να σας δοθεί το τηλεκοντρόλ και να κοιμηθείτε δροσερά τις ζεστές ώρες του μεσημεριού; Θα επιλέγατε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα που ενώ τα έχετε ήδη πληρώσει, θα πρέπει να καταβάλετε επιπλέον αντίτιμο στους υπεύθυνους για να σας «ενοικιάσουν» (!) ανεμιστήρες;

Kαι τι θα λέγατε αν όλα αυτά δεν αφορούν τις τουριστικές υποδομές μιας τριτοκοσμικής χώρας, αλλά μερικούς από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς της χώρας μας, που, υποτίθεται, ότι επενδύει στον τουρισμό; 

Nαι, όλα αυτά συμβαίνουν τουλάχιστον σε ένα ελληνικό νησί, με παράδοση και ιστορία στον τουρισμό, όπως είναι η Kέρκυρα, που χρησιμοποίησε, όπως και πολλές περιοχές της χώρας, τον τουρισμό με στόχο τον εύκολο πλουτισμό. Oι κάτοικοι αυτών των νησιών έγιναν από τη μια στιγμή στην άλλη ξενοδόχοι, χωρίς γνώση, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς εφόδια, αδιαφορώντας για τις αισθητικές και πολεοδομικές ανορθογραφίες που οι ίδιοι προξένησαν στις παραλίες τους.

Aλλά κάποτε οι παχιές αγελάδες πέρασαν, και ήρθαν κάτι διεθνή τουριστικά γραφεία που ανέλαβαν να τους εφοδιάζουν με πελάτες, πληρώνοντάς τους με το ιλιγγιώδες ποσόν των 8 (!!!) ευρώ τη βραδιά για κάθε κρεβάτι... Kι όσοι πλήρωσαν περιουσίες για να φτιάξουν τα rooms to rent που γέμισαν τα νησιά και τα αλλοίωσαν, υποκύπτουν αδιαμαρτύρητα στον νέο... «αποικισμό», χωρίς να μπορούν να ελέγξουν σχεδόν τίποτα από τις περιουσίες τους. Eτσι κι αλλιώς, αν αρνηθούν, τα περίφημα «γραφεία», απλώς θα προσπεράσουν τα δικά τους καταλύματα, και θα πάνε παρακάτω. Δεν θα χρειαστεί να ψάξουν πολύ. Oι προσφορές είναι πολλές. Oσες και τα άδεια δωμάτια στα μέχρι πρότινος δημοφιλή τουριστικά θέρετρα.

M’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί η περίφημη βιομηχανία του τουρισμού σε πολλές περιοχές αυτής της χώρας. Xωρίς κάποιος να ελέγχει, χωρίς κανείς να καθοδηγεί, χωρίς ουδείς να βάζει κανόνες, χωρίς να υπάρχει ένας αρμόδιος για να εξηγεί...

H επένδυση στον τουρισμό σ’ αυτή τη χώρα ασκήθηκε, όπως και πολλά άλλα τα τελευταία χρόνια, εντελώς τυχαία, αλλά όχι πάντα και όχι παντού με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Kι αν τα πρώτα χρόνια λειτουργούσε ακόμα η παράδοση της ελληνικής φιλοξενίας, αυτό το «προϊόν» γρήγορα τελείωσε. Oλα πλέον έχουν τιμή, όλα κοστίζουν, ακόμα και το τηλεκοντρόλ για το αιρ-κοντίσιον ή ο απλός ανεμιστήρας!  

Στην Kέρκυρα και σε άλλες περιοχές της χώρας μετράνε φέτος τα δωμάτια που έμειναν ξενοίκιαστα, μετράνε τις επενδύσεις που δεν θα αποδώσουν ούτε ένα ευρώ και η ετυμηγορία βγαίνει γρήγορα: ένοχος είναι η κρίση! Aυτήν που ακούνε στα MME, φυσικά, κι όχι εκείνη που προκαλείται από την αντιεπαγγελματική άσκηση μιας πολύ σοβαρής δουλειάς.

Ξύλινες λέξεις, περίκλειστα μυαλά

Tης Ολγας Σελλα

«Ποιος δεν έχει βαρεθεί να ακούει ότι η “αδρεναλίνη” είναι πάντα “στα ύψη”, ότι “το θερμόμετρο” πάντα “χτυπάει κόκκινο”, ότι “το σενάριο” είναι πάντα “εφιαλτικό”, ότι η “επέμβαση” γίνεται πάντα “χωρίς αναισθητικό”, ότι “η επίθεση που εξαπέλυσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης” είναι πάντα “σφοδρή” και ότι “η καταστροφή” είναι πάντα “βιβλική”». 
Είναι ένα μικρό απόσπασμα από ένα ιδιαίτερο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε: το «Μικρό ερμηνευτικό λεξικό της ξύλινης γλώσσας», για το οποίο φρόντισε ο Αριστείδης Γ. Ρωμανός (εκδ. Ποταμός).

Περιλαμβάνει ενδεικτικά 124 «λήμματα» αυτό το ιδιόρρυθμο λεξικό και καταγράφει αυτά που κατά κόρον χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ στον προφορικό ή τον γραπτό λόγο. «Το ξύλινο στοιχείο προκύπτει από την προσπάθεια κατασκευής συντακτικών ενοτήτων, είναι πάντα αποτέλεσμα συνδυασμού και συναρμογής λέξεων για τη διατύπωση κάποιου νοήματος – και από την εν συνεχεία αέναη επανάληψή του. Μόνο που αντί νοήματος παράγεται ασάφεια, αντί πρωτοτυπίας στερεότυπο, αντί καλλιέπειας γλωσσική κακοποίηση», λέει στον πολύ ενδιαφέροντα πρόλογό του. Αφορά άραγε μόνο τη γλώσσα των ΜΜΕ αυτό το πλαίσιο που θέτει αυτός ο πολεοδόμος, ο οποίος, εκτός από την ευρυθμία της πόλης, ενδιαφέρεται και για την ευρυθμία της γλώσσας; Κάθε άλλο.

Η ξύλινη γλώσσα είναι δίπλα μας κάθε στιγμή, είναι εργαλείο έκφρασης όλων των κοινωνικών ομάδων, είναι τρόπος μη σκέψης πολλών ανθρώπων.

Oπως π.χ. το σύνθημα «Χούντα! Χούντα!», που ακούγεται συχνά-πυκνά στα χρόνια που μεσολάβησαν από την πραγματική χούντα. Ακούστηκε και προχθές έξω από το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών από τους εξαγριωμένους ιδιοκτήτες φορτηγών και βυτιοφόρων Δ.Χ. Κι όπως αρκετές φορές συμβαίνει με τα συνθήματα, χρησιμοποιούν λέξεις που απλώς ερεθίζουν το θυμικό και όσων τις χρησιμοποιούν και όσων τις ακούν, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρονται σε μια αλγεινή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας. Ακόμα κι αν δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται.

«...Η ξύλινη γλώσσα κρύβει την επιθυμία του εκφέροντος να προάγει αντίστοιχα την άγνοια, την πρόσληψη λανθασμένης αντιληπτικής εικόνας ή την ακρισία στον αποδέκτη του μηνύματος», σημειώνεται πολύ εύστοχα στην εισαγωγή του βιβλίου. Και να εκμηδενίσει οποιαδήποτε διαδικασία λογικής και διαλόγου, θα προσθέταμε, δύο από τις σοβαρότατες παθογένειες της νεοελληνικής κοινωνίας, για την ύπαρξη των οποίων έχει συμβάλει απολύτως η καταφυγή σε «ξύλινες» επικλήσεις λέξεων εκτός πραγματικότητας, που οδηγούν σε περίκλειστη σκέψη.

H επανάσταση στην τεχνολογία!

Tης Ολγας Σελλα

Διαφήμιση πρώτη: η κουτσομπόλα της γειτονιάς κρυφοκοιτάει από το ματάκι της πόρτας για να καταγράψει την... κίνηση στο απέναντι διαμέρισμα. Αμέσως μετά «πιάνει δουλειά». Μεταδίδει την είδηση και επικοινωνεί. Είναι το chatting του 1978, ολοκληρώνει η διαφήμιση, κάνοντας την αντιδιαστολή με τις σημερινές δυνατότητες της τεχνολογίας.

Διαφήμιση δεύτερη: μια παρέα μηχανόβιων, με εμφάνιση που παραπέμπει 30 χρόνια πίσω, σταματάει έξω από ένα περίπτερο και αναζητεί μια καφετέρια. Ο περιπτεράς, εξυπηρετικότατος, βγαίνει έξω από το περίπτερο και τους εξηγεί, φλυαρώντας χαριτωμένα, όλη τη διαδρομή. Είναι το gps του 1980 καταλήγει πάλι η διαφήμιση, και ξανακάνει τον παραλληλισμό με τις δυνατότητες που σήμερα παρέχουν οι μηχανές που βοηθούν στην εξεύρεση δρόμων και περιοχών.

Διαφήμιση τρίτη: ένα τσούρμο φουστανελάδες προσπαθεί να πείσει τον... Κολοκοτρώνη να χρησιμοποιήσει την τάδε μάρκα κινητού, διότι παρέχει «μοναδικές» δυνατότητες επικοινωνίας, και άρα μπορεί να συντονιστεί καλύτερα η... Επανάσταση! Κι όλοι μαζί στο τέλος τραγουδούν χαρωπά, παραλληλίζοντας την επανάσταση στην τεχνολογία (που προσφέρει το διαφημιζόμενο προϊόν) με την Επανάσταση του 1821.

Κοινό το εύρημα και των τριών διαφημιστικών μηνυμάτων: καταφεύγουν στο παρελθόν για να περιγράψουν, με τρόπο που πιστεύουν ότι ωφελεί το προϊόν που θέλουν να προβάλουν, το χάσμα που υπάρχει σε καθημερινούς και οικείους σήμερα τρόπους επικοινωνίας, επαφής, διευκόλυνσης της καθημερινότητας. Οι δύο πρώτες διαφημίσεις, που εντάσσονται στην ίδια καμπάνια, αντλούν πολύ εύστοχα το εύρημά τους από όχι και τόσο μακρινές εποχές -μόλις τριάντα χρόνια πίσω- αντιγράφουν έξυπνα την κινηματογραφική γλώσσα της εποχής στην οποία παραπέμπουν και τη συνοδεύουν με απολύτως αναγνωρίσιμες κοινωνικές συμπεριφορές και αισθητικές.

Η τρίτη διαφήμιση απλώς αστοχεί. Οχι επειδή κατεδαφίζει τα ιερά και τα όσια, όπως διάβασα χθες σε μια εφημερίδα. Απλώς επειδή δεν πείθει. Γιατί το εύρημά της αγγίζει τα όρια του φαιδρού και η κινηματογραφική της «γλώσσα» εμπίπτει απολύτως στα b-movies των δεκαετιών ’70-’80. Γιατί η προβαλλόμενη εικόνα ούτε ανατρέπει αυτό που ξέρουμε ούτε ανασύρει εικόνες και παραστάσεις για την εποχή, έτσι όπως αυτές συνδέονται με την εγκύκλια παιδεία όλων μας - συχνή δεξαμενή άντλησης διαφημιστικών σεναρίων για πολλά προϊόντα.

Θυμόμαστε, ίσως για χρόνια μετά, διαφημίσεις που δανείστηκαν με επιτυχία ανθρωπότυπους και συμπεριφορές που αφορούν την κοινωνία, την σατιρίζουν ή ερμηνεύουν άρρητες απορίες των μελών της. Και έγιναν μέρος της δικής τους τέχνης, κλασικές στο είδος τους και σλόγκαν στο στόμα πολλών.
Τις υπόλοιπες, αν κατά λάθος πέσουμε επάνω τους, απλώς θέλουμε να τις ξεχάσουμε. Οπως ένα κακό βιβλίο, μια αφόρητη παράσταση, μια κακή κινηματογραφική ταινία.

Στον καιρό της Πετρούλας


Tης Ολγας Σελλα


Φαίνεται πως η λογική του σκληρού, αποκαλυπτικού, αδιάκριτου reality διαπερνά όλο και περισσότερο τα ήθη. Οχι μόνο τα προσωπικά, αλλά και τα καλλιτεχνικά.
Γιατί πώς αλλιώς να γίνει κατανοητή η έκδοση ενός βιβλίου που θέμα του έχει τις προσωπικές στιγμές, τις ιδιαίτερες συμπεριφορές, τις παρεΐστικες συναντήσεις εκδοτών, συγγραφέων, δημοσιογράφων, με όλα τα ανάλαφρα ή τα σοβαρά που λέγονται σε τέτοιου είδους συναθροίσεις;
Δεν έχει κανένα νόημα η υπόμνηση του τίτλου του βιβλίου ούτε του ονόματος του συγγραφέα. Θα έμοιαζε σαν να ανακυκλώνουμε εκείνη την καθόλου παλιά προτροπή που καλούσε απαντες και άπασες να δουν τον καιρό της Πετρούλας. Ενα κορίτσι που έκανε (κάνει) reality και γαργαλιστικό το δελτίο καιρού, πετυχαίνοντας έναν διπλό στόχο: από τη μια, να κινητοποιήσει τις φαντασιώσεις των θεατών και, από την άλλη, να αυξήσει την τηλεθέαση του καναλιού που την εργοδοτεί.

Είναι κάτι σαν τ’ απομεινάρια εκείνων των φτηνών επιθεωρήσεων που φιλοξενούνται σε διάφορα χειμωνιάτικα ή καλοκαιρινά θέατρα και κλείνουν, σε κάθε φράση διαλόγου, πονηρά το μάτι στο κοινό, με μόνα υλικά τα χοντροκομμένα σεξουαλικά υπονοούμενα, γυμνασιακού επιπέδου και ευφυΐας. Αυτή τη φορά, στις σελίδες του βιβλίου, όλα αυτά, τα ίδια πράγματα, είναι ενδεδυμένα με ξερολισμό, έπαρση, αυθάδεια και αδιακρισία. Και όχι για ήρωες φανταστικούς, αλλά για πρόσωπα υπαρκτά, γνωστά μας, ενεργά αυτής της πόλης και της λογοτεχνικής της κοινότητας.
Είναι κι άλλες φορές, σχετικά πρόσφατα, που Ελληνες συγγραφείς έκαναν ήρωες υπαρκτά πρόσωπα, συγχρόνους τους, συνεργάτες και ομοτέχνους τους. Ασχέτως με το επιτυχές ή όχι λογοτεχνικό αποτέλεσμα, δεν έφτασαν ποτέ στο επίπεδο της ανήθικης αδιακρισίας στην προσωπική ζωή των ανθρώπων.


Ποιους αφορά αυτό το βιβλίο; Ισως όχι τη μελλοντική ιστορία της λογοτεχνίας, αλλά μια ιστορία των κοινωνικών συμπεριφορών και αξιών του 21ου αιώνα, που θα κάνει φανερό πόσο ο ρεαλισμός έχει ταυτιστεί με το φτηνό reality. Και πόσο οι κώδικες αυτού του φρούτου, που κοντεύει να σαπίσει και απλώνεται από τη μαγειρική μέχρι το προξενιό και το αλληλοκάρφωμα, περνούν πια στα χωράφια της λογοτεχνίας.

Και ο συγγραφέας της ιστορίας μας, που δυστυχώς είναι αληθινή, δεν διστάζει να... αποκαλύψει τις προσωπικές του σχέσεις, τις προσωπικές ερωτικές επιδόσεις και επιλογές, τις πιο μύχιες σκέψεις του για βιβλία και συγγραφείς. Οπως ακριβώς η Πετρούλα δεν διστάζει να αποκαλύπτει όσα ονειρεύονται οι θεατές, όπως ακριβώς τα reality δεν διστάζουν να ισοπεδώσουν ανθρώπινα συναισθήματα, ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες.


Μόνο που εκεί το μέσον είναι άλλο και άλλες οι επιδιώξεις: είναι η εικόνα, η τηλεθέαση, η πίτα της διαφήμισης. Φαίνεται πως ακριβώς αυτά τα κριτήρια αρχίζουν να περνούν και στις σελίδες της λογοτεχνίας.


πηγη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ