"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικα ΣΟΥΡΓΕΛΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;: Ο Λευτέρης Αυγενάκης και η (ελληνική) μαγκιά

 


Της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Αν δεν υπήρχαν κάμερες (να καταγράψουν το χαστούκι στον υπάλληλο του αεροδρομίου) και δεν ήταν τόσο κακόγουστα κλισέ και δηλωτικό ελλειμματικής ανατροφής, αυτό που ξεστόμισε ο Λευτέρης Αυγενάκης, θα ήταν απλώς για γέλια.

Πικρά γέλια, γιατί με το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» μεγαλώσαμε – ήταν από αυτά που μας συμβούλευαν οι δικοί μας να μη λέμε, για να μην τους ξεφτιλίζουμε. Και από τα ίδια ακριβώς που όταν συνέβαιναν μπροστά στα μάτια μας, σκουντιόμασταν για το θράσος και την ξιπασιά.

Το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» το χρησιμοποίησε ο ελληνικός κινηματογράφος σαν αστείο ή σαν τσαλακωμένο παράσημο κάποιας ρημαγμένης αντρίλας. Το έβαλε στο στόμα διάφορων διάσημων νταήδων χαρακτήρων (όπως ο αείμνηστος Γιώργος Φούντας) ή κάποιου μεθύστακα που γύρευε τα ρέστα μέσα στη σούρα του από αυτόν που του σερβίριζε το πολλοστό ποτηράκι της βραδιάς.

Δεν έχει πάντα λεφτά το «ξέρεις ποιο είμαι εγώ;». Ενδέχεται να μην έχει δεκάρα τσακιστή.

Δεν έχει κομματικό πρόσημο, ασχέτως αν τώρα με τις καλοσύνες του τα ακούει συλλήβδην η Νέα Δημοκρατία – και δικαιολογημένα.

Ας πούμε τη δεκαετία του ’80 –ίσως θυμούνται οι παλιότεροι– ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης του ΠΑΣΟΚ, Αντώνης Δροσογιάννης, είχε αστράψει μια ξανάστροφη σε τροχονόμο που τόλμησε να σταματήσει τον οδηγό του και να του κόψει κλήση. Και αυτό το χαστούκι ένα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» έγραφε, όταν προσγειώθηκε στο μάγουλο του τροχονόμου.

Και το 2020, στην Αίγινα, ο επικεφαλής του ΜεΡΑ25, Γιάνης Βαρουφάκης, είχε ρωτήσει κάτι παρόμοιο τον λιμενικό που πήγε να του κάνει έλεγχο, (https://www.athensvoice.gr/epikairotita/politiki-oikonomia/637716/epeisodio-me-varoyfaki-stin-aigina-pige-sto-nisi-en-meso-karantinas/) διαφοροποιώντας ελαφρώς το βαρύγδουπο ερώτημα –«Δεν ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»– το οποίο επίσης δεν έχει εθνικότητα: και στο εξωτερικό σελέμπριτις και ανθυπο-σελέμπριτις, πολιτικοί και πολιτικάντηδες κάνουν τους κουφούς στα σήματα της Τροχαίας ή και στις συναλλαγές τους με τις αρχές.

Δεν έχει τάξη το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»: είναι modus operandi, τρόπος ζωής, σκέψης και βαθιά προβληματικού μεγαλώματος. Όταν οι μισοί ανατρεφόμαστε με το «δεν δείχνουμε / σεβόμαστε / περιμένουμε τη σειρά μας», οι άλλοι μισοί μαθαίνουν να αγνοούν τους κανόνες, να γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τον κόπο και την αξία των άλλων ανθρώπων, να δρέπουν αντί να ζητούν (ευγενικά), να χτυπάνε αντί να επιχειρηματολογούν. Κυρίως θράσος έχει, κι αν αυτό το θράσος συνοδεύεται και από την παραμικρή (οποιαδήποτε) μορφή εξουσίας, μπορούν να συμβούν τέρατα.

Βέβαια, το πραγματικά ελεγκτέο στην όλη φάση με τον Αυγενάκη –γιατί για τη «χειρονομία», όπως επέλεξε να την αποκαλέσει, έχουν ήδη «μιλήσει» οι κάμερες- είναι ότι στο πρόσφατο παρελθόν κλήθηκε να διαχειριστεί καυτές πατάτες όπως η βία στα γήπεδα και κάπου εκεί είναι να απορείς πώς είναι δυνατόν να αποφασίζεις για ιδιώνυμα και αυστηροποίηση νόμων και το δικό σου το χέρι να σηκώνεται τόσο εύκολα.

Και μετά ολες αυτές οι ομορφιές για τα προνόμια της ασυλίας, είναι κάπως ανησυχητικό έστω και ένας αξιωματούχος να πιστεύει ότι τα προνόμια του τον καθιστούν τόσο άτρωτο απέναντι στις συνέπειες των πράξεών του, ε;

Κατά τα λοιπά, για ερωτήσεις τύπου «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» με όλες τις σχετικές παραλλαγές τους, απάντηση υπάρχει: 

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το πρόβλημα τού να ζεις σε μια χώρα όπου η ευγένεια θεωρείται αναπηρία

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Το να είσαι ευγενής στις μέρες μας ισούται με μορφή αναπηρίας.  


Το ζούμε στις καθημερινές συναλλαγές μας, στις παρέες, στα απλά και τα σύνθετα.  


Έχουμε συνηθίσει και δεν αντιδρούμε πια, όταν λέμε «καλημέρα» σε μια δημόσια υπηρεσία ή σ’ ένα κατάστημα (λιγότερο στη δεύτερη περίπτωση καθώς η κρίση ανάγκασε αφεντικά και υπαλλήλους να γίνουν έστω και με το ζόρι ευγενείς) να μη λαμβάνουμε καμία απάντηση. 


Το νιώθουμε, όταν πλησιάζουμε κάποιον χαμογελαστοί και μας αντιμετωπίζει σα να το σκάσαμε από ίδρυμα. Αν δε κάποιος είναι γλυκός στους τρόπους του, πολύ σύντομα γίνεται το ανέκδοτο του περιβάλλοντος και χαρακτηρίζεται ως αγαθιάρης. 


Ξέρουμε πολύ καλά να επιβιώνουμε με φωνές και ένταση, ξέρουμε τι να κάνουμε για να επιζήσουμε μέσα στην άγρια πόλη.  


Δεν περιμένουμε ποτέ να κατέβουν οι επιβάτες του Μετρό, του τρένου, του λεωφορείου για να ανέβουμε, κι όταν συμβαίνει το αντίστροφο σπρώχνουμε και ψιλο-κλωτσάμε για να δείξουμε ότι είμαστε ανώτεροι, ότι περιφρονούμε τους ανυπόμονους και άξεστους. Γινόμαστε το ίδιο άξεστοι, δηλαδή


Σχολιάζουμε τους πάντες και τα πάντα φαρμακερά, δεν ζητάμε συγνώμη, χαρακτηρίζουμε, κάνουμε γκριμάτσες και φυσικά έχουμε επιχείρημα για όλα αυτά: είμαστε μεσογειακός λαός, έχουμε ταμπεραμέντο εμείς, είμαστε ευθείς και ντόμπροι.  


Είναι η ευθεία γραμμή που ενώνει το τηλεοπτικό παρελθόν μας με το αγενές και άραχλο σήμερα. Είμαστε εμείς. Και ως τέτοιοι τα καταφέρνουμε(;). Έτσι παίρνουμε τις δουλειές, έτσι τα καταφέρνουμε, έτσι συμπεριφερόμαστε και στα ερωτικά μας, έτσι λύνουμε τα φιλικά μας.  


Δεν είναι μαγκιά, είναι ο τρόπος μας. Διακόπτουμε, κάνουμε χειρονομίες, αποδοκιμάζουμε φανερά τον συνομιλητή μας, αλλά μη διανοηθεί κανείς και υπονοήσει ότι δεν έχουμε τρόπους.  


Έτσι είμαστε εμείς, και του λιμανιού και του σαλονιού –που, ναι, ωραίο είναι-, αλλά στην Ελλάδα τα όρια ποτέ δεν ήταν διακριτά και εκεί που δεν φαινόταν να τελειώνει το σαλόνι, είχες να κάνεις με το λιμάνι απευθείας, οπότε έμεναν κατά μέρους οι τύποι και μαζί τους και η ουσία


Στο τηλεοπτικό πεδίο όλο αυτό ζει, τρέφεται και μεγεθύνεται από το ’80 και μετά.  


Και πάλι δεν φταίμε εμείς. Η μεταπολίτευση και μετά η ελεύθερη τηλεόραση έφερε μια ελευθερία, μια αμεσότητα και μια ανακούφιση πρωτόγνωρη. Είχε και κάτι το ανθρώπινο όλο αυτό, να μη φοβάται κανείς τη σκιά του για να πει μια κουβέντα παραπάνω, να εμφανίζεται πιο προσηνής, πιο γήινος, πιο κατανοητός. Να υπάρχει μια άνεση στην επικοινωνία με το τηλεοπτικό κοινό, ένας παλμός, μια υποσχετική ότι μοιάζουμε. Από αυτή την αμεσότητα –του Μέσου και των ανθρώπων του- ξεπήδησαν όλα τα αστέρια της ελληνικής pop κουλτούρας: από την Ελένη Μενεγάκη και τον Αντρέα Μικρούτσικο, μέχρι τα πολύ underground της ελληνικής τηλεόρασης. Τις μεταμεσονύκτιες εκπομπές του κιτς (ποιος ξεχνά το «Ερωτοδικείο» και τα ανθυποπαράγωγά του σε περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς;) μέχρι τις καμένες ραδιοφωνικές εκπομπές.  


Η αίσθηση ήταν του ότι τα βλέπουμε για να γελάσουμε, για να ξεχαστούμε και το άλλοθι βρισκόταν ότι σε όλες τις τηλεοράσεις του πλανήτη συμβαίνουν αυτά, γιατί να διαφέρουμε εμείς; 


Ωστόσο, εκείνο που ξεχνιόταν την ώρα της πλάκας ήταν...