"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΑΡΙΣΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Με την πλάτη στο μέλλον



Δεν θέλω να μπω ούτε στην αφορμή ούτε στην ουσία της δημόσιας αντιπαράθεσης του Πάσχου Μανδραβέλη με τον Διονύση Τσακνή. 


Θέλω μόνο να σταθώ στον ίσκιο που κάθεται βαρύς πάνω στην απάντηση του συνθέτη που αποδεικνύει πόσο συνεπής είναι εδώ και δεκαετίες που τραγουδάει «γυρίζω την πλάτη μου στο μέλλον».  


Φυσικά, δεν γίνεται αλλιώς, αφού το βλέμμα του είναι σταθερά προσηλωμένο στο παρελθόν. Δεν είναι ο μόνος — συμβαίνει σε πολλούς συμπολίτες μας, και είναι η ξεκάθαρη εξήγηση γιατί η χώρα είναι πάντα έτοιμη να βουλιάξει στη δίνη ενός διχασμού. Γιατί τον κουβαλά μέσα της σε χειμερία νάρκη και όταν η στροφή της ιστορίας τον ξυπνήσει ξεπηδά απέθαντος και ρωμαλέος.


Το πρώτο πράγμα που βρήκε να συνεισφέρει ο Διονύσης Τσακνής σε έναν σύγχρονο διάλογο που αφορούσε τις απόψεις του καθενός για την σημερινή Ευρώπη ήταν το περίστροφο στον κρόταφο του πατέρα του, εικόνα που προφανώς έχει κατακυριεύσει το λογισμό του και δεν τον αφήνει να δει τα πράγματα με άλλο τρόπο.  


Το λέει τόσο ξεκάθαρα όσο και λυρικά ο άνθρωπος, οι κόσμοι είναι δύο, ο δικός μου, του πατέρα μου, της Νατάσσας, των αγωνιστών, των ηρώων, των ιδανικών, των νεκρών της ΕΡΤ, και ο άλλος. Του Μανδραβέλη, των ρουφιάνων, των δοσίλογων, των χωροφυλάκων, των εγκάθετων, του αντικομμουνισμού που σήμερα λέγεται νεοφιλελευθερισμός.


Προεξοφλεί φυσικά ότι στον Πάσχο αρέσουν οι ρουφιάνοι, είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά; 


 Πώς θα μείνει όρθιο το οικοδόμημα μέσα στο μυαλό του δημοφιλούς συνθέτη αν το κάθε τούβλο δεν είναι στη θέση του; 


 Και φυσικά τοποθετεί εξ ορισμού τον δοσίλογο που κατάδωσε τον πατέρα του στους Γερμανούς, στον κόσμο του αρθρογράφου. «Συμπατριώτης σου, Πάσχο», λέει, μη συναισθανόμενος ασφαλώς την ύβρη, να χρεώνει σε έναν άνθρωπο, αγέννητο τότε, το έγκλημα της κατάδοσης;  


Αλήθεια, σκέφτηκε ποτέ ότι μπορεί να είναι και λίγο διαφορετικά τα πράγματα;  


Οτι μπορεί κάποιος να φρίττει με τους δοσίλογους και ταυτοχρόνως να μην θεωρεί την Ευρώπη δικτατορία; ‘Η είναι βαρύ φορτίο μια τόσο σύνθετη σκέψη, έξω από τη μηχανική παραγωγής στεροετύπων;


Και φυσικά είναι σίγουρος ότι στις παρέες των άλλων, εκείνου του άλλου κόσμου, του ξένου στην πατρίδα του Τσακνή, οι συμπατριώτες του Μανδραβέλη λένε τον εμφύλιο συμμοριτοπόλεμο.  


Εχει άραγε ποτέ διαβάσει στα χιλιάδες κείμενα του αρθρογράφου αυτήν τη λέξη που του χρεώνει ανεδοίαστα; Ή μήπως νομίζει ότι φοβάται να την πει δημοσίως εφόσον τον εκφράζει;  


 Προφανώς η εξήγηση να μην χρησιμοποιεί ποτέ τον όρο και να μην είναι κομμουνιστής δεν αντέχεται από τα κλισέ του μυαλού του.


Ε, λοιπόν, ας ξέρει ο κ. Τσακνής ότι...

Απλές οικονομικές προσεγγίσεις

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΤΣΑΚΝΗ

Τους τελευταίους μήνες, ακούω και κυρίως διαβάζω οικονομικές αναλύσεις προερχόμενες από ειδικούς ή μη περί το αντικείμενο, οι οποίες στοχεύουν αφ' ενός να αιτιολογήσουν -τρόπον τινά- τα αίτια της κρίσης και αφ' ετέρου να κρίνουν την ορθότητα των μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση για την αντιμετώπισή της.

Αν και από τον πρώτο καιρό της αποφοίτησής μου, δεν ακολούθησα (όπως ο συνάδελφος και φίλτατος Ανδρέας Ρουμελιώτης) τον δρόμο της εν λόγω επιστήμης, δηλώνω πως -και λόγω του μικροβίου της ενασχόλησής μου με τα κοινά- δεν έπαψα να ενημερώνομαι και να παρακολουθώ την οικονομική θεωρία και πρακτική.

Διατείνομαι, με άλλα λόγια, πως δεν ξέχασα τα βασικά. Ετσι, γνωρίζω τι σημαίνει προϋπολογισμός, δημόσια έσοδα, ακαθάριστο εθνικό προϊόν και τη διαφορά του απ' το εγχώριο, προσφορά, ζήτηση, μακροοικονομικοί δείκτες, δημόσιο χρέος, έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και τα ρέστα. Οχι, φίλε αναγνώστη, δεν κάνω επίδειξη γνώσεων. Αλλωστε, απ' ό,τι «ανακάλυψα» προ ετών απ' τους μεγάλους μου γιους, αυτά τα διδάσκονται στη Γ' Λυκείου οι έφηβοι, ανεξαρτήτως του αν θα ακολουθήσουν τον δρόμο των οικονομικών επιστημών.

Ετσι οφείλω μια διόρθωση σ' αυτούς που γράφουν -αναφερόμενοι σε βασικές οικονομικές γνώσεις- πως τις γνωρίζουν ακόμα και οι πρωτοετείς των αντίστοιχων πανεπιστημίων, ότι σωστότερο θα ήταν να γράφουν πως τις γνωρίζουν ακόμα και οι τελειόφοιτοι των Λυκείων.

Και μια και μιλάμε για Λύκεια, ομολογώ πως ο πρόλογός μου ήταν δυσανάλογος με το κυρίως θέμα και ο αυστηρός φιλόλογός μου θα επαληθεύεται εκ των υστέρων για το 11άρι που μου έβαζε στην έκθεση. Ομως, στον πρόλογο ακριβώς βρίσκεται η ουσία.

Οι μαθητές λοιπόν της Γ' Λυκείου γνωρίζουν πως αν μια οικονομία (δυτικού βέβαια τύπου ή άλλως καπιταλιστική) βρίσκεται σε ύφεση, εκείνο που με τίποτα δεν πρέπει να κάνει μια κυβέρνηση, η οποία καλείται να αυξήσει τα δημόσια έσοδα, είναι να μειώσει την αγοραστική δύναμη του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, περικόπτοντας μισθούς και συντάξεις. Τα δημόσια έσοδα είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον κύκλο των συναλλαγών (άρα και της φορολογίας τους) και είναι ηλίου φαεινότερον πως, αν μειωθούν οι οικονομικές συναλλαγές, το κράτος θα εισπράξει λιγότερα.

Τα δε μέτρα που αυξάνουν τη φορολογία των συναλλαγών (στην προκειμένη περίπτωση αύξηση του ΦΠΑ) και η ταξική αύξηση των έμμεσων φόρων λειτουργούν αποτρεπτικά για την κατανάλωση, μέσα απ' την οποία το κράτος προσδοκά το μερίδιό του. Ηδη οι πρώτες στατιστικές είδαν το φως της δημοσιότητας: μείωση κρατικών εσόδων τον Μάρτιο έναντι του Φεβρουαρίου κατά 10%.

Αισθάνομαι πολύ άβολα -κομμουνιστής άνθρωπος- να μιλάω για το αλφάβητο της υποτιθέμενης θεραπείας του καπιταλισμού, δοθέντος πως στο μόνο που πιστεύω είναι στην ανατροπή του. Αν όμως στο πλαίσιο μιας αρρώστιας καλείσαι να λάβεις κάποια μέτρα για να αντιμετωπίσεις το σύμπτωμα, είναι βέβαιον πως αυτό που σίγουρα δεν πρέπει να κάνεις είναι να το ενισχύσεις.

Και ενώ μιλήσαμε για τους τελειοφοίτους του Λυκείου και τους πρωτοετείς των οικονομικών πανεπιστημίων, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για τους σοφούς Χαρβαρντούχους και τους Ελεσίτες (εκ του London School of Economics) της κυβέρνησής μας. Είναι, λοιπόν, δυνατόν, με τέτοιες σπουδές και τόσα PHD να μη γνωρίζουν πως οι πολιτικές αυτές που εφαρμόζουν, ρίχνουν την Ελλάδα στην αγκαλιά του ΔΝΤ με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη χώρα; Μήπως είναι τάχα τόσο άσχετοι ή μικρόνοες;

Ποτέ δεν υποτιμώ τους αντιπάλους μου. Ούτε άσχετοι είναι, ούτε βλάκες. Είναι κάτι χειρότερο και όπως θα λέγαμε στα απλά (επίσης) μαθηματικά: όπερ έδει δείξαι.

Ας φαγωθούμε μεταξύ μας

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΤΣΑΚΝΗ

Δύσκολα μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει πως ο φοβισμένος πολίτης είναι έρμαιο στα χέρια της εξουσίας και των συν αυτή συμμάχων, που στην παρούσα φάση δεν είναι παρά η τηλεόραση (πρωτίστως) και τα Μέσα γενικώς.
Ενα «πέρασμα» από τα δελτία των 8 είναι αρκετό για να πειστεί ακόμα και ο πιο δύσπιστος. Το αν αυτό αποτελεί κατεύθυνση ή όχι, είμαι ανοιχτός για συζήτηση, αν και προκαταβολικώς δηλώνω την άποψή μου πως ναι!

Το θέμα τελικά δεν βρίσκεται εκεί -στο αν είναι κατεύθυνση- αλλά στο αποτέλεσμα και αυτό ακριβώς είναι που μετράει. Η φοβική, λοιπόν, συμπεριφορά, που τείνει να πάρει μορφή υστερίας (η Ελλάδα στην εντατική, χρεοκοπήσαμε, θα μας πετάξουν έξω από τη ζώνη του ευρώ και τα ρέστα) εκφράζεται εκτός των άλλων και με μια δήθεν ορθολογική προσέγγιση των πραγμάτων που καλλιεργείται από τα Μέσα (επαναλαμβάνω) που ως βασική επωδό έχει την παραλλαγή του προεκλογικού συνθήματος «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Ο ύποπτος αυτός τάχα ορθολογισμός μεταφέρει το πρόβλημα σε άλλο γήπεδο, αφήνοντας έτσι, αφ' ενός μεν τους υπευθύνους για την κρίση στο απυρόβλητο και αφ' ετέρου επικεντρώνει το θέμα σε μια πλασματική διαμάχη μεταξύ μιας νεφελώδους ηθικής συμπεριφοράς κάποιων, έναντι μιας αλόγιστης ή ανήθικης στάσης των υπολοίπων.

Ετσι, έχουμε περίπου μεταβληθεί σε εισαγγελείς και τιμωρούς του τάδε μικροφοροφυγά και των εύκολων στόχων, που δεν είναι παρά ο υδραυλικός, ο ταξιτζής, ο ηλεκτρολόγος ή ο γιατρός. Παράλληλα, και ως κάκιστοι οικονομολογούντες, «λύνουμε» τα προβλήματα των κοινωνικών ανισοτήτων με τη λογική τής προς τα κάτω εξομοίωσης. Εχω βαρεθεί να ακούω για τα ρετιρέ και τα υπόγεια, τους υπερβολικά αμειβόμενους κλάδους και τις ανισότητες που διευρύνονται τάχα από τις μισθολογικές διαφορές των εργαζομένων.

Ετσι, ο εργαζόμενος των 1.000 ευρώ στρέφεται ή τουλάχιστον οδηγείται να στραφεί εναντίον του αντίστοιχου συναδέλφου του, έστω σε άλλον τομέα της οικονομίας, που κατάφερε να παίρνει το «αστρονομικό» ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως. Τα εκατομμύρια που σφυρίζουν γύρω του από αλόγιστες δαπάνες, καθώς και τα χαριστικά δισ. προς τις τράπεζες, μοιάζουν να τον αφήνουν αδιάφορο.

Η εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας, η κατάργηση θεμελιωδών δικαιωμάτων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, μια και προηγείται η λογική της πάση θυσίας, διατήρησης μιας θέσης εργασίας, έστω και με όρους προηγούμενων αιώνων. Και μέσα σ' όλα αυτά, καλλιεργείται και μια αντιπαλότητα ανάμεσα στα μικρά και μεσαία στρώματα, με κάποιες κατηγορίες εργαζομένων ή, όπως γίνεται τελευταία, με τους αγρότες και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις τους.

Διαβάζοντας κάποιες συζητήσεις στο Διαδίκτυο, διαπιστώνω μια οργανωμένη επιχειρηματολογία εναντίον των «πλούσιων» τάχα αγροτών, που απολαμβάνουν προνόμια σε σχέση με τις υπόλοιπες πληθυσμιακές κατηγορίες. Και αυτοί που τα γράφουν, δεν είναι οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι που πάντα υπάρχουν και θα υπάρχουν, αλλά, δυστυχώς, ο υπάλληλος της «διπλανής πόρτας» που ανάμεσα στη δουλειά του γραφείου, «συμμετέχει» και στον... κοινωνικό διάλογο, με μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, που του παρέχει η επιστολογραφία στα blogs του Διαδικτύου.

Είναι σίγουρο, αν φαγωθούμε μεταξύ μας, κάτι θα περισσέψει γι' αυτούς που καραδοκούν, αγοράζοντας χρόνο για τη διαιώνιση της ισχύος τους

πηγη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

«Δεν με φοβίζει τίποτα, όσο οι φοβισμένοι»...

Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΤΣΑΚΝΗ .

«Δεν με φοβίζει τίποτα, όσο οι φοβισμένοι»..Εγραφε ο φίλος μου Οδυσσέας Ιωάννου, σ' ένα τραγούδι που λίγα χρόνια πριν φτιάξαμε μαζί. Και στο επόμενο ρεφρέν αντικαθιστούσε το ρήμα φοβάμαι, με το συνώνυμό του (αλλά περισσότερο δηλωτικό της έντασης του συναισθήματος) τρομάζω.
Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποια στιχάκια, εκεί που μάλλον τα έχεις καταχωνιάσει στο πίσω μέρος του μυαλού σου, ξεπηδάνε στην επιφάνεια για να σου υπογραμμίσουν αυτό που ακριβώς νιώθεις.
Κι ούτε είναι παράξενο που οι δημιουργοί την ώρα που γράφουν, ίσως δεν συνειδητοποιούν τη δύναμη που μπορεί να έχει μια φράση ή μια λέξη τους. Το έχω βιώσει.

Και τούτο το διάστημα, δεν με εκφράζει τίποτα πιο πολύ απ' αυτό το στιχάκι, φίλε μου. Παντού γύρω μου βλέπω φοβισμένους ανθρώπους. Σαν να έχει παγώσει το γέλιο μέσα τους και σαν να προσπαθούν να αποσείσουν από πάνω τους ένα αδιόρατο κακό, που ούτε καν θέλουν να ονοματίσουν. Η καχυποψία κυριαρχεί στην εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων στις συζητήσεις και η περιχαράκωση γύρω απ' το κύτταρο της στενής και μόνο οικογένειας να χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Κάτι σαν το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

Ο γενικευμένος φόβος δεν μπορεί παρά να είναι σχεδιασμένος κεντρικά. Δεν υπάρχει άλλωστε πιο βολικός αντίπαλος απ' τον τρομοκρατημένο. Μπορείς, με την απειλή και μόνο μιας ενδεχόμενης καταστροφής του (εκ μέρους σου φυσικά), να τον καθυποτάξεις πριν καν το κάνεις. Οι θεωρητικοί του πολέμου το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Μόνο που ο πόλεμος, με τη μεταφορική έννοια του όρου, δεν αφορά μόνον τις συρράξεις τακτικών ή μη στρατών, με κρατική οντότητα, αλλά και τις αντιπαραθέσεις των ισχυρών με τους αδύνατους σε καθαρά ταξικό επίπεδο.

Ο φόβος του οικονομικού αφανισμού είναι καλό χαρτί. Η διαφαινόμενη φτωχοποίηση του μικροαστού δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις. Σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, όπου το μικροαστικό στοιχείο κυριαρχεί, είναι εύκολο να δημιουργηθεί ένα κύμα πανικού, που εύκολα μπορεί να διοχετευτεί στα κατώτερα οικονομικά κοινωνικά στρώματα, που έτσι κι αλλιώς, λόγω της θέσης τους, νιώθουν καλά στο πετσί τους την έννοια της οικονομικής τρομοκρατίας, άρα του φόβου.

Σατανικό παιχνίδι της εξουσίας αυτό, μόνο που όσες φορές το έπαιξε -η Ιστορία έχει να επιδείξει πολλά παραδείγματα-, θέρισε πτώματα από παντού. Ο τρόπος που ασκείται αυτή η φοβική εκστρατεία εκ μέρους των ισχυρών, των ομιλουσών γραβατών (που λέει και ο καλός μου Στάθης), αλλά και των απανταχού δημοσιογραφικών παπαγαλακίων τους, είναι άκρως αποτελεσματικός και δοκιμασμένος, θα πρόσθετα.

Η χρησιμοποίηση του πρώτου πληθυντικού της υποκρισίας, «θα περάσουμε δύσκολες μέρες και πρέπει όλοι να το συνειδητοποιήσουμε και να πάρουμε τα μέτρα μας», επικεντρώνει το ζήτημα στα μέτρα που πρέπει να πάρει ο καθείς ξεχωριστά, ενώ ταυτόχρονα μας απομακρύνει απ' το να σκεφτούμε πού οφείλεται αυτή η καταστροφή. Ο φόβος βλέπεις...

Είναι δεδομένο πλέον και το έχουν αποδεχτεί ακόμα και τα κόμματα εξουσίας πως η καραμέλα «φταίνε μόνον οι προηγούμενοι» δεν περνάει πια. Γι' αυτό και το τροπάριο «καταναλώνουμε περισσότερα απ' ό,τι παράγουμε» ηχεί ως πλάγιος ήχος, καλύτερα. Ισα και όμοια δηλαδή και στην παραγωγή και στην κατανάλωση ή στη σπατάλη (του δημόσιου χρήματος εννοείται).

Τι να σπαταλήσει, ωρέ καρεκλοκένταυροι, ο άνεργος κι ο συνταξιούχος; Ο δασκαλάκος κι ο καθηγητής, ο ιδιωτικός κι ο δημόσιος υπάλληλος;

Δεν βαριέσαι, στείλε τον να μαζεύει αποδείξεις μαζί με τους υπόλοιπους... τρομαγμένους.

ΥΓ. Προς Πασόκα δημοσιογράφο: Οχι κυρία μου, ο μέσος μισθός του δημοσίου υπαλλήλου δεν είναι πάνω από 3.000 ευρώ!!! Πιστέψτε με. Η γυναίκα μου, απόφοιτος ΑΕΙ (έστω, χωρίς Χάρβαρντ), με 23 χρόνια προϋπηρεσίας, δεν παίρνει ούτε τα μισά. Θέλετε απόδειξη;