"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΟΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΟΥΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το μέτρο της κοινωνίας

 

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ 

Λένε ότι μπορείς να κρίνεις μια οικονομία από το πώς ζουν οι φτωχότεροι πολίτες της.

Ότι μπορείς να κρίνεις το ήθος ενός ανθρώπου από το πώς συμπεριφέρεται στους σερβιτόρους.

Ότι μπορείς να κρίνεις έναν μάνατζερ από τον τρόπο με τον οποίο φέρεται στους υφισταμένους του.

Αν όλα αυτά έχουν κάποια αξία, τότε μπορούμε να κρίνουμε και μια κοινωνία από το πώς αντιμετωπίζει τους πυροσβέστες της.

Το φυσικό ένστικτο του ανθρώπου, όταν βλέπει μια φωτιά να πλησιάζει, είναι να απομακρυνθεί. Να προστατεύσει τον εαυτό του, την οικογένειά του, το σπίτι του. Ο πυροσβέστης κάνει ακριβώς το αντίθετο. Την ώρα που όλοι τρέχουν μακριά από τον κίνδυνο, εκείνος τρέχει προς το μέρος του.

Αυτό δεν αποτελεί απλώς επαγγελματική υποχρέωση. Ο μισθός, όσο αξιοπρεπής και αν είναι, δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί ένας άνθρωπος μπαίνει σε ένα φλεγόμενο κτίριο, στέκεται απέναντι σε ένα πύρινο μέτωπο ή αναζητεί εγκλωβισμένους μέσα σε καπνούς που δεν επιτρέπουν ούτε την αναπνοή ούτε την όραση. Χρειάζεται αίσθηση καθήκοντος. Χρειάζεται θάρρος. Χρειάζεται η βαθιά πεποίθηση ότι η ζωή ενός αγνώστου αξίζει να διακινδυνεύσεις τη δική σου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακούει κανείς συχνά ακόμη και μικρά παιδιά να λένε σε στρατιωτικούς, αστυνομικούς και πυροσβέστες τη φράση «thank you for your service». Πρόκειται για μια απλή έκφραση ευγνωμοσύνης.

Δεν σημαίνει ότι κάθε κρατικός θεσμός λειτουργεί άψογα. Δεν σημαίνει ότι κάθε ένστολος βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Σημαίνει ότι μια ελεύθερη κοινωνία αναγνωρίζει εκείνους που αναλαμβάνουν προσωπικό κίνδυνο για να διατηρήσουν την ασφάλεια μέσα στην οποία οι υπόλοιποι ασκούμε τις ελευθερίες μας.

Στην Ελλάδα έχουμε επιτρέψει σε ένα μέρος της Αριστεράς να παρουσιάζει ακόμη και την ευγνωμοσύνη προς τον στρατό ή την αστυνομία ως περίπου ύποπτη πολιτική πράξη. Η στολή αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως σύμβολο υπηρεσίας, αλλά ως τεκμήριο ενοχής. Η προσφορά υποβαθμίζεται και στη θέση της μπαίνει μια μηχανική καχυποψία απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.

Αυτή η νοοτροπία δεν είναι προοδευτική. Είναι παιδαριώδης.

Ο φιλελεύθερος πολίτης οφείλει να ελέγχει την εξουσία, αλλά δεν χρειάζεται να περιφρονεί εκείνους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Η κριτική και η ευγνωμοσύνη δεν αλληλοαναιρούνται. Αντιθέτως, μια ώριμη κοινωνία μπορεί ταυτόχρονα να απαιτεί λογοδοσία από τους θεσμούς και να τιμά τους ανθρώπους που εκτελούν με γενναιότητα το καθήκον τους.

Η εκτίμηση προς τους πυροσβέστες, βέβαια, δεν μπορεί να εξαντλείται σε χειροκροτήματα τις ημέρες της καταστροφής. Πρέπει να αποτυπώνεται στην εκπαίδευση, στον εξοπλισμό, στις συνθήκες εργασίας, στις αμοιβές τους, ακόμα και στον τρόπο που μαθαίνουμε στα παιδιά μας να τους χαιρετούν. Μια πολιτεία που αποκαλεί ήρωες τους πυροσβέστες τον Αύγουστο και τους ξεχνά τον Οκτώβριο δεν τους τιμά. Απλώς χρησιμοποιεί τον ηρωισμό τους για να κρύψει τη δική της ανεπάρκεια.

Οι πυροσβέστες δεν χρειάζονται αγιοποίηση.

Χρειάζονται σεβασμό.

Και ο σεβασμός αρχίζει από μια απλή παραδοχή:

ΔΙΕΘΝΗ "ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΕΝΩΜΕΝΑ" ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΦΑΣΙΣΤΑΡΙΑ: Το μονοπώλιο της σκέψης

 Image

Image 

 Image

 

Toυ Αλέξανδρου Σκούρα

Ο Έρικ Γουάινσταϊν δεν είναι εύκολος συνομιλητής. Μαθηματικός, δημόσιος διανοούμενος, άνθρωπος της Σίλικον Βάλεϊ και μόνιμος ταραξίας των βολικών βεβαιοτήτων, έχει το ελάττωμα που κάθε σοβαρό πνευματικό κατεστημένο μισεί: επιμένει να ρωτά γιατί.

Στην πρόσφατη συζήτησή του με τον Τζο Ρόγκαν επανέφερε έναν όρο που αξίζει να μας απασχολήσει πολύ πέρα από τη θεωρητική φυσική: TOGIT, δηλαδή The Only Game In Town, το «μοναδικό παιχνίδι στην πόλη».

Με αυτό περιγράφει την κουλτούρα όπου ένα ερευνητικό πρόγραμμα, όπως η θεωρία χορδών, παύει να είναι απλώς μία ενδιαφέρουσα υπόθεση και μετατρέπεται σε θεσμικό μονοπώλιο κύρους, χρηματοδότησης και νομιμοποίησης. 

Το πρόβλημα δεν είναι η θεωρία χορδών.

Το πρόβλημα είναι η εξουσία χωρίς ανταγωνισμό. Όταν μία ιδέα αποκτά το προνόμιο να αποφασίζει ποιες άλλες ιδέες αξίζουν να ακουστούν, η επιστήμη αρχίζει να θυμίζει γραφειοκρατία. Και όταν η γραφειοκρατία εισβάλλει στη γνώση, το αποτέλεσμα δεν είναι συναίνεση. Είναι πνευματική στασιμότητα με ακαδημαϊκό λεξιλόγιο.

Εδώ βρίσκεται η φιλελεύθερη ουσία του ζητήματος.

Η ελεύθερη κοινωνία δεν στηρίζεται μόνο στην αγορά αγαθών. Στηρίζεται και στην αγορά ιδεών.

Ο Μίλ δεν υπερασπίστηκε την ελευθερία του λόγου επειδή όλες οι γνώμες έχουν την ίδια αξία. Την υπερασπίστηκε επειδή καμία εξουσία δεν πρέπει να αποφασίζει εκ των προτέρων ποια γνώμη επιτρέπεται να δοκιμαστεί. Η αλήθεια χρειάζεται αντιπάλους. Χωρίς αντιπάλους γίνεται δόγμα. Και το δόγμα, ακόμη και όταν φορά εργαστηριακή ποδιά, παραμένει δόγμα.

Η υπόθεση Γουάινσταϊν έχει αξία ακριβώς επειδή δεν απαιτεί να τον πιστέψουμε. Δεν χρειάζεται να δεχθούμε τη δική του θεωρία των πάντων, τη Geometric Unity, ούτε να προσποιηθούμε ότι η επιστημονική κοινότητα οφείλει να χειροκροτεί κάθε αιρετική ιδέα. Η επιστήμη έχει φίλτρα και πρέπει να έχει φίλτρα. Άλλο όμως φίλτρο και άλλο κλειστή συντεχνία. Άλλο αξιολόγηση και άλλο τελετουργική αποβολή των ενοχλητικών.

 

Αυτό το μάθημα αφορά και την Ελλάδα. Ζούμε σε μια χώρα όπου το TOGIT δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια.

Το βλέπουμε στην οικονομία, όπου το κράτος παρουσιάζεται ακόμη ως ο φυσικός οργανωτής της ευημερίας. Το βλέπουμε στην παιδεία, όπου κάθε πραγματική μεταρρύθμιση σκοντάφτει στην ιερή αγελάδα της ακινησίας. Το βλέπουμε στη δημόσια διοίκηση, όπου η αποτυχία δεν καταργεί ποτέ το μοντέλο που την παρήγαγε. Όπως συχνά δείχνει η στήλη, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι η απουσία έξυπνων ανθρώπων, αλλά η επιμονή μας να τους περνάμε μέσα από μηχανισμούς που τιμωρούν την πρωτοβουλία και επιβραβεύουν τη συμμόρφωση. 

Η Δύση έγινε σπουδαία επειδή δεν είχε ένα μόνο παιχνίδι στην πόλη. Είχε πανεπιστήμια που ανταγωνίζονταν, πόλεις που πειραματίζονταν, εμπόρους που ρίσκαραν, αιρετικούς που ενοχλούσαν και θεσμούς που, έστω αργά, έμαθαν να ανέχονται τη διαφωνία. Όποτε ξέχασε αυτή τη συνταγή, παρήγαγε παρακμή με καλές προθέσεις.

Ο Γουάινσταϊν μπορεί να έχει δίκιο σε πολλά ή να κάνει λάθος σε ακόμη περισσότερα. Αυτό είναι σχεδόν δευτερεύον.

Το κρίσιμο είναι ότι μας θυμίζει κάτι που οι φιλελεύθεροι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν:

Kαμία πρόοδος δεν γεννήθηκε από μονοπώλιο. Ούτε στην αγορά, ούτε στην πολιτική, ούτε στην επιστήμη.

Όταν κάποιος μας λέει ότι υπάρχει μόνο ένα παιχνίδι στην πόλη, η σωστή απάντηση είναι απλή: τότε...

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΙ ΨΩΝΙΣΜΕΝΟΙ ΕΠΙΚΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ: Ο Όμηρος δεν χρειαζόταν επιτροπή συμπερίληψης

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Toυ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ

Λίγο πριν βγει στις αίθουσες η Οδύσσεια του Christopher Nolan, η Lupita Nyong’o αποφάσισε να θέσει στον Όμηρο το ερώτημα που, προφανώς, έλειπε από τρεις χιλιάδες χρόνια δυτικού πολιτισμού: πώς αισθάνεται για το «screen time» που έδωσε στις γυναίκες.

Η ίδια παίζει την Ελένη της Τροίας και την Κλυταιμνήστρα και, στο πλαίσιο της προώθησης της ταινίας, επέλεξε να παρουσιάσει την ανάγνωση του Nolan ως μια πιο ευαίσθητη ματιά στο κόστος του πολέμου για τις γυναίκες.

Ως καλλιτεχνική επιλογή, αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Κάθε εποχή διαβάζει τα μεγάλα έργα με τα δικά της ερωτήματα. Κάθε σκηνοθέτης έχει δικαίωμα να φωτίσει χαρακτήρες, να μετατοπίσει το βλέμμα, να δώσει περισσότερο βάρος σε πρόσωπα που στο πρωτότυπο δεν βρίσκονται στο κέντρο της δράσης.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διασκευή παύει να είναι διασκευή και παρουσιάζεται ως ηθική διόρθωση. Όταν το Hollywood δεν συνομιλεί με τον Όμηρο, αλλά τον καλεί σε απολογία.

Διότι για την πολιτισμική woke ελίτ, ο Όμηρος δεν είναι ο επικός ποιητής που βρίσκεται στα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Είναι ένας ακόμη ύποπτος. Ένα απομεινάρι της πατριαρχίας που πρέπει να ανακριθεί, να διορθωθεί και, αν γίνεται, να ξαναγραφτεί με καλύτερους δείκτες εκπροσώπησης.

Ο Πάτροκλος, ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας δεν είναι ήρωες ενός κόσμου όπου η τιμή, η μοίρα, η φιλία, η οργή, η ευφυΐα και η επιστροφή συνθέτουν το ανθρώπινο δράμα. Είναι φάκελοι. Εκπρόσωποι της τοξικής αρρενωπότητας, ένοχοι πριν καν ακουστούν.

Και οι γυναίκες;

Από τη στιγμή που δεν βρίσκονται στο κέντρο με τους όρους μιας σύγχρονης πολιτικής απαίτησης, η υπόθεση θεωρείται λυμένη. Η Πηνελόπη μπορεί να σκέφτεται, να περιμένει, να εξαπατά τους μνηστήρες, να κρατά όρθιο έναν οίκο που καταρρέει. Η Αθηνά μπορεί να κινεί την ίδια την πλοκή. Η Κίρκη, η Καλυψώ, η Ναυσικά, η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα μπορούν να καθορίζουν αποφάσεις, πειρασμούς, καταστροφές και επιστροφές. Δεν έχει σημασία. Αν δεν υπηρετούν το σημερινό αφήγημα, τότε δεν υπάρχουν πραγματικά. Υπάρχουν μόνο ως απόδειξη ότι το παρελθόν χρειάζεται επιτήρηση.

 

Αυτό είναι το μοναδικό εργαλείο που διαθέτει αυτή η φράξια της διανόησης. Δεν διαβάζει την Ιστορία. Τη μειώνει σε πρακτικά ανάκρισης.

Δεν βλέπει τραγωδία, αρετή, πίστη, γενναιότητα, ύβρη ή νόστο.

Βλέπει μόνο θύτες και θύματα, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, κυρίαρχους και καταπιεσμένους. Έτσι, κάθε μεγάλο έργο παύει να είναι πηγή σοφίας και γίνεται τόπος εγκλήματος.

Το αστείο με το «screen time» είναι αποκαλυπτικό.

Ο Όμηρος δεν έγραψε σενάριο για πλατφόρμα streaming. Δεν είχε τμήμα ανθρώπινου δυναμικού. Δεν υπέβαλε την Οδύσσεια σε επιτροπή συμπερίληψης. Δημιούργησε έναν κόσμο που επέζησε αυτοκρατοριών, θρησκειών, ιδεολογιών και καθεστώτων ακριβώς επειδή δεν φτιάχτηκε για να επιβεβαιώσει τις ευαισθησίες μιας στιγμής.

Η αρχαιότητα δεν υπάρχει για να μας κολακεύει.

Υπάρχει για να μας ξεβολεύει.

Δεν διαβάζουμε τον Όμηρο επειδή ήταν φιλελεύθερος, φεμινιστής, δημοκράτης ή σύγχρονος. Τον διαβάζουμε επειδή δεν ήταν τίποτε από αυτά και παρ’ όλα αυτά κατάφερε να πει κάτι μόνιμο για τον άνθρωπο. Για την οργή. Για την απώλεια. Για την πατρίδα. Για την επιμονή. Για την επιστροφή. Για το κόστος της δόξας και την τραγωδία της ανθρώπινης φιλοδοξίας.

Η Nyong’o έχει κάθε δικαίωμα να διαβάζει τον Όμηρο όπως θέλει.

Ο Nolan έχει κάθε δικαίωμα να τον διασκευάσει όπως θέλει.

Και εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να πούμε ότι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΛΑΓΟΚΕΦΑΛΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ο λαγοκέφαλος και η κόμπρα

 

Γράφει ο Αλέξανδρος Σκούρας

Η είδηση ότι το κράτος «επικήρυξε» τον λαγοκέφαλο με 5,33 ευρώ το κιλό ακούγεται, με την πρώτη ματιά, σαν μια καθαρή πράξη πρακτικής λογικής. Έχουμε ένα ξενικό είδος που δημιουργεί πρόβλημα στο θαλάσσιο οικοσύστημα και στο εισόδημα των αλιέων. Έχουμε ψαράδες που βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος, παράνομες πρακτικές και περιορισμούς. Άρα, λέει η πολιτεία, ας πληρώσουμε τους επαγγελματίες για να βγάλουν τον λαγοκέφαλο από τη θάλασσα. Το μέτρο θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε Κρήτη και Νότιο Αιγαίο, αποκλειστικά από επαγγελματίες αλιείς, με αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων.

Όποιος όμως έχει μάθει να σκέφτεται με όρους κινήτρων οφείλει να σηκώσει το φρύδι του. Όχι επειδή το πρόβλημα είναι φανταστικό. Είναι απολύτως πραγματικό. Ούτε επειδή οι ψαράδες δεν χρειάζονται στήριξη. Τη χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν η πολιτική που σχεδιάζουμε μειώνει το πρόβλημα ή αν, άθελά της, δημιουργεί μια νέα μικρή αγορά γύρω από τη διαιώνισή του.

Εδώ μπαίνει η ιστορία της κόμπρας:

Κατά την περίφημη οικονομική παραβολή, οι βρετανικές αρχές στο αποικιακό Δελχί ανησυχούσαν για τον αριθμό των δηλητηριωδών φιδιών και αποφάσισαν να πληρώνουν αμοιβή για κάθε νεκρή κόμπρα. Στην αρχή, το μέτρο φάνηκε να δουλεύει. Πολλές κόμπρες θανατώθηκαν και παραδόθηκαν στις αρχές. Ύστερα όμως κάποιοι κατάλαβαν ότι μπορούσαν να βγάλουν χρήματα όχι κυνηγώντας κόμπρες, αλλά εκτρέφοντάς τες. Όταν το κράτος αντιλήφθηκε την απάτη και ακύρωσε το πρόγραμμα, οι εκτροφείς απελευθέρωσαν τις άχρηστες πλέον κόμπρες. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την παραβολή, ήταν ότι το Δελχί κατέληξε με περισσότερες κόμπρες από όσες υπήρχαν στην αρχή. Ο όρος διαδόθηκε από τον οικονομολόγο Horst Siebert ως παράδειγμα λανθασμένων κινήτρων στην οικονομική πολιτική.

Δεν χρειάζεται να πιστέψει κανείς κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας για να καταλάβει το μάθημα. Το κράτος σπάνια πληρώνει μόνο για αυτό που νομίζει ότι πληρώνει. Όταν πληρώνει ανά κιλό λαγοκέφαλου, δεν αγοράζει απλώς οικολογική αποκατάσταση. Αγοράζει ανθρώπινη συμπεριφορά. Και οι άνθρωποι αντιδρούν στα κίνητρα.

Μπορεί να υπάρξει υπερδήλωση ποσοτήτων.

Μπορεί να υπάρξει μεταφορά αλιευμάτων από άλλες περιοχές.

Μπορεί η αλιευτική προσπάθεια να στραφεί προς εκεί όπου υπάρχει επιδότηση και όχι εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη οικολογική ή καταναλωτική ανάγκη.

Μπορεί ένα προσωρινό μέτρο να αποκτήσει τους γνωστούς ελληνικούς προστάτες του και να ζητά κάθε χρόνο παράταση, αύξηση και διεύρυνση. Έτσι γεννιούνται οι πελατείες. Όχι πάντα από διαφθορά. Συχνά από κακό σχεδιασμό.

Αν το πρόγραμμα θέλει να αποφύγει το cobra effect, πρέπει να στηθεί σαν σοβαρή πολιτική και όχι σαν επικοινωνιακή επικήρυξη.

Χρειάζεται αυστηρή γεωγραφική στόχευση, ανεξάρτητη πιστοποίηση, ανώτατο προϋπολογισμό, ημερομηνία λήξης και μετρήσιμο στόχο.

Πόσους λαγοκέφαλους έχουμε σήμερα;

Πού βρίσκονται;

Πόση μείωση επιδιώκουμε;

Ποιος θα ελέγξει ότι το μέτρο μειώνει τον πληθυσμό και δεν δημιουργεί απλώς εισόδημα από την ύπαρξή του;

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να καταδικάσουμε το μέτρο πριν εφαρμοστεί. Είναι να απαιτήσουμε σοβαρότητα πριν μονιμοποιηθεί.

Αν η πολιτεία ξέρει τι μετρά, ποιον πληρώνει, για ποιο αποτέλεσμα πληρώνει και πότε σταματά να πληρώνει, τότε η επικήρυξη του λαγοκέφαλου μπορεί να γίνει ένα χρήσιμο εργαλείο διαχείρισης.

Αν όμως …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ρητορικός πληθωρισμός

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Αλέξανδρου Σκούρα

Ο πληθωρισμός δεν αφορά μόνο το χρήμα. Αφορά κάθε σύστημα αξίας που καταρρέει όταν κάποιοι παράγουν υπερβολικά πολλά σύμβολα χωρίς αντίκρισμα.

Όταν ένα κράτος τυπώνει χρήμα αλόγιστα, το νόμισμα χάνει την αξία του.

Όταν μια κοινωνία τυπώνει ηθικές κατηγορίες αλόγιστα, οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους.

Η Ελλάδα το έζησε αυτό μετά τη Μεταπολίτευση. Το τέλος της δικτατορίας δεν έφερε μόνο την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Έφερε και μια ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς που για δεκαετίες μοίραζε πιστοποιητικά δημοκρατικών φρονημάτων. Όποιος δεν ανήκε στον δικό της κόσμο μπορούσε εύκολα να βαφτιστεί φασίστας, χουντικός, ακροδεξιός, νεοφιλελεύθερος. Αργότερα προστέθηκε και ο ρατσιστής.

Δεν είχε μεγάλη σημασία τι ακριβώς έλεγες.

Αν υπερασπιζόσουν την αγορά, ήσουν κοινωνικά ανάλγητος.

Αν μιλούσες για νόμο και τάξη, μύριζες χωροφυλακή.

Αν ήσουν αντικομμουνιστής, κουβαλούσες δήθεν εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα.

Αν αγαπούσες την πατρίδα σου χωρίς να ζητάς συγγνώμη, κάτι ύποπτο έκρυβες.

Ο μη αριστερός έπρεπε διαρκώς να απολογείται για εγκλήματα που δεν είχε διαπράξει.

Έτσι σπαταλήθηκε η πιο βαριά λέξη του ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου. Ο φασίστας έγινε τεμπέλικη βρισιά. Χρησίμευε λιγότερο για να περιγράψει πραγματικούς εχθρούς της ελευθερίας και περισσότερο για να κλείσει στόματα. Αντί για επιχείρημα, ταμπέλα. Αντί για αντιπαράθεση, ηθική εκτέλεση.

Ύστερα εμφανίστηκε η Χρυσή Αυγή. Ναζί κανονικοί, όχι ως μεταφορά, όχι ως υπερβολή, όχι ως βολική βρισιά σε τηλεοπτικό πάνελ. Αλλά με τάγματα εφόδου, ναζιστικά σύμβολα, τραμπουκισμό, οργανωμένη βία και δολοφονική δράση. Τότε φάνηκε το κόστος του ρητορικού πληθωρισμού. Είχαμε χρησιμοποιήσει τη λέξη «φασίστας» τόσο συχνά για ανθρώπους που απλώς δεν ήταν αριστεροί, ώστε όταν χρειάστηκε να περιγράψουμε τους πραγματικούς φασίστες, η κοινωνία είχε ήδη αποευαισθητοποιηθεί.

 

Αυτό δεν αδίκησε μόνο όσους συκοφαντήθηκαν. Έβλαψε τη δημοκρατία. Μια κοινωνία που χρησιμοποιεί τα ισχυρότερα ηθικά της όπλα για καθημερινές πολιτικές διαφωνίες μένει άοπλη όταν εμφανίζεται το πραγματικό τέρας. Όταν όλοι είναι φασίστες, ο φασίστας κρύβεται μέσα στον θόρυβο.

Σήμερα βλέπουμε την ίδια ασθένεια με άλλα ονόματα. Ρατσιστής. Ακροδεξιός. Ομοφοβικός. Τρανσφοβικός. Σεξιστής. Μισογύνης. Χοντροφοβικός. Οι λέξεις αυτές περιγράφουν υπαρκτά κακά ή υπαρκτές μορφές κοινωνικής περιφρόνησης. Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να τις πετάμε σαν χαρτοπόλεμο.

Στον σημερινό δημόσιο διάλογο, όμως, αρκεί να αποκλίνεις από την προοδευτική ορθοδοξία για να βρεθείς στο εδώλιο.

Να ζητήσεις σοβαρή μεταναστευτική πολιτική.

Να μιλήσεις για εγκληματικότητα.

Να υπερασπιστείς τα σύνορα.

Να εκφράσεις επιφυλάξεις για την ιδεολογία φύλου στα σχολεία.

Να αναρωτηθείς για τη συμμετοχή διεμφυλικών ατόμων στον γυναικείο αθλητισμό.

Να πεις ότι η ελευθερία του λόγου προστατεύει και δυσάρεστες απόψεις.

Αμέσως μπαίνει η σφραγίδα.

Αυτή δεν είναι ευαισθησία. Είναι ρητορικός πληθωρισμός. Είναι η υπερπαραγωγή ηθικού χρήματος από ανθρώπους που νομίζουν ότι μπορούν να τυπώνουν κύρος χωρίς κόστος.

Όμως το κόστος πάντα έρχεται. Έρχεται όταν οι πολίτες σταματούν να ακούνε. Έρχεται όταν η κατηγορία παύει να σοκάρει και όταν η κοινωνία κουράζεται να τη μαλώνουν όσοι μπέρδεψαν την πολιτική διαφωνία με την αμαρτία και τον εξοστρακισμό.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία δύσκολα επιβιώνει έτσι. Χρειάζεται σκληρή αντιπαράθεση, ανοχή στη διαφωνία, και όχι τελετές δημόσιας αποκήρυξης. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να θεωρούν ότι επειδή διαφωνούν οι έχοντες την αντίθετη άποψη είναι εχθροί τους.

Ο δημόσιος λόγος λειτουργεί την αγορά. Το νόμισμά του είναι οι λέξεις. Όταν τις υποτιμούμε, δεν γινόμαστε πιο ενάρετοι. Γινόμαστε πιο ανίκανοι να ξεχωρίσουμε το λάθος από το κακό και το κακό από το τερατώδες.

Γι’ αυτό οι κατηγορίες σήμερα αγοράζουν όλο και λιγότερη κοινωνική κατακραυγή. Όχι επειδή οι πολίτες έγιναν πιο ρατσιστές, πιο σκληροί ή πιο αδιάφοροι. Αλλά επειδή οι εισαγγελείς της ηθικής υποτίμησαν το ίδιο τους το νόμισμα.

Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΝΩΜΑΛΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η υποκρισία κουράζει περισσότερο από την αφίσα

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Αλέξανδρος Σκούρας

Μπουχτίσαμε στην υποκρισία. Όχι στην κρατική υποκρισία αυτή τη φορά. Αυτή την ξέρουμε, την έχουμε μετρήσει, την έχουμε πληρώσει.

Μπουχτίσαμε στην προοδευτική υποκρισία, εκείνη που φοράει το προσωπείο της ανεκτικότητας και βγάζει το γκλομπ μόλις εμφανιστεί στον δημόσιο χώρο μια άποψη που δεν της αρέσει.

Το 2020, όταν εμφανίστηκε στο μετρό η αφίσα κατά των αμβλώσεων, οι γνωστοί κύκλοι της «προόδου» δεν ζήτησαν περισσότερο λόγο, αντίλογο, διαφωνία ή δημόσια συζήτηση. Ζήτησαν να κατέβει.

Και κατέβηκε, κατόπιν παρέμβασης του υπουργείου Μεταφορών, με το επιχείρημα ότι η καμπάνια στρεφόταν εναντίον ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος των γυναικών.

Λες και, με την ίδια λογική, το Pride δεν στρεφόταν επί χρόνια εναντίον της τότε ισχύουσας κατανομής δικαιωμάτων στον γάμο, στην οικογένεια και στην τεκνοθεσία. Λες και κάθε κίνημα που διεκδικεί νέα δικαιώματα δεν ξεκινά αμφισβητώντας τα παλιά όρια του νόμου.

Σήμερα, με αφορμή την καταγγελία του Athens Pride ότι για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια δεν θα προβληθεί η καμπάνια του στους σταθμούς του μετρό, οι ίδιοι περίπου άνθρωποι ανακάλυψαν ξαφνικά την αξία της ορατότητας στον δημόσιο χώρο.

Η ΣΤΑΣΥ απάντησε ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε φιλοξενήσει καμπάνιες του Athens Pride, αλλά φέτος δεν υπήρχε δυνατότητα λόγω υφιστάμενων εμπορικών και διαφημιστικών δεσμεύσεων.

Ας μην κρυβόμαστε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι υπερασπίζονται το Pride. Καλά κάνουν.

Το πρόβλημα είναι ότι υπερασπίζονται την ελευθερία μόνο όταν τους ανήκει.

Θέλουν δημόσιο χώρο για τις δικές τους ευαισθησίες και αποστείρωση για τις ευαισθησίες των άλλων.

Θέλουν αγορά ιδεών, αλλά με πορτιέρη.

Θέλουν πλουραλισμό, αρκεί να έχουν αυτοί το μονοπώλιο του ηθικού πιστοποιητικού.

 

Ένας φιλελεύθερος δεν χρειάζεται να συμφωνεί ούτε με την αφίσα κατά των αμβλώσεων ούτε με κάθε σύνθημα του Pride για να υπερασπιστεί το ίδιο απλό κριτήριο. Αν ένα μήνυμα είναι νόμιμο, δεν υποκινεί βία και έχει πληρώσει τον προβλεπόμενο διαφημιστικό χώρο, δεν πρέπει να κατεβαίνει επειδή προσβάλλει τα αισθήματα μιας οργανωμένης μειοψηφίας με ισχυρή πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και αν δεν υπάρχει διαθέσιμος διαφημιστικός χώρος, δεν δημιουργείται μαγικά δικαίωμα στην προβολή επειδή το μήνυμα θεωρείται προοδευτικό.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι βραβείο καλής διαγωγής. Δεν απονέμεται σε όσους μιλούν τη γλώσσα της εποχής. Δεν προστατεύει κυρίως τα αυτονόητα, τα αποδεκτά και τα χειροκροτούμενα. Αυτά δεν κινδυνεύουν. Προστατεύει τα ενοχλητικά, τα αιχμηρά, τα δυσάρεστα, τα μειοψηφικά, ακόμη και τα λάθος.

Η προοδευτική υποκρισία θέλει να μετατρέψει τον δημόσιο χώρο σε καθρέφτη των δικών της βεβαιοτήτων. Όταν βλέπει μια αφίσα που τη θυμώνει, φωνάζει και απαιτεί «κατεβάστε την». Όταν δεν βλέπει τη δική της αφίσα, φωνάζει «λογοκρισία».

Αυτό δεν είναι φιλελευθερισμός. Δεν είναι καν ανεκτικότητα. Είναι …

 

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ και ΤΥΦΛΟΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: Η άγνοια πίσω από το σκάνδαλο

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Διαβάστε το πριν βγάλετε καταδικαστική απόφαση για την Ορθοδοξία και την Εκκλησία επειδή μπορεί να βρίσκονται κάποιοι ανώμαλοι ή διεφθαρμένοι ρασοφόροι στις τάξεις της...  

Του Αλέξανδρου Σκούρα

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η προκλητική συγγραφέας / φιλόσοφος Άυν Ραντ είχε την τιμητική της. Όχι επειδή οι ιδέες της είχαν ξαφνικά κατακτήσει τον δημόσιο διάλογο, αλλά επειδή αρκετοί αριστεροί σχολιαστές στις ΗΠΑ ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν ως βολικό σκιάχτρο εναντίον του Tea Party.

Κάθε φιλελεύθερη ένσταση απέναντι στο υπερτροφικό κράτος βαφτιζόταν «ραντιανός εγωισμός».

Κάθε επιφύλαξη απέναντι στη φορολογική λεηλασία γινόταν «λατρεία της απληστίας».

Το παράδοξο ήταν ότι όσο πιο έξαλλοι οι επικριτές της τόσο πιο αβάσιμη ήταν η κριτική τους.

Το ίδιο έργο παίζεται σήμερα με την Ορθοδοξία. Η υπόθεση υψηλόβαθμου κληρικού που κατηγορείται για άσεμνη συμπεριφορά έγινε αφορμή για το συνηθισμένο ξέσπασμα ηθικής αγανάκτησης. Σχολιαστές και αυτόκλητοι τιμητές έσπευσαν να καταγγείλουν τη «μεγάλη υποκρισία» της Εκκλησίας. Η ερώτηση επαναλαμβάνεται διαρκώς: πώς γίνεται άνθρωπος της Εκκλησίας να κατηγορείται για τέτοιες πράξεις;

Η υπόθεση, φυσικά, δεν αποκαλύπτει την υποκρισία της Ορθοδοξίας, αλλά την άγνοια πολλών επικριτών της.

Μπερδεύουν τη χριστιανική απαίτηση για μετάνοια και λογοδοσία με την ανύπαρκτη υπόσχεση ότι οι άνθρωποι της Εκκλησίας παύουν να είναι άνθρωποι. Με την ίδια λογική, κάθε αστυνομικός που παραβιάζει τον νόμο θα αποτελούσε επιχείρημα υπέρ της κατάργησης της αστυνομίας και κάθε διεφθαρμένος δικαστής επιχείρημα υπέρ της κατάργησης του δικαστικού συστήματος. Πρόκειται για παιδαριώδη συλλογισμό. Η παράβαση ενός λειτουργού δεν ακυρώνει την αποστολή του θεσμού που υπηρετεί. Την προδίδει. Και ακριβώς επειδή την προδίδει, απαιτείται λογοδοσία χωρίς εκπτώσεις.

Το ίδιο ισχύει και για τον κληρικό.

Το γεγονός ότι μπορεί να παραβεί αυτά που κηρύττει δεν αποδεικνύει ότι η Ορθοδοξία είναι υποκριτική.

Αποδεικνύει ότι ο ίδιος, εφόσον οι κατηγορίες ευσταθούν, απέτυχε να σταθεί στο ύψος της αποστολής του.

Αυτή η διάκριση φαίνεται αυτονόητη σε κάθε άλλη περίπτωση, αλλά εξαφανίζεται μόλις η συζήτηση αγγίξει την Εκκλησία. Και εξαφανίζεται επειδή πολλοί δεν έχουν κατανοήσει ούτε καν τις βασικές αρχές του χριστιανισμού.

Η Ορθοδοξία δεν υποστηρίζει ότι ο ιερέας είναι αναμάρτητος, ούτε ότι η χειροτονία αναιρεί την ανθρώπινη αδυναμία. Δεν θεωρεί το ράσο προστασία από τα ανθρώπινα πάθη. Αντιθέτως, διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι ευάλωτος, ικανός για το καλό αλλά και επιρρεπής στην πτώση. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται μέσω ατομικών επιτευγμάτων ή ως ανταμοιβή για ηθική συμπεριφορά, αλλά προσφέρεται ως χάρη και βιώνεται με πίστη, μετάνοια, ταπείνωση, συμμετοχή στα μυστήρια και έμπρακτη αγάπη.

Αυτό δεν σημαίνει αθώωση. Καμία σοβαρή χριστιανική διδασκαλία δεν λέει ότι επειδή όλοι αμαρτάνουν, όλα επιτρέπονται. Η αμαρτία παραμένει αμαρτία, το έγκλημα παραμένει έγκλημα. Μάλιστα, επειδή η δημόσια διακονία φέρει μεγαλύτερη ευθύνη, ο κληρικός που σκανδαλίζει, ειδικά όταν βρίσκεται σε υψηλή θέση, λογοδοτεί πνευματικά, κανονικά και ποινικά. Η Εκκλησία δεν μπορεί να απαιτεί μετάνοια από τους αδύναμους και σιωπή για τους ισχυρούς.

Άλλο όμως η ευθύνη και άλλο η άγνοια που μεταμφιέζεται σε κριτική. Το σκάνδαλο ενός κληρικού μπορεί να είναι προδοσία της αποστολής του. Δεν είναι όμως διάψευση της Ορθοδοξίας. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει τη βασική της ανθρωπολογία. Η Εκκλησία δεν ιδρύθηκε ως λέσχη καθαρών ανθρώπων που θα επιδεικνύουν την ηθική τους ανωτερότητα στους υπολοίπους. Υπάρχει ως θεραπευτήριο αμαρτωλών. Και σε ένα θεραπευτήριο δεν εκπλήσσεσαι όταν βρίσκεις ασθένεια. Εκπλήσσεσαι όταν κάποιοι παριστάνουν ότι η ασθένεια αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται γιατρός.

Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι οι άνθρωποι ασκούν κριτική στην Εκκλησία. Καλά κάνουν. Οι θεσμοί χρειάζονται έλεγχο, ιδίως όταν διαχειρίζονται κύρος, χρήμα και ψυχές.

Το πρόβλημα είναι ότι πολλοί ασκούν κριτική σε μια πίστη που δεν γνωρίζουν, με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που νομίζουν ότι η άγνοιά τους είναι επιχείρημα.

Η δημόσια συζήτηση θα ήταν πολύ πιο τίμια αν λέγαμε κάτι απλό. Αν ένας κληρικός διέπραξε όσα του αποδίδονται, να λογοδοτήσει χωρίς εκπτώσεις. Αλλά ας μην παρουσιάζουμε την πτώση ενός ανθρώπου ως θεολογικό σκάνδαλο.

Το σκάνδαλο δεν είναι ότι ένας ιερέας μπορεί να αμαρτήσει. Η Ορθοδοξία το ξέρει αυτό καλύτερα από τους τηλεοπτικούς της κατηγόρους.

Το πραγματικό σκάνδαλο είναι ότι …

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Δεν φταίει η Λουπίτα, φταίει το κήρυγμα

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ 

Η Λουπίτα Νιόνγκο δεν ενοχλεί ως Ελένη επειδή είναι μαύρη.

Δεν ενοχλεί επειδή είναι ατάλαντη. Δεν είναι.

Δεν ενοχλεί επειδή είναι άσχημη. Είναι πανέμορφη.

Ενοχλεί επειδή, για ακόμη μία φορά, μεγάλο μέρος του κοινού αισθάνεται ότι το Χόλιγουντ δεν του πουλάει απλώς μια ταινία. Του κάνει μάθημα.

Αυτό είναι το σημείο που συστηματικά προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν οι επαγγελματίες αντιρατσιστές της πολιτιστικής κριτικής.

Όποιος αντιδρά στην επιλογή της Νιόνγκο δεν είναι αυτομάτως ρατσιστής. Μπορεί να είναι. Μπορεί όμως απλώς να έχει κουραστεί από μια βιομηχανία που αντιμετωπίζει το κοινό της σαν καθυστερημένη τάξη δημοτικού. Βλέπει την επιλογή και πριν καν προλάβει να σχηματίσει άποψη για την ταινία, ξέρει ήδη το σενάριο της δημόσιας συζήτησης.

Κάποιοι θα διαμαρτυρηθούν. Κάποιοι θα τους αποκαλέσουν σκοταδιστές. Κάποιοι θα γράψουν ότι η αρχαιότητα ήταν πιο πολύχρωμη από όσο φαντάζονται οι Ευρωπαίοι. Και στο τέλος η ίδια η ταινία θα χαθεί πίσω από την ανάγκη όλων να αποδείξουν την ηθική τους ανωτερότητα.

Το πρόβλημα δεν είναι η καλλιτεχνική ελευθερία. Αντιθέτως, η καλλιτεχνική ελευθερία πρέπει να προστατεύεται ακριβώς όταν ενοχλεί. Ο Νόλαν έχει κάθε δικαίωμα να διαλέξει όποια ηθοποιό θέλει. Η αγορά έχει κάθε δικαίωμα να τον ανταμείψει ή να τον τιμωρήσει. Ο θεατής έχει κάθε δικαίωμα να πάει ή να μην πάει. Αυτό είναι το απλό φιλελεύθερο συμβόλαιο του πολιτισμού. Ο δημιουργός δημιουργεί. Ο πολίτης επιλέγει. Κανείς δεν χρωστάει χειροκρότημα σε κανέναν.

Όμως το σημερινό Χόλιγουντ δεν αρκείται σε αυτό.

Θέλει να πουλήσει προϊόν και ταυτόχρονα να εισπράξει πιστοποιητικό αρετής.

Θέλει να κάνει εμπορική υπερπαραγωγή και να συμπεριφέρεται σαν να διεξάγει κοινωνικό αγώνα.

Θέλει τα δισεκατομμύρια του box office και ταυτόχρονα τη συγκίνηση του ακτιβιστή.

Εκεί αρχίζει η κοροϊδία.

Η Ελένη της Τροίας δεν είναι ιστορικό πρόσωπο με ληξιαρχική πράξη και φωτογραφία διαβατηρίου. Είναι μύθος. Και οι μύθοι ζουν επειδή μεταμορφώνονται. Αλλά οι μεταμορφώσεις δεν είναι αθώες όταν παρουσιάζονται ως εξετάσεις προοδευτικής συνείδησης. Το κοινό δεν αντιδρά μόνο στην εικόνα. Αντιδρά στην υποψία ότι κάποιος επέλεξε την εικόνα για να προκαλέσει, να διδάξει και μετά να καταγγείλει τους προβλέψιμους αντιδρώντες.

Η λύση δεν είναι να αστυνομεύουμε το casting.

Η λύση είναι…

 

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRAND-ΙΣΜΕΝΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΣΤΑΛΙΝΑΡΙΑ: Το κόμμα που δεν περισσεύει ποτέ

 Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ

Στην παρουσίαση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, με φόντο την Ακρόπολη, η Μαριάννα Τουμασάτου διάβασε την ερώτηση: «Σκέφτομαι λοιπόν μήπως παράγονται περισσότερα κόμματα από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε».

Ο Αιμίλιος Χειλάκης απάντησε: «Ωραία ερώτηση, θα δείξει. Αλλά είναι για πρωτοεμφανιζόμενους και σε άλλη πολιτική κατεύθυνση. Εδώ υπάρχουν ρίζες και ιστορία. Το νήμα ξεκινάει από την κυβερνώσα αριστερά».

Σπάνια ένας πολιτικός πρόλογος αποκαλύπτει τόσο καθαρά όσα θέλει να κρύψει. Μέσα σε λίγες λέξεις, η νέα προσπάθεια του κ. Τσίπρα παρουσίασε δύο από τις πιο σταθερές πλάνες της αριστεράς.

Η πρώτη είναι η πλάνη του κεντρικού υπολογισμού. Η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να ξέρει εκ των προτέρων πόσα κόμματα «μπορεί να καταναλώσει» η κοινωνία.

Η δεύτερη είναι η πλάνη της αυτοεξαίρεσης. Οι κανόνες της σπανιότητας, του ανταγωνισμού και της αξιολόγησης ισχύουν για τους άλλους, όχι για εμάς, διότι εμείς έχουμε ρίζες, ιστορία, και αριστερά.

Ο Χάγιεκ θα χαμογελούσε πικρά. Το ερώτημα «πόσα κόμματα μπορούμε να καταναλώσουμε» μοιάζει έξυπνο μόνο σε όσους πιστεύουν ότι η κοινωνία είναι αποθήκη με ράφια.

Δεν είναι. Η πολιτική, όπως και η αγορά, είναι διαδικασία ανακάλυψης. Κανείς δεν γνωρίζει προκαταβολικά ποια ιδέα θα πείσει, ποιο πρόσωπο θα αντέξει, ποια συμμαχία θα γεννηθεί, ποιο κόμμα θα πεθάνει. Αυτή η γνώση δεν βρίσκεται σε κάποιον εγκέφαλο, σε κάποια επιτροπή, σε κάποιο ιδρυτικό συνέδριο. Διασπείρεται στους πολίτες.

Αν αυτό ακούγεται θεωρητικό, αρκεί να θυμηθούμε τις τηλεοπτικές άδειες και το σκάνδαλο χειραγώγησης των ΜΜΕ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η κυβέρνηση Τσίπρα προσπάθησε κάποτε να πείσει τη χώρα ότι μπορούσε να «καταναλώσει» μόνο τέσσερα πανελλαδικά τηλεοπτικά κανάλια. Δεν ήθελε να αφήσει την αγορά, τους τηλεθεατές, τους διαφημιζόμενους, την τεχνολογία και τον ανταγωνισμό να δείξουν πόσοι χωρούν. Ήθελε να το αποφασίσει το κράτος. Με υπουργική αυτοπεποίθηση. Σαν να έλεγε στους πολίτες ότι η ενημέρωση είναι περιορισμένο αγαθό και το Μέγαρο Μαξίμου ξέρει την ιδανική του δοσολογία.

 

Αυτό είναι το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού, μεταφερμένο στην πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης. Η αριστερά πάντα πίστευε ότι η κοινωνική ζήτηση μπορεί να υπολογιστεί από πάνω προς τα κάτω. Πόσα εργοστάσια, πόσα νοσοκομεία, πόσα ενοίκια, πόσες τιμές, πόσες ανάγκες, πόσα κανάλια, τώρα και πόσα κόμματα. Η ίδια νοοτροπία που αποτυγχάνει να καταλάβει γιατί η τιμή μεταφέρει πληροφορία, αποτυγχάνει να καταλάβει γιατί η ψήφος, η τηλεθέαση και η διαφήμιση μεταφέρουν πληροφορία.

Η απάντηση του Χειλάκη όμως ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική από την ερώτηση.

Δεν είπε απλώς «θα δείξει», που θα ήταν η μόνη φιλελεύθερη απάντηση.

Πρόσθεσε αμέσως ότι η ένσταση αφορά τους πρωτοεμφανιζόμενους και όσους κινούνται σε άλλη πολιτική κατεύθυνση. Εδώ, είπε, υπάρχουν ρίζες και ιστορία. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα των πλεοναζόντων κομμάτων υπάρχει, αλλά δεν αφορά το κόμμα μας. Το δικό μας προϊόν δεν μπαίνει στο ίδιο ράφι με τα υπόλοιπα. Έχει πιστοποιητικό καταγωγής.

Αυτή είναι η προστατευτική λογική του κρατισμού. Πρώτα διατυπώνει έναν γενικό φόβο για την «υπερπαραγωγή». Μετά εξαιρεί από τον φόβο τους παλιούς, τους ημετέρους, τους ιστορικά δικαιωμένους.

Στην οικονομία αυτό γεννά άδειες, ποσοστώσεις, κλειστά επαγγέλματα και κρατικά προνόμια.

Στην πολιτική γεννά την ιδέα ότι οι νεοεισερχόμενοι πρέπει να απολογούνται για την ύπαρξή τους, ενώ οι παλιοί δικαιούνται χώρο λόγω βιογραφικού.

Φυσικά, στον πραγματικό κόσμο, η ιστορία της κυβερνώσας αριστεράς δεν είναι ακριβώς εγγύηση ποιότητας... Είναι μνήμη capital controls, υπερφορολόγησης, θεσμικής αλαζονείας, αυταπάτης και κυνικού συμβιβασμού.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν αποφασίζουν οι παλιοί πόσα κόμματα χωράει η χώρα. Δεν αποφασίζουν οι ηθοποιοί, οι επικοινωνιολόγοι, οι πρώην πρωθυπουργοί ή οι ιδιοκτήτες της «ιστορίας». Αποφασίζουν οι πολίτες.

Η αγορά των ιδεών δεν χρειάζεται κεντρικό σχεδιαστή.

Χρειάζεται …

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Η επιστροφή Τσίπρα δεν είναι λαϊκό αίτημα. Είναι σχέδιο εξουσίας

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο ΑλέξανδροςΣκούρας

Σε μια δημοκρατία κάθε πολιτικός μπορεί να δοκιμάσει ξανά την τύχη του, να ιδρύσει κόμμα, να ζητήσει ψήφο, να διεκδικήσει ρόλο.

Το ερώτημα στην περίπτωση Τσίπρα είναι άλλο: ποιος τον ζητά πίσω;

Η απάντηση δεν είναι κολακευτική για τον ίδιο. Δεν υπάρχει σήμερα ένα ισχυρό λαϊκό ρεύμα που να απαιτεί την επιστροφή του. Δεν βλέπουμε κοινωνική πίεση, δεν βλέπουμε αυθόρμητη νοσταλγία, δεν βλέπουμε ένα πολιτικό κίνημα που γεννιέται από τη βάση και αναζητά τον παλιό του αρχηγό. Βλέπουμε έναν πρώην πρωθυπουργό που κοιτάζει το διαλυμένο τοπίο της αντιπολίτευσης και συμπεραίνει ότι υπάρχει χώρος για να επανεγκατασταθεί.

Αυτό κάνει την επιστροφή του αποκαλυπτική. Αν δεν υπάρχει αίτημα από την κοινωνία, τότε το αίτημα παράγεται αλλού.

Παράγεται πρώτα μέσα στον ίδιο τον Τσίπρα. Η εξουσία δεν είναι απλή επαγγελματική εμπειρία. Είναι εθισμός. Όποιος έχει καθίσει στην κορυφή του κράτους, όποιος έχει δει μηχανισμούς, υπουργούς, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους και κομματικούς στρατούς να κινούνται γύρω από το πρόσωπό του, δύσκολα συμβιβάζεται με τον ρόλο του παρατηρητή. Ο Τσίπρας δεν θέλει να είναι πρώην. Θέλει να είναι διαθέσιμος. Θέλει να παραμένει πιθανότητα εξουσίας.

Αυτή η προσωπική βουλιμία ντύνεται, όπως πάντα στην πολιτική, με υψηλότερα επιχειρήματα. Θα μιλήσει για δημοκρατική παράταξη, για προοδευτική ανασύνθεση, για κοινωνική πλειοψηφία, για ανάγκη εναλλακτικής. Όμως πίσω από τις λέξεις υπάρχει η απλή πραγματικότητα: ένας πολιτικός που έχασε το κόμμα του, έχασε την ηγεμονία του και έχασε το ηθικό πλεονέκτημα του αντισυστημικού, προσπαθεί να ξαναστήσει όχημα για να επιστρέψει εκεί όπου πιστεύει ότι ανήκει.

Το δεύτερο επίπεδο είναι ακόμη πιο κυνικό.

Η πολιτική δεν κινείται μόνο από ιδέες και προσωπικές φιλοδοξίες. Κινείται και από συμφέροντα. Όταν η αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατεί να απειλήσει πραγματικά την κυβέρνηση, όταν το ΠΑΣΟΚ δεν πείθει ότι μπορεί να γίνει μεγάλος πόλος, όταν τα απομεινάρια του ΣΥΡΙΖΑ μοιάζουν περισσότερο με εσωκομματικό τραύμα παρά με κυβερνητική προοπτική, τότε ορισμένα οικονομικά και μιντιακά κέντρα αναζητούν νέο εργαλείο πίεσης. Χρειάζονται αντίβαρο. Χρειάζονται διαπραγματευτική ισχύ. Χρειάζονται κάποιον που να μπορεί να φοβίσει, να πιέσει, να ανακατέψει την τράπουλα.

Ο Τσίπρας είναι χρήσιμος σε αυτό το σχέδιο όχι επειδή είναι νέος, αλλά επειδή είναι αναγνωρίσιμος. Έχει υπάρξει πρωθυπουργός. Διαθέτει όνομα, δίκτυα, μνήμες, μηχανισμούς και ένα υπόλοιπο πολιτικού μύθου. Για τα συμφέροντα που θέλουν νέο αντιπολιτευτικό πόλο, δεν χρειάζεται να είναι άφθαρτος. Χρειάζεται να είναι αξιοποιήσιμος.

Εδώ βρίσκεται η ειρωνεία. Ο άνθρωπος που κάποτε εμφανίστηκε ως εχθρός του παλιού συστήματος επιστρέφει ως επιλογή τμημάτων του ίδιου συστήματος.

Δεν θα είναι ο νεαρός ριζοσπάστης της πλατείας.

Θα είναι ο πρώην πρωθυπουργός που αναζητά δεύτερη ευκαιρία με τη βοήθεια όσων καταλαβαίνουν ότι η πολιτική επιρροή χρειάζεται πάντα όχημα.

Γι’ αυτό και δεν μπορεί να ξαναπαίξει τον παλιό ρόλο. Την εποχή των μνημονίων ο Τσίπρας πουλούσε καταγγελία επειδή δεν είχε κυβερνήσει. Σήμερα έχει κυβερνήσει. Έχει υπογράψει, έχει φορολογήσει, έχει διορίσει, έχει συμβιβαστεί, έχει γίνει κατεστημένο. Δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στο σύστημα με πειστικότητα, γιατί το σύστημα έχει και τη δική του υπογραφή.

Η επιστροφή του λοιπόν δεν είναι ανανέωση. Είναι…

 

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Ο Τσίπρας φοβάται τη μνήμη, όχι το ντοκιμαντέρ

 

Toυ Αλέξανδρου Σκούρα

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν αρνήθηκε να συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ επειδή δήθεν κινδυνεύει από κάποια «δολοφονία χαρακτήρα».

Αυτό είναι το πρόσχημα.

Ο πραγματικός λόγος είναι απλούστερος και πολιτικά πολύ πιο αποκαλυπτικός.

Δεν θέλει να σταθεί απέναντι στα γεγονότα του 2015, διότι αυτά θυμίζουν στον κόσμο όσα εκείνος ποντάρει ότι θα ξεχάσει ενόψει της επιστροφής του.

Η υπόθεση έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή καταρρίπτει τον μύθο του αδικημένου ηγέτη. Οι Ελένη Βαρβιτσιώτη και Βικτώρια Δενδρινού απάντησαν ότι ούτε στο βιβλίο τους «Η Τελευταία Μπλόφα» ούτε στο ντοκιμαντέρ συσχετίζουν τη Συμφωνία των Πρεσπών με τη μη περικοπή των συντάξεων, ενώ σημείωσαν πως η πρόσκληση προς τον Τσίπρα παραμένει ανοιχτή. (Parapolitika) Άρα το επιχείρημά του καταρρέει πριν καν αρχίσει η συζήτηση.

Ο Τσίπρας δεν φοβάται μια φράση. Φοβάται το πλαίσιο.

Φοβάται την ανασύσταση της εποχής στην οποία μια κυβέρνηση με ύφος επαναστατικής επιτροπής έπαιξε τη χώρα στα ζάρια.

Φοβάται το δημοψήφισμα που μετατράπηκε σε πολιτικό ταχυδακτυλουργικό κόλπο.

Φοβάται τις κλειστές τράπεζες.

Φοβάται τα capital controls.

Φοβάται το τρίτο μνημόνιο, που υπέγραψε αφού πρώτα είχε καταγγείλει όλα τα προηγούμενα ως πράξεις υποτέλειας.

Και κυρίως φοβάται ότι η μνήμη δεν έχει πεθάνει.

Η επιστροφή Τσίπρα στηρίζεται σε ένα στοίχημα λήθης. Να περάσει αρκετός χρόνος ώστε το 2015 να γίνει θολή ανάμνηση. Να ξεχαστεί η τερατώδης σύγκρουση ανάμεσα στη ρητορική και την πράξη. Να εμφανιστεί ξανά ως ώριμος, θεσμικός, σχεδόν σοσιαλδημοκράτης. Να ξαναγράψει την ιστορία του ως Οδυσσέας που γύρισε στην Ιθάκη, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε ο καπετάνιος που έριξε το καράβι στα βράχια και μετά ζήτησε χειροκρότημα επειδή δεν βούλιαξε τελείως.

 

Αυτή είναι η μεγάλη πολιτική απάτη της μεταμνημονιακής περιόδου. Ότι οι ίδιοι άνθρωποι που αντιμετώπισαν την οικονομία ως πεδίο ιδεολογικού πειράματος ζητούν σήμερα να κριθούν ως τεχνοκράτες της υπευθυνότητας. Ότι οι ίδιοι που περιφρόνησαν την ατομική ευθύνη, την ιδιοκτησία, την αποταμίευση και την κανονική ζωή της μεσαίας τάξης παρουσιάζονται τώρα ως εγγυητές σταθερότητας.

Η ουσία λοιπόν δεν είναι αν ο Τσίπρας έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται την πολιτική του διαδρομή. Προφανώς και έχει.

Η ουσία είναι ότι δεν μπορεί να ζητά δεύτερη ευκαιρία χωρίς να δέχεται πρώτα τον απολογισμό της πρώτης. Στην πολιτική, η μνήμη δεν είναι εκδικητικότητα. Είναι το ελάχιστο φίλτρο σοβαρότητας μιας κοινωνίας που πλήρωσε ακριβά τα μεγάλα λόγια.

Γι’ αυτό το ντοκιμαντέρ ενοχλεί. Όχι επειδή κατασκευάζει κατηγορίες. Αλλά επειδή ξαναφέρνει στο φως την πρώτη ύλη της κρίσης. Τα πραγματικά γεγονότα. Τις μαρτυρίες. Τη σειρά των αποφάσεων. Την ψυχρή πραγματικότητα πίσω από τον μύθο.

Ο Τσίπρας θέλει να επιστρέψει ως λύση.

Το πρόβλημά του είναι ότι …