"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικος ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ: Εθνοσωτήριοι διορισμοί

 

Γράφει ο Στέντωρ

Είναι σοβαρό. «Η ίδια η συνέχιση του έθνους τίθεται εν αμφιβόλω», όπως είπε ο πρόεδρος της Βουλής.

Από τι;

Μα, πρωτίστως, το δημογραφικό.

Και τι κάνει η Βουλή για το δημογραφικό;

Ημερίδα. Σε αυτή συνεισέφεραν τα φώτα τους για τη «συνέχιση» του έθνους ο επίσκοπος Ταλαντίου, ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, ο πρόεδρος της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος.

Εμειναν μόνο στους χαιρετισμούς;

Οχι. Η Βουλή διά του προέδρου της προχώρησε και σε έμπρακτες εθνωφελείς πρωτοβουλίες. Ο Νικήτας Κακλαμάνης γνώρισε στο Κολωνάκι, όπου, όπως είπε, πίνει τον καφέ του, ένα σερβιτόρο που έχει δώδεκα αδέλφια. Και για να τιμήσει την πολυμελή οικογένεια, ανακοίνωσε ότι θα προσλάβει στη Βουλή τον σερβιτόρο.

Είναι μια καλή αρχή. Αν το μπάτζετ της Βουλής είναι όσο και το απόθεμα του λαϊκισμού της, μπορεί το…

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΥΡΙΖΑίικα ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η Ελλάδα στον καθρέφτη της παρακμής


Του Παντελή Σαββίδη

«Η Ελλάδα τελείωσε», γράφουν όλο και συχνότερα οι ξένοι αναλυτές, και τα στοιχεία δείχνουν πως δεν πρόκειται για υπερβολή.  

Οι «Financial Times» αποκάλυψαν πρόσφατα ότι περισσότερα από 750 σχολεία κλείνουν σε όλη τη χώρα λόγω έλλειψης μαθητών. Πρόκειται για πάνω από το 5% του συνόλου – και όχι μόνο σε απομονωμένα χωριά ή νησιά, αλλά και σε περιοχές της Αττικής.

Η δημογραφική κατάρρευση δεν είναι στιγμιαίο φαινόμενο. Από το 2011 οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις. Από το 2001 έως το 2021, ο αριθμός των γυναικών σε ηλικία τεκνοποίησης μειώθηκε κατά 500.000. Μέχρι το 2023 οι γεννήσεις έπεσαν κάτω από 80.000, ενώ οι θάνατοι ήταν σχεδόν διπλάσιοι.

Σε αυτό προστέθηκε το «brain drain» της κρίσης: δεκάδες χιλιάδες νέοι, μορφωμένοι Έλληνες αναζήτησαν αλλού μέλλον, στερώντας από τη χώρα τους πιο παραγωγικούς πολίτες. Έτσι, το πρόβλημα έγινε διπλό: αριθμητικό και ποιοτικό.

Η παρακμή όμως δεν είναι μόνο δημογραφική

Είναι βαθύτερα πολιτισμική. Στη συλλογική συνείδηση δεν υπάρχει πια το αίσθημα ότι συγκροτούμε μια κοινωνία που μοιράζεται κοινό πολιτισμό και ιστορική συνέχεια στον ελλαδικό χώρο.

Ο λαϊκός πολιτισμός, ο οποίος μέχρι πρότινος έδινε συνοχή στις κοινότητες, σβήνει μαζί με τις γενιές που τον κουβαλούσαν. Η νεότερη γενιά μεγαλώνει χωρίς πρότυπα και χωρίς πολιτισμική αυτοπεποίθηση. Και τότε αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα: «γιατί να θέλει κανείς να είναι Έλληνας;» 

Στο παρελθόν υπήρχε λόγος· σήμερα, δυσκολευόμαστε να τον αρθρώσουμε.

Αν υπάρχει ένας μηχανισμός που ενίσχυσε αυτήν την παρακμή, είναι ο «αθηναϊσμός»: η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού, θεσμών και οικονομικών δραστηριοτήτων στην Αθήνα. Σχεδόν οι μισοί κάτοικοι της χώρας ζουν στην πρωτεύουσα.

Όταν το μισό έθνος συρρέει στο Λεκανοπέδιο, τα υπόλοιπα μέρη ερημώνουν. Η ύπαιθρος αδειάζει, οι πόλεις της περιφέρειας φθίνουν, οι θεσμοί καταρρέουν. Ο «Καλλικράτης» ήρθε να επιβεβαιώσει τον συγκεντρωτισμό, καταργώντας μικρότερους θεσμούς τοπικής αυτοδιοίκησης χωρίς να δημιουργήσει πραγματικά αντίβαρα.

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: λιμάνι-κόσμημα, πανεπιστήμια, ιστορία και γεωστρατηγική θέση. Κι όμως, το μετρό παραμένει σε μήκος ανεκδότου, το «fly over» καθυστερεί και κάνει μαρτυρική τη ζωή των πολιτών, και η ανάπλαση της ΔΕΘ ακούγεται κάθε χρόνο χωρίς να υλοποιείται. Ο προβλήτας 6 του λιμανιού, που θα μπορούσε να δώσει ώθηση στη Βόρεια Ελλάδα, μπλοκάρεται από την αθηναϊκή γραφειοκρατία.

Η χώρα αδυνατεί να δημιουργήσει δεύτερο, τρίτο και τέταρτο πόλο ισχύος. Όλα καταλήγουν στο Κέντρο – και όλα νεκρώνουν μακριά από αυτό.

Οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ε.Ε. σε όρους παραγωγικότητας, ενώ οι χώρες που μπήκαν στην Ένωση μετά το 2004 μάς έχουν προσπεράσει.

Η ανάπτυξη που διαφημίζεται κάθε Σεπτέμβριο στη ΔΕΘ είναι πλασματική. Η αύξηση του ΑΕΠ βασίζεται σε επιδοτήσεις της Ε.Ε. και όχι σε ενδογενή δυναμισμό. Το 70% του χρέους μας βρίσκεται στα χέρια «θεσμικών» δανειστών εκτός αγορών, άρα τα χαμηλά επιτόκια δεν σημαίνουν πραγματική επιτυχία.

Αντί για μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν ώθηση, κυριαρχεί η «πολιτική πρόσοδος»: εισοδήματα που προκύπτουν από τη μεταφορά πόρων μέσω του κρατικού μηχανισμού σε ομάδες πολιτικών πελατών. Η διαφθορά δεν είναι απλώς παθολογία, είναι δομικό στοιχείο του συστήματος.

Η κρίση δεν είναι μόνο ελληνική. Η Ευρώπη συνολικά παρακμάζει. Η εικόνα των οκτώ Ευρωπαίων ηγετών που κάθονταν στο Οβάλ Γραφείο απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ, αποδεχόμενοι την ηγεσία του χωρίς αντίλογο, είναι εμβληματική.

Ο Πούτιν και ο Τραμπ συναντώνται μαζί με τον Μόντι και διαμορφώνουν έναν άλλο πόλο.. Η Ευρώπη απουσιάζει. Ούτε στρατηγικό βάρος ούτε γεωπολιτική βούληση. Και όσο η Ευρώπη χάνει το κύρος της, τόσο η Ελλάδα, εξαρτώμενη πλήρως από αυτήν, βυθίζεται κι άλλο.

Ενώ η Δύση παρακμάζει, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) επεκτείνεται και δυναμώνει. Η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Ιράν και –κυρίως– η Τουρκία συμμετέχουν ενεργά.

Η Άγκυρα αξιοποιεί το SCO ως πλατφόρμα για να δείξει ότι δεν είναι δέσμια του ΝΑΤΟ ή της Ε.Ε. Μπορεί να παίζει σε δύο ταμπλό, να αντλεί οφέλη από Ανατολή και Δύση, και να ενισχύει τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα και για την Τουρκία. Τα σχέδια Ερντογάν–Μπαχτσελί να ελέγξουν τη Συρία και να εξουδετερώσουν το Κουρδικό αποτυγχάνουν. Η Τουρκία παγιδεύεται ανάμεσα σε εχθρικές μειονότητες, το Ισραήλ και τις μεταβαλλόμενες αμερικανικές θέσεις, ενώ στο εσωτερικό η ειρηνευτική διαδικασία φθίνει. Το «σπίτι» (οι τουρκικοί υπολογισμοί) δεν ταιριάζει με το «παζάρι» (την πολύπλοκη πραγματικότητα της Συρίας).

Για την Ελλάδα, που παραμένει εγκλωβισμένη στον ευρωπαϊκό μικρόκοσμο, αυτό είναι καμπανάκι κινδύνου. Το γεωπολιτικό παιχνίδι μετακινείται προς Ανατολάς, κι εμείς δεν έχουμε θέση στο τραπέζι.

Η Ελλάδα, χώρα με ιστορικό βάθος, πολιτισμό και στρατηγική γεωγραφία, μοιάζει να ακολουθεί την Ευρώπη στην παρακμή. Αντί να αναδεικνύει τη μοναδικότητά της, αφομοιώνεται σε ένα σύστημα συγκεντρωτισμού, εξάρτησης και πολιτικής αδράνειας.

Η ειρωνεία είναι πως κάποτε ήμασταν πηγή πολιτισμού και δημοκρατίας· σήμερα θυμίζουμε «είδος προς εξαφάνιση», όπως ο λύγκας ή η μεσογειακή φώκια.  

Κι όμως, δεν πρόκειται μόνο για αριθμούς, αλλά για μια «συλλογική παραίτηση».

Η Ελλάδα είναι θύμα δύο παράλληλων παρακμών:

* της δικής της, εσωτερικής, που τροφοδοτείται από δημογραφική συρρίκνωση, πολιτισμική αδράνεια, αθηναϊσμό και διαφθορά,

* και της ευρωπαϊκής, που απογυμνώνει την ήπειρο από ρόλο και βαρύτητα.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία βρίσκει διεξόδους στο SCO, χτίζει νέες συμμαχίες και αποκτά γεωπολιτικό βάρος.

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να μένει αδρανής. Αν δεν τολμήσει να ανατρέψει το συγκεντρωτικό μοντέλο...

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίκα ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «The Death of Greece»: Όταν ο Μασκ λέει την αλήθεια που αρνείται να δει η Ελλάδα



Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΚΟΥΓΚΑΚΗ


Η παρέμβαση του Έλον Μασκ, με τη λιτή αλλά δραματική φράση «The death of Greece», δεν είναι απλώς μια τυχαία ανάρτηση. 
 
Είναι το σχόλιο ενός από τους πιο ισχυρούς επιχειρηματίες του πλανήτη πάνω σε ένα πρόβλημα που οι Έλληνες πολιτικοί αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο τη δημογραφική κατάρρευση. Όταν πάνω από 700 σχολεία κλείνουν λόγω έλλειψης μαθητών, δεν μιλάμε πια για στατιστική ανησυχία αλλά για μια σκληρή πραγματικότητα που αλλάζει τον κοινωνικό ιστό της χώρας.
 
Η Ελλάδα καταγράφει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περίπου 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για να ανανεώνεται ο πληθυσμός. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία μας γερνάει, η παραγωγική βάση συρρικνώνεται και οι μελλοντικές γενιές θα σηκώσουν δυσανάλογο βάρος για να συντηρήσουν το ασφαλιστικό και το σύστημα υγείας. Οι συνέπειες θα είναι βαριές λιγότεροι εργαζόμενοι, μεγαλύτερες εισαγωγές μεταναστών για κάλυψη θέσεων, και αυξημένη οικονομική πίεση.
 
Όταν το πρόβλημα αυτό προβάλλεται διεθνώς, όπως μέσα από τον λογαριασμό του Μασκ με εκατομμύρια ακολούθους, τότε η εικόνα της χώρας εκτίθεται σε μια παγκόσμια συζήτηση. 
 
Δεν είναι πλέον εσωτερική κουβέντα. 
 
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο αν δεν υπάρξει ένα σοβαρό σχέδιο ενίσχυσης της οικογένειας, στήριξης των νέων και αντιστροφής της πληθυσμιακής πτώσης, η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει υπαρξιακή κρίση.
 
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ακουστεί η φράση ενός ξένου για να συνειδητοποιήσουμε αυτό που βλέπουμε καθημερινά αλλά κάνουμε πως δεν υπάρχει.
 
 Η Ελλάδα αργοπεθαίνει, και η ευθύνη για να αντιστραφεί αυτή η πορεία ανήκει...
 
 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Από το έθνος-κράτος στην υπερδομή των ΜΚΟ

Γράφει ο  Αλκιβιάδης Κεφαλάς

Διδάκτωρ Φυσικής του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
 

Στην Αρκαδία, όταν φθινοπωριάζει, ο αέρας κατεβαίνει από το Μαίναλο σαν δροσερή ανάσα που ξεχάστηκε. Από τα 85 χωριά του Δήμου Τρίπολης, μόνο σε 5 θα ανοίξουν τα σχολεία τον Σεπτέμβριο. Οι αυλές χορτάριασαν μέχρι τον ασβέστη, οι πόρτες κλειστές, κι ένα κουδούνι κρεμασμένο που δεν ξέρεις αν είναι μουσικό όργανο ή ενθύμιο. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ακούγεται καθαρά μια αλλαγή αιώνα.

Κάποτε το κράτος ήταν υπόσχεση ζωής, ο δάσκαλος, ο γιατρός, ο ταχυδρόμος, ο χωροφύλακας. Τώρα το κράτος έγινε διαχειριστής έργων και μίζας. 

Δεν είναι μόνο η δημογραφία, αν και αυτή δίνει το πρώτο πλήγμα. Λιγότερα παιδιά, λιγότεροι κάτοικοι, λιγότερες φωνές στις αυλές. Είναι κι εκείνη η αδιόρατη μετατόπιση της πολιτικής μορφής που τη νιώθεις στο πετσί σου πριν καταλάβεις ότι σου ξέρανε την ψυχή.

Από το έθνος-κράτος που έστησε θεσμούς και τους έβαλε παντού για να χωρέσουν όλοι, επιστρέψαμε στις αυτοκρατορίες για να ταΐζουμε τον ηγεμόνα. Σήμερα, αυτό που σχηματικά ονομάζουμε κράτος, μετασχηματίστηκε σε μια υπερδομή-ΜΚΟ. Ευρωπαϊκά ταμεία, προγράμματα, «συνέργειες», ιδρύματα, ανάδοχοι. Η πολιτική έγινε έργο ΟΠΕΚΕΠΕ, προκηρύξεις, παραδοτέα, μίζες. Κι όσο περισσότερα έργα τόσο λιγότερη η αίσθηση της μόνιμης παρουσίας.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Τεγέας, η καφετζού μού έλεγε:
«Το σχολείο, παιδί μου, είναι σαν καφενείο του μέλλοντος. Αν κλείσει, δεν μαζευόμαστε πουθενά».  

Δεν μιλούσε για νούμερα, μιλούσε για ρίζες. Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο μάθημα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το κράτος λέει σε μια κοινότητα «είμαι εδώ και σας στηρίζω επειδή στηρίζομαι σε εσάς».

Όταν οι ρίζες χαθούν, το έθνος και το κράτος πεθαίνουν. Από τη στιγμή που οι ρίζες αντικαθίστανται από οικονομικούς δείκτες και «δράσεις ενίσχυσης δεξιοτήτων», κάτι αλλάζει στον συμβολισμό. Το κράτος παύει να είναι ο καφενές του μέλλοντος. Διαλύεται το έθνος.

Όταν η μέριμνα για τον τόπο «σπάσει» λογιστικά σε έργα, η ευθύνη διαχέεται. Δεν ξέρεις ποιος αποφάσισε να κλείσει μια τάξη, ποιος μέτρησε το κόστος και το όφελος, ποιος θα λογοδοτήσει όταν το λεωφορείο των παιδιών αργήσει ή όταν μια γιαγιά ταξιδεύει τρεις ώρες για παθολόγο. Η πολιτική γίνεται τεχνικό ζήτημα προμηθειών που ντύνεται με λέξεις ακατανόητες, «συνέργεια», «εταιρική κοινωνική ευθύνη», «καινοτομία», «κινητικότητα».

Η Αρκαδία είναι ο καθρέφτης της γενίκευσης. Όλη η περιφέρεια της χώρας ζει αυτόν τον αργό, επιμελώς μεθοδευμένο και προγραμματισμένο θάνατο. Η Αθήνα γέμισε αίθουσες συνεδρίων και εξαγγελίες «πράσινης μετάβασης», «ψηφιακού μετασχηματισμού», «κοινωνικής ένταξης». Εδώ, επειδή η γλώσσα της πολιτικής γίνεται γεωμετρία δεικτών, το κουδούνι είναι περιττό αντικείμενο. 

Η γλώσσα της κοινότητας διηγούνταν το αντίθετο, «το παιδί αξίζει την αυλή του, οι κάτοικοι το καφενείο τους». Κι αυτή την πρόταση, αν τη γράψεις στον πίνακα και την κοιτάξεις χωρίς ιδεολογίες, είναι ο ορισμός του πολιτισμού.

Το έθνος-κράτος κουράστηκε. Όμως, η υπερδομή που στήθηκε σε αντικατάστασή του δεν είναι μόνιμη, είναι το προσωρινό του είδωλο. Κάποτε θα σταθούμε όρθιοι, θα ξαναβρούμε τη ραχοκοκαλιά του έθνους μας, τους θεσμούς που δεν θα είναι για άλλους, αλλά θα αποτελούν τη δική μας καθημερινότητα.

Στο τέλος, όλα θα επιστρέψουν στο ίδιο σημείο, στη μικρή αυλή με το σκουριασμένο κουδούνι.  

Αν χτυπήσει ξανά, δεν θα είναι γιατί βρέθηκε ο πολιτικός σωτήρας-λαμόγιο, αλλά επειδή η ίδια η ανάγκη αποφάσισε ότι η πολιτική δεν είναι μίζες έργων αλλά υπόσχεση ζωής.

Γι’ αυτό, όταν ακούσεις τον Μητσοτάκη να ρωτά
«πόσο κοστίζει να κρατήσουμε ανοιχτό ένα σχολείο», κάν’ του την πιο ακριβή ερώτηση:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το δημογραφικό και η γλώσσα

 


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Επτακόσια λιγότερα σχολεία θα λειτουργήσουν φέτος. Ο πληθυσμός γερνάει και μειώνεται.  

Σε μερικές δεκαετίες οι Ελληνες θα είναι περίπου πέντε εκατομμύρια. Σχεδόν οι μισοί από όσοι είμαστε σήμερα. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια όσοι έλεγαν πως η Ελλάδα είναι μια χώρα γερασμένων συνταξιούχων αναφέρονταν κυρίως στη βιωσιμότητα της κοινωνικής ασφάλισης, των συντάξεων και του συστήματος υγείας. Κάθε εργαζόμενος ζούσε τουλάχιστον δύο συνταξιούχους και το «σύστημα» τον αντάμειβε υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει υπέρογκες εισφορές και βέβαια διόλου ανταποδοτικές. Σήμερα το δημογραφικό έχει ανακηρυχθεί στο βασικό πρόβλημα της χώρας.  

Η πολιτική, ως συνήθως, κάνει αυτό που ξέρει να κάνει. Κοινώς, να το περιορίζει σε ένα οικονομικό πρόβλημα το οποίο προσπαθεί να το αντιμετωπίσει με επιδόματα και ενισχύσεις. Εξ ου και η βλακώδης πεποίθηση ότι το δημογραφικό θα λυθεί με τη μετανάστευση.  

«Χρειαζόμαστε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο μετανάστες», είχε αποφανθεί προ ετών ένας σοφός της Αριστεράς. Κοινώς, χρειαζόμαστε «όντα αναπαραγωγής» του πληθυσμού.  

Η κοινωνία απλώς παρακολουθεί και με την παιδεία της αμέλειας που τη διακρίνει το αντιμετωπίζει ως πρόβλημα του γείτονα. Και όλοι μαζί παραβλέπουμε ότι το δημογραφικό δεν είναι μόνον ποσοτικό πρόβλημα. Αλλιώς θα μπορούσαμε να το λύσουμε με τους Ρομά, που δόξα τω Θεώ είναι γόνιμοι, και τους επίσης γόνιμους μετανάστες.

Το δημογραφικό έχει μια ποιοτική διάσταση η οποία ξεφεύγει από τις στατιστικές. Και επειδή η κοινωνία είναι μια αφηρημένη και απροσδιόριστη έννοια οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τον ορισμό της. 

Οταν λέμε ότι έχουμε δημογραφικό πρόβλημα αναφερόμαστε κυρίως στα μεσαία στρώματα. Αυτά αποτελούν τον βασικό πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας και σ’ αυτά αναλογεί το μεγάλο βάρος και η ευθύνη του δημογραφικού μαρασμού.  

Οταν όμως λέμε ότι σε μερικές δεκαετίες οι Ελληνες δεν θα ξεπερνούν τα πέντε εκατομμύρια, τι ακριβώς εννοούμε;  

Πώς ορίζουμε την ταυτότητα του Ελληνα, και κυρίως του Ελληνα της μεσαίας τάξης; 

Το πρώτο και απλούστερο είναι ότι Ελληνας είναι αυτός που μιλάει ελληνικά. Η γλώσσα είναι το πρώτο και κύριο στοιχείο της εθνικής ταυτότητας.  

Πώς την αντιμετωπίζουμε;  

Πώς τη μεταχειρίζεται η εκπαίδευση και με ποιον τρόπο τη μεταφέρει στις νεότερες γενιές, ώστε να τις γοητεύσει και να αναδείξει τις δυνατότητες που προσφέρει για να ζήσουν στον σύγχρονο κόσμο; 

Η εκπαίδευση αντιμετωπίζει τη γλώσσα σαν μια καταναγκαστική υποχρέωση. Το αποτέλεσμα είναι αυτό το είδος της αλαλίας που υπονομεύει την κοινή μας ζωή. Το ζούμε στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και σε ανθρώπους που υποτίθεται πως είναι επιστήμονες. 

Η μεσαία τάξη είναι γεμάτη πτυχιούχους. Πόσοι απ’ αυτούς μπορούν να χειριστούν την ελληνική γλώσσα; 

Ο τρόπος που περνάει από γενιά σε γενιά η γλώσσα είναι αντίστοιχος με τον δημογραφικό μαρασμό

Η ελληνική γλώσσα δεν γοητεύει τους Ελληνες. Κι αν ανησυχούμε για τη μείωση του πληθυσμού σε πέντε εκατομμύρια από τα δέκα που είμαστε σήμερα, γιατί δεν αναρωτιόμαστε ποια γλώσσα θα μιλούν αυτοί;

Ο δημογραφικός μαρασμός είναι συνυφασμένος με την εθνική ταυτότητα. Με την ταυτότητα αυτού του έθνους που κράτησε τη συνείδηση της κοινότητας χάρη στη γλώσσα του και κατάφερε να γίνει κράτος στις αρχές του 19ου αιώνα. 

Γιατί οι παλαιότερες γενιές γεννούσαν περισσότερα παιδιά απ’ όσα οι σημερινές; 

Ησαν πλουσιότερες; 

Εζησαν πολέμους που εμείς δεν ζήσαμε.  

Εζησαν στην Ψωροκώσταινα, όμως κάτι τους γοήτευε σ’ αυτόν τον τόπο και ήθελαν να τον κάνουν καλύτερο.  

Ο φτωχός αγρότης που ξυπνούσε αξημέρωτα το έκανε γιατί πίστευε ότι τα παιδιά του θα γίνουν καλύτερα απ’ αυτόν. Θα είναι μορφωμένα και θα μιλούν καλύτερα. 

Τα παιδιά του, που έφτασαν να γίνουν μεσαία τάξη, τι περιμένουν από την Ελλάδα;  

Ερήμωση της υπαίθρου, δημογραφικό. Η Ελλάδα έχει πάψει να γοητεύει τους Ελληνες. 

Πόσο ρόλο παίζει η απογοήτευση στο δημογραφικό;

Και για να μην κατηγορηθώ για δογματικό ελληνοκεντρισμό, ας πω απλώς ότι όσο καλύτερα χειρίζεσαι τη μητρική σου γλώσσα τόσο ευκολότερα μαθαίνεις άλλες γλώσσες. Κανονικά θα έπρεπε να είμαστε ο πιο πολύγλωσσος λαός της Ευρώπης. Αν εξαιρέσουμε ορισμένες ελίτ, τα μεσαία στρώματα αρκούνται στα κουτσοαγγλικά του Διαδικτύου και των αεροδρομίων. Αντίστοιχα με τα ελληνικά τους. 

Μεγαλώνουμε παιδιά που δεν έχουν απαιτήσεις από τον εαυτό τους. Και δεν κάνουμε παιδιά επειδή...

Ελληνόφωνου ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΥ αφελληνισμένου κωλοχανείου τραγωδία

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Κράτος εναντίον πολυτέκνων;

 

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Ένα ζευγάρι πολύτεκνων (5 παιδιά) δημοσίων υπαλλήλων στον νομό Έβρου είδε 1000 ευρώ συνολική αύξηση στα εισοδήματά του.

Το κράτος είδε υπέρβαση του εισοδηματικού κριτηρίου για το επίδομα πολυτέκνων και τους έκοψε τα 2800 ευρώ, τα οποία τους έδινε κάθε μήνα.

Τώρα, το ζευγάρι των πολύτεκνων (και δεν είναι το μόνο που την πάτησε έτσι) θα πρέπει να μεγαλώσει τα 5 παιδιά του με 1800 ευρώ λιγότερα, τα οποία εξοικονομεί το κράτος που «πόσα πια να δώσει», όπως είπε και η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Ζαχαράκη.

Προσωπικά δεν ξέρω πόσα πια να δώσει το κράτος ή αν πρέπει να δίνει γενικώς, αλλά ξέρω ότι πρέπει πρώτα, ως κοινωνία και μετά, ως κυβέρνηση να πάρουμε μια απλή απόφαση:

Είτε η υπογεννητικότητα είναι μεγάλο πρόβλημα και το να γεννιούνται περισσότερα Ελληνόπουλα είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας για τη χώρα είτε δεν χρειαζόμαστε περισσότερους Έλληνες και δεν έχει καμία σημασία πόσα παιδιά γεννιούνται.

Αν κρίνουμε ότι η χώρα εξαρτάται από τον αριθμό των γεννήσεων, γιατί μια χώρα γερόντων δεν μπορεί να επιβιώσει, πρέπει το κράτος να είναι δίπλα σε όσους κάνουν παιδιά

Η (κάπως παρορμητική, το παραδέχομαι) κλίση μου είναι προς το δεύτερο. Η καταστροφή που έχουν φέρει οι ιθαγενείς είναι ήδη αρκετή και δεν χρειαζόμαστε περισσότερους. Μια άποψη με την οποία αν συμφωνήσουμε, αν δηλαδή κρίνουμε ότι δεν μας νοιάζει πόσα παιδιά κάνουν οι Έλληνες, τότε τα σχετικά επιδόματα πρέπει να κοπούν και όποιος θέλει να κάνει παιδιά να φροντίζει να έχει και τα χρήματα ώστε να τα ζει. Αν, από την άλλη, κρίνουμε ότι η χώρα εξαρτάται από τον αριθμό των γεννήσεων και ότι θέλουμε (ακόμα και ως αναγκαίο κακό) όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, γιατί μια χώρα γερόντων δεν μπορεί να επιβιώσει, πρέπει το κράτος να είναι δίπλα σε όσους κάνουν παιδιά, και όσο περισσότερα είναι αυτά τα παιδιά τόσο πιο δίπλα να είναι το κράτος.

Πρέπει δηλαδή και σε αυτό το θέμα να αφήσουμε τα παιδιαρίσματα και να αποφασίσουμε. Ή έτσι ή γιουβέτσι.

Το ξέρω ότι είναι οδυνηρό να παίρνει κανείς αποφάσεις και να μη ζει για πάντα σαν ανεύθυνος και κακομαθημένος έφηβος, αλλά και τα δυο δυστυχώς δεν γίνεται.

«Μα είναι σωστό να δίνεις χρηματικό κίνητρο για να γεννιούνται παιδιά;» μπορεί να απορήσει κάποιος, και θα πω ότι αν το θέμα είναι όντως ζωτικής σημασίας, αν δηλαδή διαφορετικά η χώρα θα πεθάνει, κάθε κίνητρο είναι σωστό.

Μόνο που στην πραγματικότητα τα χρήματα, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν είναι κίνητρο· είναι ο τρόπος να αποκτήσει ένα κάποιο αίσθημα σιγουριάς αυτός που θέλει να κάνει παιδιά αλλά δεν του τρέχουν τα λεφτά από τα μπατζάκια.

Η ευκολία με την οποία το ελληνικό κράτος αφαιρεί το επίδομα από πολύτεκνες οικογένειες, μειώνοντας το εισόδημά τους (κάτι που δεν θα παίρναμε καν χαμπάρι, αν δεν αποκάλυπτε την υπόθεση η εκπομπή του ΣΚΑΙ «Όπου υπάρχει Ελλάδα»), με κάνει να πιστεύω ότι η κυβέρνηση κλίνει προς την άποψη σύμφωνα με την οποία οι γεννήσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία, και να υποψιάζομαι ότι …

 

ΝουΔο-γαλαζαίων εθνικών κηφηνο-ξεφτιλαράδων κωμωδία

 

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ: Η υπογεννητικότητα και η μόνη σοβαρή λύση της

 Του Ηλία Παπαγεωργιάδη*

Αφού μάθαμε τον Έλληνα στο επίδομα και τον τζόγο, η μόνη λύση για να υπάρξει έκρηξη νέων γεννήσεων είναι να νιώσει πως θα βγάλει εύκολα λεφτά.

Το 2023 η πτώση των γεννήσεων στην Ελλάδα επιταχύνθηκε, με τους θανάτους να είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι και το μέλλον να δείχνει ακόμη ζοφερότερο. Οι γεννήσεις έπεσαν περίπου στις 73.000, οι θάνατοι ήταν περίπου 130.000 = πλέον χάνουμε κάθε χρόνο μία πόλη 50 – 60.000 κατοίκων... Για το θέμα μιλάνε εδώ και χρόνια κάποιοι σοβαροί καθηγητές πανεπιστημίου (πχ. Μιλτιάδης Νεκτάριος, Βύρωνας Κοτζαμάνης κ.α.) όμως δεν δείχνει να συγκινείται κανείς.

Την ώρα που οι λόγοι της υπογεννητικότητας είναι γνωστοί σε όλες και όλους (από το Lifestyle μέχρι το εχθρικό περιβάλλον για νέους γονείς στην πατρίδα μας), οι κυβερνήσεις ανακοινώνουν μέτρα "ασπιρίνες" που δεν δίνουν απολύτως ΚΑΜΙΑ λύση στο πρόβλημα, ούτε και αποτελούν σοβαρό κίνητρο για ένα ζευγάρι να προχωρήσει στην τεκνοποίηση...

Πίσω όμως από τα μεγάλα (κούφια) λόγια, παραμένει η αδήριτη ανάγκη να αντιστρέψουμε την τάση που θα μας οδηγήσει γρήγορα στο να μην έχουμε νέους ανθρώπους στον τόπο μας = να αυτοκαταστραφούμε.

Για αυτό νομίζω πως ήρθε η ώρα να δούμε το θέμα πιο ρεαλιστικά, πιο "πρακτικά", προσαρμοζόμενοι στη σημερινή εποχή.

Ποια είναι όμως αυτή;

Τζόγος, επιδόμα και pass: Το "ναρκωτικό" της πλειοψηφίας

Καλώς ή κακώς, η εξάπλωση του τζόγου έχει πάρει τρομακτικές διαστάσεις στη χώρα μας (και όχι μόνο). Τα ποσά που "παίζονται" κάθε μήνα ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ και φαίνεται πως ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας τζογάρει, αναζητώντας απελπισμένα το "εύκολο χρήμα".

Την ίδια ώρα, τα τελευταία 10 χρόνια οι πολιτικές επιδομάτων πολλαπλασιάστηκαν και πλέον αποτελούν τη "ραχοκοκκαλιά" των επιλογών κάθε κυβέρνησης. Συχνά καταγγέλεται ότι πολλοί άνθρωποι πλέον επιλέγουν τα επιδόματα από την εργασία, μιας και θεωρούν ότι είναι προτιμότερα αυτά, από ένα κακοπληρωμένο 8ωρο.

Τα κάθε είδους "pass" έγιναν τα τελευταία χρόνια το "φάρμακο δια πάσαν νόσον", προσφέροντας εύκολες, προσωρινές (και μικρής αποτελεσματικότητας) λύσεις σε πολύ κόσμο που δυσκολεύεται / είναι σε αδιέξοδο / βαριέται / έχει "μαύρα" εισοδήματα. Δίνονται χωρίς έλεγχο της πραγματικής οικονομικής κατάστασης κάθε πολίτη.

Όλα αυτά είναι ένα κοινωνικό "ναρκωτικό", που προσωρινά "ανακουφίζει", όμως απομακρύνει από τον στόχο του να καταφέρει κάποιος να ζήσει καλύτερα, πετυχαίνοντας στη ζωή του. Δεν παύουν όμως να είναι μία πραγματικότητα, στην οποία έχουν "εθιστεί" πάρα πολλοί, ίσως η πλειοψηφία των συμπολιτών μας.

Τα μόνα κίνητρα που μπορούν να καταλάβουν οι Έλληνες σήμερα, για να κάνουν παιδιά:

(Πολλά) Λεφτά

Η αλήθεια είναι πως ένα παιδί θα έπρεπε να αποτελεί τον καρπό της αγάπης ανάμεσα σε έναν άντρα και μία γυναίκα και μόνο αυτό. Ζούμε όμως στην εποχή όπου υπάρχουν άπειροι λόγοι για τους οποίους οι νέοι μας δεν θέλουν να κάνουν παιδιά, με πρώτο την οικονομική τους δυσπραγία. Αν προσθέσουμε στους πραγματικούς λόγους και τη νοοτροπία που έχει πλέον αλλάξει (τζόγος, επιδόματα, pass + lifestyle), τότε έχουμε μπροστά μας 2 γενιές Ελληνίδων και Ελλήνων που δεν πρόκειται να "ακούσουν" όλα όσα λένε οι μεγαλύτεροι, ούτε οι κυβερνώντες, για την ανάγκη να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως Έλληνες.

Ναι, βεβαίως και πάρα πολλές και πολλοί θα πουν διάφορα όμορφα και εύηχα επί του θέματος, όμως στην πράξη δεν θα αλλάξει κάτι. Το αποτέλεσμα των "άδειων" λόγων το βλέπουμε στον ετήσιο αριθμό των γεννήσεων, που κάθε χρόνο γράφει νέο χαμηλό και εμείς απλά το παρατηρούμε και "κλαίμε"...

Με αυτά τα δεδομένα, για μένα υπάρχει μόνο ένας δρόμος: Να δώσουμε στον κόσμο το μόνο κίνητρο που μπορεί να τον κάνει να αλλάξει γνώμη: (Πολλά) Λεφτά!

Με δεδομένο πως οι περισσότεροι δείχνουν να έχουν προτάξει τα χρήματα ως βασικό κριτήριο των επιλογών τους, νομίζω πως μόνο αν τους δώσουμε αυτό που επιθυμούν θα σκεφθούν να αλλάξουν δρόμο και να βάλουν ξανά στο μυαλό τους την τεκνοποίηση.

Σοβαρά ποσά, που να συζητηθούν και να προσμετρηθούν στην απόφαση

Το να δίνεις σε ένα ζευγάρι 2.000 – 2.400 ευρώ δεν αποτελεί κίνητρο για να κάνει παιδί. Αυτό το ποσό απευθύνεται σε ένα ζευγάρι που όπως και να’ ναι θέλει να τεκνοποιήσει και έρχεσαι απλά να του κάνεις λίγο πιο εύκολη τη ζωή την πρώτη περίοδο μετά τη γέννα. Δεν υπάρχει όμως κανείς που θα πει "αν είναι να πάρω τα 2.400, ναι θα το σκεφθώ σοβαρά".

Τα ποσά που χρειάζεται να δοθούν θα πρέπει να είναι "μεγάλα", να ξεπερνούν τις 10.000 ευρώ, για να αποτελέσουν παράγοντα που θα επηρεάσει τις αποφάσεις των νέων μας. Κάθετι άλλο είναι απλώς "συζήτηση για να περνάει η ώρα" που δεν αγγίζει καμία και κανέναν.

Πρώτος στόχος: Το +1

Τα περισσότερα ζευγάρια σήμερα σταματάνε στο πρώτο παιδί. Για αυτό και δεν θα είχε νόημα να στηριχθεί οικονομικά μία τέτοια απόφαση ( = να επιδοτήσουμε την πρώτη τεκνοποίηση). Αντίθετα, θέλουμε όλα αυτά τα ζευγάρια να κάνουν +1 παιδί, να φτάσουν στα δύο! Για αυτό και η πρότασή μου για μεγάλα χρηματικά κίνητρα ξεκινάει από το δεύτερο παιδί, αυτό που χρειαζόμαστε ως κοινωνία.

Επίσης υπάρχουν αρκετά ζευγάρια με δύο παιδιά. Σε αυτά το κίνητρο για το τρίτο παιδί θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο, γιατί ήδη έχουν κάνει κάτι δύσκολο, έχουν φέρει στον κόσμο δύο Ελληνόπουλα και θέλουμε να σκεφθούν σοβαρά να φέρουν άλλο ένα.

 

Τέλος, το μεγαλύτερο κίνητρο θα πρέπει να δίνεται σε όποιους αποφασίζουν να γίνουν πολύτεκνοι, θυσιάζοντας την προσωπική τους ζωή για χάρη των παιδιών τους (κάτι που σε μεγάλο βαθμό συμβαίνει και στους γονείς δύο / τριών παιδιών).

Η πρότασή μου:

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Δημογραφικό: ωρολογιακή βόμβα ή βιολογικό ρολόι;

 


Του Βαγγέλη Ακτσαλή

 

Στερεοτυπικά πλέον το δημογραφικό αποκαλείται "το Νο 1 πρόβλημα" όχι μόνο της ελληνικής, αλλά σχεδόν όλων των δυτικών κοινωνιών, όχι αδίκως, μιας και εμπεριέχει οικονομικές, κοινωνικές και εθνικές παραμέτρους. Καθώς οι γεννήσεις βαίνουν μειούμενες σε βαθμό σημαντικά κάτω του βαθμού αναπλήρωσης (2,1 παιδιά/ γυναίκα), οι κυβερνήσεις επιδοτούν την τεκνοποίηση.

Ωστόσο, αυτό προς το παρόν δεν φαίνεται να φέρνει αποτέλεσμα: η Γαλλία δαπανά 3.5-4% του ΑΕΠ της σε αυτό τον τομέα, ενώ η Ν. Κορέα επιδοτεί αθροιστικά με $70,000 το κάθε παιδί που γεννιέται, με πενιχρά αποτελέσματα αμφότερες. Παρόμοιες πολιτικές χωρών όπως η Ουγγαρία και η Ρωσία επίσης εν μέρει απέτυχαν, ενώ η Σουηδία, που προσφέρει ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα υπέρ των γεννήσεων, έχει δείκτη γονιμότητας μόλις 1,7.

Η απόφαση για τεκνοποίηση είναι μεν προσωπική, αλλά ενέχει κοινωνικές προεκτάσεις. Μια κοινωνία που δεν αναπαράγεται επαρκώς χάνει δυναμισμό και ισχύ. Η υπογονιμότητα της κοινωνίας απειλεί τα ασφαλιστικά ταμεία και τις συντάξεις. Λογικό, λοιπόν, οι κυβερνήσεις να ενσκήπτουν επ’ αυτού, όμως εκεί που σφάλουν είναι στη ρίζα του προβλήματος.

Για παράδειγμα η υπόθεση ότι η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας ευθύνεται κατά κύριο λόγο για το χαμηλό δείκτη γεννήσεων οδήγησε σε φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις, χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι οι γυναίκες πλέον ξεκινούν να γεννάνε αργότερα στη ζωή τους.

Έρευνες έχουν καταδείξει ότι μια γυναίκα που ξεκινά να κάνει παιδιά μεταξύ 20 και 30 ετών, όπως συνέβαινε παλιότερα, είναι πιθανότερο να κάνει περισσότερα παιδιά σε σχέση με κάποια που ξεκινά μετά τα 30 της, όπως είναι σήμερα ο κανόνας. Αναμφίβολα οι σπουδές και η μαζικότερη είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι αδιαπραγμάτευτες κατακτήσεις τους, αλλά δυστυχώς έχουν επηρεάσει αρνητικά το δείκτη γονιμότητας.

Οπότε, αναπόφευκτα, το ερώτημα παραμένει: τι μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις;

Απάντηση: να προσαρμόσουν τα μέτρα στις αιτίες του προβλήματος.

Στη χώρα μας η οικογένεια ανέκαθεν αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής συνοχής και ένα σταθερό σημείο αναφοράς του ατόμου ("τίνος είσαι εσύ;"). Χρειάζεται, λοιπόν, να επανεφεύρουμε την αξία της αγίας ελληνικής οικογένειας και να υπενθυμίσουμε τα πολλαπλά οφέλη του να είσαι μέλος της.

Να την επανασυστήσουμε στη νεολαία μας, όχι απαραίτητα με τη μορφή του ασφυκτικού υπερπροστατευτισμού, που τη γνωρίσαν οι παλαιότεροι, αλλά υπό τη μορφή της εστίας θαλπωρής, έγνοιας και ζεστασιάς("ζακέτα να πάρεις"), που είναι ο πυρήνας της.

Πέραν τούτου, η έννοια της οικογένειας θα πρέπει να εξελιχθεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Με τα διαζύγια πλέον να αγγίζουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό επί των γάμων, αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το δημογραφικό πρόβλημα, θα πρέπει να επανεξετάσουμε και να στηρίξουμε θεσμικά και πρακτικά τόσο τη μονογονεϊκή, όσο και τη θετή/ ετεροθαλή οικογένεια, όπου δυο άτομα με προϋπάρχοντα τέκνα σμίγουν για να διευρύνουν τις οικογένειές τους, σχηματίζοντας μια νέα.

Επιπλέον, με δεδομένο ότι πολλά ζευγάρια περιορίζονται στην απόκτηση ενός τέκνου όχι από βιολογική ή οικονομική ανάγκη, αλλά από επιλογή, θα πρέπει να τονιστεί η αξία της ενδοοικογενειακής κοινωνικοποίησης και του να μαθαίνει κανείς να μοιράζεται πράγματα από νωρίς στη ζωή του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα παιδιά που προέρχονται από πολύτεκνες οικογένειες λαμβάνουν τη φροντίδα που τους αρμόζει εν πολλοίς από τα μεγαλύτερα αδέρφια τους και έτσι αυτονομούνται νωρίτερα συγκριτικά με παιδιά από πιο ολιγομελείς οικογένειες ή, ακόμα περισσότερο, από τα μοναχοπαίδια.

Μια άλλη, κάπως αιρετική αλλά αναδυόμενη, ζωτική και πρακτική παράμετρος στην απόκτηση πολλών παιδιών είναι το ζήτημα των μεταμοσχεύσεων. Με τις επιστημονικές εξελίξεις να έχουν προχωρήσει, πλέον μια πληθώρα ιατρικών προβλημάτων, ιδίως αιματολογικής υφής, μπορούν να ιαθούν με μεταμόσχευση, αρκεί να βρεθεί ο κατάλληλος δότης. Είναι γνωστό ότι η ιστοσυμβατότητα μεταξύ δυο ατόμων μεγιστοποιείται ανάμεσα σε συγγενείς πρώτου βαθμού, συνεπώς όσο περισσότερα αδέρφια διαθέτει κανείς, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να βρεθεί συμβατός δότης του οργάνου που νοσεί, που πιθανώς να αποβεί σωτήριο και για τη ζωή του.

Τέλος, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η καρδιά του προβλήματος, που δεν είναι άλλη από τον ατομισμό.

Δυστυχώς ζούμε σε μια εποχή άκρατου ατομισμού, όπου η προσωπική ευδαιμονία δεν θεωρείται πλέον δικαίωμα, αλλά υποχρέωση. Πάψαμε να είμαστε μέλη μιας κοινωνίας και γίναμε αποσπασμένα, απομονωμένα άτομα, που αντί να περιφέρονται γύρω από έναν πυρήνα, όπως συμβαίνει στη Φυσική, κινούμαστε ανερμάτιστα, αφύσικα, δίχως έναν συνεκτικό αρμό, με μόνο γνώμονα την ατομική μας "ευτυχία".

Μόνο που αυτή η ατομική ευτυχία είναι μια φενάκη, διότι είναι αδύνατον να ευτυχεί κανείς μεμονωμένα σε μια κοινωνία που δυστυχεί. Και μια κοινωνία που γηράσκει είναι μια κοινωνία που στερείται του πολυτιμότερου και ζωτικότερου συστατικού της: της νεολαίας της, που της δίνει παλμό και σφρίγος για να συνεχίσει να ακμάζει και να αναπτύσσεται.

Συνεπώς, από όλα τα παραπάνω και από τη διεθνή εμπειρία συνάγεται το συμπέρασμα ότι το δημογραφικό δεν είναι ένα ζήτημα αποκλειστικά οικονομικό, αλλά…

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η πολιτική οικονομία της δημογραφικής παρακμής -- Πώς θα ήταν άραγε η ελληνική οικονομία εάν ήταν ποδοσφαιριστής;

 Γράφουν οι οικονομολόγοι Δημήτρης Α. Ιωάννου  και Χρήστος Α. Ιωάννου

 

I. Δύο προσεγγίσεις για την σχέση δημογραφίας και ανάπτυξης

Στην οικονομική φιλολογία η μελέτη των σχέσεων μεταξύ δημογραφίας και ανάπτυξης είναι περιορισμένη. Οι υφιστάμενες εργασίες δεν είναι πολλές και, πέραν από την κλασσική θεωρία του «δημογραφικού μερίσματος» (demographic dividend) έχουν λίγα να προτείνουν καθώς θα μπορούσε κανείς να πει τόσο ότι τα αποτελέσματα τους είναι αντιφατικά, όσο και ότι δεν έχουν καταφέρει να περιγράψουν ή να εντοπίσουν κάποια άλλη ισχυρή σχέση με την οποία η δημογραφία -μπορεί να- συνδέεται με την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.

Από την μία πλευρά η εμπειρική έρευνα διαπιστώνει το φαινόμενο πως η υψηλότερη παραγωγικότητα παρουσιάζεται εκεί όπου στο εργατικό δυναμικό κυριαρχούν -και είναι ακριβώς φορείς αυτής της υψηλής παραγωγικότητας- οι εργαζόμενοι ηλικίας μεταξύ 40 και 60 ετών, (πράγμα που συμβαίνει, κυρίως, στις αναπτυγμένες χώρες οι οποίες βρίσκονται σε μία διαδικασία δημογραφικής γήρανσης).

Από την άλλη πλευρά όμως είναι ερευνητικά διαπιστωμένο, αλλά και εμπεδωμένο στην κοινή αίσθηση, ότι τα τελευταία χρόνια όλες οι επιχειρηματικές προσπάθειες που είχαν εντυπωσιακή επιτυχία αλλάζοντας το παραγωγικό επίπεδο και συνακόλουθα την συνολική μορφή της οικονομικής δραστηριότητας έχουν προέλθει ως επιχειρηματικές μονάδες, αλλά και έχουν, κυρίως στο ξεκίνημά τους, στελεχωθεί, από νέους ηλικίας κάτω των 35 ετών, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις μεγάλες εταιρείες πληροφορικής οι οποίες πλέον κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία.

Η ερμηνεία του φαινομένου της υπεροχής όσον αφορά την παραγωγικότητα των ηλικιών 40-49 και 50-59 στις ανεπτυγμένες οικονομίες αποδίδεται στο γεγονός ότι για αποδοτικές εργασίες που δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία, και απαιτούν σύνθετη επιδεξιότητα και γνώσεις, προϋποτίθεται μακρά περίοδος εκπαίδευσης ενώ, ταυτοχρόνως, η υψηλή παραγωγικότητα συναρτάται, σε ένα βαθμό, και με την εμπειρία. Όλα αυτά, όμως, λαμβάνουν χώρο σε ένα οικονομικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό οικοσύστημα όπου οι προηγούμενες γενεές παρέδωσαν ένα πλούσιο απόθεμα παραγωγικής εμπειρίας και επιστημονικών γνώσεων και ιστορικά υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε πως υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για την σχέση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης μίας οικονομίας με τα δημογραφικά της χαρακτηριστικά:

H πρώτη είναι η θεωρία του “δημογραφικού μερίσματος”, που αφορά κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, τις αναπτυσσόμενες χώρες,

H δεύτερη είναι η θεωρία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε του “ώριμου” ανθρωπίνου κεφαλαίου (human capital) που αφορά τις αναπτυγμένες χώρες.

 

Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση του demographic dividend, πρόκειται για αναπτυσσόμενες, κυρίως, χώρες οι οποίες βρίσκονται σε συνθήκες δημογραφικής μετάβασης λόγω του γεγονότος ότι πολύ πρόσφατα, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μιας ή δύο γενεών, οι πολυτεκνικές οικογένειες αντικαταστάθηκαν από ολιγομελείς, αστικές ως επί το πλείστον, οικογένειες με αποτέλεσμα ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός, ηλικίας 15 έως 64 ετών, να είναι περισσότερος από τον εξαρτώμενο πληθυσμό, ανήλικο και υπέργηρο, αυξάνοντας αναλογικά, αλλά και απολύτως, τον αριθμό των εργατικών χεριών, καθώς επίσης και την ροπή για αποταμίευση και επένδυση, ευνοώντας και τροφοδοτώντας, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, την οικονομική ανάπτυξη. (“Δημογραφικό μέρισμα” εκτιμάται, σε ένα βαθμό, ότι “προσέφεραν” και οι baby-boomers στην οικονομία των ΗΠΑ, από τις αρχές της δεκαετίας του 60 και μετά. “Δημογραφικό μέρισμα” θεωρείται πως απολαμβάνει σήμερα και η Ινδία, της οποίας η δημογραφική πυραμίδα είναι διογκωμένη στις ηλικίες 15 έως 64 ετών, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγεί την δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας της).

Αντίθετα, η δεύτερη προσέγγιση, που επικεντρώνεται στην ποιότητα του “ώριμου” ανθρωπίνου κεφαλαίου, -(και για τον λόγο αυτό είναι περισσότερο μία εμπειρική διαπίστωση, και λιγότερο μία θεωρία)-, αφορά προηγμένες οικονομίες πού βρίσκονται πλέον σε διαφορετικό στάδιο δημογραφικής εξέλιξης, δηλαδή σε διαδικασία δημογραφικής κάμψης και γήρανσης. Οι προηγμένες οικονομίες, λοιπόν, ευνοούνται από το γεγονός ότι απολαμβάνουν ένα υψηλό επίπεδο συσσωρευμένης γνώσης και συσσωρευμένου υλικού και ανθρώπινου κεφαλαίου τα οποία, προς το παρόν, -εμπλουτιζόμενα με αποτελεσματικό τρόπο από γενεά σε γενεά- αντισταθμίζουν σε μεγάλο βαθμό τις δυσμενείς επιπτώσεις του δημογραφικού παράγοντα. (Αυτό βεβαίως, δηλαδή η παραγωγική “σοφία” των μεγαλύτερων ηλικιών, ως αναπτυξιακή δυναμική σε οικονομίες όπως εκείνες των ΗΠΑ ή των βορειοευρωπαϊκών χωρών, ενισχύεται και από τις καινοτομικές ιδέες και την επιχειρηματική ικανότητα εκπροσώπων της γενεάς που δεν έχει ακόμη φθάσει στα 35).

Κανένα από τα δύο πιο πάνω υποδείγματα ερμηνείας, όμως, δεν ταιριάζει στην εξελισσόμενη κατάσταση της Ελλάδας.

“Δημογραφικό μέρισμα” ανάπτυξης δεν υπήρξε ποτέ. Η χώρα μας γνώρισε μία σημαντική αύξηση του πληθυσμού της κατά δύο εκατομμύρια ανθρώπους, παρά και την σημαντική μετανάστευση της περιόδου, από το τέλος του εμφυλίου έως το τέλος της δεκαετίας του ‘70. Θα έπρεπε να είχε αρχίσει να καρπούται ένα σοβαρό αναπτυξιακό “δημογραφικό μέρισμα” από τις αρχές της δεκαετίας του 70 και στην συνέχεια, όταν οι πρώτοι μεταπολεμικώς γεννηθέντες, άρχισαν να εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Τέτοιο αναπτυξιακό “μέρισμα” όμως, δεν υπήρξε ποτέ.

Από την άλλη πλευρά, πάλι, επειδή όλη η σημαντική ανάπτυξη των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 στηρίχθηκε σε επενδύσεις της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, που στον δυτικό κόσμο έλαβε χώρα στο τέλος του 19ου αιώνα, την στιγμή που η παγκόσμια οικονομία εισερχόταν πλέον στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην δεκαετία του ‘70, δεν υπήρχε κατάλληλο απόθεμα γνώσεων, τεχνογνωσίας και επιχειρηματικής νοοτροπίας για να μεταφερθεί από τις προηγούμενες γενεές στην τότε εισερχόμενη στην αγορά εργασίας γενεά, και ως εκ τούτου το σημερινό ανθρώπινο κεφαλαίο και γενικότερα το παραγωγικό και πνευματικό οικοσύστημα της χώρας δεν είναι “ώριμο” για να τροφοδοτήσει ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. (Και φυσικά δεν έχει εμφανισθεί ούτε κάποιο κύμα καινοτόμου και αποτελεσματικής “νεανικής” επιχειρηματικότητας, για να συνδράμει προς αυτήν την κατεύθυνση- οι νεοφυείς επιχειρήσεις της τελευταίας δεκαετίας έχουν δυναμισμό αλλά ακόμη δεν αποτελούν μέγεθος ικανό να τροφοδοτήσει ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης). Με αυτή την έννοια, συνεπώς, η Ελλάδα δεν αποτελεί περίπτωση θετικού παραδείγματος για καμία από τις δύο προσεγγίσεις.

ΙΙ. Γηράσκουσα Ελλάδα με γηράσκουσα, επίσης, αγορά  εργασίας.

Στην Ελλάδα η  γήρανση του πληθυσμού και η  πληθυσμιακή συρρίκνωση δεν είναι φαινόμενα που θα ξεκινήσουν στο μέλλον. Είναι φαινόμενα που έχουν ήδη ξεκινήσει, και βρίσκονται σε εξέλιξη.  Αυτό δείχνουν οι μεταβολές της περιόδου μετά το 2000. Η μεν γήρανση του πληθυσμού συμβαίνει ήδη για δυο δεκαετίες τουλάχιστον, η δε πληθυσμιακή συρρίκνωση συμβαίνει ήδη μια δεκαετία και πλέον. Το 2011 είναι το έτος αντιστροφής της αυξητικής τάσης, και από τότε ο συνολικός πληθυσμός φθίνει, σε παράλληλη πορεία με την γήρανσή του: το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 65+ στο συνολικό πληθυσμό αυξάνεται συνεχώς και από το 17,3% το έτος 2000, έφθασε το 2023 στο 23% και τείνει αυξανόμενο.

Συνεπώς, φαινόμενα και τάσεις γήρανσης του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, και φαινόμενα και τάσεις πληθυσμιακής συρρίκνωσης, (που αναμένεται να ενταθούν τις επόμενες δεκαετίες),  ήδη υφίστανται και λειτούργησαν στην ελληνική οικονομία και στην ελληνική αγορά εργασίας την προηγουμένη εικοσιπενταετία. Η οποία ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζεται δυσλειτουργική, με διάρθρωση και επιδόσεις που δεν έχουν βελτιωθεί στην διάρκεια της εν λόγω περιόδου, και παραμένουν, σταθερά, μακράν αποκλίνουσες των μέσων ευρωπαϊκών.  Την χαρακτηρίζουν συστηματικά «κενά απασχόλησης».

Ενώ, δηλαδή, ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας  μειώνεται σταθερά, όπως και στην υπόλοιπη ΕΕ,  το ποσοστό απασχόλησης μένει σε χαμηλά επίπεδα, σε απόκλιση και  όχι παρακολουθώντας την τάση  αύξησής  του που παρατηρείται στην υπόλοιπη ΕΕ, τάση που προκύπτει ακριβώς από την προσπάθεια των κοινωνιών αυτών να αντιμετωπίσουν την μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.  Τα «κενά απασχόλησης» στην χώρα μας αφορούν κατ’ αρχήν την μεγάλη απόκλιση ως προς το ποσοστό απασχόλησης (66,3% έναντι ΕΕ: 74,6%)  που συνδέονται κυρίως με τα ακόμη χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης  των γυναικών (55,9% έναντι ΕΕ: 69,3) αλλά και των ηλικιών  55-64 ετών (51,9% έναντι ΕΕ: 62,3%).

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του απασχολουμένου εργατικού δυναμικού στην χώρα μας δείχνουν ότι ο μέσος όρος ηλικίας των απασχολουμένων έχει αυξηθεί από τα 40 έτη το 2004, στα 41,3 έτη το 2008 και στα 44,1 έτη το 2020. Η τάση είναι συνεχώς αυξητική. Η γήρανση του πληθυσμού, δηλαδή, ακολουθείται από την “γήρανση της απασχόλησης”. Και καθώς η απασχόληση αρχίζει να συρρικνώνεται, η ηλικιακή σύνθεσή της αλλάζει με, πρωτίστως, διευρυνόμενη την ηλικιακή ομάδα των 40-59 ετών, που είναι η πολυπληθέστερη ομάδα  απασχολουμένων. Επίσης η ομάδα 60-64 ετών, έχει μεν χαμηλό μερίδιο στην συνολική απασχόληση αλλά αυτό αυξάνεται με ταχύ ρυθμό κάθε έτος μετά το 2020, φθάνοντας σήμερα στο υψηλότερο συγκριτικά σημείο της,  τόσο ως ποσοστό, όσο και ως απόλυτο μέγεθος. Αντιθέτως, η δεύτερη πιό πολυπληθής ομάδα εργαζομένων (25-39 ετών) συρρικνώνεται σταθερά.

Η συγκριτική θέση της Ελλάδας ως προς την μέση ηλικία απασχόλησης ανά τομέα και κλάδο  σε σχέση με την ΕΕ των 27 και την  ευρωζώνη δείχνει ότι συνολικά αλλά και σε όλους τους επιμέρους τομείς και κλάδους η μέση ηλικία είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα μετά το 2019 από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και της ΕΕ των 27 και η απόκλιση βαίνει αυξανόμενη. Δηλαδή η απασχόληση στην Ελλάδα συνολικά, «γηράσκει» γρηγορότερα από την γηράσκουσα, επίσης, Ευρώπη. (Θετική εξαίρεση ήταν έως το 2018 μόνο ο κλάδος Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιακών-έκτοτε, όμως δεν ισχύει, ούτε και αυτό).

ΙΙΙ. Γηράσκουσα Ελλάδα με φθίνον ανθρώπινο κεφάλαιο

Στην βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ορθά ότι η σχετική σημασία των ικανοτήτων και της εμπειρίας έχει ετεροβαρή επίδραση σε διαφορετικά επαγγέλματα και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Έχει προταθεί η κατηγοριοποίηση των επαγγελμάτων ανάλογα με το αν μαζί με την ηλικία αυξάνεται ή μειώνεται η παραγωγικότητα.

Με το εν λόγω κριτήριο έχουμε τρεις κατηγορίες επαγγελμάτων:

Tα επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται (κατά μέσο όρο), ομόρροπα, με την ηλικία,

Tα επαγγέλματα που είναι ουδέτερα διότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται λόγω ηλικίας και

Tα επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία.

Έχει υπολογισθεί ότι στην ΕΕ των 28 (πριν από το Brexit), το εργατικό δυναμικό συγκεντρωνόταν σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία σε ποσοστό 45%, με το 25% του εργατικού δυναμικού να βρίσκεται σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία. (Το υπόλοιπο 30% είναι σε επαγγέλματα ουδέτερα ως προς την επίπτωση της  ηλικίας στην παραγωγικότητα). Έκτοτε η τεχνολογική εξέλιξη των επαγγελμάτων (και η αύξηση του μεριδίου αυτών της υψηλής ειδίκευσης) τείνουν στο να μειώνεται το μερίδιο εκείνων όπου η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία και να αυξάνεται σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία.

Για την Ελλάδα  η ανάλυσή μας δείχνει ότι το μερίδιο των επαγγελμάτων στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία (2019:21,8%) είναι χαμηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ  διατηρείται η συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού σε επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία (2019:42,2%). Ειδικά όμως, για τον κρίσιμο τομέα της μεταποίησης είναι ακόμη υψηλότερη η συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού σε επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία (2019:71,5), και, αντιστρόφως, πολύ χαμηλό το μερίδιο επαγγελμάτων στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία (2019:11,4%). Αυτό το αρνητικό στοιχείο, βεβαίως, συμβαδίζει απόλυτα με άλλα δυσμενή χαρακτηριστικά που αφορούν την ελληνική μεταποίηση, όπως είναι ο χαμηλός βαθμός συνθετότητας των προϊόντων της και η μεγάλη απόσταση που την χωρίζει από τις δραστηριότητες “τεχνολογικής αιχμής” (παρά  τις εξαιρέσεις  επιμέρους κλάδων, ομίλων και επιχειρήσεων).

Συνεπώς, ενώ το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας δεν χαρακτηριζόταν ποτέ για την υψηλή ειδίκευσή του, τις δυο τελευταίες δεκαετίες, της  πληθυσμιακής γήρανσης, και την τελευταία δεκαετία, της πληθυσμιακής συρρίκνωσης,  φαίνεται πως οι δεξιότητες του μειώνονται  περαιτέρω. Η  δυναμική της δημογραφικής κάμψης, λοιπόν, σε συνδυασμό με το υφιστάμενο  μίγμα επαγγελμάτων και δεξιοτήτων της ελληνικής οικονομίας τείνει να ωθεί προς την υποβάθμιση του επιπέδου του ανθρώπινου κεφαλαίου της Ελλάδας-και αυτή είναι μία “υπόγεια και σιωπηλή” διαδικασία, δηλαδή κάτι που δεν είναι εμφανές και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, δια “γυμνού οφθαλμού”,  την στιγμή που συμβαίνει.

 

Στο βαθμό που η γήρανση του πληθυσμού και η πληθυσμιακή συρρίκνωση τείνουν να μειώσουν το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, οι αναπτυγμένες οικονομίες ανταποκρίνονται στις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και προσφοράς εργασίας -εκτός από την προσπάθεια αύξησης του οικονομικά ενεργού ποσοστού του πληθυσμού-, αυξάνοντας σταδιακά την αναλογία κεφαλαίου προς εργασία, ώστε να διατηρηθεί, αλλά και να αυξηθεί, το επίπεδο παραγωγής, εισοδήματος και ευημερίας.

Η φυσική ανταπόκριση της οικονομίας, συνολικά, και των επί μέρους επιχειρήσεων, ειδικά, θα πρέπει να είναι η επένδυση σε εξοπλισμό που κάνει την εργασία περισσότερο παραγωγική. (Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της Ιαπωνίας, μίας χώρας η οποία είναι παγκόσμια πρωτοπόρος στην εισαγωγή της ρομποτικής στην παραγωγική διαδικασία. Κάτι που δεν είναι καθόλου τυχαίο: αποτελεί την απάντηση της ιαπωνικής επιχειρηματικότητας στο φαινόμενο της συρρίκνωσης και της γήρανσης του ιαπωνικού εργατικού δυναμικού).

IV. Η οικονομία ως άθληση στο γήπεδο της δημογραφίας

Πώς θα ήταν άραγε η ελληνική οικονομία εάν ήταν ποδοσφαιριστής;

Εν πρώτοις θα ήταν ένας ποδοσφαιριστής σε προχωρημένη ηλικία για ενεργό αθλητή. Θα διένυε μάλλον την τέταρτη δεκαετία της ζωής του.  Ως ποδοσφαιριστής στα νεότερα χρόνια του δεν θα διακρινόταν ιδιαίτερα για την δεξιοτεχνία του και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του. (Κατ’ αντιστοιχίαν, στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, την στιγμή κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία προχωρούσε με την μαζική παραγωγή καταναλωτικών ειδών, τα αεριωθούμενα,  τους δορυφόρους και έμπαινε σιγά-σιγά στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση της ανάπτυξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η ελληνική οικονομία ήταν υποχρεωμένη εξ αντικειμένου, -αλλά και μόνο κάτι τέτοιο ήταν σε θέση να κάνει- να επενδύσει και να στηριχθεί στην τεχνολογία και στα προϊόντα που στην ανεπτυγμένη Δύση είχαν κάνει μαζικά την εμφάνισή τους 80 χρόνια πριν, το 1870, στην δεύτερη βιομηχανική επανάσταση: χαλυβουργίες και μεταλλουργία, τσιμέντο και υγρά καύσιμα).

Παρά την υστέρησή του, όμως, όσον αφορά την δεξιοτεχνία, ο ποδοσφαιριστής μας, στην νεότητά του, κατάφερε να επιβιώσει στην δύσκολη ανταγωνιστική αγορά του αθλήματός του γιατί χαρακτηριζόταν από την αθλητικότητά του: την ταχυδύναμή του, όπως λένε, και την αγωνιστικότητά του. (Κατ’ αναλογίαν και η ελληνική οικονομία πέτυχε μία εντυπωσιακή αύξηση των μεγεθών της και έτσι μπόρεσε να υποστηρίξει και το δημογραφικό άλμα του θετικού αποτελέσματος δύο εκατομμυρίων γεννήσεων στο ισοζύγιο με τους θανάτους και την μετανάστευση, στην περίοδο 1949-1979. Ένα δημογραφικό άλμα, πάντως, το οποίο, όσον αφορά την προσφορά εργασίας φάνηκε να στερεύει πολύ γρήγορα γιατί στις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1970 η δικτατορία αναγκάσθηκε να προσκαλέσει τους πρώτους Πακιστανούς εργάτες για τις ανάγκες της εγχώριας βιομηχανίας).

Πως είναι όμως, σήμερα, ο γηράσκων ποδοσφαιριστής μας, στην ύστερη νεότητά του, πλησιάζοντας τα 35 χρόνια του;

Δυστυχώς σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν δεν κατάφερε να αναπτύξει τις τεχνικές του αρετές και να γίνει λίγο περισσότερο δεξιοτέχνης. (Όπως και η ελληνική οικονομία. Όταν η προωθητική της δύναμη δηλαδή ο παραγωγικός της τομέας έπρεπε να περάσει σε ένα άλλο υψηλότερο τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο, στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, εν μέσω και διεθνών ενεργειακών κρίσεων, δεν τα κατάφερε ιδιαίτερα καλά. Αυτό στον μεγαλύτερο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου έγινε με τρόπο αυταρχικό και  ανελεύθερο και δεν στηρίχτηκε στην λειτουργία και την δυναμική των δυνάμεων της αγοράς, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί μια ισχυρή και υγιής επιχειρηματικότητα που ήταν ο απαραίτητος όρος για να προχωρήσει η οικονομία της χώρας μπροστά, στο αμέσως ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης. Έτσι συνέβη κάτι μοναδικό που δεν παρατηρήθηκε σε καμμία άλλη χώρα στον κόσμο: στην δεκαετία του ‘70 η Ελλάδα σταδιακά πλημμύρισε από “προβληματικές” επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δεν ανέκαμψαν πραγματικά ποτέ).

Εκτός όμως από την μόνιμη αδυναμία του στο τεχνικό τομέα, με την πάροδο των ετών και την γήρανσή του ο ποδοσφαιριστής μας άρχισε να χάνει και τις σωματικές δυνάμεις του, την αθλητικότητά του. (Και η ελληνική οικονομία κατ΄ αναλογίαν, αφού πρώτα έχασε την αναπτυξιακή της ορμή,  στην συνέχεια έχασε και το δημογραφικό της σφρίγος, αφού όχι μόνο δεν κατάφερε να καρπωθεί  κάποιο αναπτυξιακό “δημογραφικό μέρισμα” από τη δεκαετία του ‘70 και μετά, αλλά σιγά-σιγά και η δημογραφική της πορεία άρχισε να φθίνει).

Σήμερα ο ποδοσφαιριστής μας δεν έχει μπροστά του ένα λαμπρό μέλλον. Πολύ γρήγορα θα αναγκασθεί να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να ασχοληθεί με κάτι άλλο, στο οποίο ίσως να τα καταφέρει καλύτερα. Σε μία παρόμοια κατάσταση από άποψη προοπτικών βρίσκεται και η ελληνική οικονομία: γηράσκον και ολιγάριθμο εργατικό δυναμικό, με περιορισμένης δυναμικότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, και με έλλειψη ισχυρής και καινοτόμας επιχειρηματικής παράδοσης.

Πλην όμως η εθνική οικονομία δεν είναι ποδοσφαιριστής και δεν μπορεί να αποχωρήσει από την ενεργό δράση, ούτε να συνταξιοδοτηθεί, γιατί επάνω σε αυτήν στηρίζεται η επιβίωση της κοινωνίας και του έθνους. Και για το λόγο αυτό είμαστε αναγκασμένοι να παλέψουμε για την αναγέννηση και την επανεφεύρεση της οικονομίας μας σε ένα νέο κόσμο και με εντελώς διαφορετικές συνθήκες από ότι στο παρελθόν, αντιμετωπίζοντας το δημογραφικό και το οικονομικό πρόβλημα, τα οποία είναι στενά αλληλένδετα μεταξύ τους, προωθώντας τις αναγκαίες πολιτικές και εφαρμόζοντας τις επιβαλλόμενες λύσεις. Οι οποίες δεν είναι και πολλές. Και προκύπτουν όλες από εκείνον τον κανόνα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς όταν βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη, έως και απελπιστική κατάσταση: πρέπει να προσπαθήσει να μετατρέψει τα αδύναμα σημεία του σε ισχυρά και τα μειονεκτήματα του σε πλεονεκτήματα.

Η μαζική τεχνολογική της αναβάθμιση, όσο και αν φαίνεται υπεραισιόδοξο, είναι η πρώτη από τις τρεις βασικές απαντήσεις που πρέπει να δώσει η χώρα μας για να ξεπεράσει το πρόβλημα που δημιουργεί στην αναπτυξιακή της πορεία η γήρανση και η αριθμητική μείωση του εργατικού δυναμικού: επενδύσεις  σε τεχνολογία που διευκολύνει την παραγωγή σε συνθήκες ελλείπουσας προσφοράς εργασίας, (και, φυσικά, επιλογή των κλάδων που προσφέρονται προς τούτο).

Η δεύτερη απάντηση