"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΡΑΓΙΑΔΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Διδάγματα από τη νύχτα των Ιμίων

Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.


Είκοσι πέντε χρόνια μετά την αποφράδα νύχτα της 31ης Ιανουαρίου του 1996 και με αφορμή τη συγκαιρινή κύρωση του νομοσχέδιου του Ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών:«Καθορισμός του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης στη θαλάσσια περιοχή του Ιονίου και των Ιονίων Νήσων μέχρι το Ακρωτήριο Ταίναρο της Πελοποννήσου», από τη Βουλή για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ., μας δίδεται η ευκαιρία να αναδιφήσουμε στα ιστορικά γεγονότα και να διδαχθούμε από το παρελθόν για να αντιμετωπίσουμε το παρόν και να προετοιμαστούμε για το μέλλον.

Η εφαρμοσθείσα τουρκική επιθετικότητα από το 1974 και ύστερα, με την εισβολή και κατοχή του ενός τρίτου του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, την έμπρακτη αμφισβήτηση των θαλάσσιων, εναέριων και εδαφικών συνόρων στο Αιγαίο, τις ελληνοτουρκικές κρίσεις του 1976 &  1987, το διακηρυγμένο casus belli της Άγκυρας σε ενδεχόμενη επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο και το συνεπακόλουθο θερμό επεισόδιο στα Ίμια τον Ιανουάριο του 1996, καταδεικνύουν εναργώς το μέγεθος της απειλής.

Αναλυτικότερα, η Τουρκία κατοπτρίζεται ως ένα κράτος που δεν είναι ικανοποιημένο με το υπάρχον εδαφικό καθεστώς και επιδιώκει να ανακινήσει τη διαδικασία αλλαγής του, προδηλώνοντας την αποφασιστικότητά της, να απαντήσει σε «κάθε γεγονός που απειλή τους στρατηγικούς της υπολογισμούς». 

Όπως χαρακτηριστικά αποφαίνεται ο Α. Νταβούτογλου, εξετάζοντας την τουρκική πολιτική στάση στην περίπτωση της κρίσης των Ιμίων: «Η προσέγγιση του ζητήματος (Ίμια) δεν πρέπει να γίνεται ωσάν να πρόκειται για μία οποιαδήποτε τυχαία βραχονησίδα. Η Τουρκία, εξαιτίας των προηγούμενων σοβαρών διπλωματικών παραλήψεων, έχει ήδη φτάσει στο ύστατο σημείο υποχωρήσεων στο Αιγαίο. Μετά από αυτό, κάθε συμβιβασμός που θα γίνει μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες που ενδέχεται να φθάσουν ακόμη και ως την εξαφάνιση του ζωτικού χώρου της Τουρκίας στο Αιγαίο και κατ’ επέκταση του χώρου που κινείται στον άξονα Μεσόγειος-Εύξεινος Πόντος».

Στο περιβάλλον αυτό καλούμαστε να αναζητήσουμε και να καταδείξουμε το αξονικό αίτιο της Τουρκικής επιθετικότητας που συνίσταται στον περιορισμό ή ακόμη και στην καθολική απαγόρευση της άσκησης των διεθνώς αναγνωρισμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αθήνας, στις θαλάσσιες – εναέριες ζώνες της, και στη μετατροπή μιας σειράς νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στο Αιγαίο σε “Terra Nulious”. Θυμίζουμε ότι το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. ήταν το κεντρικό επιχείρημα της Άγκυρας για την αιτιολόγηση της σθεναρής πολιτικής της στάσης έναντι της Αθήνας, στην κρίση των Ιμίων.

«(…) Μου λέει ο Κρίστοφερ, οι Τούρκοι λένε ότι ξεκινάτε την επέ­κταση των χωρικών σας υδάτων σε 12 μίλια.

Του απάντησα ότι είμαι ευτυχέστατος, γιατί το απόγευμα μιλώ­ντας στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης επανέλαβα την πάγια ελληνική θέση ότι αυτό είναι δικαίωμά μας αδιαπραγμάτευτο, αλλά θα το ασκήσουμε όποτε εμείς επιθυμούμε και ότι δεν θα το ασκήσουμε εν πάση περιπτώσει τώρα»
. (Θ. Πάγκαλος)

Ανάλογη και αντίστοιχη ήταν η προϊούσα  πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά της Άγκυρας στην κρίση του Αυγούστου του 1976 και του Μαρτίου του 1987 σε μια προσπάθεια να απαγορεύσει το αναφαίρετο, κυριαρχικό δικαίωμα της Αθήνας για έρευνα-εκμετάλλευση της αιγιακής υφαλοκρηπίδας, προβάλλοντας την πολιτική αξίωση για τη μη ύπαρξη αυτοτελούς υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) των νησιών πέραν της αιγιαλίτιδας ζώνης τους, τονίζοντας με έμφαση σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, την Κρήτη και την Κύπρο. (Τσιριγώτης, Ελλάδα-Τουρκία. Θεωρία και Στρατηγική Αποτροπής)

Ποιο είναι όμως το απώτερο δίδαγμα που εξάγουμε από τις ελληνοτουρκικές κρίσεις και δύναται να αποτελέσει τον κεντρικό προσανατολισμό στη διαδικασία διαμόρφωσης-εφαρμογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;

Αξιολογώντας τη διαμορφωθείσα στρατηγική εξαναγκασμού της Τουρκίας, οδηγούμαστε αβίαστα-αναντίρρητα στην πολιτική αναγκαιότητα για την οικοδόμηση μιας στρατηγικής αποτροπής από την Αθήνα, πείθοντας την Άγκυρα ότι οποιοδήποτε ενέργεια που θα πλήξει τα ζωτικά συμφέροντα Ελλάδας-Κύπρου  θα της επιφέρει ένα μη αποδεκτό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό κόστος. 

Η αποτροπή είναι μια διανοητική λειτουργία/διαδικασία που αποσκοπεί στον επηρεασμό του τρόπου λήψης αποφάσεων των κρατικών δρώντων, με αντικειμενικό στόχο την προάσπιση-προαγωγή της αυτοσυντήρησης-ασφάλειας του εκάστοτε κράτους. Εμπερικλείει το σύνολο των πολιτικών δεσμεύσεων ενός κράτος να προασπίσει με όλα τα διαθέσιμα μέσα (οικονομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) τα εθνικά του συμφέροντα.  

Το μέτρο αξιοπιστίας των πολιτικών δεσμεύσεων είναι ανάλογο του βαθμού εθνικής ισχύος του κράτους και του  διακυβευόμενου σχετικού του συμφέροντος –επιβίωση.

Υπό αυτό το πρίσμα και συνεκτιμώντας ότι η αυξανόμενη σ’ ένταση και έκταση τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και στην Κύπρο, κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο, αντικατοπτρίζει  το άνοιγμα της ψαλίδας στο ισοζύγιο της λανθάνουσας (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν & πληθυσμός) και της στρατιωτικής ισχύος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, επαληθεύοντας την υπόθεση του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού-προέδρου, Τουργκουτ Οζάλ, (Μάρτιος 1987) ότι:  «όσο η Τουρκία δυναμώνει η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να φρονιμεύει…», η διαμόρφωση– εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής εκτεταμένης αποτροπής (με συντελεστές ποιοτικής τεχνολογικής στρατιωτικής εξισορρόπησης) από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο αποτελεί μείζονα κοινωνικοπολιτική αναγκαιότητα.

Σε αντίθετη περίπτωση...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Το Ευρωπαϊκό κονκλάβιο, η Τουρκία και η αρχή της pacta sunt servanda

Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.


Με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ να νουθετεί τους Ευρωπαίους ηγέτες για την πολιτική που οφείλουν ν’ ακολουθήσουν προς την Άγκυρα, υπενθυμίζοντας: «να μην ξεχάσουν την σημασία της Τουρκίας για τη συμμαχία του ΝΑΤΟ και τη Δύση και να αναζητήσουν “θετικές προσεγγίσεις”», και  τις «λογικές χώρες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) να μεταφέρουν το πολιτικοδιπλωματικό-οικονομικό κόστος των κυρώσεων προς την Τουρκία σε μελλοντικό χρόνο, οδηγούμαστε αβίαστα στη  διαχρονική, διαπιστωτική απόφανση του ανεξάρτητου βουλευτή Βόλου, Γεώργιου Φιλάρετου, (εν έτει 1897) περί του εξωτερικού, δομικού περιορισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής:

«Η ιστορία διδάσκει ημάς, ότι αι Ευρωπαϊκαί Κυβερνήσεις παρενέβησαν υπέρ της Ελλάδος μόνον εν την τελευταία ώρα και πάντοτε παρά την θέλησίν των, πάσαι δε ανεξαιρέτως περί ενός μόνον συνεφώνουν : πώς να μη επιτρέψωσι την ανάπτυξιν Ελληνικού Κράτους τοσούτον ισχυρού, ώστε να είναι αληθώς ανεξάρτητων».

Εκκινώντας από θεμελιώδη αρχή της  διεθνούς πολιτικής, την αρχή της αυτοβοήθειας, και ακολουθώντας το προσδιοριστικό κριτήριο της γεωπολιτικής-γεωστρατηγικής αξίας της εκάστοτε χώρας, ως παράγοντα υπολογισμού της διπλωματικής της ισχύος,  με απότοκο οι κινήσεις στο πολιτικοδιπλωματικό πεδίο να αποδίδουν ανάλογα με το «ἱστορικὸ καὶ κοινωνικὸ βάρος τῶν ἀντίστοιχων συλλογικῶν ὑποκειμένων, τὸ ὁποῖο ὅλοι ἀποτιμοῦν κατὰ μέσον ὅρο παρόμοια, ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὰ ἐμπορεύματα στὴν ἀγορὰ», (Π. Κονδύλης) στις γραμμές που ακολουθούν, θα επιχειρήσουμε να αποκωδικοποιήσουμε τα αποτελέσματα της συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (10-11 Δεκεμβρίου 2020) για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Πρωταρχικά,  οφείλουμε να σημειώσουμε τους ευσεβείς πόθους της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας με την επίκληση της αρχής της «pacta sunt servanda»,  (οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται), παραπέμποντας στις αποφάσεις της παρελθούσας, οκτωβριανής Συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, περί της επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία, στην περίπτωση που η τελευταία συνέχιζε την παραβατική της συμπεριφορά. Στην εν λόγω περίπτωση, ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κ. Μητσοτάκης, θα επιδείξει υπερβολική εμπιστοσύνη στην κοινοτική αλληλεγγύη διαμηνύοντας ότι : «Τώρα, […], θα φανεί εάν πραγματικά ως Ευρώπη είμαστε αξιόπιστοι σε αυτά τα οποία εμείς οι ίδιοι έχουμε συμφωνήσει».

Ωστόσο, η ευμεγέθης υπέρβαση των πραγματικών πιθανοτήτων για την επίτευξη του ευκταίου αποτελέσματος από τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, συνώθησε στην απομάκρυνσή τους από μία ορθολογική αξιολόγηση των πραγματολογικών στοιχείων, όπως αυτά καταγράφονται  στο γράμμα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπου ναι μεν εγκαλεί την : «Άγκυρα για τις μονομερείς και προκλητικές της δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και στην ΑΟΖ της Κύπρου, και επισημαίνει ότι αυτές συνεχίζονται», αλλά ταυτόχρονα:  «επιβεβαιώνει το στρατηγικό ενδιαφέρον της ΕΕ ως προς την ανάπτυξη αμοιβαίας επωφελούς σχέσης με την Τουρκία»  δίνοντας ένα καρότο, στην Άγκυρα για την «προσφορά θετικής ατζέντας» στους «τομείς της οικονομίας, του εμπορίου και της συνεχιζόμενης συνεργασίας στο μεταναστευτικό».

Τοιουτοτρόπως, για ακόμη μία φορά η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη συμμαχία των μη προθύμων της Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Μάλτα) που για λόγους οικονομικών-πολιτικών συμφερόντων (άμεσες ξένες επενδύσεις, εμπορική αλληλεξάρτηση, αμυντικές συμφωνίες) και με την εξωτερική νομιμοποίηση που τους προσδίδει η αναγνωρισμένη και δεδηλωμένη υψηλή γεωστρατηγική-γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας  για το διατακτικό της Βορειοατλαντικής συμμαχίας: «αντιλαμβάνονται ότι η Τουρκία είναι ένας σημαντικός σύμμαχος, καθώς συνορεύει με το Ιράκ και τη Συρία, και είχε ρόλο-κλειδί στην αντιμετώπιση του ISIS και στην απελευθέρωση εδαφών που ήλεγχε ο ISIS στο Ιράκ και τη Συρία», ενώ […] «φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων, περίπου τέσσερα εκατομμύρια, και επίσης είναι ο σύμμαχος που έχει υποστεί τις περισσότερες τρομοκρατικές επιθέσεις».

Κατά τούτο, η άτεγκτη πίστη-νομιμοφροσύνη, της Ελλάδας προς τις ΗΠΑ και το ευρώ-ιερατείο, επανεπιβεβαιώνοντας ότι η  «Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν»!, και επενδύοντας στη στρατηγική του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, παρωθεί σε ανορθολογικούς ατραπούς.  

Αυτό γιατί από τη μία πλευρά δείχνει να μην μπορεί να κατανοήσει την απουσία  εσωτερικής συνοχής μεταξύ των 27 κρατών μελών της ΕΕ, ή όποια, δεν έχει φθάσει ακόμη στο τελικό προϊόν της διαδικασίας ολοκλήρωσης (πολιτική ένωση) και εξακολουθεί να τελεί υπό την γεωστρατηγική αιγίδα των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας ότι η παρουσία των Αμερικανών στην Ευρώπη «σώζει τους Ευρωπαίους από τους εαυτούς τους».

Από την άλλη πλευρά, παρουσιάζει την στρατηγική του εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, ως πανάκεια για την επίλυση του συνόλου των διμερών-διεθνών θεσμικών διαφόρων συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού. Ναι μεν η  συμφωνία για την τελωνειακή σύνδεση της Τουρκίας με την Ε.Ε. (31.12.1995), αποκρυσταλλώνεται σε σχετικά οικονομικά κέρδη (η Τουρκία είναι ο έκτος εμπορικός εταίρος της Ένωσης, ενώ η Ένωση αποτελεί τον βασικό εξαγωγικό προορισμό της Τουρκίας που ισοδυναμεί με το 42,4% των συνολικών τουρκικών εξαγωγών), ωστόσο για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνέχονται με τις στρατηγικές επιλογές και τις εσωτερικές αναγκαιότητες του τουρκικού πολιτικού καθεστώτος, η διαδικασία εξευρωπαϊσμού της είναι εξαιρετικά θολή.

Καταλήγοντας, η Αθήνα βρίσκεται παγιδευμένη στη διακηρυκτική λογική των ελληνικών δικαίων, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι...

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η πολιτική του Εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, η «εξημέρωση του θηρίου» και το διαζύγιο από την πραγματικότητα

Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών.
   


Με τις δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λίγες ώρες μετά τη Σύνοδο Κορυφής,  περί κενών απειλών και εκβιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο, και την επίσημη ανακοίνωση του Τουρκικού υπουργείου εξωτερικών ότι «η συνεχιζόμενη χρήση μίας ρητορικής κυρώσεων δεν είναι εποικοδομητική», ενώ «η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να κερδίσει τίποτε με τον τρόπο αυτόν»,  το ερώτημα που αναφύεται για τους διαμορφωτές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνέχεται με το βαθμό αποτελεσματικότητας της στρατηγικής του εξευρωπαϊσμού για την «εξημέρωση του θηρίου».

Ως εξευρωπαϊσμό δύναται να ορίσουμε τη διαδικασία «κοινωνικοποίησης»/προσαρμογής των κρατών μελών και των υπό ένταξη κρατών στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Δηλαδή στο κοινό υπόβαθρο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που δεσμεύουν το σύνολο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), και γενικότερα στην οικοδόμηση, θεσμοθέτηση, διάδοση όλων των τυπικών και άτυπων κανόνων, πρακτικών και διαδικασιών χάραξης πολιτικής, ή οποίες διαμορφώνονται και ολοκληρώνονται αρχικά στο κοινοτικό και εν συνεχεία στο ενδοκρατικό επίπεδο των κρατών μελών και των υπό ένταξη κρατών (Radaelli, 2004). Τοιουτοτρόπως ο εξευρωπαϊσμός της εξωτερικής πολιτικής των υποψήφιων προς ένταξη κρατών αποκρυσταλλώνεται στην αναδιαμόρφωση των εθνικών προτιμήσεων μέσω της εσωτερίκευσης «των προτύπων και των προσδοκιών που προκύπτουν από ένα σύνθετο σύστημα» διαμόρφωσης-εφαρμογής μιας συλλογικής ευρωπαϊκής πολιτικής (Tonra, 2013).

Η διαδικασία εξευρωπαϊσμού πραγματώνεται με διαφορετικές μορφές και τρόπους είτε υπερεθνικά, είτε διακυβερνητικάΓια παράδειγμα ενώ τα κράτη-μέλη δύναται να επιβάλλουν τις εθνικές τους προτιμήσεις, οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες δεν έχουν ανάλογη δυνατότητα, περιορίζοντας το ρόλο τους στην πιστή εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ. Δεν είναι μόνο η τυπική εκπλήρωση των ενταξιακών κριτηρίων, αλλά και η ουσιαστική διαπραγμάτευση με τους αρμόδιους θεσμούς της Ένωσης (Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και τα κράτη-μέλη.

Κατά τούτο η αρχικά διαφαινόμενη πρόοδος σε τομείς της Τουρκικής εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής, ως προς το βαθμό συμμόρφωσης με το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, εκκινώντας από τη σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι το 1999, όπου απέκτησε το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, προδηλώμενη στη διακήρυξη της αρχής των μηδενικών προβλημάτων και στην αντικατάσταση της σκληρής από την ήπια ισχύ (διάλογος-διπλωματία) ως κεντρικό μέσο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, αποδείχθηκε φρούδα. 
 
Ναι μεν δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για μια περίοδο διπλωματικής επαναπροσέγγισης με την Αθήνα, παράλληλα με τη δημιουργία μιας πολυδιαυλικής εξωτερικής πολιτικής στο πεδίο του πολιτικού διαλόγου, των οικονομικών-εμπορικών σχέσεων και των επενδύσεων με τα γειτονικά κράτη της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, ωστόσο από το 2010 και ύστερα οι εξωτερικές τις σχέσεις με την Ε.Ε. έχουν επιβραδυνθεί αισθητά.

Είναι εναργής η συζήτηση μεταξύ τούρκων πολιτικών αναλυτών για τη διαδικασία από-ευρωπαϊσμού της Άγκυρας, εστιαζόμενοι στον κομβικό ρόλο του Τούρκου Προέδρου, Ρ.Τ. Ερντογάν, στη διαδικασία διαμόρφωσης – εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής. Για παράδειγμα στην ομιλία του, στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (2016) εξέφρασε την πρόθεσή του για τη διπλωματική στροφή της Τουρκίας στον Ασιατικό κόσμο: «η Τουρκία πρέπει πρώτα να αισθάνεται χαλαρή για την ΕΕ και να μην είναι σταθερή», «γιατί δεν πρέπει η Τουρκία να βρίσκεται στη Σαγκάη των Πέντε;» (Wang, 2016), στρεφόμενος εναντίον της Ε.Ε.  για την εφαρμογή «διπλών προτύπων» εξαναγκάζοντας την «Τουρκία να περιμένει στην πόρτα τους για 53 χρόνια», για ν’ ακολουθήσει εν συνεχεία μία επιθετική στάση απότοκη της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παγώσει τις ενταξιακές συνομιλίες με την Τουρκία (Νοέμβριος 2016).

Επιπρόσθετα, η επίδειξη αυταρχικής συμπεριφοράς από το καθεστώς Ερντογάν, ως προς τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την  ελευθερία του Τύπου, τον καθιστά «δύσκολο εταίρο και σύμμαχο» (Tziarras, 2018). Σύμφωνα με την έκθεση προόδου της Κομισιόν (2018), «η Τουρκία ευθυγραμμίστηκε, όταν προσκλήθηκε, με 10 από τις 64 δηλώσεις της ΕΕ και τις αποφάσεις του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν ποσοστό ευθυγράμμισης περίπου 16% κατά την περίοδο αναφοράς».
 
Τα ερωτήματα

Αναμφίλεκτα, η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας συνδέεται πρωτίστως με την προάσπιση συμφερόντων γοήτρου-κύρους, γεγονός που αποδεικνύεται μέσα από τις απαντήσεις που εξάγονται σε μια σειρά κεντρικών ερωτημάτων, αποτιμώντας το μέτρο αποτελεσματικότητας του ελληνοτουρκικού συμβιβασμού στο Ελσίνκι το 1999:

1. Ποιο ήταν το διακυβευόμενο σχετικό συμφέρον για την Άγκυρα και ποιος ο βαθμός σπουδαιότητάς του στην ιεραρχική κλίμακα των εθνικών της συμφερόντων;

Ο αξονικός πολιτικός στόχος της Άγκυρας ήταν και είναι η αναβίβαση της θέσης-ρόλου της σε περιφερειακή δύναμη. Κατά τούτο η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας αποτελεί έναν μόνο στόχο σ’ ένα συγκεκριμένο πεδίο πολιτικοστρατηγικής δράσης μεταξύ πολλών άλλων –Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Καύκασος, ανατολική Μεσόγειος, εξωτερικές σχέσεις με Ρωσία-ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, αν και σε ρητορικό επίπεδο ο εν λόγω στόχος έχει μείζονα σημασία, πραγματολογικά λόγω των εσωτερικών οικονομικοπολιτικών δομικών αδυναμιών της Τουρκίας ως προς την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης ιεραρχείται στις παρυφές των εθνικών της συμφερόντων.

2. Ποιος είναι ο ρόλος-λειτουργία και ο βαθμός αποτελεσματικότητας των διεθνών θεσμών  εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος ως εξαρτημένες μεταβλητές της ισχύος;

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η φύση της Ε.Ε. ως προς τα ζητήματα υψηλής πολιτικής προσλαμβάνει διακυβερνητικό χαρακτήρα (Ευρωπαϊκό συμβούλιο), δηλαδή είναι εντολοδόχος και όχι εντολέας των κρατών-μελών. Κατά τούτο τίθεται προς διερεύνηση τόσο ο βαθμός προσαρμογής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, ειδικότερα μετά τη σθεναρή της άρνηση να αναγνωρίσει ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε., την Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και το μέτρο αποτελεσματικότητας των μηχανισμών ελέγχου της Ε.Ε. για την τήρηση-εφαρμογή των συμφωνηθέντων και του κοινοτικού κεκτημένου (κριτήρια Κοπεγχάγης, Agenda 2000) από την Άγκυρα ως υποψήφια  προς ένταξη χώρα στην Ε.Κ.

3. Ποια είναι η αξονική πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά των κρατών για την προάσπιση του συμφέροντος επιβίωσης και των ζωτικών τους συμφερόντων;

Η ανάπτυξη-διατήρηση ισορροπιών ισχύος-συμφερόντων, είτε σε περιφερειακό, είτε σε πλανητικό επίπεδο, συνιστά την ικανή -αναγκαία συνθήκη όχι μόνο για την αυτοσυντήρηση του εκάστοτε κράτους αλλά και για την ενίσχυση της σχετικής του θέσης-ρόλου. Ως εκ τούτου η ελληνική κυβέρνηση όφειλε-οφείλει να μεριμνήσει για τη διαμόρφωση ισορροπιών ισχύος-συμφερόντων με την Τουρκία, όχι μόνο μέσω της χρήσης των διεθνών θεσμών αλλά κυρίως μέσω της αναβίβασης της θέσης-ρόλου της στο βαλκανικό υποσύστημα, της ενίσχυσης των ερεισμάτων της στις διμερείς της σχέσεις με τις ΗΠΑ και της εδραίωσης της αποτρεπτικής της δυνατότητας έναντι οιασδήποτε εξωτερικής απειλής.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις καταδεικνύουν μια σειρά κατευθυντήριων-προσδιοριστικών μεταβλητών που οφείλει να ακολουθεί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία για την προάσπιση-προαγωγή του εθνικού συμφέροντος. Η ορθολογική διάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος,  το εθνικό συμφέρον ως προσδιοριστική μεταβλητή της εξωτερικής πολιτικής, η διαμόρφωση ισορροπιών ισχύος-συμφερόντων σε όλα τα επίπεδα –οικονομικό, πολιτικοδιπλωματικό, στρατιωτικό– οι διεθνείς ηθικοδικαιακές αρχές-διεθνείς θεσμοί ως εξαρτημένες μεταβλητές της κρατικής ισχύος, εγγράφονται ως θεμελιώδεις παράγοντες  της διαδικασίας σχεδιασμού-εφαρμογής της εξωτερικής πολιτικής.

Εν κατακλείδι, η ελληνική στρατηγική επιλογή της αναβάθμισης του ευρωπαϊκού πλαισίου ως πεδίου αναγωγής των ελληνοτουρκικών διαφορών αποσκοπούσε στον πολιτικοδιπλωματικό εγκλωβισμό της Τουρκίας στις θεσμικές δομές της Ε.Ε. Συνεπαγόμενα, η Άγκυρα καλείτο, εάν και εφόσον η ενταξιακή της προοπτική αναγόταν σε ζωτικό της συμφέρον, να ανταποκριθεί στους όρους της Ατζέντας 2000 και στα προαπαιτούμενα κριτήρια του οδικού χάρτη που συμφωνήθηκε στο Ελσίνκι για την καταγραφή των υποχρεώσεων και των ημερομηνιών της ενταξιακής της πορείας.

Στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής η ελληνική κυβέρνηση υιοθέτησε...
 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών και το status quο

Επίκουρος καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς

«Αι εθνικαί επιτυχίαι δύνανται να επέλθουν μόνον ως συνέπεια σοβαράς και μεθοδικής εθνικής εργασίας, βαινούσης επί ωρισμένου προγράμματος, χαράττοντος εν ταις γενικαίς γραμμαίς τα μέσα και τον τρόπον διά των οποίων μέλλει να επιδιωχθεί η επιτυχία ωρισμένου αποτελέσματος» («Κήρυξ» 4ης Μαΐου 1908).

Με αφετηριακό γνώμονα την ανωτέρω διαπίστωση του Ελευθέριου Βενιζέλου και επειδή ο δογματισμός είναι το μείζον πρόβλημα στις πολιτικές και δημόσιες συζητήσεις, θα επιχειρήσουμε μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφή της συγκαιρινής διπλωματικής στρατηγικής που καλείται να διαμορφώσει- εφαρμόσει η Αθήνα για την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο. 

Λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποτιθέμενες συνθήκες (ισορροπία διαπραγματευτικής ισχύος και αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών) για την άσκηση μιας επιτυχούς διπλωματικής στρατηγικής και με δεδομένη την αναθεωρητική πολιτικοστρατηγική συμπεριφορά της Αγκυρας (δόγμα «Γαλάζιας Πατρίδας») για την αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος της Συνθήκης της Λωζάννης, δημιουργείται ένα κακό προηγούμενο για οποιαδήποτε διπλωματική προσέγγιση. Στο περιβάλλον αυτό και στον βαθμό που «μια επιτυχημένη εξωτερική πολιτική πρέπει να ταλαντεύεται μεταξύ δύο εμφανώς αντίθετων πόλων, του πόλου της βίας και του πόλου του κατευνασμού», η ελληνική διπλωματία καλείται να αντιπαρέλθει την εξαναγκαστική διπλωματία της Αγκυρας, προσφεύγοντας στις επιταγές του Διεθνούς Δικαίου και προασπίζοντας τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Αναφορικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) τα δικαιώματα ενός παράκτιου κράτους επί της πρώτης υφίστανται «ab initio (εξ υπαρχής) και ipso facto (αυτοδικαίως)», ενώ τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην ΑΟΖ αποκτώνται με ρητή διακήρυξη και αναγνώριση.

Ως προς τον τρόπο οριοθέτησής τους, η  Σύμβαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (1982) προκρίνει την κατ’ αρχήν συμφωνία μεταξύ των αντικείμενων ή παρακείμενων κρατών, μέσα από μία πολιτική διαπραγμάτευση που δύναται να οδηγήσει σε δικαστική διευθέτηση –με γνώμονα τις βασικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας (ΔΔΘ) και τη διεθνή νομολογία– εάν δεν καταστεί δυνατή η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών.

Υπό αυτό το πρίσμα, το καθεστώς των οριοθετήσεων στην ελληνική περίπτωση καλείται να συμπεριλάβει την τριπλή οριοθέτηση της ηπειρωτικής – νησιωτικής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Σύμφωνα με το άρθρο 121 του ΔΔΘ, αλλά και τη διεθνή νομολογία όλα τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που μπορούν να συντηρήσουν «ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή» δικαιούνται όλες τις θαλάσσιες ζώνες σε πλήρες εύρος.

Τουναντίον, η Τουρκία αντιτίθεται στις προβλέψεις του ΔΔΘ, διατεινόμενη ότι τα νησιά δεν δικαιούνται  υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ, λόγω των ειδικών περιστάσεων (γεωγραφική εγγύτητα με τις τουρκικές ηπειρωτικές ακτές) που χρήζουν εφαρμογής της αρχής της ευθυδικίας, με αποτέλεσμα  να τίθεται επί τάπητος ο νεολογισμός περί επήρειας των νησιών. Στο σημείο αυτό, οι συζητήσεις για περιορισμένη ή και καθόλου επήρεια έρχονται στο προσκήνιο με αφορμή και την ελληνοϊταλική συμφωνία για την οριοθέτηση της ΑΟΖ στο Ιόνιο.

Ειδικότερα, αναφερόμαστε στο κριτήριο της αναλογικότητας που εδράζεται στη «συνεκτίμηση της έκτασης των ακτών και των αντίστοιχων κρατών στην προς οριοθέτηση περιοχή» χωρίς «αυτό [να] […] σημαίνει ότι οι αντίστοιχες θαλάσσιες περιοχές θα πρέπει να είναι ανάλογες με το μήκος των ακτών». (Κρατερού-Στρατή, «Δίκαιο Θάλασσας», σ. 306-7). Ως εκ τούτου, η ελληνική περίπτωση, όπως και κάθε άλλη, καθίσταται μοναδική (unicum), ενώ η αξίωση για αναγνώριση-κατοχύρωση όλων των θαλασσίων ζωνών στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου δεν είναι μαξιμαλιστική. Τουναντίον και επειδή το Καστελλόριζο συναποτελεί μαζί με ένα σύμπλεγμα νησίδων-βραχονησίδων τον Δήμο Μεγίστης, που ανήκει στα Δωδεκάνησα, όπως συνομολογεί η ιστορική μαρτυρία, η επιζήτηση της εφαρμογής των κυριαρχικών δικαιωμάτων των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων στις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου, σύμφωνα με το ΔΔΘ, αποτελεί την πλέον αξιόπιστη πολιτική για την προάσπιση του εδαφικού καθεστώτος.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και τους αναφυομένους περιορισμούς μιας μονομερούς οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ, η οποία δεν προβλέπεται  σύμφωνα με το ΔΔΘ, εφόσον βρίσκονται αντικείμενα και παρακείμενα κράτη. Τοιουτοτρόπως μια ενδεχόμενη προσφυγή στο ΔΔΧ δεν καθίσταται εφικτή, στον βαθμό που η Τουρκία «δεν έχει αποδεχθεί τη ρήτρα  υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του ΔΔΧ».

Παρά ταύτα και δεδομένης της παρούσας συγκυρίας, η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει το συγκριτικό πλεονέκτημα που της προσφέρει το γεωμορφολογικό πλαίσιο του Αιγαίου πελάγους, δημιουργώντας μια ειδική συνθήκη, την αρχιπελαγική του δομή. Εν ολίγοις, σε οποιαδήποτε περίπτωση οριοθέτησης της ηπειρωτικής και νησιωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, καθίσταται αναγκαίο για την ελληνική διπλωματία...

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Πώς φτάσαμε στον ξεριζωμό

Η ελληνική πολιτικοστρατιωτική εμπλοκή στη Μικρασία και η συμπαρομαρτούσα κοινωνικοπολιτική και οικονομική απίσχνανση των ομοεθνών πληθυσμών της Ιωνίας θα σηματοδοτήσει την απαρχή της γεωπολιτικής συρρίκνωσης του εξωελλαδικού Ελληνισμού και συνακόλουθα, κατά τον Γ. Κοντογιώργη, «θα σημάνει την οριστική μετάβαση του Ελληνισμού από το καθεστώς του έθνους-κοσμοσυστήματος στο έθνος-κράτος».

Για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνέχονται με τη διαδικασία διαμόρφωσης και εφαρμογής της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, δηλαδή της σύζευξης και χρήσης όλων των διαθέσιμων συντελεστών ισχύος του κράτους για την επίτευξη του/των προσδιορισμένου/ νων πολιτικού/ών στόχου/ων, η καταστροφική απόληξη του ελληνικού εγχειρήματος στην Ανατολία θα οδηγήσει στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στην εξάλειψη του μείζονος Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Στο πλαίσιο αυτό και με γνώμονα τα προσδιοριστικά κριτήρια της στρατηγικής ανάλυσης, θα πραγματωθεί συγκριτικά και διαλεκτικά μια αξιολογικά ουδέτερη περιγραφική ανάλυση των αιτίων της ήττας στη Μικρά Ασία, τα οποία εντοπίζονται κυρίως στο εσωτερικό μέτωπο χωρίς ωστόσο να παροραθούν οι περιορισμοί και οι ευκαιρίες του διεθνούς συστήματος.
 
Προσκλήσεις και προκλήσεις
Εκκινώντας από την ιστορική απόφαση του Ελ. Βενιζέλου για την πολιτικοστρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στην Ιωνία δύναται να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω υψηλή στρατηγική συναρμόσθηκε (κατά μείζονα βαθμό) με τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές μεταβλητές του εξωτερικού περιβάλλοντος, με απότοκο την ανάσχεση των άμεσων εξωτερικών απειλών και την αξιοποίηση των παράθυρων ευκαιρίας. Συγκεκριμένα, η αποδοχή της διασυμμαχικής πρόσκλησης/πρόκλησης για την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (Μάιος 1919) αποσκοπούσε στην αξιοποίηση του αναφυόμενου παραθύρου ευκαιρίας στην Ανατολία, λόγω της οριστικής αποδιάρθρωσης-διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα στην ανάσχεση της άμεσης εξωτερικής απειλής, απότοκους της αποβίβασης ιταλικών στρατευμάτων στην Αττάλεια (Μάρτιος 1919) για τη δημιουργία εδαφικών τετελεσμένων.

Τοιουτοτρόπως καθίσταται πρόδηλη η στρατηγική ανεπάρκεια των μετανοεμβριανών ελληνικών κυβερνήσεων για το σχεδιασμό-εφαρμογή ενός συγκροτημένου εθνικού προτάγματος υψηλής στρατηγικής, συναρμοσμένου με τις επιταγές του εξωτερικού και του εσωτερικού περιβάλλοντος.

Ειδικότερα, η προβλεπόμενη αδυναμία της μετανοεμβριανής κυβέρνησης στις άμεσες εξωτερικές απειλές -π.χ. το τελεσίγραφο των συμμαχικών δυνάμεων για το ζήτημα της επανόδου του βασιλιά Κωνσταντίνου- επιτάχυνε την αναφαινόμενη αλλαγή στις ισορροπίες ισχύος-συμφερόντων στην Ανατολία. Παρεπόμενο ήταν η εξωτερική οικονομικοστρατιωτική -Γαλλοκεμαλική, Ιταλοκεμαλική και Ρωσοκεμαλική συνθήκη- και πολιτικοδιπλωματική ενίσχυση (διεθνής αναγνώριση) της κεμαλικής κυβέρνησης.

Συνακόλουθα, οι μετανοεμβριανές ελληνικές κυβερνήσεις απώλεσαν τη δυνατότητα αξιοποίησης μιας σειράς παραθύρων ευκαιρίας, όπως ήταν: 

1 Η σύμπηξη ενός πλαισίου πελατειακών σχέσεων με τις συμμαχικές δυνάμεις (κυρίως με τη Μεγάλη Βρετανία) για την πρόσκτηση των ικανών και αναγκαίων συντελεστών ισχύος -οικονομική, στρατιωτική, διπλωματική. 

2 Η αποδοχή των προτάσεων της Διασκέψεως του Λονδίνου (Μάρτιος - Ιούνιος 1921) για τη διαμεσολάβηση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων μερών, γεγονός που θα νομιμοποιούσε διεθνώς την ελληνική υψηλή στρατηγική ως σύννομη με τις επικρατούσες διεθνείς ηθικοκανονιστικές αρχές -π.χ. η διακήρυξη των δεκατεσσάρων σημείων του Αμερικανού προέδρου Ουίλσον. 

3 Ανάλογη κατάσταση παρατηρείται και στο επίπεδο της εσωτερικής πολιτικής λόγω του υψηλού πολιτικοκοινωνικού και οικονομικοστρατιωτικού κόστους που ενείχε η αποκλειστική εφαρμογή μιας επιθετικής στρατιωτικής στρατηγικής για την επιβολή της ελληνικής πολιτικής βουλήσεως στην κεμαλική κυβέρνηση. Παρεπόμενο ήταν η δημιουργία επαναστατικού κινήματος στους κόλπους του ελληνικού στρατού με στόχο την ανατροπή της αντιβενιζελικής κυβέρνησης και την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου. 

Εξίσου σημαίνουσα παράμετρος για την έκβαση του πολιτικοστρατιωτικού εγχειρήματος ήταν η ανεπιτυχής εφαρμογή της ελληνικής διπλωματικής στρατηγικής λόγω της εσωτερικής της υπονόμευσης από την πολιτική πράξη της μετανοεμβριανής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων για συμμετοχή στη συμμαχική διάσκεψη του Λονδίνου (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1921) παράλληλα με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος (Μάρτιος 1921) για τη δημιουργία εδαφικών τετελεσμένων.

Η αδυναμία της ελληνικής διπλωματίας ήταν επακόλουθο της πολιτικοστρατηγικής ανικανότητας της μετανοεμβριανής κυβέρνησης να συνυφάνει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα με όρους ισχύος, αποκτώντας την ικανότητα διεξαγωγής ισόρροπων πολιτικών διαπραγματεύσεων.

Ποιο ήταν όμως το μέτρο αποτελεσματικότητας της υψηλής στρατηγικής του Ε. Βενιζέλου; 

Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα συνυφαίνεται, πρώτον, με το εάν και σε ποιο βαθμό αναφύονταν οι προϋποτιθέμενες συνθήκες για την ανάληψη του μικρασιατικού εγχειρήματος και, δεύτερον, με την πραγμάτωση των ικανών και αναγκαίων προπαρασκευαστικών, πολιτικοστρατηγικών ενεργειών για την επιτυχή διεξαγωγή της μικρασιατικής επιχείρησης.

Συντομογραφικά δύναται να υποστηριχθεί ότι ο βαθμός αποτελεσματικότητας της υψηλής στρατηγικής του Ελληνα πρωθυπουργού, κρινόμενος εκ του προσωρινού και τυπικού αποτελέσματος της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών με την οποία εδημιουργείτο (έστω και στα χαρτιά) η Μεγάλη Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ήταν υψηλός.

Αντίστροφα το μέτρο αποτελεσματικότητας της υψηλής στρατηγικής των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων ήταν ισχνό. Η ολοκληρωτική εξάντληση των οικονομικών πόρων και του έμψυχου δυναμικού της Ελλάδας και η υποπλασία της υψηλής της στρατηγικής υπονόμευσαν την εσωτερική νομιμοποίηση του στρατιωτικού εγχειρήματος στην Ανατολία. Συγκεκριμένα, το απόλυτο στρατιωτικό κόστος για την περίοδο 1921-1922 ανέρχεται στους 20.800 νεκρούς, 46.700 τραυματίες και αποβιώσαντες και 18.000 αγνοουμένους.

Ακολούθως η οικονομική εξουθένωση του ελληνικού κράτους αντικατοπτρίζεται στην προοδευτική αύξηση των επιμελητειακών αναγκών της Ελληνικής Στρατιάς και στην υπέρμετρη αύξηση του δημόσιου χρέους. Συνεπακόλουθα, τα διαφυγόντα κέρδη της υψηλής στρατηγικής των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων αποκρυσταλλώνονται στην ολική επαναφορά του status quo ante (αναθεώρηση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών) και στην αποσάθρωση της πολιτικής και στρατιωτικής της διάστασης με απότοκο τη γεωγραφική, πολιτικοοικονομική και στρατηγική συρρίκνωση του ρόλου και της θέσης της Ελλάδας στο περιφερειακό υποσύστημα των Βαλκανίων.
 
Κόστος μη αντιστρέψιμο