Του
ΠΕΤΡΟΥ ΛΑΖΟΥ
Η
πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης, όπως και πολλών άλλων κρατών το τελευταίο
διάστημα, να οριοθετήσει ένα ψηφιακό "φρένο" στην πρόσβαση των
ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μοιάζει στα αυτιά κάθε γονιού ως η
απόλυτη λύτρωση. Όλοι
αναγνωρίζουμε την αγωνία για την ψυχική υγεία των παιδιών μας και τους
κινδύνους που κρύβει η ανεξέλεγκτη έκθεση σε έναν κόσμο φτιαγμένο για να
παραπλανά, να εξαπατά και να εθίζει. Όμως, όταν μεταφέρουμε αυτή την
απολύτως λογική κοινωνική απαίτηση στο τραπέζι της τεχνολογίας, ερχόμαστε
αντιμέτωποι με έναν τοίχο που δεν γκρεμίζεται με κανέναν νόμο.
Η αλήθεια, όσο άβολη κι αν ακούγεται, είναι πως η πλήρης κατάργηση
της ανωνυμίας και το κλείδωμα της πρόσβασης με βάση την ηλικία, αποτελούν μια τεχνική
ψευδαίσθηση. Για να καταλάβουμε το γιατί, πρέπει να ξεχάσουμε για λίγο τις
οθόνες και να δούμε πώς ακριβώς χτίστηκε το οικοδόμημα που ονομάζουμε
διαδίκτυο.
Όταν
οι πρωτοπόροι της πληροφορικής σχεδίαζαν το Ίντερνετ πριν από δεκαετίες, δεν
είχαν στο μυαλό τους ανθρώπους που θα ανεβάζουν φωτογραφίες ή θα ανταλλάσσουν
μηνύματα, αλλά μηχανήματα που έπρεπε να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ακόμα και αν
κοβόταν ένα καλώδιο.
Φανταστείτε το ίντερνετ σαν ένα τεράστιο, παγκόσμιο οδικό δίκτυο, το οποίο όμως
δεν έχει διόδια, δεν έχει τροχονόμους να ελέγχουν διπλώματα και διαθέτει πάντα
εναλλακτικές διαδρομές. Όταν εσείς πατάτε ένα κλικ στο κινητό σας για να
ανοίξετε μια σελίδα, η συσκευή σας φτιάχνει ένα ψηφιακό "πακέτο" και
το στέλνει στον προορισμό του. Το δίκτυο είναι απολύτως τυφλό απέναντι σε αυτόν
που έστειλε το πακέτο. Δεν ξέρει ούτε το όνομά του, ούτε την ηλικία του, ούτε
το φύλο του. Το μόνο που ενδιαφέρει τα καλώδια και τους υπολογιστές είναι να
φτάσει η πληροφορία από το σημείο Α στο σημείο Β. Αυτό προβλέπει το βασικό
πρωτόκολλο TCP/IP, που σχεδίασαν ο Vinton Cerf και o Bob Kahn και διέπει
ουσιαστικά όλη την λειτουργία δικτύων σήμερα. Η ανωνυμία, λοιπόν, δεν είναι
κάποιο τεχνικό σφάλμα που ξέχασαν να διορθώσουν οι προγραμματιστές. Είναι το
ίδιο το DNA του Διαδικτύου.
Αυτή η "τυφλότητα" μάλιστα, υπήρξε και η μεγαλύτερη
ευλογία του.
Χάρη σε αυτό, ένας δημοσιογράφος μπορεί να αποκαλύψει ένα σκάνδαλο χωρίς να
φοβάται για τη ζωή του, ένας πολίτης σε ένα αυταρχικό καθεστώς μπορεί να μάθει
τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, και ένας έφηβος μπορεί να αναζητήσει
πληροφορίες για ένα ιατρικό του πρόβλημα χωρίς να στιγματιστεί.
Όταν, λοιπόν, εταιρείες όπως το Facebook ή το TikTok προσπαθούν να
μας βάλουν να δηλώσουμε την ταυτότητά μας, ουσιαστικά προσπαθούν να χτίσουν μια
κλειστή, ελεγχόμενη λέσχη πάνω σε έναν δρόμο που είναι εντελώς ελεύθερος.
Και όπως είναι φυσικό, οι επισκέπτες μπορούν και πάντα βρίσκουν
τρόπο να φτάσουν στην πόρτα της λέσχης, εντελώς "αλλαγμένοι".
Εδώ ακριβώς μπαίνουν στο παιχνίδι τα εργαλεία της ψηφιακής
μεταμφίεσης, τα
οποία τα σημερινά παιδιά παίζουν στα δάχτυλα. Ας πούμε ότι η Ελλάδα νομοθετεί τον πλήρη αποκλεισμό
του TikTok για τους κάτω των δεκαπέντε ετών. Τι
θα κάνει ένας δεκατριάχρονος;
Θα
κατεβάσει εντελώς δωρεάν μια εφαρμογή VPN (Εικονικό Ιδιωτικό Δίκτυο) και θα
πάρει πρόσβαση μέσα από αυτό.
Φανταστείτε το VPN σαν ένα αόρατο, υπόγειο τούνελ. Το παιδί μπαίνει στο τούνελ
από το δωμάτιό του π.χ. στην Πάτρα, αλλά η έξοδος του τούνελ βρίσκεται στο
Άμστερνταμ. Όταν το παιδί χτυπήσει την ψηφιακή πόρτα του TikTok, η πλατφόρμα
βλέπει έναν χρήστη από την Ολλανδία. Ο ελληνικός νόμος μόλις παρακάμφθηκε
μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, χωρίς να παραβιαστεί ούτε μια γραμμή κώδικα.
Ακόμα
κι αν η πλατφόρμα γίνει πιο αυστηρή και ζητήσει έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου
για να στείλει κωδικό επιβεβαίωσης, η ανωνυμία πάλι δεν σπάει.
Το
διαδίκτυο είναι γεμάτο από σελίδες που λειτουργούν σαν αποθήκες με τηλέφωνα
"μιας χρήσης".
Μπαίνεις, δανείζεσαι έναν αριθμό από τη Σουηδία ή τον Καναδά για δέκα λεπτά,
λαμβάνεις το μήνυμα επιβεβαίωσης, ανοίγεις τον λογαριασμό σου και μετά ο
αριθμός αυτός σβήνεται για πάντα. Υπάρχουν κίνδυνοι βέβαια, αλλά και
προφυλάξεις. Η ουσία είναι πως ο χρήστης μετατρέπεται σε ένα ψηφιακό
φάντασμα, απολύτως αδύνατον να ταυτοποιηθεί ή να συνδεθεί με ένα πραγματικό
πρόσωπο.
Η μόνη θεωρητική λύση που προτείνουν οι πιο σκληροπυρηνικοί, είναι
να καταργηθεί η ανωνυμία γενικά, για όλους. Να υποχρεωθούμε να συνδέουμε τα κοινωνικά μας
δίκτυα με τα διαβατήριά μας, τις αστυνομικές μας ταυτότητες ή τους κωδικούς της
εφορίας.
Εδώ όμως η θεραπεία γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη από την ασθένεια.
Σκεφτείτε τι σημαίνει να υποχρεώσεις εκατομμύρια ενήλικους πολίτες
να παραδώσουν τα πιο ευαίσθητα κρατικά τους έγγραφα σε ιδιωτικές, πολυεθνικές
εταιρείες. Εταιρείες που ζουν από το να πουλάνε δεδομένα και που συχνά
πέφτουν θύματα κυβερνοεπιθέσεων.
Το
να γκρεμίσουμε την ιδιωτικότητα ολόκληρης της κοινωνίας, με ανυπολόγιστους
κινδύνους για τη δημοκρατία και την ασφάλειά μας, μόνο και μόνο για να
κρατήσουμε τα παιδιά μακριά από μια εφαρμογή, είναι μια επιλογή παράλογη. Για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι
και αυτή η μέθοδος, έχει τις αδυναμίες της…
Αφού λοιπόν το παιχνίδι ανάμεσα σε αυτούς που
βάζουν κλειδαριές και σε αυτούς που φτιάχνουν αντικλείδια το κερδίζουν ιστορικά
πάντα οι δεύτεροι, τι μένει να κάνουμε;
Όσο
τα παιδιά μας έχουν στην τσέπη τους μια συσκευή που τα ενώνει με όλο τον
πλανήτη, η λύση δεν κρύβεται σε τεχνολογικές
περιφράξεις, αλλά…