"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΜΠΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΜΠΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Η Ιστορία ενός Δέντρου (Χριστουγεννιάτικη ιστορία 4)

E-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Toυ ΠΕΤΡΟΥ ΚΟΥΜΠΛΗ

Έβαλε μια τελευταία κατακόκκινη μπάλα στο δέντρο κι έκατσε αναπαυτικά στον καναπέ του, για ν’ απολαύσει το θέαμα. Αυτό ήταν το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχε στολίσει ποτέ. Αν όχι το ωραιότερο, τότε σίγουρα το πιο εντυπωσιακό. Είχε χρησιμοποιήσει αμέτρητα λαμπάκια και χρωματιστά στολίδια, φανταχτερές γιρλάντες κι ένα μεγάλο χρυσαφένιο αστέρι στην κορυφή.


Ο άνδρας είχε κάνει το καθήκον του. Αυτό που απέμενε ήταν να γεμίσει με δώρα ο κενός χώρος κάτω απ’ το δέντρο, ακριβώς δίπλα στη φάτνη. Κι ήταν βέβαιος πως όλοι θα έρχονταν, γοητευμένοι από το γιορτινό αποτέλεσμα, για να του αφήσουν ένα δώρο. 

Τέτοιο δέντρο, θα άξιζε δεκάδες συσκευασίες με λαμπερά περιτυλίγματα και περίτεχνους φιόγκους.


Κι έτσι έκατσε περήφανος και περίμενε τα κουδούνια και τα τηλέφωνα να χτυπήσουν.


Μα η ώρα περνούσε κι ούτε ένα δώρο δεν είχε βρει τη θέση του κάτω απ’ το δέντρο. Κανείς δεν τον είχε αναζητήσει.

Κι ο άνδρας περίμενε.

Και περίμενε…

Και περίμενε.

Και πάλι τίποτα.

Ούτε ένα δώρο.

Το μυαλό του θόλωσε.


Η αναμονή ενός ανταλλάγματος μεταμορφώνεται. Γίνεται πρώτα ανυπομονησία, μετά θυμός και στο τέλος μίσος. Αυτός ο άδικος κι ακατάδεκτος κόσμος δεν είχε εκτιμήσει ούτε το δέντρο του, ούτε την αναμονή του. Τους μισούσε όλους! Όλους!


Και περίμενε ξανά. Περίμενε.

Αγκαλιασμένος με το μαξιλάρι και την οργή του.

Όταν σηκώθηκε απογοητευμένος από τον βυθισμένο καναπέ, δε μπορούσε να πει με ακρίβεια πόσες ώρες είχαν περάσει.

Υπολόγιζε γύρω στις τρεις.

Αλλά στην πραγματικότητα είχαν περάσει περισσότερές από τρεις ώρες.

Περισσότερα από τρία χρόνια.

Περισσότερες από τρεις δεκαετίες.


Όταν κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντίκρυσε το θλιβερό πρόσωπο ενός γέρου.


Χωρίς καν να το καταλάβει, είχε ξοδέψει όλη του τη ζωή περιμένοντας να του φέρουν δώρα κάτω απ’ το δέντρο.


Η θλίψη έσταξε και μάτωσε την ψυχή του, σαν στάμπα από μελάνι πάνω σε ύφασμα λευκό, σε πουκάμισο καλοσιδερωμένο, που περιμένει μια γιορτή.

Κι έτσι ο άνδρας άφησε τον εαυτό του.

Άφησε το εαυτό του να πεθάνει.

Μετά την τελευταία του επίγεια πνοή, ανέβηκε στους Ουρανούς.

Εκεί σίγουρα θα του άξιζε ο Παράδεισος.

Δεν είχε κάνει τίποτα κακό.

Άξιζε μια καλύτερη τύχη.


Μα αυτό που αντίκριζε ήταν ακατανόητο.


Οι Ουρανοί δεν είχαν ύμνους και αγγέλους, δεν είχαν αγίους, δεν είχαν ανθρώπινες μορφές με μακριά γένια και μαλλιά, δεν είχαν αυστηρούς κριτές, δεν είχαν πολυκοσμία, δεν είχαν Κήπους του Παραδείσου ή έστω Καζάνια της Κολάσεως.


Και στη θέση του θεού… ειδικά εκεί…

Ε, αυτό ήταν αδιανόητο…

Εκεί, στο βάθος, έβλεπε… έβλεπε ένα παιδί.

Ναι, ένα παιδί. Ένα μικρό κορίτσι.


Με μάτια λαμπερά σαν δυο ήλιους, δέρμα σκούρο σαν γλυκιά χειμωνιάτικη νύχτα και μικρές χαριτωμένες μπούκλες στα μαλλιά σαν μικρά αθώα κύματα, που γεννήθηκαν για να γαληνεύουν τη μοναξιά των βράχων.


«Μα είναι δυνατόν..;

Είναι δυνατόν… ο θεός..;»


Πριν όμως τελειώσει τη φράση του, το μικρό κορίτσι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά του. Έγειρε το πρόσωπό της προς το δικό του.

Και του ψιθύρισε κάτι.


Κάτι που δεν μοιάζει με τις λέξεις που λέμε.

Κάτι που δεν μοιάζει με τους ήχους που ακούμε.

Κάτι που δεν μοιάζει με όλα εκείνα που ξέρουμε.


Και τότε ο άνδρας επέστρεψε στη γη.

Για δεύτερη φορά.

Αλλά δεν ήταν πια άνθρωπος.

Ήταν δέντρο.

Ήταν ένα μικρό έλατο, που είχε μόλις φυτρώσει στην άκρη ενός χιονισμένου δάσους, στους πρόποδες ενός μεγάλου βουνού.

Και ξεκινούσε το ταξίδι του.


Γιατί τα δέντρα, ξέρετε, ταξιδεύουν.

Κάθε μέρα, κάθε στιγμή, μαζί με την τέλεια αρμονική χορευτική κίνηση της γης, ταξιδεύουν κι εκείνα μαζί της. Και κάθε πρωί καλημερίζουν κι έναν καινούριο ήλιο που μπήκε στο ζωή τους. Και κάθε νύχτα ερωτεύονται κι άλλο φεγγάρι, υπό το φως των αστεριών.

Κι ας μοιάζουν μόνο οι άνθρωποι να μην αδρανούν ποτέ.

Εκείνοι μπορεί να μείνουν ακίνητοι για πάντα.

Ενώ τα δέντρα δεν σταματούν ποτέ.

Πόσο μάλλον τα μικρά δέντρα, όπως αυτό το έλατο, που ήταν κάποτε εκείνος άνδρας, που περίμενε μάταια τα δώρα του.


Κι αφού ταξίδεψε πολύ κι αφού έβαλε τα δυνατά του να γίνει ένα πανέμορφο δέντρο, ένιωσε ξαφνικά μια μέρα το τσεκούρι ενός ξυλοκόπου να του χτυπά την σάρκα.


Και μέσα σε μια στιγμή βρέθηκε στολισμένο σε μια αίθουσα, με δεκάδες αστραφτερές μπάλες να κρέμονται απ’ τα κλαδιά του και λαμπάκια ν’ αναβοσβήνουν σε κάθε αναπνοή του.


Είχε γίνει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Από εκείνα που κοσμούν χώρους μεγάλους, κτήρια που μαζεύουν αμέτρητους ανθρώπους. Κι όλοι τους να κινούνται. Κι όλοι τους να παραμένουν ακίνητοι.


Και οι Γιορτές τέλειωσαν.

Τα φώτα έσβησαν.


Και το έλατο το πέταξαν στον δρόμο, όπως συνηθίζουν να πετούν ανθρώπους, δέντρα κι όνειρα.


Μα το ταξίδι του δέντρου, που ήταν κάποτε άνθρωπος, δεν είχε τελειώσει ακόμα: 


ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κανένα Έλεος

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Ο Διεφθαρμένος κηρύττει τη διαφάνεια.


Ο Διεφθαρμένος κηρύττει τη δικαιοκρισία.


Ο Διεφθαρμένος κηρύττει το πρέπον.


Πάντοτε κηρύττει, διακηρύττει, αποκηρύττει.


Αμετροεπώς. Μεγαλόφωνα.


Με όσο θόρυβο, όση υπερβολή κι επισημότητα χρειάζεται για να κρύψει βολικά τον αριβισμό του.



Κηρύττει.


Όταν οι άλλοι ζουν- ή προσπαθούν να ζήσουν- εκείνος κηρύττει. Φτύνει λέξεις.


-Αν ήταν μητέρα, θα κήρυττε πόσο σημαντική είναι η ίδια για το νεογέννητο παιδί – και θα τ’ άφηνε να πεθάνει, χωρίς να το θηλάσει.


-Αν ήταν θεός θα κήρυττε για την ομορφιά του Κόσμου υπό την Σοφία του – και δεν θα τον έφτιαχνε ποτέ.


Ο Διεφθαρμένος πρέπει κάπου να κρύψει το διαβρωμένο εαυτό του.Γι’ αυτό χρειάζεται, πάση, θυσία τις γλωσσικές ριπές των αφηρημένων εννοιών, εμπλουτισμένες υποχρεωτικά με αμέτρητες λεπτομέρειες, που θα εξασφαλίσουν τον πλήρη αποπροσανατολισμό του ακροατηρίου του. Ο αόριστος λόγος θα προσφέρει τα αιχμηρά εργαλεία, τα αναγκαία/ζωτικά συνθήματα στην απαίδευτη μάζα, θα την κολακεύσει, θα την αποενοχοποιήσει και θα της υποσχεθεί οφέλη.


Οι γλαφυρές, άχρηστες, υστερικά δοσμένες πληροφορίες θα κατακερματίσουν τη σκέψη σε χιλιάδες κομμάτιακαι σε πολλαπλάσιες γνώμες/ φανατισμένουςσχολιασμούς/συγκρούσεις.

(Οι πρακτικές του Διεφθαρμένου δεν προϋποθέτουν καμία ευφυΐα εκ μέρους του. Αποτελούνται από συγκεκριμένα βασικά βήματα, εμπεδωμένα στον χρόνο. Έστω και μία μόνο φορά να τα δοκιμάσει- ακόμα και πειραματικά, σε μικροκλίμακα- αντιλαμβάνεται ακαριαία την αποτελεσματικότητά τους. Γιατί τα πάθη των ανθρώπων δεν αλλάζουν).


-Καμία εμπιστοσύνη στο Διεφθαρμένο.

Ο Διεφθαρμένος ποτέ δεν ενδιαφέρεται για το καλό των Άλλων.

ΠΟΤΕ.

Αλλιώς δε θα ‘ταν Διεφθαρμένος.

Δε θα επέτρεπε στον εαυτό του ν’ ακολουθήσει συγκεκριμένους δρόμους κι συγκεκριμένες επιλογές, όλες προσανατολισμένες απερίφραστα στην θεοποίηση του προσωπικού του συμφέροντος.


Αντιθέτως, να θυμάστε:

Ο Διεφθαρμένος αντλεί εξουσία από την Παθογένεια.

Η Δύναμή του είναι η Παθογένεια.

H Επιλογή του είναι η Παθογένεια.

Εκεί ελίσσεται, εκεί εξουσιάζει, εκεί υπάρχει.

Υπάρχει όσο εξουσιάζει.


Διεφθαρμένος δρα για την επόμενη ή και την μεθεπόμενη δουλειά του. Το επόμενο συμφέρον του.

Αν παρακολουθήσει κανείς -μ’ επιμέλεια κι υπομονή- τη διαδρομή του, θα διακρίνει τα αποτυπώματα που αφήνει. Με ποιους συμμαχεί – έστω και προσωρινά- από ποιους επιβραβεύεται- τελικά.


-Μην πιστέψτε ποτέ έναν Διεφθαρμένο.

Ούτε λέξη. Ούτε στιγμή.

Ούτε κατ’ εξαίρεση, κατά περίσταση.

Κατά σύγκριση – περισσότερο ή λιγότερο διεφθαρμένος.

Κατ’ ανάγκη – «δεν υπάρχουν άλλοι…»


Ο Διεφθαρμένος Είναι το «δεν υπάρχουν άλλοι».

Ο Διεφθαρμένος θα κάνει πάντοτε αυτό που Είναι.

Και θα κάνει τα πάντα γι’ αυτό που Είναι.

Ενίοτε και σπασμωδικά – για να γλιτώσει.

Κι ας φαίνεται πως υποχωρεί…

Δεν υποχωρεί. Είναι Διεφθαρμένος- αυτό δεν έχει επιστροφή.

Και θ’ ανοίξει, εκ των πραγμάτων, τον δρόμο για τον επόμενο Διεφθαρμένο, του οποίου οι μεγαλόστομες διακηρύξεις θα μοιάζουν σαν παρηγοριά και μοναδική σωτηρία για τους καταβεβλημένους / απογοητευμένους ανθρώπους.

Κι έτσι ο φαύλος κύκλος θα συντηρείται.

Και η συντήρηση είναι το οξυγόνο κάθε διαφθοράς.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - To άρθρο της χρονιάς από τα e-awards 2013: Φτωχοί, όχι Κτήνη

Βραβείο για το άρθρο της χρονιάς, με τίτλο Φτωχοί, όχι Κτήνη, το οποίο δημοσιεύθηκε τον περασμένο Οκτώβριο στο aixmi.gr απέσπασε ο δημοσιογράφος – συγγραφέας, Πέτρος Κουμπλής.

Η βράβευση έγινε από το ηλεκτρονικό περιοδικό – ραδιόφωνο maga.gr, στα e-awards 2013, που αποτελούν πλέον θεσμό και αποσκοπούν στην αναγνώριση και διάκριση των ανθρώπων που συνεισφέρουν το βέλτιστο διαδικτυακό πρωτογενές περιεχόμενο.

Το βραβείο στον Πέτρο απένειμε ο δικηγόρος Χρήστος Γραμματίδης το βράδυ της Τρίτης στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι.


-Ποιος κυβερνά αυτόν τον κόσμο;

-Ο απαίδευτος νους.

-Ο απαίδευτος νους; Είναι ο πλούσιος; Είναι ο αμόρφωτος; Είναι ο..; 

-Είναι ο απαίδευτος νους.

-Τι εννοείς; Τι σημαίνει αυτό;

Ο απαίδευτος νους άγεται και φέρεται. Γίνεται έρμαιο της συγκυρίας. Γίνεται αυτό που συμβαίνει- και τίποτα άλλο.

Ο απαίδευτος νους προσκολλάται πάντοτε στον εκάστοτε Δυνατό. Είναι μια αυτόματη, αντανακλαστική κίνηση. Ο απαίδευτος νους δέχεται τη δωροδοκία, την εύνοια, την υπεροπτική ανοχή του Δυνατού. Μια δουλειά, λίγα χρήματα, ένα αντάλλαγμα. Θα δεχτεί να βελτιώσει πρόσκαιρα τη θέση του και θα επιτρέψει στον βασιλιά, τον κυβερνήτη, τον πρωθυπουργό να συντηρήσει το εκάστοτε διεφθαρμένο καθεστώς του. Ο απαίδευτος νους επιτρέπει την αθλιότητα, όσο εκείνη λειτουργεί υπέρ του. Με τον καιρό θα καμαρώσει κρυφά τη δύναμη της Εξουσίας και τη βαρβαρότητα που την συντηρεί. Όταν ο Δυνατός δεν έχει πια τα μέσα- το χρήμα και την επιρροή- για να τον κρατήσει πιστό, τότε αμέσως στρέφεται στον επόμενο Δυνατό. Σβήνει ξαφνικά με απαξία τη συμμετοχή και την ανοχή του στο θλιβερό παρελθόν. Γίνεται με θρασύτητα ο πιο σκληρός πολέμιος του παλαιού κι ο πιο πιστά οργισμένος ακόλουθος του καινούριου Δυνατού. Και παράλληλα με αυτόν τον φαύλο κύκλο της εξουσίας και τα σερνόμενα πλήθη του, ο απαίδευτος νους πάντοτε εντοπίζει τον αδύναμο.

Ο απαίδευτος νους συντρίβει τον αδύναμο. Ο πλούσιος τον φτωχό. Ο φτωχός τον ακόμα πιο φτωχό. Ο πιο φτωχός τον παρία. Ο παρίας τον ανέγγιχτο («the untouchables», η έσχατη κάστα στην Ινδία). Συχνά οι εξαθλιωμένοι γίνονται ακόμα πιο σκληροί απ’ τους βασανιστές τους – έτσι η Αδικία διαιωνίζεται.

Ο απαίδευτος νους πιστεύει. Ο θεός του είναι η Ισχύς. Αυτή είναι η ιερή του δύναμη. Μόνο αυτή μπορεί να αντιληφθεί. Μπορεί να περιφέρει λεκτικά έννοιες όπως η Αγάπη και η Ελευθερία, να τις περιγράφει, να τις κορνιζάρει με μεγάλα γράμματα, αλλά ποτέ δεν τις ενσωματώνει χωρίς αντάλλαγμα στη μικρή ζωή του. Μόνο μέσα στην επιφάνεια του συγκριτικού βαθμού βρίσκει νόημα. «Είμαι πιο καλός. Ο θεός μου είναι πιο καλός.  Είμαι ανώτερος».

Ο απαίδευτος νους δεν ξαγρυπνά τις νύχτες. «Πώς έζησα σήμερα; Τι έκανα; Τι δεν έκανα;» «Μήπως αδίκησα κάποιον; Μήπως τον πόνεσα;». Δεν αναρωτιέται. Γιατί ο απαίδευτος νους είναι πάντοτε αδικημένος. Θιγμένος. Κι ,επομένως, πάντοτε δικαιολογημένος. Αυτός είναι ο αγαπημένος του ρόλος.

Ο απαίδευτος νους δηλώνει απερίφραστα και μεγαλόφωνα την ύπαρξη του. Είναι η παράλογη προβολή του πλούτου του, είναι η μίζερη προβολή της ατυχίας του, είναι η αλαζονική προβολή της τιμιότητάς του, της ηθικής του ανωτερότητας.

Ο απαίδευτος νους φοβάται. Φοβάται το Άγνωστο – δηλαδή τα πάντα. Δεν μπορεί να δώσει εξήγηση, δεν έχει την πνευματική ζωή που θα γαληνέψει την άγνοιά του. Κι έτσι αρχετυπικά μετατρέπει το Άγνωστο σε καλό ή κακό θεό, σε δαίμονα ή προστάτη. Τελικά φοβάται και τα δυο.

Ο απαίδευτος νους δεν διστάζει ν’ αφεθεί στα πιο βάρβαρα ένστικτά του – γιατί είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να κάνει. Η κάθε εποχή θα του δώσει συνθήματα/ επιχειρήματα για κάθε άθλιο εαυτό του.

Ο απαίδευτος νους πηγαίνει στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, λαμβάνει τις πληροφορίες της εποχής του, διαβάζει, αποκτά πείρα, διδάσκει. Αλλά ποτέ δεν διδάσκεται.

Ο απαίδευτος νους ακολουθεί τυφλά την Αυθεντία του καιρού του. Συχνά ταυτίζει τον εαυτό του με την Αυθεντία.

Ο απαίδευτος νους ξέρει. Κατέχει την αλήθεια. Την Απόλυτη Αλήθεια. Δημιουργεί ένα σύννεφο, ένα νεφέλωμα ιδεοληψιών, προκαταλήψεων, στερεοτύπων κι απαράβατων κανόνων. Κρέμεται με υστερία πάνω απ’ το σύννεφο αυτό και πιστεύει πως τον  σηκώνει ψηλά, πως μαζί πηγαίνουν βόλτα πάνω απ’ τις ζωές των άλλων πλασμάτων. Νιώθει θεός τους για μια μέρα – για μια ζωή. Πάνω στο σύννεφο κάνει περίεργες κινήσεις με το σώμα και τα χέρια του, λατρεύει ξύλα, χρυσάφια ,υφάσματα και ρούχα, φτιάχνει τελετές και καταναγκασμούς, αλλά αδυνατεί να πει μια καλημέρα – και να την εννοεί.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα μια διαρκή σύγχυση. Η Σύγχυση σημαίνει πάντοτε Σύγκρουση.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα σε μια διαρκή αντίφαση. Πολεμά στο όνομα της Ειρήνης, Σκοτώνει στο όνομα της Ζωής, Πονά στο όνομα της Αγάπης, Σκλαβώνει στο όνομα της Ελευθερίας, Αδικεί στο όνομα της Δικαιοσύνης, Παρανομεί στο όνομα του Νόμου, Καταστρέφει στο όνομα της Ύπαρξης.

Ο απαίδευτος νους έχει ως σημείο αναφοράς τους εχθρούς. Τους φαντάζεται, τους δημιουργεί, τους ελκύει.

Ο απαίδευτος νους ζει μέσα απ’ τους άλλους. Παραμονεύει. Χάνει χρόνο, απ τον ελάχιστο που διαθέτει στην ενσαρκωμένη ζωή του, για να ασχοληθεί με τα πλάσματα που πιστεύει πως κλέβουν κάτι από τον ζωτικό του χώρο. Δεν αντέχει τη μοναξιά της περισυλλογής. Δεν εμβαθύνει.