Τέτοιο δέντρο, θα άξιζε δεκάδες συσκευασίες με λαμπερά περιτυλίγματα και περίτεχνους φιόγκους.
Κι έτσι έκατσε περήφανος και περίμενε τα κουδούνια και τα τηλέφωνα να χτυπήσουν.
Μα η ώρα περνούσε κι ούτε ένα δώρο δεν είχε βρει τη θέση του κάτω απ’ το δέντρο. Κανείς δεν τον είχε αναζητήσει.
Η αναμονή ενός ανταλλάγματος μεταμορφώνεται. Γίνεται πρώτα ανυπομονησία, μετά θυμός και στο τέλος μίσος. Αυτός ο άδικος κι ακατάδεκτος κόσμος δεν είχε εκτιμήσει ούτε το δέντρο του, ούτε την αναμονή του. Τους μισούσε όλους! Όλους!
Και περίμενε ξανά. Περίμενε.
Όταν κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη, αντίκρυσε το θλιβερό πρόσωπο ενός γέρου.
Χωρίς καν να το καταλάβει, είχε ξοδέψει όλη του τη ζωή περιμένοντας να του φέρουν δώρα κάτω απ’ το δέντρο.
Η θλίψη έσταξε και μάτωσε την ψυχή του, σαν στάμπα από μελάνι πάνω σε ύφασμα λευκό, σε πουκάμισο καλοσιδερωμένο, που περιμένει μια γιορτή.
Μα αυτό που αντίκριζε ήταν ακατανόητο.
Οι Ουρανοί δεν είχαν ύμνους και αγγέλους, δεν είχαν αγίους, δεν είχαν ανθρώπινες μορφές με μακριά γένια και μαλλιά, δεν είχαν αυστηρούς κριτές, δεν είχαν πολυκοσμία, δεν είχαν Κήπους του Παραδείσου ή έστω Καζάνια της Κολάσεως.
Και στη θέση του θεού… ειδικά εκεί…
Με μάτια λαμπερά σαν δυο ήλιους, δέρμα σκούρο σαν γλυκιά χειμωνιάτικη νύχτα και μικρές χαριτωμένες μπούκλες στα μαλλιά σαν μικρά αθώα κύματα, που γεννήθηκαν για να γαληνεύουν τη μοναξιά των βράχων.
«Μα είναι δυνατόν..;
Πριν όμως τελειώσει τη φράση του, το μικρό κορίτσι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά του. Έγειρε το πρόσωπό της προς το δικό του.
Κάτι που δεν μοιάζει με τις λέξεις που λέμε.
Και τότε ο άνδρας επέστρεψε στη γη.
Γιατί τα δέντρα, ξέρετε, ταξιδεύουν.
Κι αφού ταξίδεψε πολύ κι αφού έβαλε τα δυνατά του να γίνει ένα πανέμορφο δέντρο, ένιωσε ξαφνικά μια μέρα το τσεκούρι ενός ξυλοκόπου να του χτυπά την σάρκα.
Και μέσα σε μια στιγμή βρέθηκε στολισμένο σε μια αίθουσα, με δεκάδες αστραφτερές μπάλες να κρέμονται απ’ τα κλαδιά του και λαμπάκια ν’ αναβοσβήνουν σε κάθε αναπνοή του.
Είχε γίνει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Από εκείνα που κοσμούν χώρους μεγάλους, κτήρια που μαζεύουν αμέτρητους ανθρώπους. Κι όλοι τους να κινούνται. Κι όλοι τους να παραμένουν ακίνητοι.
Και οι Γιορτές τέλειωσαν.
Και το έλατο το πέταξαν στον δρόμο, όπως συνηθίζουν να πετούν ανθρώπους, δέντρα κι όνειρα.
Μα το ταξίδι του δέντρου, που ήταν κάποτε άνθρωπος, δεν είχε τελειώσει ακόμα:



