"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πώς από άρχοντισα και ευρωπαϊκή πόλη η Αθήνα κατάντησε μια πόλη-σκατοτρυπα

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Aθηναϊκά καφενεία Από τα καφενεία στα μετα-καφενεία



Τα καφενεία στην Αθήνα, και στην Ελλάδα γενικότερα, έχουν υποστεί και υφίστανται συνέχεια μείζονες μεταλλάξεις, αναγκαίες από κάθε άποψη, γιατί διαφορετικά δεν θα επιβίωναν στον ήδη προχωρημένο 21ο αιώνα μας. 


Από την άποψη αυτή, μόνο κακό κάνει ο νοσταλγισμός, η γνωστή απλοϊκή τάση που, για όποιον την εκφέρει, προϋποθέτει ένα εξιδανικευμένο παρελθόν το οποίο οφείλει να ισχύει για όλους τους άλλους και να ισχύει μάλιστα μουσειακά («κοιτάτε, αλλά μη εγγίζετε», «τι ωραία που ήτανε παλιά»), αλλά να μην έχει την παραμικρή ισχύ για τον ίδιο το νοσταλγό, που επιθυμεί να ζει τη φαντασίωσή του μέσα σε όλες τις ανέσεις και τα τεχνολογικά στοιχεία του παρόντος, το οποίο δεν παραλείπει να κατακεραυνώνει, μιλώντας για τον παλιό καλό καιρό. Ποιον ακριβώς; Του ψυγείου πάγου, του κουτσομπολιού, της εργασίας των νηπίων, της έλλειψης αποχετευτικού συστήματος, της κυρίαρχης φυματίωσης, των συνεχών στρατιωτικών κινημάτων, της ποινικοποιημένης μοιχείας, του πατημένου χώματος αντί για πάτωμα;


imageΟ νοσταλγισμός έχει διαστρεβλώσει και την εικόνα των παλιών καφενείων, εξιδανικεύοντάς τη στα μάτια των αδαών Νεοελλήνων. Αν όμως θέλει κανείς να δει πώς ήταν στ’ αλήθεια τα παλιά καφενεία στην Αθήνα, στην Ελλάδα, στις παροικίες των Ελλήνων, δεν έχει παρά να διαβάσει Σατομπριάν, «Ανώνυμο της στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι», Αμπού, Παπαδιαμάντη, Κονδυλάκη, Μητσάκη, Νιρβάνα, Καβάφη, Πορφύρα, Πικρό και τόσους άλλους γραφιάδες του 19ου και του 20ού αιώνα. Λίγο λίγο θα σχηματιστεί, έτσι, η εικόνα δημόσιων χώρων εν εξελίξει: τα πρώιμα και τα χωριάτικα περιορίζονταν σε ξύλινα τραπέζια και ταλαίπωρα φώτα, ενώ τα αστικά κατέληξαν να διαθέτουν μεγάλους καθρέφτες, μαρμάρινα τραπέζια και στοιχειωδώς καλό φωτισμό. Υπήρχαν ωστόσο τα εξής γενικά χαρακτηριστικά: σερβίρισμα τούρκικου και μόνο καφέ (και ενίοτε αργιλέ), αποκλειστικά αντρική πελατεία, τρελή καπνίλα, καβγάδες, ανάγνωση εφημερίδων (αρχικά από έναν γραμματισμένο, οι άλλοι ακούγανε), τάβλι, χαρτιά (και σπανιότατα σκάκι), πολιτικές συζητήσεις, γλυκά κουταλιού, αναψυκτικά, οινοπνευματώδη της οικογένειας «ούζο-ρακί-τσίπουρο» (όχι κρασί ή μπίρα), περιοδείες και ομιλίες υψηλών προσώπων, αργότερα και μουσική από γραμμόφωνα, κι ακόμα πιο μετά ραδιόφωνα ή τζουκ μποξ.



Από κει και πέρα, αλλού παιζόταν καραγκιόζης, αλλού εμφανίζονταν περιοδεύοντες θίασοι (θυμηθείτε τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου), αλλού αναπτύχτηκαν σφαιριστήρια, άλλα γίνανε εξαρχής ή διαμορφώθηκαν σε νυχτερινά κέντρα: καφέ αμάν (με ανατολίτικη ζωντανή μουσική) ή καφέ σαντάν (με δυτική μουσική, χορεύτριες της κακιάς ώρας, θεατρικές παραστάσεις της δεκάρας) κ.λπ. 


Σε αρκετά καφενεία παίχτηκε και κινηματογράφος, όταν πρωτοεμφανίστηκε: μιλάω για τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι το 1922, περίπου. Μεσοπολεμικά, όλα τα αστικά καφενεία καταργήσανε τις λάμπες και βάλανε ρεύμα, κάτι που στα χωριάτικα έγινε μέχρι και 30 χρόνια αργότερα. Μεταπολεμικά, πολλά καφενεία βάλανε ποδοσφαιράκια ή φλίπερ και, ύστερα από το ’70, τηλεόραση. Εξάλλου, σε μερικά καφενεία, ακόμα και σήμερα, ακόμα και στην Αθήνα, εμφανίζονται πλανόδιοι μουσικοί (ιδίως γύφτοι), ενώ άλλα έχουν μόνιμα ζωντανή μουσική σε διάφορες ώρες ΠΣΚ.


imageΠολλά καφενεία παίξανε ρόλο τοπικιστικού πόλου: «Η Νάξος», «Τα Τρίκαλα», «Η Ζίτσα», «Το Ξηρόμερο» (μερικά υπάρχουν ακόμα) μαζεύανε τους ανάλογους σαστισμένους επαρχιώτες στην Αθήνα. Άλλα πάλι ήτανε επαγγελματικά, λειτουργώντας σα χώροι που κλείνονταν συμφωνίες ανάμεσα σε εργοδότες, εργολάβους, μισθωτούς πελάτες κ.ά. – το «Νέον» στην Ομόνοια ήταν στέκι οικοδόμων (οι παλιότεροι θυμόμαστε ότι στη γωνία του, Δώρου και πλατεία Ομονοίας, τα σωματεία των οικοδόμων κρεμούσαν ανακοινώσεις, αλλά και σήμερα υπάρχουν εκεί δίπλα δυο μαγαζιά που πουλάνε οικοδομικά εργαλεία), ενώ το «Καφενείο των μουσικών» στη Σατωβριάνδου είναι και σήμερα πόλος αυτών που λέει ο τίτλος του. Από την άλλη, αρκετά καφενεία ήταν στέκια πολιτικά (δεξιών, αριστερών, κεντρώων) ή αθλητικά (πόλοι φιλάθλων συγκεκριμένων ομάδων) ή λογοτεχνικά, καθώς και ευρύτερα καλλιτεχνικά. Για τα λογοτεχνικά καφενεία έχουν γραφτεί τόσο πολλά στο πλαίσιο της αθηναϊκής και σαλιονικιώτικης «μυθολογίας», ώστε δεν χρειάζεται να επιμείνω.



Ωστόσο, ο σημαντικότερος ρόλος των καφενείων ήταν, και παραμένει βέβαια, ο εξής:  

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αναζητώντας νόημα στο Πρότζεκτ Μεζονέτα


Μέχρι πού φτάνει το Χαλάνδρι; Μέχρι τους πρόποδες της Πεντέλης. Το έμαθα την περασμένη Δευτέρα αναζητώντας το νεκροταφείο Χαλανδρίου· τοποθετημένο στην απόληξη μιας γλώσσας γης που εκτείνεται βαθιά μες στα Βριλήσσια, μου εξήγησε ένας φίλος. Είχα χαράξει διαδρομή από Φάληρο έως τις εσχατιές της Δουκίσσης Πλακεντίας.



Οδηγώντας τη βέσπα σε αστικούς και περιαστικούς αυτοκινητόδρομους έχεις την ευκαιρία να δεις την πόλη σε άλλη προοπτική, άλλη από τις γνωστές διαδρομές στο πυκνοκατοικημένο κέντρο. Να δεις άλλη πόλη. Αντικρίζεις τις προεκτάσεις της μητρόπολης, τις παραφυάδες, τα προσαρτήματα, την ποικίλη και αχανή ενδοχώρα που ενσωματώνεται κοπιαστικά ή καρκινικά στον καθαυτό αστικό κορμό, αντικρίζεις έναν μεταβατικό χώρο, ας την πούμε suburbiana.



Στην αρχιτεκτονική τυπολογία, κυριαρχεί η προαστιακή πολυκατοικία και η μεζονέτα, μόνη της ή σε συστάδες


Η προαστιακή πολυκατοικία κατάγεται προφανώς από την τυπική αθηναϊκή αλλά έχει αέρα, piloti, παρτέρια, μοντέρνα υλικά. Μέχρι εκεί.  


Ο κατεξοχήν αρχιτεκτονικός και κοινωνιολογικός τύπος των προαστίων είναι η μεζονέτα: φιλοδοξεί να υπερπηδήσει το στάδιο της μεταπολεμικής μικροαστικής πολυκατοικίας, αυτής που φθάρηκε από τον υπερκορεσμό και την πληθωριστική χρήση των εσωτερικών μεταναστών, πολύ πριν καταληφθεί από τους έξωθεν μετανάστες. 


Η μεζονέτα αφήνει πίσω την «μεταναστευτική» πολυκατοικία και φιλοδοξεί να πλησιάσει τον τύπο της έπαυλης, της βίλας, του μεγάλου σπιτιού με κήπο, σαν αυτά του Ψυχικού, της Φιλοθέης, της Εκάλης. Αυτή είναι η φιλοδοξία, ο στόχος, υπόρρητα.



Στην πράξη βεβαίως δεν ανασυστήνονται Ψυχικά και Εκάλες· το κοινωνικό και υλικό περικείμενο δεν αναπαράγεται με παραγγελία σε αρχιτέκτονα ή εργολάβο. Στην πράξη δημιουργούνται αποικίες ομοιόμορφων λίγο-πολύ κτισμάτων σε περιοχές με υποτυπώδη ρυμοτομία, με ελλιπείς δημόσιους χώρους, με πολλούς θύλακους μικτών χρήσεων και αδόμητα κενά, με τα μαγαζιά, παλιά και καινούργια, παρατεταγμένα στους διελαύνοντες αυτοκινητόδρομους. Αποικίες-υπνωτήρια, ακριβό real estate.



Είναι η Ελλάδα μετά τη δεκαετία ’80, η Ελλάδα της πιστωτικής επέκτασης, του οικοδομικού οργασμού, της φούσκας ακινήτων, της προαστιοφιλίας. Ο,τι χτίστηκε ώς το 2005 περίπου, ό,τι πρόλαβε να κατοικηθεί, ό,τι πιαθνότατα δεν θα αποπληρωθεί. Και είναι η πιο απτή αποτύπωση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης έως την τομή της κρίσης: συγκοινωνιακές υποδομές, οικοδομή, κατανάλωση.



Προσπαθώ να δω το Πρότζεκτ Μεζονέτα όχι με αισθητικούς ή αρχιτεκτονικούς όρους, αλλά σαν ιδεότυπο και σαν αναπαράσταση. 


Τι σήμαινε η μετοίκηση ενός μικροαστού από το αθηναϊκό κέντρο στα παρθένα εδάφη στις ρίζες των βουνών, μακριά από τη θάλασσα, σε νεόδμητες κατοικίες αγορασμένες από τα σχέδια?

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η Πλάκα απειλείται ξανά 35 χρόνια μετά την αναγέννησή της



Τι οδήγησε την Πλάκα στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 στην παρακμή;  Η απληστία, η αδιαφορία, ή η ανοησία;  


Η απάντηση είναι δύσκολη, ακόμα και για όσους έχουν ζήσει όλη τους τη ζωή στη σκιά της Ακρόπολης. Εκεί όπου οι απόψεις συγκλίνουν είναι στο τι οδήγησε στη σταδιακή αναγέννηση της ιστορικής αυτής γειτονιάς στις δεκαετίες που ακολούθησαν: τα διατάγματα προστασίας της Πλάκας έκλεισαν μαγαζιά, έβαλαν περιορισμούς, έσωσαν κτίρια από την κατεδάφιση και τελικά διέσωσαν στο μεγαλύτερό της τμήμα ένα από τα ελάχιστα -στην Ελλάδα- ενιαία αστικά σύνολα του παρελθόντος.  


Σήμερα, η περιοχή απειλείται για ακόμα μια φορά από σειρά ρυθμίσεων που προτείνει το υπουργείο Περιβάλλοντος. Αραγε αυτή τη φορά για ποιο λόγο;


Οταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο νομοθέτης επιχείρησε να παρέμβει στις ιστορικές γειτονιές του κέντρου της πρωτεύουσας (προεδρικό διάταγμα «Περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακού τμήματος της πόλεως των Αθηνών, 21.9.1979), η Πλάκα έδειχνε σαφή σημάδια παρακμής. Είχε προηγηθεί μια δεκαετία «άλωσης» της περιοχής από κάθε είδους τουριστικές επιχειρήσεις, όπως τις εννοούσε η εποχή: από ταβέρνες έως ντισκοτέκ, με φωτεινές επιγραφές, «κράχτες», πόρνες και τσολιάδες. 


Οι πρώτοι που έφυγαν ήταν οι κάτοικοι. Ο Διονύσης Ζήβας ήταν επικεφαλής των επιστημονικών ομάδων, που εκπόνησαν τη Μελέτη Παλαιάς Πόλεως Αθηνών και τη Μελέτη Αντιμετώπισης Προβλημάτων Πλάκας, στις οποίες βασίστηκε το προεδρικό διάταγμα. «Η Πλάκα είχε 90 βραδινά κέντρα διασκέδασης. Το 50% των κατοίκων είχε φύγει, οι μόνοι που έμεναν εκεί ήταν... όσοι δεν μπορούσαν να φύγουν», εξηγεί. «Το 1973 μας ανατέθηκε από την τότε Γενική Διεύθυνση Οικισμού η πρώτη μελέτη για την περιοχή. Η μελέτη παραδόθηκε το 1974 και έμεινε στα συρτάρια για 2-3 χρόνια μέχρι που την ανέσυρε ο Στέφανος Μάνος, τότε υφυπουργός Οικισμού. Μας κάλεσε και μας ζήτησε να εκπονήσουμε ένα σχέδιο δράσης για τη σωτηρία της περιοχής. Τον Ιανουάριο του 1979, το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή».


Η παρέμβαση στην Πλάκα ξεκίνησε το 1979 και ήταν πρωτοποριακή ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. 


Το πρώτο διάταγμα αφορούσε την πεζοδρόμηση της Πλάκας. Στη συνέχεια, το ένα προεδρικό διάταγμα ακολούθησε το άλλο, αντιμετωπίζοντας επιμέρους ζητήματα, από τις άδειες έως τις πινακίδες. Η Πλάκα ανακηρύχθηκε παραδοσιακός οικισμός ως σύνολο, ενώ περίπου 550 κτίριά της κρίθηκαν διατηρητέα με μεμονωμένες αποφάσεις. Το τελευταίο από τα διατάγματα προστασίας της Πλάκας θεσπίστηκε το 1993.


«Η Πλάκα είναι η πρώτη περιοχή της χώρας στην οποία εισήχθη από τον Στέφανο Μάνο η έννοια των χρήσεων γης» λέει ο Γιάννης Μιχαήλ, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού. «Χαρακτηριστικό της αποφασιστικότητας της Πολιτείας να εφαρμόσει τον νόμο είναι ότι το 1983 έκλεισαν σε μία ημέρα 42 κέντρα διασκέδασης! Μέσα στις επόμενες δεκαετίες ο πληθυσμός σιγά σιγά επέστρεψε και η περιοχή απέκτησε ανθρώπινο πρόσωπο».


Για να μην κλείσουν άμεσα όλα τα εστιατόρια και οι καφετέριες στην Πλάκα, η νέα νομοθεσία περιείχε μια μεταβατική ρύθμιση: 


Πόρτο Ράφτη, τότε και τώρα

Tης Μαργαριτας Πουρναρα

Μια ταχύτατη αλλά βάρβαρη μέθοδος για να αντιληφθεί κανείς ότι μεγάλωσε πια είναι να επισκεφθεί ξανά το μέρος όπου πέρασε τα παιδικά του καλοκαίρια.

Δεν μιλώ με διάθεση ρομαντισμού, αναπολώντας γλυκερές αναμνήσεις όπως τη μυρωδιά του γιασεμιού στον κινηματογράφο -ίσως διότι στη γενιά μου o θερινός μοσχομύριζε ποπ κορν- ούτε νυχτερινές παρέες με κιθάρες στην παραλία, καθώς είχαν ξεφυτρώσει ήδη τα πρώτα μπαρ. Αναφέρομαι στο σοκ που παθαίνει κανείς όταν στη θέση ενός παλιού μεσοαστικού θερέτρου, όπως το Πόρτο Ράφτη, βρίσκει μια νέα Λούτσα, σε πολύ χειρότερη εκδοχή από εκείνη της δεκαετίας του ’90.

Μισό πάρκο στο Ελληνικό

Της ΜΑΡΙΑΣ ΝΤΑΛΙΑΝΗ

Ερωτηµατικά για τη βιωσιµότητα αλλά και την αναγκαιότητα δηµιουργίας ενός τεράστιου πάρκου σε όλη τηνέκταση του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού έχει διατυπώσει στο πρόσφατο παρελθόν ο Σπύρος Πολλάλης, ο καθηγητής του Χάρβαρντ που πρόκειται εκτός απροόπτου να αναλάβει τα ηνία της εταιρείας Ελληνικόν Α.Ε.

Αντιθέτως, ο ίδιος είναιένθερµος οπαδός ενός λειτουργικού πάρκου στο µισό της έκτασης και, µέσω της κατάλληλης ανάπτυξης, της δηµιουργίας ενός«πράσινου ταµείου» για να γίνουν πάρκα σε πυκνοδοµηµηµένες γειτονιές της πόλης.

Η υπόθεση του Ελληνικού δεν είναι άγνωστος τόπος για τον κ. Πολλάλη. Τον Ιούνιο του 2008 είχε εκπονήσει γιαλογαριασµό της ΚΕ∆ δύο µελέτες: η πρώτη αξιολογούσε την πρόταση του ΥΠΕΧΩ∆Ε για το Ελληνικό (6Ιουνίου 2008), ενώ η δεύτερη (20 Ιουνίου 2008) τη βραβευθείσα στον διεθνή διαγωνισµό που προηγήθηκε πολεοδοµική πρόταση των Serrero - Fernandez. 

Μέσα από τις δύο µελέτες ο Σπ. Πολλάλης εκτός από αξιολόγηση κάνει και παρουσίαση των δικών του ιδεών για την αξιοποίηση του πολύπαθου πρώην αεροδροµίου. Αίσθηση δηµιουργεί για παράδειγµα η φράση «η ουτοπία ενός µεγάλου πάρκου 6.000 στρεµµάτων», άποψη που ο ίδιος σηµειώνει ότι είχε διατυπώσει και το 1996 στις τότε αρµόδιες αρχές.

Αντιθέτως στις δικές του ιδέες περιλαµβάνονται τα εξής: δηµιουργία πάρκου µε θέµα την οικολογία, δηµιουργία κυβερνητικού κέντρου µε µεταφορά υπουργείων, παιδαγωγικού κέντρου µε δηµόσια αλλά και ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήµια, ερευνητικό - τεχνολογικό κέντρο, αθλητικό κέντρο, πολιτιστικό κέντρο και ελάχιστη κατοικία κυρίως στην περιοχή δίπλα στο Γκολφ. 

Εντύπωση δηµιουργεί επίσης ότι στην πρόταση Πολλάλη στο Ελληνικό δηµιουργείται αστικό αεροδρόµιο µε ιδιωτικές πτήσεις και διατήρηση των διαδρόµου προσγείωσης - απογείωσης που µπορεί να χρησιµοποιηθεί και από τον Στρατό σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. 

Ο καθηγητής Σχεδίου, Τεχνολογίας και ∆ιοίκησης τουΧάρβαρντ αναφέρεται εγκωµιαστικά στη δουλειά των Serrero - Fernandez υπογραµµίζοντας ότι «περιέχει εξαιρετικές αρχιτεκτονικές και πολεοδοµικές ιδέες και αποκαθιστά το φυσικό περιβάλλον. Επαναφέρει τα ρέµατα, αντιµετωπίζειοικιστικά και χωροταξικά θέµατα µε σύγχρονες προσεγγίσεις και έχει δυνατότητες να εξελιχθεί σε µια ουσιαστικά οικολογική πρόταση». 

Οπως όµως τονίζει στη συνέχεια, «η πρόταση του ΥΠΕΧΩ∆Ε έχει ουσιαστικές αλλαγές από την πρόταση των Serrero -Fernandez, περιορίζεται σε πολεοδοµική χωροθέτηση και κτιριακή ανάπτυξη µε γενικές αναφορές σε περιβαλλοντικά θέµατα και στερείται οράµατος και για το πάρκο και για τη χρήση της γης»

Οπως αναφέρει ο καθηγητής, που πρόκειται να διαδραµατίσει κοµβικό ρόλο στην ανάπτυξητου πρώην αεροδροµίου µέσω της Ελληνικόν Α.Ε., «η ιδέα να γίνει ένα µεγάλο πάρκο που να καταλαµβάνει το σύνολο της έκτασης είναι ουτοπία και προωθείται χωρίς ουσιαστική αντιµετώπιση του θέµατος. Ετσι η κατάσταση έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Πιστεύουµε ότι το πάρκο δεν πρέπει να ξεπερνά το 50% της έκτασης και πρέπει  να είναι διαµορφωµένο σαν πάρκο, οχι απλά φυτεµένο και άγριο δάσος όπως θα έπρεπενα είναιη πλαγιάτου Υµηττού». Και αναφέρει ως παράδειγµα το πάρκο του Donwsview στο βόρειο άκρο του Τορόντοτ ου Καναδά (µια πρώηνστρατιωτική εγκατάσταση), «που δίνει µια σαφή εικόνα της ουτοπίας του µεγάλου πάρκου και προσφέρει στοιχεία για σχέσεις δοµηµένης ανάπτυξης και ανοιχτού χώρου. Ενώ ξεκίνησαν µε 4.100 στρέµµατα ανοιχτού χώρου, το πάρκο περιορίστηκε σε µόλις 30% της έκτασης (1.280 στρέµµατα) ώστε να αυτοχρηµατοδοτηθεί το έργο».

Ο Σπύρος Πολλάλης θεωρεί τη δηµιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου του Ελληνικού ως ένα νέο σηµείο αναφοράς (landmark) της πόλης, που  µπορεί ναλειτουργήσει όπως τα υπάρχοντα του δικτύου µνηµείων, βουνών και λόφων που είναι ταυτισµένα µε την εικόνα και ταυτότητα τηςΑθήνας. Γι’ αυτό τον λόγο προτείνει τη δηµιουργία ενός λογότυπου του νέου Ελληνικού (το οποίο µάλιστα έχει οπτικοποιήσει στη µελέτη του) ώστε «το πάρκο, η νέα περιοχή και η συνολική ανάπτυξη να περιγράφονται µέσα από το σύµβολο που θα χρησιµοποιείτ αι καιγια διαφηµιστικούς σκοπούς αλλά και ως ταυτότητα του έργου».

ΤΑ ΝΕΑ

Πυραμίδα από ρούχα, μνημείο θανάτου


Ο λόφος από ρούχα, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, υψώνεται στα 12 μέτρα στο παρισινό Γκραν Παλέ. Ενας μεταλλικός γερανός αρπάζει μερικά, τα σηκώνει 30 μέτρα ψηλά και τα αφήνει.
«Τα ρούχα είναι όπως οι άνθρωποι», λέει ο Κριστιάν Μπολτάνσκι, ο 65χρονος διάσημος, Γάλλος εικαστικός, που από σήμερα παρουσιάζει την εγκατάσταση «Personnes» (σημαίνει «πρόσωπα» αλλά και «κανείς» στα γαλλικά) στο πλαίσιο του ετήσιου εκθεσιακού προγράμματος «Monumenta».
«Ο γερανός είναι σαν το χέρι του Θεού. Δεν ξέρουμε ποιος θα σκοτωθεί και ποιος όχι», εξηγεί.
Η ζωή, η μνήμη, ο θάνατος, η τύχη και το πεπρωμένο μέσα από ένα σωρό ρούχα πεταμένα... Ευφυές.


Ταυτόχρονα, 400 ηχογραφημένοι παλμοί καρδιάς θα ακούγονται από τα ηχεία. «Θυμίζουν τον ήχο των μηχανών στα εργοστάσια. Οταν, όμως, σταθείς σε ένα ηχείο, τότε ακούς μόνο τον ήχο της καρδιάς κάποιου», συνεχίζει ο καλλιτέχνης. Τα τελευταία χρόνια συλλέγει χτύπους καρδιάς στο πλαίσιο του έργου του «Αρχεία της Καρδιάς». Και σ' αυτή την έκθεση θα ζητά από το κοινό να του χαρίσει τον ήχο της καρδιάς του...
 
Η έκθεσή του ήταν προγραμματισμένη για το καλοκαίρι του 2009. Ομως ο Μπολτάνσκι ήθελε βαρύ χειμώνα. Ζήτησε να μην ανάψουν καθόλου τη θέρμανση έως τις 21 Φεβρουαρίου, που θα διαρκέσει. «Με το κρύο το κοινό θα αισθανθεί μέσα στο έργο και όχι απέναντί του»...

ΠΗΓΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ