"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι υπνοβάτες του 21ου αιώνα

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ

«Το παράλογο ακυρώνει κάθε νόημα που επιχειρούμε να του δώσουμε» γράφει ο Χέρμαν Μπροχ στους «Υπνοβάτες» του. Η τριλογία αυτή, που γράφτηκε στην αυγή της δεκαετίας του 1930 και απλώνεται αφηγηματικά από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την ολοκλήρωση του Α’ παγκοσμίου πολέμου, επιχειρεί να δώσει μια ερμηνεία για το πώς η Γερμανία έφτασε υπνοβατώντας από τον ρομαντισμό και τον μιλιταρισμό που γεννήθηκε στους κόλπους του, στον παραλογισμό του πολέμου, στην εξαθλίωση, στην κατάρρευση των ανθρώπινων αξιών και στον φασισμό.

Ο Μπροχ πέθανε το 1951, συνεπώς πρόλαβε να δει την τρομερή συνέχεια, τη μεγάλη καταστροφή και τελικά την παγίωση της ισορροπίας του τρόμου του ψυχρού πολέμου. Κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η δυτική Ευρώπη βίωσε μια πρωτοφανή σταθερότητα σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο –με λαμπρές εξαιρέσεις φυσικά στον νότο της– και το γεγονός αυτό, ειδικά έπειτα και από την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, έκανε πολλούς να πιστέψουν ότι οι μεγάλες ιστορικές ανατροπές και οι αιματοχυσίες ανήκαν στο παρελθόν. Ήταν ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού. Το τέλος της ιστορίας, όπως το είχε ονομάσει στο διάσημο βιβλίο του ο Φουκουγιάμα.

Η προφητεία δεν άργησε και πολύ να διαψευστεί. Το δίπολο Δύσης - Ανατολής σχηματίστηκε ξανά, με διαφορετικούς όμως όρους και με πολύ πιο απρόβλεπτη φύση. 

Στην πρώτη οι ανισότητες, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις γέννησαν κοινωνική δυσαρέσκεια – πεδίο δόξης λαμπρό για κάθε λογής λαϊκιστές. Παρ’ όλα αυτά, τυφλωμένοι και από τα καλούδια της τεχνολογίας, αρχίσαμε και πάλι να υπνοβατούμε, ενώ σε τόπους μακρινούς ξεσπούσαν πόλεμοι και συνέβαιναν ανθρωπιστικές κρίσεις και «ειδικές στρατιωτικές επιχειρήσεις», τα απόνερα των οποίων έφταναν στην αυλή μας με τη μορφή προσφυγικών κυμάτων.

Όλο αυτό το διάστημα στη Ρωσία, σε μια χώρα με ελάχιστη έτσι και αλλιώς εμπειρία στη δημοκρατία, ο Πούτιν έχτιζε ένα ασύλληπτα αυταρχικό και διεφθαρμένο καθεστώς. Είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια βρίσκεται στην εξουσία. Είκοσι δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Ευρώπη δενόταν χειροπόδαρα ενεργειακά και οικονομικά μαζί του και η ρωσική κοινωνία βούλιαζε στην αποσύνθεση και στην αδιαφορία για κάθε ανθρώπινη αξία, δίχως να υπάρχει η παραμικρή διάθεση για αντίσταση. (Ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ έχει περιγράψει μοναδικά αυτή τη σοκαριστική πραγματικότητα στις ταινίες «Λεβιάθαν» και «Χωρίς αγάπη»). Αρκεί δε να ρίξεις μια ματιά στα αποτελέσματα από τις τελευταίες προεδρικές εκλογές στη Ρωσία, για να πειστείς ότι κάθε αισιόδοξη σκέψη για αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό ισοδυναμεί με αγνή εθελοτυφλία – ο Πούτιν είχε νικήσει με 77%, ο υποψήφιος του κομμουνιστικού κόμματος Γκρουιντίν ήταν δεύτερος με 11% και ο γνωστός και μη εξαιρετέος Ζιρινόφσκι τρίτος με 6%.        

Τώρα οι εκρήξεις που φτάνουν από τη Μαριούπολη και τις άλλες μαρτυρικές ουκρανικές πόλεις μάς ξυπνούν απότομα από τον ύπνο μας. 

Μένει να δούμε...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τι μας έμαθε, τι μας θύμισε η περιπέτεια αυτή μέχρι σήμερα - Γέρικα σκυλιά σε νέα κόλπα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ

O κύβος λοιπόν ερρίφθη. Κάπου σαράντα μέρες έπειτα από την επιβολή του λοκντάουν και αφού ζυμώσαμε ψωμιά, βάλαμε κιλά και αποκτήσαμε μάστερ στη λοιμωξιολογία, είμαστε πια έτοιμοι να περάσουμε στην επόμενη σεκάνς αυτού του δυστοπικού θρίλερ που κρατά δέσμια ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν μάλιστα κρίνουμε από τις εκπλήξεις που μας επιφύλαξε το πρώτο μέρος, η συνέχεια αναμένεται εξίσου απρόσμενη και ανατρεπτική.

Ήταν μια πυκνή περίοδος με πάμπολλες ζοφερές στιγμές, η οποία όμως μας δίδαξε και ορισμένα πράγματα. 

Καταρχάς, μάθαμε να πλένουμε τα χέρια μας, κάτι που παραδόξως δεν ήταν αυτονόητο μέχρι σήμερα. 

Μάθαμε ακόμη να τηρούμε τις αποστάσεις, να περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας, να μη φωνάζουμε στη μούρη του άλλου και να μην πιάνουμε όλα τα γιαουρτάκια στα ψυγείο του σούπερ μάρκετ πριν καταλήξουμε στο εκλεκτό που θα πάρουμε μαζί μας σπίτι.

Ένα άλλο πράγμα που έκανε η πανδημία ήταν να καταρρίψει τον μύθο ότι τα γέρικα σκυλιά (και οι άνθρωποι) αδυνατούν να μάθουν καινούρια κόλπα. Αντίθετα και τα δύο αυτά είδη, ανεξαρτήτως ηλικίας, έδειξαν μεγάλη ευελιξία και προσαρμοστικότητα. Τα μεν σκυλιά έμαθαν να βγαίνουν όλο και περισσότερο από το σπίτι συνοδεύοντας το κάθε μέλος της οικογένειας ξεχωριστά, οι δε άνθρωποι να κάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Θυμηθήκαμε, επίσης, εκείνο που υποτίθεται πως γνωρίζουμε από τα πρώτα μας σχολικά χρόνια: Ότι είμαστε, ως είδος, κοινωνικά όντα. Όπως το μυρμήγκι –από το οποίο βέβαια υπολειπόμαστε σε εργατικότητα και ευσυνειδησία. Έχουμε ανάγκη τους άλλους και οι άλλοι μας έχουν επίσης ανάγκη. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι κάποιος σπουδαίος και τρανός για να επηρεάσεις το σύνολο. Οι πράξεις σου, οι παραλείψεις σου, οι απερισκεψίες σου (και το φτάρνισμά σου) μπορούν ανά πάσα στιγμή να κάνουν τη διαφορά. Και για καλό και για κακό.
Όμως, παρότι είμαστε όλοι μαζί σε αυτή την περιπέτεια, οι επιπτώσεις δεν μας βαραίνουν το ίδιο. Οι οικονομικές, κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες γίνονται μέσα σε αυτή την πρωτόγνωρη συνθήκη ακόμα και πιο φανερές. Την ίδια στιγμή, όμως, ποτέ τα τελευταία χρόνια δεν έγινε πιο κατανοητό ότι η ανισότητα είναι πηγή δυστυχίας. Και όχι μόνο για τους άτυχους του πλανήτη. Ακόμη και εκείνοι που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, βρέθηκαν στην κορυφή της πυραμίδας, καλούνται τώρα να συνειδητοποιήσουν ότι η ευτυχία, η ευζωία, ακόμα και η ίδια τους η ζωή εξαρτώνται (και) από την άμβλυνση αυτών των ανισοτήτων.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαν να...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η άρρωστη κόρη


Κυριακή βράδυ με βροχή και στο κινητό να γράφει ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ 6. Θα μπορούσε να είναι στίχος από -κακό- έντεχνο τραγούδι. Είναι όμως μια τυπική βραδιά της πρόσφατης καθημερινότητάς μας. 


Στους δρόμους έχει ερημιά. Συναντώ μόνο λίγα μουσκεμένα σκυλιά που έχουν βγάλει βόλτα τα αφεντικά τους  (η σύνταξη είναι μάλλον πιο σωστή έτσι). Ένα από αυτά τα ζευγάρια το ξέρω, το έχω συναντήσει και σε προηγούμενες «μετακινήσεις 6». Είναι ένα μικρό γκόλντεν ριτρίβερ και στην άλλη άκρη του λουριού μια γυναίκα που μιλάει σχεδόν πάντα στο κινητό της.

Το κάνει και σήμερα. Περιγράφει στον συνομιλητή της έναν τσακωμό στο Facebook για το αν το κολύμπι πρέπει ή δεν πρέπει να απαγορευτεί. Η ίδια είναι υπέρ της καθολικής απαγόρευσης γιατί «έτσι όπως πάμε, θα παίζουμε και ρακέτες στην παραλία». Την προηγούμενη φορά, μιλούσε για μια κυριακάτικη οικογενειακή βόλτα στο Αττικό Άλσος «για να πάρει λίγο αέρα το παιδί». Να όμως που γινόταν χαμός από αυτοκίνητα και κόσμο εκεί πάνω. «Μα είναι τελείως ηλίθιοι;» αναρωτιόταν -δίχως καν να της περνάει από το μυαλό ότι μπορεί και οι άλλοι να είχαν την ίδια απορία για εκείνη.

 
Δεν δικαιούμαι, πάντως, να την κατηγορώ. Ανάλογες σκέψεις κάνω και εγώ όταν διασταυρώνομαι με περιπατητές στο πεζοδρόμιο ή όταν έχει κόσμο στο σούπερ μάρκετ. «Μα τώρα βρήκαν να έρθουν;» αναρωτιέμαι, καθώς ορμάω σαν καταδρομέας για να συλλέξω τα απαραίτητα πριν με προλάβει ο ιός που πιθανόν να παραμονεύει στον διάδρομο με τα δημητριακά. Σε μια τέτοια καταδρομική μου ενέργεια, πέτυχα και την κυρία Ελένη, μια μεγαλόσωμη αρχοντογυναίκα της γειτονιάς, γύρω στα ογδόντα, η οποία ρωτούσε μεγαλόφωνα τους υπαλλήλους: «Εκείνα τα ωραία κουλουράκια με το γλυκάνισο που είχατε, δεν τα φέρνετε πια;».  


«Επιμένει να έρχεται κάθε μέρα, δεν καταλαβαίνει» μου είπε με ένα καλοσυνάτο, κουρασμένο χαμόγελο ο ιδιοκτήτης στο ταμείο  –το σούπερ μάρκετ είναι μικρό, συνοικιακό. «Τι να κάνει και αυτή η καψερή; Μονάχη της είναι» συμπλήρωσε.  

Το σούπερ μάρκετ δεν είναι το μοναδικό κατάστημα στη γειτονιά που έχει -πάρα- πολλή δουλειά τελευταία. Το ίδιο συμβαίνει και με το περίπτερο της μεγάλης πλατείας, το οποίο τείνει να μετατραπεί σε παντοπωλείο. Πουλάει μέχρι και χειρουργικά γάντια, κλεισμένα σε αυτοσχέδιες συσκευασίες που κρέμονται σαν τσαμπιά στην πρόσοψη. Στο τζάμι, όμως, είναι κολλημένο ένα χαρτί που με γνήσια, παλαιού τύπου περιπτεράδικη αμεσότητα, κάνει σαφές πως «ΜΑΣΚΕΣ ΔΕΝ ΕΧΩ. ΜΗ ΡΩΤΑΤΕ». Σήμερα, και ενώ η ώρα κοντεύει έντεκα, υπάρχει μια αραιή ουρά πέντε έξι ανθρώπων που περιμένουν να ψωνίσουν. Το περίπτερο έχει φέρει και φάβα Σαντορίνης, το γράφει και αυτό σε ένα σημείωμα κολλημένο στο ψυγείο με τα ισοτονικά.

Τη μουσική την ακούω όταν φτάνω στην άλλη πλευρά της πλατείας, την κατηφορική. Είναι πνιχτή, σαν να βγαίνει δυνατά από την πηγή αλλά να τη φιμώνει κάποιο τεράστιο χέρι. Πλησιάζοντας, καταλαβαίνω ότι έρχεται από ένα παλιό ακινητοποιημένο στέισον βάγκον, με μπαλώματα από φαναρτζίδικο στις πόρτες. Είναι ηπειρώτικα. Από τα θολά τζάμια, διακρίνεται λίγο και ο οδηγός. Πενηντάρης, μάτια κλειστά, τα χέρια στο τιμόνι. Η βροχή στο καπό σιγοντάρει το κλαρίνο και ξαφνικά, αν και Αθηναίος με καταγωγή από την Κρήτη και την Εύβοια, νιώθω ένα σκάλωμα στο στήθος, μια γλυκιά νοσταλγία για τα ηπειρώτικα βουνά.

Λίγο αργότερα, αφού έχω διασχίσει τις χαράδρες των αθηναϊκών στενών και έχω υπερπηδήσει τα ορμητικά ρέματα στα ρείθρα, φτάνω στο σπίτι και γκουγκλάρω τους στίχους που πρόλαβα να συγκρατήσω. 


Είναι λοιπόν το...

ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Κόμπι, Ιησούς, Τσε και... Κορωνοϊός (Η πάλη των ιδεών σε μια σχολική τάξη)

Του Γιώργου Παναγιωτάκη

H απρόσμενη εικόνα πέρασε φευγαλέα από τα μάτια μου καθώς βάδιζα στον διάδρομο. Έκανα λοιπόν πίσω και κοίταξα ξανά από την ανοιχτή πόρτα της σχολικής αίθουσας. 

Όχι, δεν είχα κάνει λάθος. Πάνω από τον πίνακα και δίπλα στην κλασική εικόνα του Χριστού, ήταν κολλημένες δυο αφίσες. 

Από τη μία, φορώντας την κίτρινη φανέλα των Λος Άντζελες Λέικερς, ετοιμαζόταν να εκτελέσει μια ελεύθερη βολή ο Κόμπι Μπράιαντ.

Και στα αριστερά του Κυρίου, με ένα χορταστικό κουβανέζικο πούρο στο στόμα, ατένιζε το μέλλον της επανάστασης ο κομαντάντε Ερνέστο Γκεβάρα.

Η αταίριαστη αυτή τριάδα δεν ήταν το μοναδικό παράδοξο στοιχείο μέσα στην αίθουσα.  

Αποφάσισα λοιπόν να καταγράψω το ιστορικό της διακόσμησής της όπως περίπου μου το μετέφερε ένας άνθρωπος που μπαινοβγαίνει εκεί, σχεδόν καθημερινά. Θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει και σαν μια παραβολή για την ευρύτερη ελληνική κοινωνία.

Κατ' αρχάς, η συγκεκριμένη αίθουσα φιλοξενεί ένα τμήμα της β’ λυκείου. Και πριν λίγο καιρό είχε κατά γενική ομολογία τα χάλια της. Ήταν βρώμικη, άβαφτη, είχε σπασμένες καρέκλες κ.λπ. Τα παιδιά όμως ανέλαβαν μόνα τους δράση και κατάφεραν να τη σουλουπώσουν. Αγόρασαν, μάλιστα, με δικά τους χρήματα και κάποια αντικείμενα που έλειπαν: ένα ρολόι, ένα καλάθι για την ανακύκλωση, ένα ραφάκι...

Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν μία μαθήτρια, η Α, έβαλε στον πλαϊνό τοίχο μια αφίσα από έναν διάσημο πίνακα του Νταλί. Ο τελευταίος όμως δεν άρεσε καθόλου στον Β, ο οποίος απαίτησε να βγει. (Σημείωση: Οι φήμες λένε ότι οι αντιρρήσεις του δεν ήταν αισθητικής φύσης. Απλά οι δυο τους είχαν τσακωθεί για ένα άσχετο θέμα). 

Ο διάλογος δεν οδήγησε πουθενά. Μπήκαν λοιπόν σε εφαρμογή οι δημοκρατικές διαδικασίες και, καθώς οι περισσότερες ψήφοι πήγαν στο «ναι», ο πίνακας έμεινε.

Ο Β, τότε, μην μπορώντας να χωνέψει την εκλογική του αποτυχία, έβαλε κολλητά στον Νταλί μια αφίσα του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Γιουσέφ Ελ Αραμπί – μια επαρκώς σουρεαλιστική συνύπαρξη.

Όταν ξεκίνησαν οι αναμενόμενες αντιδράσεις, ο Β και οι υπόλοιποι Ολυμπιακοί της τάξης, τα βρήκαν με τους Παναθηναϊκούς οι οποίοι ανήρτησαν μια εικόνα της ομάδας τους. 

Η ΑΕΚ δεν άργησε να βρει και εκείνη μια θέση στον τοίχο, ενώ λίγες μέρες αργότερα εκπροσωπήθηκαν και οι Λίβερπουλ, Ρεάλ Μαδρίτης, Μετάλικα, Μπίλι Άιλις, Ρόμπερτ Πάτισον, καθώς και ένα boy band της κορεάτικης ποπ ονόματι SVT. Το πράγμα είχε αρχίσει να ξεφεύγει. 

Τότε έγινε το τραγικό ατύχημα που στοίχισε τη ζωή στον Κόμπι Μπράιαντ. Ο θρύλος του NBA, λοιπόν, βρέθηκε και αυτός στον τοίχο, αρχικά στην πίσω γωνία.

Το ζήτημα πέρασε στην πολιτική του φάση λίγες μέρες αργότερα όταν η Γ κόλλησε κάπου ένα σημαιάκι με τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Η ίδια δεν γνώριζε τον συμβολισμό, απλά της άρεσαν τα χρώματα. Τον ήξεραν όμως οι Δ και Ε (παιδιά πολιτικοποιημένα και ευαίσθητα σε ό,τι αφορά τα ατομικά δικαιώματα) οι οποίες υπερασπίστηκαν με νύχια και με δόντια το σημαιάκι, ακόμα και όταν ο, συντηρητικών απόψεων, Ζ απείλησε ότι θα το κατεβάσει με το έτσι θέλω.

Μέσα στην αναμπουμπούλα ο Η, μέλος της ΚΝΕ, κόλλησε δίπλα στην ΑΕΚ την αφίσα του Τσε Γκεβάρα. 

Ο Ζ αντέδρασε άμεσα φέρνοντας μια εικόνα του Κολοκοτρώνη και μια του Ουίνστον Τσόρτσιλ (και αυτός με πούρο). 

Ο Η, τότε, απείλησε ότι θα φέρει τον Ιωσήφ Στάλιν. Τελικά ευτυχώς δεν το έκανε. Απλά αναβάθμισε μέσα σε ένα διάλειμμα τον Τσε, μεταφέροντάς τον δίπλα στον Ιησού.

 Ο Ζ δεν πρόλαβε να απαντήσει αναλόγως, καθώς ο Β είχε κιόλας ξεκολλήσει τον Κόμπι Μπράιαντ και τον είχε τοποθετήσει στα δεξιά του Κυρίου. Έτσι, ο Ζ αρκέστηκε να φέρει τον βασιλιά Κωνσταντίνο τον Πρώτο (!) καβάλα στο άλογο και να τον κολλήσει λίγο παραπέρα. (Σημείωση: Παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους οι Β, Ζ και Η είναι κολλητοί).

Κάπου εκεί, παρενέβησαν κάποιοι καθηγητές απαιτώντας να φύγουν όλες οι αφίσες

Οι μαθητές ξέχασαν αμέσως τις διαφορές τους και αρνήθηκαν κατηγορηματικά. Όχι, δεν θα έφευγε καμία – ούτε καν ο Ρόμπερτ Πάτισον. Σε αντίθετη περίπτωση η τάξη θα κατέβαινε σε αποχή. 

Προκειμένου να μην υπάρξουν άλλοι μπελάδες, οι καθηγητές έκαναν πίσω, υπό τον όρο να μη μπει καμία επιπλέον αφίσα. Όποιος πρόλαβε πρόλαβε

Η συμφωνία κλείστηκε και τα μαθήματα συνεχίστηκαν εν ειρήνη.

Όλοι όμως λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι ταξιδιώτες του Αυγούστου - Βραδύπορα εναντίον ανθρώπων



Κάποιοι τα λένε αρκούδες του νερού. Άλλοι προτιμούν το πιο χαϊδευτικό «γουρουνάκια των βάλτων». Σε κάθε περίπτωση, τα βραδύπορα είναι με διαφορά τα πιο σκληροτράχηλα πλάσματα του πλανήτη μας. Πραγματικοί badasses που δεν καταλαβαίνουν Χριστό από αντιξοότητες. Και ας έχουν μήκος μόλις μισό χιλιοστό. Αντέχουν σε θερμοκρασίες από το απόλυτο μηδέν έως το σημείο βρασμού και σε πιέσεις εξαπλάσιες από εκείνες που υπάρχουν στους βυθούς των ωκεανών. Δεν τα ενοχλεί η διαστημική ακτινοβολία, ούτε και η παρατεταμένη έλλειψη νερού. Στην τελευταία περίπτωση, απλά κατεβάζουν τους ρυθμούς και τις απαιτήσεις του οργανισμού τους και περιμένουν –μπορεί και για χρόνια- σε κατάσταση αφυδάτωσης. Επιπλέον δε, είναι και αρκετά χαριτωμένα με τα οκτώ ποδαράκια τους, το στόμα-αντιασφυγιογόνο μάσκα και το σώμα τους που θυμίζει ταλαιπωρημένη στολή αστροναύτη. 


Πολύ μικρότερες αντοχές –και χάρη- διαθέτει ένα άλλο είδος το οποίο ευδοκιμεί αυτές τις μέρες στον πλανήτη Γη και στη χώρα μας. Ο λόγος για τους ταξιδιώτες του Αυγούστου, οι οποίοι βραδυπορούν στα κάθε λογής δημοφιλή θέρετρα. Τα πλάσματα αυτά είναι τρομερά ευάλωτα στις κακουχίες και τις αναποδιές. Ασφυκτιούν από τη ζέστη, ξεπαγιάζουν από τον κλιματισμό στα σαλόνια των ελληνικών πλοίων, ενώ αρκεί ένα στραβοπάτημα της σαγιονάρας τους για να καταλήξουν με στραμπουλιγμένο αστράγαλο και κατεστραμμένες διακοπές. 

 
Πρέπει, πάντως, να παραδεχτούμε ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις οι ταξιδιώτες του Αυγούστου επιδεικνύουν σπάνιο ψυχικό σθένος. Γιατί ποιο βραδύπορο θα άντεχε να περιμένει αφυδατωμένο στην ουρά για να φωτογραφηθεί μπροστά στο ηλιοβασίλεμα στους γκρεμούς της Οίας, ενώ τα μποτιλιαρισμένα οχήματα κορνάρουν σαν δαιμονισμένα στο πάρκινγκ; 


Ποιο γουρουνάκι των βάλτων θα δεχόταν να σερβιριστεί τρεις ώρες από τη στιγμή που έχει καθίσει σε μια ταβέρνα, μόνο και μόνο γιατί η τελευταία έχει υψηλή βαθμολογία στο TripΑdvisor; 


Ποια αρκούδα των νερών θα έστρεφε με τόση επιμονή τον φακό του κινητού της προς την αυγουστιάτικη Σελήνη, ενώ γνωρίζει ότι η φωτογραφία που θα ποστάρει στο Instagram θα δείχνει μια φωτεινή κουτσουλιά μέσα στο πιξελαρισμένο μαύρο; 


Και μια που ήρθε η κουβέντα στη Σελήνη… 


Οι άνθρωποι (στη συνομοταξία των οποίων ανήκουν οι ταξιδιώτες του Αυγούστου)...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Το καλοκαίρι του FaceApp Challenge - Βλέποντας τους φίλους να γερνούν


«Ο χρόνος αλλάζει τους ανθρώπους, δεν αλλοιώνει όμως την εντύπωση που έχουμε για αυτούς» έγραφε ο Μαρσέλ Προυστ στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο».  


Πρόκειται για ένα από τα λογοτεχνικά έργα στα οποία, σύμφωνα με μια έρευνα, ο αριθμός των αναγνωστών  και εκείνος των ανθρώπων που λένε πως το διάβασαν, δεν συμπίπτουν -ο δεύτερος είναι απείρως μεγαλύτερος. Παράλληλα, όμως, το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι και μια από τις μεγαλύτερες πηγές αποφθεγμάτων, τα οποία αναρτούνται σε άρθρα σαν αυτό εδώ ή –ακόμα πιο συχνά- στα σόσιαλ μίντια, αποφέροντας λάικς ή έστω αναβαθμίζοντας ποιοτικά τους τοίχους των χρηστών.

 
Ο Προυστ είχε, προφανώς, δίκιο. Πράγματι, η εντύπωση που αποκομίζουμε για έναν άνθρωπο δεν αλλάζει, όσα χρόνια και αν περάσουν. Τρανό παράδειγμα οι εικόνες των πρόωρα γερασμένων φίλων μας οι οποίοι επλήγησαν από την επιδημία του #FaceAppChallenge και κατέβασαν την σχετική εφαρμογή, ανεβάζοντας στη συνέχεια τις πειραγμένες φωτογραφίες τους στα σόσιαλ μίντια. Κάτω από τις ψηφιακές ρυτίδες και πίσω από τα προγούλια και τις λευκές τρίχες η εντύπωση παραμένει ίδια. Ούτε και τα συναισθήματά μας αλλάζουν. Αν, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μάς την σπάει, θα μάς την σπάει και σαν γέρος. Ειδικά αν η συγκεκριμένη ανάρτηση τού αποφέρει πολλά λάικς. 

 
Ως γνωστόν, η συγκεκριμένη εφαρμογή της ρωσικής εταιρίας Wireless Lab, μπορεί να αλλάξει με αφάνταστα ρεαλιστικό τρόπο το πρόσωπο του χρήστη στις σχετικές φωτογραφίες. 


Τα φίλτρα που παρέχει είναι πολλά. Μπορείς να προσθέσεις μαλλιά και γένια, να αλλάξεις το φύλο σου και το χρώμα των ματιών σου ή να χρησιμοποιήσεις το περίφημο φίλτρο Hotness το οποίο υποτίθεται πως θα κάνει το πρόσωπό σου πιο σέξι και επιθυμητό. Το τελευταίο προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων, καθώς κατηγορήθηκε ότι προωθεί έναν τύπο ομορφιάς που συναντάται αποκλειστικά στη λευκή φυλή. Οι υπεύθυνοι της εταιρίας ζήτησαν βιαστικά συγνώμη, προβάλλοντας μια επαρκώς δυσνόητη δικαιολογία («πρόκειται για ένα σφάλμα στη φάση της κατασκευής νευρωνικού δικτύου») και έσπευσαν να το διορθώσουν.

 
Πάντως, τα πιο δημοφιλή φίλτρα του FaceApp είναι εκείνα της νεότητας και της γήρανσης –ίσως και γιατί παρέχονται δωρεάν. Το δεύτερο, μάλιστα, αποδείχτηκε πιο δημοφιλές από το πρώτο. Και είναι απόλυτα λογικό. Για τα νιάτα μας έχουμε αποδείξεις. Είναι οι παλιές φωτογραφίες μας -τις οποίες, παρεμπιπτόντως, έχουμε φροντίσει να δημοσιοποιήσουμε στη διάρκεια παλαιότερων ανάλογων τρεντ. Όμως η όψη που θα έχουμε στο μέλλον ανήκει στη σφαίρα του αγνώστου. Του ανοίκειου. Και η αλήθεια είναι πως οι πειραγμένες αυτές φωτογραφίες, εκτός από θυμηδία, προκαλούν και μια μικρή δόση ανατριχίλας.


Έχει ενδιαφέρον και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το θέμα η κάθε ηλικιακή ομάδα του ψηφιακού πληθυσμού


Οι νεότεροι το κάνουν με την ελαφράδα που επιβάλλει η ηλικία τους. Τα γηρατειά είναι για εκείνους κάτι τόσο μακρινό που ουσιαστικά δεν υπάρχει. 


Οι μεσήλικες, πάλι, κοινοποιούν τη γερασμένη φωτογραφία τους μαζί με κάποιο αυτοσαρκαστικό σχόλιο. 


Οι δε ηλικιωμένοι χρήστες...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η κυρία Σπυριδούλα (Μια μικρή ιστορία για τη δεκαετία μας)



Η κυρία Σπυριδούλα πρέπει να πέθανε το 2010. 


Θυμάμαι το σουλούπι της, τις κινήσεις της, τον τρόπο με τον οποίο σε χαιρετούσε στις σκάλες ή στην είσοδο της πολυκατοικίας.  


Ουσιαστικά όμως την ήξερα ελάχιστα. Όταν ήρθα, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, ήταν ήδη εδώ. Και ήταν ήδη ηλικιωμένη. Ζούσε μόνη σε μια γκαρσονιέρα στον τρίτο. Δεχόταν σπάνια επισκέψεις. Έβγαινε μονάχα για τα απαραίτητα ψώνια ή για να πάει στην εκκλησία.  


Είχε μια αίσθηση οικονομίας της παλιάς εποχής. Όταν ήμουν διαχειριστής ερχόταν να πληρώσει τα κοινόχρηστα πάντα με κέρματα. Ακόμα και με μονόλεπτα. Έδειχνε να τα βγάζει δύσκολα πέρα. Όταν της χτυπούσαν τα παιδιά για τα κάλαντα δεν τους άνοιγε. Και μια γειτόνισσα την είδε μια φορά από το ματάκι να σκουπίζει μεθοδικά τα πόδια της στα ξένα χαλάκια καθώς περνούσε. Ίσως για να μην φθείρει το δικό της.


Όπως και να έχει, η κυρία Σπυριδούλα άφησε τον μάταιο και δαπανηρό τούτο κόσμο στην αυγή σχεδόν της κρίσης. Δεν την μνημόνευσα πολλές φορές έκτοτε. Ούτε και οι άλλοι ένοικοι. 


Εκείνοι που δεν την ξέχασαν ήταν οι υποψήφιοι στις εκλογές. Εξηγώ: Η κυρία Σπυριδούλα, άγνωστο πώς και γιατί, ήταν όσο ζούσε παραλήπτρια δεκάδων φυλλαδίων από υποψηφίους, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Όχι από ένα μόνο κόμμα. Και όχι από μία μόνο εκλογική περιφέρεια. Το τροπάρι συνεχίστηκε και μετά θάνατον. Με τη διαφορά πως της έστελναν πια και τα νέα κόμματα που είχαν στο μεταξύ ανατείλει στο πολιτικό σκηνικό. Από όλο το φάσμα. Οι πάντες έμοιαζαν να ποθούν την πολύτιμη ψήφο της, την οποία όμως αδυνατούσε πια να τους χαρίσει.


Στο μεταξύ, εμείς οι ζωντανοί βολοδέρναμε στη δίνη της φοβερής αυτής δεκαετίας. Και γνωρίζαμε στο πετσί μας, οι περισσότεροι, τις συνέπειες της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, την ανεργία, την ταπείνωση του να παρακαλάς για να σου δώσουν τα δεδουλευμένα σου, την κατάρρευση της δημόσιας υγείας, την ακραία πόλωση, τη βία στις διάφορες μορφές της, την εξάπλωση της ρητορικής του μίσους, την ανασφάλεια για το τι θα ξημερώσει, την ευκολία με την οποία στοχοποιούνταν άνθρωποι και μέσα, τις απειλές και τους ψόφους (που τελευταία έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στα πέη –τι μεγάλη αλλαγή, αλήθεια!), τα δύο μέτρα και δύο σταθμά που ξεδιάντροπα χρησιμοποιούν κάποιοι προκειμένου να στηρίξουν το μισαλλόδοξο αφήγημά τους.  


Την ίδια περίοδο, η έκρηξη των σόσιαλ μίντια λειτούργησε καταλυτικά. Κάποιες λίγες φορές με θετικό τρόπο. Τις περισσότερες όμως αρνητικά, με τη μορφή μιας λασποπλημμύρας σχολίων που συνήθως χρησίμευαν απλά για να βγάλει ο σχολιαστής το άχτι του. Οι όποιες συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων σύντομα οδηγούνταν σε αδιέξοδο μέσα στον βόμβο της, συχνά κατευθυνόμενης, αντιπαλότητας. Ακόμα και οι επαγγελματίες –που λέει ο λόγος- της γραφής, παρασυρθήκαμε. Κυνηγήσαμε την εξυπνάδα αντί για την ουσία, το κλικ αντί για την εμβάθυνση, τον κακεντρεχή πετροπόλεμο αντί για την ανάπτυξη θέσεων. Κάποιοι/ες έχουμε συναίσθηση όλων αυτών. Κρινόμαστε, μαθαίνουμε, επιζούμε, προχωράμε. Αλίμονο σ’ εκείνους που δεν κάνουν ποτέ λάθη. Υπάρχουν μιλιούνια τέτοιοι σε τούτη εδώ τη χώρα.


Το κείμενο αυτό γράφτηκε την Κυριακή των εκλογών –και λίγα εικοσιτετράωρα έπειτα από μία ακόμη φασιστικής λογικής επιδρομή ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης, στα γραφεία της AthensVoice.  


Τις τελευταίες μέρες, το γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας μας ήταν και πάλι γεμάτο από επιστολές υποψηφίων για την κυρία Σπυριδούλα. Από την Αθήνα, την Ηλεία, την Καστοριά, τον Πειραιά, τη Λέσβο. 


Δεν ξέρω αν ήταν σωστό, όμως πήρα μερικές στο σπίτι και τις χάζεψα. Σταυρωμένα ψηφοδέλτια, χαμογελαστοί υποψήφιοι γεμάτοι όρεξη για δουλειά, πολύ photoshop, λέξεις όπως ανάπτυξη, ανάταση, ασφάλεια, προσέλκυση,  τυπωμένες με μπολντ για να χτυπάνε στο μάτι. Νέοι μεσσίες στη θέση των παλιών, παλιοί μεσσίες σε νέο αμπαλάζ, σωτήρες που τα σκοτεινά συμφέροντα δεν τους άφησαν να μας σώσουν, νέες αφίξεις με άρωμα βόθρου. Και μια αίσθηση ότι μπορεί όλα αυτά τα χρόνια να άλλαξαν πολλά, όμως την ίδια στιγμή δεν άλλαξε τίποτα. Ότι αν, ως δια μαγείας, η κυρία Σπυριδούλα εμφανιζόταν ξαφνικά...

ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ και ΝΕΟΤΑΞΙΚΗ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΕΥΡΩΠΑΪΚΗ Μ@Λ@ΚΙ@: Νοτρ Νταμ, ανάγκες ανεξίτηλες



Την πρώτη Σεπτεμβρίου του 1830, ο Βίκτωρ Ουγκώ αγοράζει ένα μεγάλο μπουκάλι με μελάνι και ένα πλεκτό ρούχο που καλύπτει το σώμα του από τον λαιμό μέχρι τους αστραγάλους και κλείνεται στο σπίτι του όπως κάποιος άλλος θα κλεινόταν σε μια φυλακή. Τα υπόλοιπα ρούχα του δίνει εντολή να κλειδωθούν σε μια ντουλάπα ώστε να μην μπει στον πειρασμό να ξεπορτίσει. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Το μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα για το οποίο έχει υπογράψει συμβόλαιο με τον εκδότη Γκοσλέν πρέπει επιτέλους να γραφτεί.


Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά της η Αντέλ Ουγκώ, τον πρώτο καιρό ο εγκλεισμός προκαλεί στον συγγραφέα αφόρητη θλίψη. Μέχρι τον χειμώνα όμως η ροή της ιστορίας τον έχει συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, ώστε δουλεύει με ορθάνοιχτα παράθυρα δίχως να αισθάνεται το κρύο. Και τον Φεβρουάριο, πέντε μόλις μήνες από την ημέρα που ξεκίνησε, το μυθιστόρημά του είναι έτοιμο.  


Μονάχα τον τίτλο δεν έχει βρει ακόμα. Θα σκεφτεί πολύ, θα απορρίψει διάφορες προτάσεις και τελικά θα διαλέξει τον πιο απλό: «Notre-Dame de Paris» - H Παναγία των Παρισίων. Ο πρωταγωνιστής, άλλωστε, δεν είναι άλλος από το μεσαιωνικό κτίριο που, εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, ρημάζει στο κέντρο της πόλης.


Και πραγματικά, όταν σε λίγες εβδομάδες το βιβλίο κυκλοφορεί, οι αναγνώστες σηκώνουν αμέσως το κεφάλι τους και αντικρίζουν τον ναό με άλλο μάτι. Η απαίτηση ξεχύνεται σαν παλιρροϊκό κύμα και υποστηρίζεται από όλες σχεδόν τις κοινωνικές τάξεις. Το κτίσμα που στέγασε τα βάσανα της Εσμεράλδας και τα πάθη του Κουασιμόδου πρέπει οπωσδήποτε να διασωθεί. Οι εργασίες αποκατάστασης ξεκινούν αρκετά σύντομα και το 1864 η Παναγία των Παρισίων ξαναγεννιέται.


Οι λέξεις του Ουγκώ και το πνεύμα του ρομαντισμού γίνονται τα υλικά που ενώνουν τον Μεσαίωνα με τον 19ο αιώνα. Ο γοτθικός ναός που χτίστηκε για να στεγάσει μια αδιαπραγμάτευτη πίστη και για να διατυμπανίσει την ισχύ μιας παλιάς εξουσίας, αλλάζει χαρακτήρα. Αποκτά ένα άυλο φορτίο που ξεπερνά σε μέγεθος και σημασία τα δομικά του στοιχεία. Οι επόμενες γενιές γραπώνονται πάνω του και η Notre Dame, «H Κυρία μας», γίνεται ένας από τους φάρους που θέλοντας και μη χρησιμοποιούμε για να μη χάσουμε το στίγμα μας και βρεθούμε να πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά.



Στον πρόλογο του μυθιστορήματος ο Ουγκώ αναφέρεται στην επιγραφή που «ανακάλυψε» κατά τη διάρκεια της έρευνάς του. Ήταν η λέξη «ΑΝΑΓΚΗ», χαραγμένη με κεφαλαία ελληνικά γράμματα σε μια σκοτεινή γωνιά της εκκλησίας. «Ο άνθρωπος που χάραξε τη λέξη, έσβησε εδώ και πολλούς αιώνες» σημειώνει. «Ο λόγος για τον οποίο τη χάραξε, έσβησε και αυτός κι ίσως σε λίγο να σβήσει και η ίδια η εκκλησία από τη γη. Πάνω σε τούτη τη λέξη χτίστηκε το βιβλίο».


Αυτή η ασαφής ανάγκη η οποία ώθησε έναν άνθρωπο να επινοήσει μια ιστορία και έναν λαό να ντύσει με νέο νόημα ένα παλιό κτίσμα, δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Αργά ή γρήγορα, λοιπόν, θα αποτελέσει την κινητήρια δύναμη ώστε η Notre Dame να αποκατασταθεί και να συνεχίσει να επιτελεί τον σκοπό που κάποια στιγμή της ανατέθηκε. Και η καταστροφή, την οποία σοκαρισμένοι παρακολουθήσαμε, θα γίνει...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Κακοί άνθρωποι με πούρα (Η απεχθής τέχνη της προπαγάνδας. Ένα μικρό ιστορικό από το 1924 στο σήμερα των ΣΥΡΙΖΑίων τσαρλατάνων)



Το 1924, ο κινηματογραφιστής Λεβ Κουλέσοφ πραγματοποίησε μια σειρά από πειραματικά φιλμάκια. 


Το πιο γνωστό: Πήρε ένα πλάνο με το σχετικά ανέκφραστο πρόσωπο ενός ηθοποιού και το «ταίριαξε» διαδοχικά με ένα πιάτο φαγητό, με ένα νεκρό παιδί και, τέλος, με μια γυναίκα ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο. Παρότι η έκφραση του ηθοποιού είναι απαράλλακτη (αφού πρόκειται για το ίδιο πλάνο), τα αισθήματά του −όπως τα αντιλαμβάνεται ο θεατής− αλλάζουν. Πρώτα πεινάει, έπειτα θλίβεται και στο τέλος διακατέχεται από ερωτική επιθυμία.



Με τον τρόπο αυτό, ο Κουλέσοφ έδειξε τη δύναμη που έχει το μοντάζ. Μια δύναμη που υπερβαίνει εκείνη της υποκριτικής και μπορεί να επιβάλλει στον θεατή σκέψεις, συναισθήματα και, το κυριότερο, ιδέες



Διάφοροι σκηνοθέτες της εποχής, στη Σοβιετική Ένωση και αλλού, εμπλούτισαν τις θεωρίες του Κουλέσοφ με δικά τους ανάλογα ευρήματα. Διεύρυναν έτσι τους ορίζοντες της τέχνης του σινεμά και έφτιαξαν σταδιακά μια πλούσια οπτική −και αργότερα οπτικοακουστική− εργαλειοθήκη.

 

Πολύ σύντομα, οι τεχνικές αυτές κλήθηκαν να υπηρετήσουν μια άλλη ανερχόμενη τέχνη: εκείνη της προπαγάνδας. Συχνά, άλλωστε, τα όρια ανάμεσα στην τελευταία και στο καλλιτεχνικό δημιούργημα ήταν ασαφή.  


Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι, αριστουργηματικές κατά τα άλλα, ταινίες του Σεργκέι Αϊζενστάιν, οι οποίες όχι σπάνια είναι και απίστευτα σχηματικές. Στην «Απεργία» (1925), ας πούμε, βλέπουμε όλους τους πλούσιους να κρατούν χοντρά πούρα και να τα καπνίζουν κάνοντας ακραίους μορφασμούς.


Οι δυνατότητες που παρέχει η συρραφή απλών και εύληπτων κινηματογραφικών εικόνων εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα στη ναζιστική Γερμανία. Για παράδειγμα, στο παροιμιώδους χυδαιότητας ντοκιμαντέρ «Der ewige Jude»(«Ο αιώνιος Εβραίος»), ο σκηνοθέτης Φριτς Χίπλερ δεν δίστασε να μοντάρει πλάνα αρουραίων που βγαίνουν από υπονόμους, με άλλα που δείχνουν Εβραίους να βαδίζουν στην πόλη. Ανάλογες τεχνικές, πάντως, χρησιμοποιήθηκαν −τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, όσο και αργότερα− και στις δημοκρατίες της Δύσης.  



Τα χρόνια πέρασαν και η λέξη «προπαγάνδα» απέκτησε μια έντονα αρνητική χροιά. Οι φορείς εξουσίας όμως (κυβερνήσεις, πολιτικά κόμματα, υποψήφιοι βουλευτές κ.λπ.) εξακολουθούν να προσφεύγουν στους διαφημιστές και στους κινηματογραφιστές για ένα προεκλογικό ή μετεκλογικό σποτ. Εκείνοι, πάλι, συνήθως αποφεύγουν τις ακραία σχηματικές καταστάσεις οι οποίες παραπέμπουν στο σκοτεινό παρελθόν. Τα σποτ, λοιπόν, ακολουθούν τις τρέχουσες τάσεις του κινηματογράφου και της διαφήμισης προσπαθώντας να μιλήσουν άμεσα, κλείνοντας όμως και το μάτι στον θεατή.

 

Ο τελευταίος γνωρίζει, βέβαια, ότι –όπως ακριβώς συμβαίνει με τις κοινές διαφημίσεις− βλέπει μια ωραιοποιημένη εκδοχή του προϊόντος.  


Παρ' όλα αυτά το πράγμα λειτουργεί. Μια έξυπνη και ταιριαστή με το κόμμα ή τον υποψήφιο διαφήμιση μπορεί να γείρει την πλάστιγγα.  


Όμως προσοχή! Δεν πρέπει κανείς να το παρακάνει γιατί ελλοχεύουν κίνδυνοι. Παράδειγμα, τα κάπως αυτοσαρκαστικά και εν τέλει αποτυχημένα σποτ της Λαϊκής Ενότητας στις τελευταίες εκλογές.  


Γενικά, στην Ελλάδα ακολουθείται μια μεικτή τεχνική με τα παλιά κλισέ και τα σύμβολα να σερβίρονται με ένα «μοντέρνο» τρόπο. Αρκεί κανείς να θυμηθεί τον Αντώνη Σαμαρά να νουθετεί ως καλός πατερούλης τα παιδιά στο πάρκο, ή τον Πάνο Καμμένο να δείχνει στον μικρό και άβγαλτο Αλέξη πώς να χειρίζεται το τρενάκι...

 

Τα προεκλογικά σποτ του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μέχρι τώρα σχετικά επιτυχημένα. Είναι άλλωστε πολύ πιο εύκολο να χειριστείς κινηματογραφικά την «ελπίδα που έρχεται», από το να προσπαθείς να δικαιολογήσεις τα αδικαιολόγητα ή να κάνεις το άσπρο μαύρο.  


Τώρα όμως που τα πράγματα δυσκόλεψαν, η κυβέρνηση πραγματοποιεί ένα γερό άλμα προς τα πίσω και καταφεύγει στις παλιές, δοκιμασμένες συνταγές. Σε αυτό το πνεύμα κινείται το πρόσφατο προπαγανδιστικό σποτάκι για το μέρισμα.


Είναι δύσκολο να το δεις πλάνο-πλάνο δίχως να σε πιάσει μια αίσθηση ναυτίας. Τα περιστέρια που τσιμπολογούν τα ψίχουλα, οι πενταροδεκάρες στα ροζιασμένα χέρια των «φτωχών», το προβληματισμένο πρόσωπο του πρωθυπουργού, το λευκό του πουκάμισο, το υμνητικό σχόλιο της συνταξιούχου, το χοντρό πούρο στο χέρι του «πλούσιου», τα γέλια που ακούγονται πίσω από τις κλειστές πόρτες... Οι αστοχίες της παραγωγής (π.χ. το πλάνο με το χέρι του καπιταλιστή έχει ολοφάνερα γυριστεί στο γραφείο του πρωθυπουργού, ενώ πίσω από τον τελευταίο διακρίνονται και κάποιοι αφυγραντήρες πούρων – εντάξει, δεν είναι και Αϊζενστάιν ο σκηνοθέτης) δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία.

 

Το ερώτημα είναι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Στην παραλία με τα λάφυρα



Στο μέρος όπου παραθέριζα μέχρι τα εφηβικά μου χρόνια, η λέξη «λάφυρο» είχε και μια δεύτερη έννοια, αρκετά διαφορετική από την καθιερωμένη. Έτσι έλεγαν οι ντόπιοι τα αντικείμενα που ξέβραζε η θάλασσα σε μια μικρή παραλία, γεμάτη με αχινούς, πολύ κοντά στην καλή αμμουδιά της περιοχής. Πράγματα που δεν ανήκαν σε κανέναν και συνεπώς μπορούσες να τα κάνεις δικά σου.  Ήταν, μάλλον, απόηχος από μια πολύ παλαιότερη εποχή, όταν οι άνθρωποι είχαν βάσιμους λόγους να προσδοκούν πως η θάλασσα θα τους φέρει κάτι χρήσιμο.


Η θέση της μικρής παραλίας της επιτρέπει να μαζεύει ό,τι περιφέρεται εκεί έξω. Τότε λοιπόν περιφέρονταν πίσσες, ξύλα, καραβόσκοινα, καφάσια από ψαροκάικα... Υπήρχαν ακόμα γυάλινα μπουκάλια από μπύρες (βασικά Χένιγκερ και Άμστελ) και αναψυκτικά (Πέπσι, Κόκα, Σέβεν Απ) καθώς και σακουλάκια από πατατάκια και γαριδάκια. Μια φορά, πάντως, είδαμε και το κουφάρι μιας μεγάλης θαλάσσιας χελώνας. Και αυτό γεμάτο με πίσσες.


Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 και το σποτάκι με τον πελαργό («Όχι σκουπίδια όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές») είχε μόλις κυκλοφορήσει. Μέχρι τότε, στην ελληνική επαρχία δεν γινόταν η παραμικρή κουβέντα για το ζήτημα. Ήξερες βέβαια ότι δεν ήταν σωστό να πετάς σκουπίδια, όμως δεν ήταν και τόσο τρομερό αν το έκανες. Η Γη ήταν πολύ μεγάλη για να ενοχληθεί από τέτοια πράγματα.


Όταν κάποιου του τέλειωναν τα τσιγάρα, απλά τσαλάκωνε το πακέτο και το πετούσε στην άκρη του δρόμου.  


Τα παιδιά του χωριού ψάρευαν χέλια στο ποτάμι χρησιμοποιώντας χλωρίνη. Έφραζαν τη ροή με πέτρες και άδειαζαν μέσα στη μεγάλη λακκούβα δυο τρία μπουκάλια -έπειτα έβγαζαν τα χέλια με τα χέρια. Στη δε αμμουδιά σε περίμεναν υπομονετικά όλα όσα είχαν αφήσει οι προηγούμενοι επισκέπτες: κυπελάκια από παγωτό, αδειανά αντηλιακά, τρύπια παιδικά μπρατσάκια… Κανείς δεν έμπαινε στο κόπο να τα μαζέψει και κανείς δεν θα σε μάλωνε αν σε έβλεπε να τα παρατάς και να φεύγεις. Αν εμφανιζόταν ο αντίστοιχος Γουίλ Σμιθ με την οικογένειά του και τα μάζευε, όλοι θα τον κοιτούσαν σαν εξωγήινο.


Τριανταπέντε χρόνια μετά είμαστε σαφώς πιο συνειδητοποιημένοι, αλλά και ανίκανοι, σαν άτομα τουλάχιστον, να επηρεάσουμε την κατάσταση. Στη Γη ζουν πια τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι περισσότεροι σε σχέση με το 1980 (επτά έναντι τεσσάρων). Απείρως μεγαλύτερη είναι η αύξηση σε ό,τι αφορά τα κάθε είδους απόβλητα και απορρίμματα. Για το 2025, λένε οι επιστήμονες, η πρόβλεψη είναι ότι συνολικά θα περιφέρονται στους ωκεανούς ή θα ξεβράζονται στη στεριά 155 εκατομμύρια τόνοι πλαστικού. Αυτό μεταφράζεται, λέει, σε πέντε σακούλες σούπερ μάρκετ, γεμάτες με άλλα πλαστικά αντικείμενα, για κάθε τριάντα εκατοστά ακτογραμμής στον κόσμο.


Πρόσφατα, πήγα ξανά, έπειτα από χρόνια, στον τόπο των παιδικών μου καλοκαιριών. Ένας από τους παλιούς φίλους έχει βάρκα και πηγαίνει συχνά για ψάρεμα. Όταν όμως έχει μπουνάτσα δεν βγαίνει. Επιπλέουν τόσες πλαστικές σακούλες στα ανοιχτά, ώστε υπάρχει κίνδυνος να μπλεχτούν στην προπέλα και να την αχρηστεύσουν.


Στην καλή αμμουδιά δεν βλέπεις σκουπίδια. Εκεί υπάρχει πια ένα μπιτς μπαρ που σερβίρει καφέδες και κλαμπ σάντουιτς. Κάποιες από τις ξαπλώστρες του είναι ξύλινες και διαθέτουν μαλακό στρωματάκι. Αυτές είναι λίγο πιο ακριβές. Υπάρχουν και καναπέδες με ξύλινο πλαίσιο από το οποίο κρέμονται τούλια. Γύρω είναι τοποθετημένοι κάδοι καθώς και μια χιουμοριστική ταμπέλα, με ατάκα κλεμμένη από κάποιο ιντερνετικό meme: «Παρακαλώ μην φυτεύετε τις γόπες των τσιγάρων σας. Οι περσινές δεν φύτρωσαν». Οι επίδοξοι καλλιεργητές, πάντως, συνεχίζουν τις προσπάθειες, με αποτέλεσμα ο επιχειρηματίας να έχει επιφορτίσει τον υπάλληλό του (έναν μεσήλικα άντρα από το Πακιστάν) να τις μαζεύει μία μία.   


Έκανα ένα πέρασμα και από την παραλία με τα λάφυρα. Διαπίστωσα πως...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η γραβάτα του Αλέξιου



Τω καιρώ εκείνω εις το Θέμα της Ελλάδος, μέγα πανηγύρι στηνόταν. Διότι ήταν για τον τόπο ημέρες χρονιάρες και καθείς θα τις εόρταζε κατά πώς αγαπούσε. Άλλοι θα χόρευαν καριώτικο για να θυμηθούν τις ημέρες της δόξης. Και άλλοι θα αντάμωναν στην πλατεία την καλούμενη «Των Αγανακτισμένων» δια να κράξουν την ιαχή «παραιτηθείτε» και να συλλέξουν λάικς.

 
Δύο χρόνοι είχαν περάσει από το Καλοκαίριον του Δεκαπέντε. Τότε που ο Αλέξιος ο Πρωτηφοράς, ο Αγραβάτωτος, είχε κάμει άνω κάτω ολάκερη την Φραγκιά. Και έκραζε στην Αγγελική της Αλαμανίας «Πάνε πίσω δέσποινα Μέρκελ». Και ο Βολφγκάνγκος ο Στριφνός έτρεμε σαν τον οψάριον και ο Γιουνκέρ ο Εύθυμος έπινε τον Νείλο δια να ξεχάσει και ο Γερούνδιος ο Κατωχωρίτης  πεταγόταν κάθιδρος τες νύχτες, έχοντας δει στον ύπνον του τον Ιωάν(ν)η τον Νάρκισσο να του λέγει «Ουάου».

 
Και ακολούθως ο Αλέξιος κήρυξε ρεφερέντουμ. Και το κέρδισε. Και σφάλισε τον αφρό της Εσπερίας σε μία κάμαρα. Και τους είπε θα μείνετε εδωνά μέχρις να βγάλει το απάνω χείλος μου έρπητα. Και μήτε φαγητό δεν τους έφερναν, ειμή μόνο κρύα σάντουιτς με ρόκα παρμεζάνα. Και τους κράτησε δεκαεπτά συναπτές ώρες, μέχρις που εδέησε ο έρπις και ενεμφανίσθη στα χείλη του. Και ο Αλέξιος έβαλε την καθαγιασμένη του τζίφραν στο χαρτί και τότε μόνον άνοιξαν οι θύρες. Και η Φραγκιά ανάσανε και ο Αλέξιος επέστρεψε εις το Θέμα της Ελλάδος νικητής και τροπαιούχος.  


Έτσι είχαν γίνει τα πράγματα και όποιος δεν το πιστεύει ας ρωτήσει την Ακριβοπούλου.

 
Και έδωκεν ο Θεός και τις ημέρες εκείνες τις χρονιάρες, το Θέρος του Δεκαεπτά, ο Αλέξιος είχε επιστρέψει και πάλι τροπαιούχος από τες αυλές της Εσπερίας. Τούτη τη φορά είχε στο σακούλιόν του μπανκανότες και χρήμα με ουρά. Δωρεά των Ευρωπαίων, μα και της Χριστίνας της Λαγκαρδίας όπου πολλά τον αγαπούσε. Και το χρέος θα σβηνόταν με τον καιρό και οι ποπολάροι θα χόρταιναν αντίμετρα και ούλοι θα έδεναν τα ζωντανά τους με λουκάνικα. Και όποιος δεν το πιστεύει ας ρωτήσει ξανά την Ακριβοπούλου.

 
Μα και να γινόταν καμιά στραβή, το Θέμα της Ελλάδος είχε καβάντζαν. Τον Τσιριάκον, τον αδελφό της Θεοδώρας. Τον γόνο του γέροντα Μητσοτάκη, κείνου που ’χε πιότερους βαφτισιμιούς από του ουρανού τα άστρα. Και που μας άφησε χρόνους λίγες ημέρες πριν και τον έκλαψε ο λαός και τον μοιρολόγησε ο σκάι. Και αρκεί κανείς να δει τους τωρινούς, δια να αρχίσει ξανά το κλάμα.    

 
Ο Τσιριάκος είχε πάνω του όλα τα καλά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Και διέθετε το πρώτο βιογραφικό σ’ Ανατολή και Δύση. Και ήταν προκομμένος ωσάν τον μέρμηγκα. Έστυβε την πέτρα και έβγαζε νερό. Και είχε γυναίκα την πριγκίπισσα Μαρέβα που ήτο κλασάτη, ουχί σαν την Περιστέρα που βγήκε με ένα τσίτι μπροστά στον ρήγα της Κίνας. Και ο Τσιριάκος θα έμπαζε στη χώρα χρυσάφι και θα χώριζε τους αρίστους από την φύρα και θα διέλυε το λημέρι των Εξαρχείων όπου βασιλεύει η ανομία και γενικώς θα μας έκανε ανθρώπους. Και όποιος δεν το πιστεύει ας ρωτήσει τον Μαρινάκη.    

 
Ημείς λοιπόν καλά την είχαμε. Μα στον παραέξω κόσμο οι καιροί ήσαν δύσκολοι. Σκοτωμοί, αίμα, κακό. Και ο Βλαδίμηρος ο Καγκεμπίτης είχε μπάσει στον Άσπρον Οίκο τον Δονάλδο τον Αλλόκοτο. Και ο Δονάλδος είχε στα χέρια του το κομβίον του ολέθρου. Και άμα του την εσβούριζε και το πατούσε, η οικουμένη σύμπασα θα διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη. Μα ο γέροντας Παΐσιος δεν είχε προφητεύσει κάτι τέτοιο, άρα ουδείς στο Θέμα της Ελλάδος ανησυχούσε.

 
Το μόνον πρόβλημά μας, λοιπόν, ήταν η βροχή. Ιούνης μήνας και δεν έλεγε να πάψει. Και έριχνε ιδίως τα σαββατοκύριακα, έτσι σαν από γινάτι. Ώσπου στη μεγάλη πλατεία μαζεύτηκαν οι τραγουδιστάδες. Και πήραν φωτιά τα όργανα. Και ένας αοιδός καλλίφωνος, Δρογώσης σωστός, στρώθηκε κάτω από μια αχαμνή μουριά και έψαλε το τραγούδι:  
 

«Σήμερον άλλος ουρανός, σήμερον άλλη μέρα

Σήμερον εσοβάρεψε ο Πάνος ο Καμμένος

Και είναι άνδρας νουνεχής, μίνιστρος των φουσάτων

 και κουβαλά στες πλάτες του ολάκερο το γένος

Να το φροντίζει ξαγρυπνά, να το φυλάει από τους ξένοι

 για αυτό...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Εμείς, οι αθώοι ξενιστές



Κυριακή απόγευμα στο Γκάζι. Δύο γιγάντια βυτιοφόρα, αντλούν υπομονετικά το νερό της βροχής που έχει συγκεντρωθεί στον χώρο μπροστά από τη σκηνή της Τεχνόπολης. Όταν η δουλειά ολοκληρωθεί, οι παραστάσεις του Φεστιβάλ Τσίρκου θα γίνουν κανονικά. Έχει μαζευτεί μπόλικος κόσμος. Οι περισσότεροι είναι γονείς, συγγενείς και φίλοι των μικρών παιδιών τα οποία πηγαίνουν σε μια αθηναϊκή σχολή ακροβατικών.  


Τα βυτιοφόρα αποχωρούν, παίρνοντας μαζί τους μια έντονη αποφορά. Τα φώτα στη σκηνή δυναμώνουν και οι παραστάσεις ξεκινούν. Πρώτο βγαίνει ένα σχήμα ενηλίκων προερχόμενο από μεγάλο ελληνικό νησί. Ζογκλέρ, ισορροπιστές και μουσικοί. Τσιγγάνικα τραγούδια, ένα κοντραμπάσο, παλιομοδίτικα κοστούμια, πουκάμισα με λαχούρια, όμορφα  κορίτσια και αγόρια… Μια ευχάριστη μποέμ ατμόσφαιρα.


Ώσπου εμφανίζεται και ο (ας τον πούμε) κλόουν της ομάδας.


 «Έρχεται από τη Βενετία», μάς πληροφορεί χαρούμενος ο εκφωνητής. «Και είναι ένας τσιγκούναρος γέρο τραπεζίτης». Τον κοιτάζω καλύτερα. Φοράει ψηλό σκουφί, ανατολίτικη βράκα και μια ψεύτικη καμπούρα. Κρατάει έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα γεμάτο, υποτίθεται, με γραμμάτια και μετοχές, ενώ στη μούρη του έχει μια αποκρουστική μάσκα με γαμψή μύτη και κρεμαστά φρύδια.
Μιλά με επιτηδευμένα στριγκή φωνή και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φανεί αντιπαθής και γλοιώδης. «Όλοι μου χρωστάτε, όλους εδώ μέσα σας έχω», λέει στο κοινό χτυπώντας τον χαρτοφύλακά του. Ή: «Θέλω να αγοράσω μια νέα γυναίκα για να κάνει μασάζ στις γέρικες πατούσες μου». Την ίδια στιγμή, για όποιον δεν κατάλαβε, οι μουσικοί παίζουν με μπρίο το «Χάβα Ναγκίλα». Το γνωστότερο τραγούδι της εβραϊκής λαϊκής παράδοσης.      


Είναι λοιπόν ένας Σάιλοκ. Ή, πιο σωστά, η στερεοτυπική μορφή του εβραίου όπως αυτή εμφανιζόταν στις σκοτεινότερες περιόδους του αντισημιτισμού. Η ίδια ακριβώς καρικατούρα που φιλοξενούσε σε κάθε φύλλο της η εφημερίδα Der Stürmer, το βασικό όργανο της αντισημιτικής προπαγάνδας στη ναζιστική Γερμανία. Ένα στερεότυπο που σε πείσμα της λογικής εξακολουθεί να επιβιώνει και να χρησιμοποιείται από ανθρώπους κάθε μορφωτικού επιπέδου, ιδεολογίας και αισθητικής. Από τους νεοναζί και την ψεκασμένη δεξιά, μέχρι τα μποέμ τυπάκια που χαίρεσαι να κάνεις παρέα μαζί τους.  


Η ιστορική διαδρομή του συγκεκριμένου στερεότυπου (του γαμψομύτη, πονηρού και συνωμότη εβραίου) είναι εντυπωσιακή. Άλλοτε κλέβει τα χριστιανόπουλα για να τους ρουφήξει το αίμα και άλλοτε δανείζει εκ του πονηρού τους νοικοκυραίους για να υφαρπάξει τις περιουσίες τους. Άλλοτε μεταδίδει μικρόβια και ασθένειες στην άρια φυλή και άλλοτε τα βάζει αποκλειστικά με τον ελληνισμό -έτσι για το γινάτι του. Άλλοτε κινεί τα νήματα του διεθνούς καπιταλισμού και άλλοτε οργανώνει επαναστάσεις και φέρνει τους μπολσεβίκους στην εξουσία. Άλλοτε βρίσκεται πίσω από τον Χίτλερ και το Ολοκαύτωμα (ναι έχει ειπωθεί και αυτό) και άλλοτε στέλνει το ΔΝΤ για να απομυζήσει τα διάφορα έθνη. Άλλοτε χρηματοδοτεί τον ISIS και ενορχηστρώνει το ριζοσπαστικό Ισλάμ και άλλοτε μαγειρεύει τα βραβεία Όσκαρ και καθορίζει τα κινηματογραφικά μας γούστα. Είναι ο αιώνιος, ο πιο βολικός και εύπλαστος αποδιοπομπαίος τράγος. Ένας κακός που πάει με όλα.


Πιθανότατα, ορισμένοι από εκείνους που μεταφέρουν ετούτες τις γκροτέσκ καρικατούρες από γενιά σε γενιά, να μην το κάνουν συνειδητά. Να μην είναι, δηλαδή, ορκισμένοι ρατσιστές ή μισάνθρωποι. Αυτή ακριβώς όμως είναι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Μαζί - Η μαγική δύναμη του στρωμένου τραπεζιού



«Θέλετε να καθίσετε στο τραπέζι μας;». 


Η πρότασή τους με έκανε να νιώσω αμήχανα. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου πολυαρέσει να τρώω μόνος στις ταβέρνες. Όμως από την άλλη, να πάρω τα πιάτα και τη μπύρα μου και να καθίσω με τρεις αγνώστους…


«Για να μην τρώτε μόνος. Κρίμα είναι» είπε η γυναίκα της παρέας. «Και ο καθένας πληρώνει τα δικά του, κανονικά».


Η φιλύποπτη πλευρά μου με συμβούλευε να αρνηθώ. Αν βρισκόμουν στην Αθήνα, μάλλον θα το είχα κάνει. Όμως, εκτός έδρας συχνά ο εαυτός μας γίνεται μέρος του τοπίου και τον παρατηρούμε από διαφορετική γωνία. Σαν να τραβάμε σέλφι.


Καθίσαμε λοιπόν μαζί. Δοκίμασα μία από τις ψητές σαρδέλες της γυναίκας («έτσι κι αλλιώς είναι πολλές, αποκλείεται να τις καταφέρω») και οι δύο άντρες μοιράστηκαν έναν από τους χορτοκεφτέδες μου. Εκείνοι έπιναν κρασί και κόκα κόλα. Εγώ συνέχισα με την μπύρα μου.


Ήταν οικογένεια. Πατέρας, γιος και κόρη. Μόνιμοι κάτοικοι Ηνωμένων Πολιτειών. Ο πατέρας είχε κλείσει τα ογδόντα αλλά δεν του φαινόταν. Φορούσε κοντομάνικο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω. Στο τσεπάκι είχε τα τσιγάρα του. Μαλακό πακέτο, με το αναπτηράκι μέσα, για να μη χαθεί. Ο τρόπος που τα έβγαζε, έφερε στη μνήμη μου κάτι το πολύ οικείο.


Είχαν έρθει στο χωριό για να ανοίξουν λίγο το σπίτι και να κάνουν ένα μνημόσυνο για τη μητέρα. «Κάθε Κυριακή καλούσε για φαγητό γνωστούς και αγνώστους. Μας έχει μείνει, λοιπόν, και δεν μας πάει να τρώμε μόνοι».


Όταν κάθεσαι στο τραπέζι συζητάς. Είπαμε για το χωριό, για τον καιρό και για τις αμερικανικές εκλογές. Οι περισσότεροι ομογενείς θα ψηφίσουν Ρεπουμπλικάνους. Ο γιος θεωρεί τον Τραμπ καραγκιόζη, «αλλά τουλάχιστον αυτός δεν είναι του συστήματος». Ο πατέρας και η αδελφή είναι της παλιάς σχολής, δεν ανακοινώνουν ποτέ τι ψηφίζουν για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις. Του πρώτου, πάντως, του αρέσει πολύ το καρπούζι. Αυτό το είπε δυνατά για να το ακούσει ο σερβιτόρος, ο οποίος μας το έφερε χωρίς καθυστέρηση μαζί με τους δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς.


Συζητήσαμε λίγο ακόμη, καθώς καθαρίζαμε αργά τα κομμάτια μας από τα κουκούτσια. Σύντομες κουβέντες για την Τουρκία, για το ντόπιο τυρί, για ένα χωράφι εκεί πιο πάνω που ανήκε σε έναν γνωστό τους και μέσα βρήκανε αρχαία, για τους Ολυμπιακούς και για τον Ολυμπιακό.


Κάναμε φιλότιμες προσπάθειες για να βρούμε κοινούς τόπους και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέραμε. Είναι αυτή η παράξενη δύναμη του στρωμένου τραπεζιού που επιβάλλει αμβλύνσεις, συμβιβασμούς και ανοχή. Ένας αρχαίος μηχανισμός, φτιαγμένος για να συντηρεί αόρατους δεσμούς. Για να μας αναγκάζει να βρούμε την κατάλληλη απόσταση, όμοια με τους σκαντζόχοιρους στην παραβολή του Σοπενχάουερ:  

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Ψάχνοντας τον Πικατσού

Μια μητέρα, στην Αγγλία του 1940 έχει βγει βόλτα με τα παιδιά της, ενώ αναμένεται βομβαρδισμός.



Έπαιζαν Pokemon Go βαδίζοντας πέρα δώθε στον παραλιακό δρόμο με τα καφέ και τα σουβλατζίδικα. Παρότι δεν αγγίζονταν μεταξύ τους έδειχναν –ή όφειλαν να είναι– ερωτευμένοι. Άλλωστε ήταν γύρω στα δεκαέξι, είχε ζέστη και ήταν βράδυ. Το κορίτσι τσίριζε και χοροπηδούσε κάθε φορά που έβλεπε κάποιο θήραμα, ενώ το αγόρι επιτελούσε το έργο του με μεγαλύτερη υπευθυνότητα. Οι κοινωνικά προκαθορισμένοι ρόλοι και η αλυσίδα της προαιώνιας μνήμης τον υποχρέωναν να αποδείξει πως είναι καλός κυνηγός, ώστε να έχει ελπίδες στο παιχνίδι του έρωτα.



Το παραπάνω ζευγαράκι ήταν μία μονάχα από τις περιπτώσεις παικτών που συνάντησα εκείνο το βράδυ στο θέρετρο της Αττικής. Πέτυχα ακόμη ένα μοναχικό πενηντάρη που τριγυρνούσε έχοντας τα γυαλάκια της πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη του, μια γυναικοπαρέα που κυνηγούσε εν μέσω πειραγμάτων από διερχόμενους κλαρινογαμπρούς και κάτι εικοσάρηδες, οι οποίοι αφού σάρωσαν ό,τι υπήρχε πήγαν για σουβλάκια.



Όλοι αυτοί είχαν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές: ηλικίας, οικονομικής κατάστασης, κοινωνικής τάξης, μορφωτικού επιπέδου, εξοικείωσης με το παιχνίδι... Είχαν όμως και ένα κοινό στοιχείο. Αντί για το άδειο βλέμμα όσων παίζουν παιχνίδια στον υπολογιστή τους, στα δικά τους μάτια διέκρινες μια κάποια χαρά, μια εγρήγορση. Έπρεπε άλλωστε να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις δύο παράλληλων κόσμων. Αν αστοχούσαν στον έναν θα τους ξέφευγε κάποιο Πόκεμον. Αν ήταν απρόσεκτοι στον άλλον, θα έπεφταν σε καμιά κολόνα.



Το διπλό ταμπλό στο οποίο εξελίσσονται τα παιχνίδια «επαυξημένης πραγματικότητας» είναι και το μεγάλο τους προσόν. Βγάζουν τους παίκτες στο δρόμο, ευνοούν τις πρόσωπο με πρόσωπο συναναστροφές και έχουν μια χειροπιαστή συμβολή στην πραγματική οικονομία – αρκεί ένας επιχειρηματίας να ρίξει λίγα δολώματα και το μαγαζί του θα γεμίσει με τερατάκια και πελάτες. Τα προτερήματα αυτά, όμως, δεν έχουν προφυλάξει το Pokemon Go από τα πυρά των εχθρών του.



Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες …κατηγόρων του Πικατσού.  


Κάποιοι λοιδορούν και σαρκάζουν, ξεχνώντας πως οι ίδιοι έφαγαν τα νιάτα τους σε παρακμιακά ουφάδικα ή καρφωμένοι μπροστά σε μια οθόνη.  


Άλλοι –συνήθως μιας κάποια ηλικίας– απλά αντιπαθούν οτιδήποτε κάνουν οι νεότεροι.  


Υπάρχουν ακόμη οι τεχνοφοβικοί και οι κοινοί γκρινιάρηδες, ενώ ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν οι διάφοροι αρτηριοσκληρωτικοί «δεκατετράχρονοι» που στέλνουν στις εφημερίδες επιστολές διαμαρτυρίας.



Πολλοί, πάντως, στέκονται κριτικά απέναντι στο παιχνίδι, θεωρώντας το ως μία ακόμη από τις πολλές αρνητικές εκφάνσεις της παγκοσμιοποίησης, του καπιταλισμού ή της μεταβιομηχανικής εποχής. Και είναι αλήθεια πως το νέο αυτό τρεντ δεν είναι απαλλαγμένο από «θεματάκια». Καταρχάς απομυζά μπόλικο χρόνο και δρα εθιστικά. Κάποιοι παίκτες αδιαφορούν για τις υποχρεώσεις τους ή παραχώνουν τα πραγματικά τους προβλήματα πίσω από την νέα τους εμμονή, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις τραυματισμού ή και θανάτου πάνω στο …καθήκον.



«Την ώρα που στον κόσμο μας γίνεται της τρελής… Την ώρα που υπάρχουν πρόσφυγες, επιθέσεις αυτοκτονίας και παιδάκια στη Συρία που βομβαρδίζονται ή πεινούν, εσείς κυνηγάτε Πόκεμον» έγραψε ένας φίλος στο φέισμπουκ. Ο ίδιος συλλογισμός, με διαφορετική διατύπωση ανάλογα με το χαρακτήρα ή τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός, έχει κυκλοφορήσει ευρέως. Είναι όμως φανερά παραπειστικός – και κάπως αστείος όταν διατυπώνεται στο φέισμπουκ. Και πριν το Pokemon Go υπήρχαν όλα αυτά, ενώ με την ίδια λογική, δεν θα έπρεπε να ακούμε μουσική, να πηγαίνουμε στην παραλία, να παρακολουθούμε σινεμά και ποδόσφαιρο ή να βγαίνουμε βόλτα στην πλατεία.



Η ανάγκη του ανθρώπου για να ψυχαγωγηθεί και να ξεδώσει δεν μειώνεται στη διάρκεια των μεγάλων κρίσεων. Στο πολιορκούμενο από τους Γερμανούς Λένινγκραντ, οι μανιώδεις σκακιστές συνέχιζαν απτόητοι τις παρτίδες τους. Την ίδια εποχή (όπως αναφέρει η Μαρίνα Καραγάτση) στην κατοχική Αθήνα διοργανώνονταν μαζώξεις και πάρτι. Και σήμερα, στα άθλια προσφυγικά στρατόπεδα του Σχιστού και του Ελληνικού, συχνά ακούς τραγούδια και βλέπεις ανθρώπους να γλεντούν και παιδάκια να παίζουν ανέμελα.


Σε κάθε περίπτωση, άδικα τσακωνόμαστε. Οι ειδικοί μας διαβεβαιώνουν πως...