"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ και ΚΥΠΡΙΑΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Ποιος δουλεύει ποιον

Image

 

Toυ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

Η πρόεδρος της Βουλής της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αννίτα Δημητρίου, σε συνέντευξη που έδωσε σε τηλεοπτικό σταθμό της Κύπρου κάλεσε την κυβέρνηση της χώρας της να αποφασίσει αν θέλει ή όχι την κατασκευή του υποβρύχιου καλωδίου GSI (εξίσου θρυλικό με το γεφύρι της Αρτας), με το οποίο η Κύπρος θα συνδέεται με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο.

Το διαβάζεις και μένεις κατάπληκτος. Τόσο καιρό, δηλαδή, που Ελλάδα και Τουρκία κοντεύουν να αρπαχτούν για το θέμα, που ο έλληνας Πρωθυπουργός πηγαινοέρχεται στο Παρίσι και καλλιεργεί συμμαχίες, ώστε στη βιτρίνα του έργου να είναι οι Γάλλοι, οι Κύπριοι δεν έχουν αποφασίσει;

Δεν ξέρουν τι θέλουν;

Τότε εμείς γιατί έχουμε πάρει το θέμα επ’ ώμου και τρέχουμε, αν οι ίδιοι δεν ξέρουν τι θέλουν;

Και φτάσαμε στο σημείο ώστε η κυβέρνηση της Κύπρου να πιέζεται δημοσίως από πολιτειακούς παράγοντες της Κυπριακής Δημοκρατίας για να αποφασίσει επιτέλους;

Αναρωτιέμαι ποιος κοροϊδεύει ποιον σε αυτή την υπόθεση: εμείς τους Κύπριους ή οι Κύπριοι εμάς;

Οσον αφορά εμάς, να το καταλάβω. Εναντι της Κύπρου, πάσχουμε από το γνωστό σύμπλεγμα του 1974. Οι Κύπριοι το ξέρουν και το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Ολο αυτό, δε, συμβαίνει επειδή εμείς έχουμε παγιδευτεί στην ψευδαίσθηση ότι το Κυπριακό παραμένει ως διεθνές πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα ούτε οι ίδιοι οι Κύπριοι θέλουν την επανένωση της νήσου σε ενιαίο κράτος. Το Κυπριακό, ναι, είναι πρόβλημα, σε αυτό να συμφωνήσω. Είναι όμως δικό μας, ψυχολογικό πρόβλημα. Δεν είναι πολιτικό.

Την ελληνική πλευρά του ζητήματος, ελλαδική και κυπριακή, την κατανοώ.

Το μοναδικό με το οποίο ειλικρινά απορώ είναι η στάση των Γάλλων. Για ποιον λόγο εκτίθενται, αναρωτιέμαι, είτε πολιτικά είτε επιχειρηματικά, από την ώρα που η συμμετοχή της Κύπρου είναι αμφίβολη.

Αυτοί όμως έχουν τα δικά τους θεματάκια, όπως το όνειρο της ναπολεόντειας «gloire». Οταν αυτό, λοιπόν, συναντά την προσωπικότητα του Μακρόν, από τη σύγκρουση παράγεται η Γαλλία των ημερών μας, που συγχέει τις δημόσιες σχέσεις με τις διεθνείς σχέσεις.

 

Ας μη μας διαφεύγει, τέλος, και η διάσταση των εσωτερικών πολιτικών ανταγωνισμών στο ζήτημα που έθεσε η κ. Δημητρίου. Η πρόεδρος της Βουλής ευχαρίστως θα έβλεπε τον εαυτό της ως την υποψήφια της Κεντροδεξιάς στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές της Κύπρου και προετοιμάζει το έδαφος από καιρό. Επομένως…

 

ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΛΑΓΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΟΛΕΤΗΡΕΣ: Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Εγγύς Ανατολή --- Πενήντα χρόνια από τη φιλοαραβική στροφή της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας

Image

 

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μια εποχή όχι λιγότερο ταραγμένη από τη σημερινή —στασιμοπληθωρισμός, εμφύλιος Λιβάνου, τρομοκρατία παλαιστινιακών και φιλοπαλαιστινιακών οργανώσεων (αεροπειρατείες, σφαγές της Αλ-Φατάχ και του Μαύρου Σεπτέμβρη), αριστερή τρομοκρατία, Κόκκινοι Χμερ— ο Ανδρέας Παπανδρέου, αρχικά επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια πρωθυπουργός, άρχισε να αναπτύσσει όλο και στενότερες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα με το σοσιαλιστικό κόμμα Μπάαθ («Αραβική αναγέννηση»).

Το Μπάαθ, όπως όλα τα κινήματα του αραβικού σοσιαλισμού, είχε πολλά στοιχεία εκσυγχρονισμού και υποσχόταν να ανασύρει τον αραβικό κόσμο από την καθυστέρηση και την ισλαμική θεοκρατία. Αλλά οι εσωτερικές τους διαιρέσεις, όπως εκείνη του 1966 μετά το πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου στη Συρία, το οποίο προκάλεσε μόνιμη ρήξη ανάμεσα στον συριακό και ιρακινό κλάδο, εξασθένησαν τη δημοκρατική τους φυσιογνωμία: ο αραβικός σοσιαλισμός ταυτίστηκε με μονοκομματικά κράτη, μηχανισμούς ασφαλείας και προσωποπαγείς διοικήσεις που διέφεραν πολύ από τις αρχικές διακηρύξεις.

Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή

Ήταν στραβό το κλήμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος. Ο αραβικός σοσιαλισμός από τους κομματικούς σχηματισμούς του Νάσερ στην Αίγυπτο (Κόμμα της Απελευθέρωσης και Εθνική Ένωση) μέχρι το Μπάαθ στη Συρία και στο Ιράκ μπήκε στο στόχαστρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως ζήτημα του Ψυχρού Πολέμου: η Ουάσιγκτον φοβόταν ότι ο ριζοσπαστικός αραβικός εθνικιστικός σοσιαλισμός θα επέτρεπε τη σοβιετική επιρροή, θα απειλούσε το εμπόριο πετρελαίου και θα διετάρασσε τις στρατιωτικές βάσεις, τις θαλάσσιες οδούς, τις συμμαχίες και τη σταθερότητα γύρω από το Ισραήλ. Γενικά, οι ΗΠΑ διατελούσαν σε αμηχανία, δεν προσπάθησαν αρκετά να προσεταιριστούν τα εν λόγω καθεστώτα και έκαναν τις συνηθισμένες γκάφες: η απόσυρση της αμερικανο-βρετανικής χρηματοδότησης για το φράγμα του Ασουάν τον Ιούλιο του 1956 συνδέθηκε με την αμερικανική ανησυχία γύρω από τις πρωτοβουλίες του Νάσερ προς το σοβιετικό μπλοκ και οδήγησε μέσα σε λίγες ημέρες στην εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Τότε, παρότι οι ΗΠΑ ήθελαν να περιορίσουν τον Νάσερ, αντιτάχθηκαν στη στρατιωτική επιχείρηση της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ, παίζοντας διπλό παιχνίδι, με σκοπό την ανάσχεση του αραβικού ριζοσπαστισμού αλλά και την απόρριψη της παλαιο-αποικιακής πολιτικής που τροφοδοτούσε τον αντιδυτισμό στον αραβικό κόσμο.

Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή, και ένα χρόνο αργότερα η αμερικανική επέμβαση στον Λίβανο (Operation Blue Bat) εντάχθηκε σε αυτό το σχήμα: στήριξη «φιλικού» καθεστώτος απέναντι σε εσωτερική κρίση που διασταυρωνόταν με τον αραβικό εθνικισμό και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν επανειλημμένως τέσσερα εργαλεία έναντι του αραβικού σοσιαλισμού. Παρουσίαζαν μεγάλο μέρος του ως Δούρειο Ίππο του σοβιετικού μπλοκ· στήριζαν «συντηρητικές» και φιλοδυτικές πολιτικές δυνάμεις (όπλα, διπλωματική κάλυψη)· εφάρμοζαν πολιτική καρότου-μαστίγιου με χρηματοδοτήσεις, δάνεια, τεχνική βοήθεια και κυρώσεις· προχωρούσαν σε έμμεσες ή άμεσες επεμβάσεις όταν έκριναν ότι διακυβεύονταν στρατηγικά συμφέροντα. Με λίγα λόγια, στις χώρες όπου αναπτύχθηκαν εθνικιστικά, αναδιανεμητικά και εκσυγχρονιστικά κινήματα, εκτυλισσόταν τόσο μια διελκυστίνδα μεταξύ Δύσης-ΕΣΣΔ όσο και μεταξύ μετριοπαθών και ριζοσπαστικών δυνάμεων, με τις τελευταίες να χαρακτηρίζονται από έντονο αντιδυτικισμό.

Μετά το 1970, η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου

Η περίοδος του Ανδρέα Παπανδρέου συνέπεσε με τη φάση της στρατιωτικοποίησης αυτών των σοσιαλ-αραβικών καθεστώτων, με την επικράτηση της αραβικής τους ταυτότητας έναντι της σοσιαλιστικής. Το 1969, στη Λιβύη, ο Καντάφι ανέβηκε στην εξουσία με πραξικόπημα, το 1970 πέθανε ο Νάσερ και ο αραβικός κόσμος εισήλθε σε φάση μετάβασης από τον εν πολλοίς φωτισμένο νασερικό παναραβισμό σε κατακερματισμένες, κρατικές πολιτικές, με το πετρέλαιο ως βασικό μοχλό ισχύος. Η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου.

Ο Ανουάρ αλ-Σαντάτ, που διαδέχθηκε τον Νάσερ, αναθεώρησε τη νασερική κατεύθυνση, τόσο σχετικά με τις σοβιετο-αραβικές σχέσεις όσο και με την «παναραβική επανάσταση» που έπαψε να αποτελεί κοινό σχέδιο των ομοεθνών και ομοθρήσκων. Στο μεταξύ, το καθεστώς του Καντάφι προσπάθησε να εμφανιστεί ως κληρονόμος του νασερικού οράματος και προχώρησε σε ρήξεις με τη δυτική στρατιωτική παρουσία — δικαίως, η αμερικανική βάση Wheelus παραδόθηκε στη λιβυκή κυβέρνηση και ενισχύθηκε ο κρατικός έλεγχος στο πετρέλαιο. Στις δε αραβο-ισραηλινές συγκρούσεις, όπως ήταν φυσικό, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη αξιοποίησαν το πετρέλαιο ως γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του Οργανισμού Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC). Όμως, την ίδια στιγμή, ο παναραβισμός έχασε τον σοσιαλιστικό του προσανατολισμό, πράγμα που ευνόησε την άνοδο του ισλαμιστικού παράγοντα.

Μια δεκαετία αργότερα, το 1983, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως ηγέτης του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός, συνήψε επίσημη συμφωνία συνεργασίας με το συριακό μπααθιστικό κόμμα, με κοινό στόχο την αντίσταση στην «παγκόσμια ιμπεριαλιστική πολιτική και στον σιωνιστικό ρατσισμό». Η συνεργασία δεν ήταν απλώς θέαμα, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως δημαγωγός, είχε ταλέντο στις θεαματικές χειρονομίες· υπήρξαν κοινές υπογραφές για συντονισμένες δράσεις καθώς και δημόσιες δηλώσεις στήριξης σε σειρά θεμάτων: το ΠΑΣΟΚ δεν κατήγγειλε τη συριακή παρέμβαση στην Παλαιστινιακή Διοίκηση και τάχθηκε στο πλευρό των Αράβων σε όλες τις διαμάχες τους με το Ισραήλ. Ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1976, το νεοϊδρυθέν Σοσιαλιστικό Κίνημα συμμετείχε στους εορτασμούς της επανάστασης της Λιβύης στην πρώτη σειρά της εξέδρας του Μουαμάρ Καντάφι. Αυτοί ήσαν τότε οι φίλοι μας.

Το 1985, σε επίσημη συνέντευξη Τύπου στη Βαγδάτη, ο Παπανδρέου και ο Σαντάμ Χουσεΐν δήλωσαν ότι «το ΠΑΣΟΚ και το Μπάαθ είναι αδελφά κόμματα»· με λίγα λόγια, όπως ανέφερε αργότερα ο υπουργός Τύπου και ΜΜΕ Παρασκευάς Αυγερινός, η Ελλάδα «είχε γυρίσει την πλάτη στη Δύση και κοιτούσε προς την Ανατολή». Στη συνέχεια, τον Μάιο του 1986, ο Σύρος πρόεδρος Χαφέζ αλ-Άσαντ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, όπου κατήγγειλε τον «αμερικανικό ιμπεριαλισμό» και συζήτησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου τα θέματα της αριστερής τρομοκρατίας, με έμφαση στη συριακή και λιβυκή επιρροή. Τότε, το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ είχε εναρμονιστεί με την αντιδυτική γραμμή της Συρίας, στρέφοντας το βλέμμα στις χώρες του λεγόμενου κινήματος των Αδεσμεύτων, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν καθόλου αδέσμευτες· ήταν δορυφόροι της ΕΣΣΔ.

Όλες οι επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο εντάσσονταν στη γεωπολιτική του αντιιμπεριαλισμού και του «Τρίτου Δρόμου», σε συντονισμό με την ΕΣΣΔ, τον αραβικό κόσμο και τις εθνικιστικές εξεγέρσεις που θεωρούνταν σοσιαλιστικές (αλλά δεν ήταν). Σε αυτό το πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής εκτός του ΝΑΤΟ και της τότε ΕΟΚ εντάχθηκε η προσέγγιση στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη, αντανακλώντας την πραγματική ή αντιληπτή ιδεολογική και πολιτιστική μας συγγένεια με τα μπααθιστικά, αντιδυτικά καθεστώτα: ο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ακολουθούσε έναν δρόμο που θα μπορούσε να μας καθηλώσει στην υπανάπτυξη. Εξάλλου, είχαμε όλα τα προσόντα: απουσία δημοκρατικού ήθους, παρελθόν εμφυλίου πολέμου, χριστιανική ορθοδοξία, ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα με ευρύτατη επιρροή στον συνδικαλισμό και στο εποικοδόμημα.

Η προσέγγιση στο Μπάαθ, που είχε ξεκινήσει προτού το ΠΑΣΟΚ αναδειχθεί σε κυβερνητικό κόμμα και αποτελούσε μέρος του προγράμματός του, εξέφραζε την εχθρότητα εναντίον των δυτικών θεσμών, την οποία προσπαθούσε να επιβάλει, όχι χωρίς επιτυχία, το ΚΚΕ. Αλλά, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε πλείστες παραχωρήσεις στους κομμουνιστές, εκείνοι δεν έπαψαν ποτέ να τον κατηγορούν για «άνθρωπο των Αμερικάνων». Από την πλευρά του, ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να τους διαψεύσει, δεν έχανε ευκαιρία να τονίσει την ευνοϊκή χημεία του με τους μπααθιστές δικτάτορες, καθώς και με Άραβες ιδεολόγους όπως ήταν ο Μισέλ Αφλάκ και ο Ζάκι αλ-Αρσούζι, ασχέτως αν αυτά τα άτομα ήταν εμπνευσμένα από τον ιταλικό φασισμό. Το άκρως λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες: αδιαφορούσε για το ότι τα καθεστώτα στο Ιράκ και τη Συρία ήταν ριζοσπαστικά, αυταρχικά, εθνικιστικά, μιλιταριστικά και μονοκομματικά — το μείζον για τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν το αντιστάθμισμα στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ· στα λόγια τουλάχιστον.

Υπενθυμίζω ότι το Μπάαθ κυβέρνησε το Ιράκ το 1963 και ξανά από το 1968 μέχρι το 2003, ενώ στη Συρία διατηρήθηκε από το 1963 μέχρι σήμερα, αν και φυσικά, στο πέρασμα του χρόνου, ο μπααθισμός έχει αλλοιωθεί σε βαθμό που δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμος. Αλλά, αν και στις δεκαετίες 1970-1980, ήταν ελκυστικός ως επαναστατική αραβική εθνικιστική ιδεολογία που επεδίωκε την ενοποίηση όλων των διεκδικούμενων αραβικών εδαφών σε ενιαίο αραβικό κράτος, δεν είναι λίγα όσα μπορούμε να του προσάψουμε: ηγέτες όπως ο πρόεδρος της Συρίας Χαφέζ αλ-Άσαντ και ο πρόεδρος του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν ενθάρρυναν την προσωπολατρία, προέβησαν σε εθνοκαθάρσεις και αντικατέστησαν σταδιακά τον σοσιαλιστικό, γραφειοκρατικό παναραβισμό με τον επιθετικό εθνικισμό ο οποίος συμπληρωνόταν από εκτεταμένη διαφθορά.

Οι μπααθικές χώρες προσέφεραν άσυλο σε ναζιστές που καταζητούνταν καθώς και σε Άραβες τρομοκράτες όπως εκείνους των Ολυμπιακών του Μονάχου (1972), και υιοθέτησαν ναζιστικά πρότυπα οργάνωσης του στρατού — η συγγένειά τους με τον ναζισμό υπερβαίνει το κοινό στοιχείο του αντιεβραϊσμού, ο οποίος αποτελεί, τρόπον τινά, θεμέλιο της πολιτικής αυτών των κομμάτων.

Αν και ο όρος «φασίστας» χρησιμοποιείται συχνά από πολιτικούς αντιπάλους ως πρόχειρος και πασπαρτού χαρακτηρισμός αποδοκιμασίας, οι θεωρητικοί του φασισμού ανιχνεύουν φασιστικά στοιχεία σε πολλά κόμματα στον κόσμο που δεν αυτοχαρακτηρίζονται φασιστικά. Οι παραλλαγές του Μπάαθ εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο. Προς επίρρωση της ιδέας, το Μπάαθ μπορεί να συγκριθεί και να διαπιστωθεί η ομοιότητά του με διάφορα τρομοκρατικά κόμματα στην Ασία και την Αφρική· για παράδειγμα με το «Λαϊκό Μέτωπο για τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη» της Ερυθραίας.

Όσο για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος λίγο έλειψε να μας ρίξει στην αγκαλιά της Μέσης Ανατολής, δεν φαινόταν να πολυενδιαφέρεται για τη φασιστοειδή φύση των τριτοκοσμικών εθνικιστικών κινημάτων και των κομμουνιστικών καθεστώτων: για παράδειγμα, αν και δεν είχε στενή συνεργασία με τον Νικολάε Τσαουσέσκου, δεν είχαν λείψει οι εγκάρδιες δηλώσεις και οι διπλωματικές ανταλλαγές με το ρουμανικό καθεστώς. Ο Παπανδρέου επαινούσε την ανεξαρτησία της ρουμανικής εξωτερικής πολιτικής από τη σοβιετική, παραμερίζοντας το γεγονός της προσωπολατρίας και της καταστολής — όχι ότι ήταν ο μόνος· το ίδιο έκανε η τότε «ανανεωτική» αριστερά.

Το 1975 και το 1985 ήταν σημαδιακές χρονιές γι’ αυτή τη μάλλον αλλοπρόσαλλη πολιτική.

Για δέκα χρόνια κυριαρχούσαν τα κουκουέδικα συνθήματα —«ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ανεξάρτητη Ελλάδα, των Ελλήνων η Ελλάδα», «Η Ελλάδα στους Έλληνες», «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά»— που υπονοούσαν ότι, όπως πολλές χώρες της Ανατολής, ήμασταν προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών και έπρεπε να χειραφετηθούμε.

Η ταύτισή μας με τους Άραβες δημιουργούσε τη βάση για κοινές διακηρύξεις περί «ξέφραγου αμπελιού του ιμπεριαλισμού» και για συνθηματολογικές ψευτοδιαπιστώσεις («Η Ελλάδα δεν εντάχθηκε στην ΕΟΚ· προσαρτήθηκε») οι οποίες εξήπταν τη λαϊκή αγανάκτηση, τον τοπικισμό και τον επαρχιωτισμό. Το μείγμα συμπληρωνόταν από «αλληλεγγύη» στους λαούς που αγωνίζονταν εναντίον του ιμπεριαλισμού στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και στην Παλαιστίνη — ανεξαρτήτως πώς, πού, γιατί.

Ανάμεσα στις ζημιές που προκάλεσε ο Ανδρέας Παπανδρέου —ο οποίος έχει καταγραφεί ως «αείμνηστος»— ήταν ότι ...

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΤΟΥΡΚΟΦΟΒΙΚΟ ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ανταλλάγματα επί ίσοις όροις

Image

 

Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ 

Είναι εντυπωσιακό το πώς η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες έχει αφήσει την Τουρκία να διεκδικεί όλο και περισσότερα χωρίς να βάζει και εκείνη θέματα στο τραπέζι.

Κλασικό παράδειγμα η Ιμβρος και η Τένεδος. Η συνθήκη της Λωζάννης τούς προσέδωσε ένα ειδικό καθεστώς με ενισχυμένο ρόλο στην τοπική αυτοδιοίκηση. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν κάθε δυνατό μέσο για να εκδιώξουν όσο το δυνατόν περισσότερους Ελληνες, χωρίς η Αθήνα ποτέ να αντιδράσει έντονα, ούτε ακόμη και όταν οι διεθνείς συνθήκες περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα επέτρεπαν αντίποινα στη Δυτική Θράκη. Το ελληνικό στοιχείο συρρικνώθηκε αλλά επιβίωσε, ειδικά στην Ιμβρο, χάρη στη σκληροτράχηλη φύση και στο πείσμα των Ιμβρίων. Και επίσης, για να είμαστε δίκαιοι, τα πρώτα χρόνια Ερντογάν επαναλειτούργησαν μειονοτικά σχολεία στην Ιμβρο.

Σήμερα, όμως, το να πάει κανείς από την Ελλάδα στην Ιμβρο απαιτεί ένα κοπιαστικό ταξίδι πολλών ωρών. Το τουρκικό βαθύ κράτος κωλυσιεργεί εδώ και πολλά χρόνια για το άνοιγμα ενός τελωνείου που θα επέτρεπε την απευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση με τη Λήμνο, από την οποία θα χρειαζόταν λιγότερο από μία ώρα με ένα ταχύπλοο για να φτάσει κάποιος στην Ιμβρο. Εν τω μεταξύ, η Λήμνος έχει απευθείας σύνδεση με την Τουρκία, όπως και πάρα πολλά άλλα νησιά.

Η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να επιτρέψει τις επισκέψεις Τούρκων πολιτών χωρίς βίζα στα νησιά μας έχει αυξήσει κατακόρυφα τον όγκο των επισκεπτών και βοηθάει τόσο την τοπική οικονομία όσο και την εδραίωση διαπροσωπικών σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, πράγμα καθόλου αμελητέο στο τέλος της ημέρας.

Η Αθήνα μπορεί και πρέπει να απαιτήσει το ίδιο για την Ιμβρο, να ανοίξει μια απευθείας ακτοπλοϊκή σύνδεση και να είναι συνοπτικές οι διαδικασίες εισόδου για Ελληνες πολίτες.

Τυχόν τουρκικά επιχειρήματα ότι η Ιμβρος είναι «ευαίσθητη» περιοχή δεν ισχύουν, γιατί και η Σάμος είναι και η Σύμη.

Επιχειρήματα του τύπου «το τελωνείο δεν είναι έτοιμο» είναι απολύτως παρελκυστικά, διότι η Ελλάδα έδειξε πόσο γρήγορα λύνονται αυτά τα ζητήματα όταν υπάρχει πολιτική βούληση.

Επιχειρήματα από την ελληνική γραφειοκρατία που δεν θέλει ποτέ οτιδήποτε έχει ρίσκο, του τύπου «μα θα βγαίνει η γραμμή αν την ανοίξουμε;», είναι ανόητα και εν πάση περιπτώσει και να μη βγαίνει, θα έπρεπε κάπως να βγαίνει… Η Ιμβρος διαθέτει επίσης αεροδρόμιο, που λειτουργούσε μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Θα μπορούσε να επαναλειτουργήσει και να τη συνδέει με την Αθήνα, όπως συμβαίνει με τόσα νησιά μας με τις απευθείας πτήσεις από την Κωνσταντινούπολη.

Κοιτώντας πίσω, αναρωτιέται κάποιος…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΤΟΥΡΚΟΦΟΒΙΚΟ ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Θαλάσσια πάρκα: ώρα για τα 12 μίλια

 

Του Παντελή Σαββίδη

Η δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών αποτελεί κανονικά πράξη περιβαλλοντικής ευθύνης. Στην περίπτωση, όμως, των δύο «εθνικών» θαλάσσιων πάρκων που ανακήρυξε η Τουρκία στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η επίκληση της οικολογίας δύσκολα μπορεί να αποκρύψει τη γεωπολιτική στόχευση.

Με δύο προεδρικά διατάγματα της 15ης Αυγούστου 2026, η Άγκυρα χαρακτήρισε «εθνικά» θαλάσσια πάρκα δύο εκτεταμένες περιοχές. Το πάρκο πέριξ του Καστελλορίζου καλύπτει περίπου 21.706 τετραγωνικά χιλιόμετρα και το πάρκο του Βορείου Αιγαίου περίπου 1.742. Ως νομική βάση επικαλείται το άρθρο 3 του τουρκικού νόμου περί εθνικών πάρκων.

Ένας εσωτερικός νόμος, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα εκεί όπου το κράτος δεν διαθέτει αναγνωρισμένη δικαιοδοσία.

Η Τουρκία μπορεί να θεσπίζει πάρκα μέσα στην επικράτειά της. Δεν μπορεί να μετατρέπει με προεδρικό διάταγμα τμήματα της ανοικτής θάλασσας σε περιοχές αποκλειστικής τουρκικής ευθύνης.

Τα θαλάσσια πάρκα είναι αναγκαία για την προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων, απειλούμενων ειδών, τόπων αναπαραγωγής ψαριών, υποθαλάσσιων σπηλαίων και μεταναστευτικών διαδρομών. Περιορίζουν την υπεραλίευση, τη ρύπανση, την ανεξέλεγκτη αγκυροβολία και την τουριστική υπερεκμετάλλευση. Μια αποτελεσματικά προστατευόμενη περιοχή μπορεί να ενισχύσει τα ιχθυαποθέματα, την επιστημονική έρευνα και ένα βιώσιμο τουριστικό πρότυπο. Η απλή χάραξη γραμμών και η χαρτογραφική απεικόνισή τους , πάντως, δεν αρκεί. Χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, σχέδιο διαχείρισης, μηχανισμούς  φύλαξης και χρηματοδότηση, το πάρκο παραμένει «χάρτινο».

 

Η περιβαλλοντική προστασία είναι, επομένως, βασικός, θεμιτός και επιβεβλημένος σκοπός. Δεν επιτρέπεται, όμως, να χρησιμοποιείται ως όχημα προβολής κυριαρχίας.

Το Δίκαιο της Θάλασσας διακρίνει σαφώς τις θαλάσσιες ζώνες.

Στα χωρικά ύδατα το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχία, υπό τον όρο της αβλαβούς διέλευσης.

Στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη διαθέτει συγκεκριμένα κυριαρχικά δικαιώματα, μεταξύ άλλων και για την προστασία του περιβάλλοντος.

Αντιθέτως, στην υφαλοκρηπίδα έχει δικαιώματα επί του βυθού και του υπεδάφους, αλλά όχι στην υπερκείμενη υδάτινη στήλη.

Στην ανοικτή θάλασσα κανένα κράτος δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς ένα «εθνικό» καθεστώς που δεσμεύει τα άλλα κράτη.

Η ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνει, ορθά, ότι τα τουρκικά διατάγματα δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα στα διεθνή ύδατα ούτε μπορούν να θίξουν τα ελληνικά δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα της Ελλάδας. Χρειάζεται, πάντως, νομική ακριβολογία:

H ύπαρξη ελληνικής υφαλοκρηπίδας δεν μετατρέπει αυτομάτως τα υπερκείμενα διεθνή ύδατα σε ελληνικά. Η τουρκική ενέργεια καθίσταται παράνομη στον βαθμό που επιχειρεί να μετατρέψει ακριβώς την ανοικτή θάλασσα σε περιοχή εθνικής δικαιοδοσίας, περιορίζοντας τη ναυσιπλοΐα, την αλιεία ή άλλες ελευθερίες και επηρεάζοντας την άσκηση ελληνικών δικαιωμάτων στον βυθό και στο υπέδαφος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει,  συναφώς,  η Συμφωνία του ΟΗΕ για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας (BBNJ) , η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2026 και συμβαλλόμενα μέρη της οποίας είναι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία.

Η συμφωνία δεν επιτρέπει σε ένα κράτος να χαράξει μονομερώς «εθνικό» πάρκο στην ανοικτή θάλασσα. Προβλέπει υποβολή ολοκληρωμένης πρότασης, επιστημονική αξιολόγηση, δημοσιοποίηση, διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα και ιδίως τα παρακείμενα παράκτια κράτη και, τελικά, απόφαση της Διάσκεψης των Μερών. Η προεδρική υπογραφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτήν την πολυμερή διαδικασία.

Υπάρχει, επιπλέον, η διεθνής ρύθμιση στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) για την θαλάσσια ρύπανση από πλοία και το περιφερειακό πλαίσιο της Σύμβασης της Βαρκελώνης για την προστασία της Μεσογείου. Η φιλοσοφία της στηρίζεται στη συνεργασία και στον συντονισμό των παράκτιων κρατών και όχι στην ιδιοποίηση των κοινών θαλάσσιων χώρων με μονομερείς αποφάσεις.

 

Το τουρκικό αφήγημα, άλλωστε, αυτοαποκαλύπτεται. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν τα διατάγματα  ως «ιστορικό βήμα προς τη Γαλάζια Πατρίδα» και μιλούν για προστασία των «τουρκικών θαλασσών».

Ορισμένα υποστηρίζουν ακόμη ότι η χάραξη περιορίζει τη θαλάσσια σύνδεση του Καστελλορίζου με τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο εγκλωβίζοντας το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου στην αιγιαλίτιδα ζώνη .

Οι ισχυρισμοί αυτοί ουδεμία έχουν νομική βαρύτητα, αποκαλύπτουν, όμως, ότι η επιλογή των περιοχών δεν είναι περιβαλλοντικά ουδέτερη. Η μία βρίσκεται απέναντι από ελληνικά νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου και η άλλη αγγίζει την εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή του Συμπλέγματος του Καστελλορίζου.

Η Τουρκία επιχειρεί να προσθέσει στον χάρτη της «Γαλάζιας Πατρίδας» ένα οικολογικό περίβλημα διοικητικής παρουσίας: χαρτογράφηση, ονοματοδοσία, διαχείριση και έλεγχο δραστηριοτήτων, ώστε να καλλιεργηθεί σταδιακά η εντύπωση ότι πρόκειται για περιοχές τουρκικής ευθύνης.

Η ειρωνεία είναι ότι, όταν η Ελλάδα ανακοίνωσε τα δικά της θαλάσσια πάρκα αποκλειστικά μέσα στα χωρικά της ύδατα, η Άγκυρα την κατηγόρησε ότι εκμεταλλεύεται περιβαλλοντικά ζητήματα για να προωθήσει τις θέσεις της. Τώρα πράττει η ίδια ακριβώς αυτό για το οποίο κατηγορούσε την Αθήνα.

Η ελληνική αντίδραση είναι νομικά ορθή, παραμένει όμως πολιτικά ανεπαρκής εάν εξαντληθεί σε ακόμη μία ανακοίνωση.

Η κυβέρνηση δηλώνει ότι διαθέτει δικαιώματα, αλλά αποφεύγει να τα ασκήσει. Καταγγέλλει τα τουρκικά τετελεσμένα, χωρίς να αναλαμβάνει αντίστοιχες στρατηγικές πρωτοβουλίες.

Οφείλει να προσφύγει στα όργανα της BBNJ της Σύμβασης της Βαρκελώνης και του IMO , να καταθέσει στον ΟΗΕ τους χάρτες και να αποτρέψει στην πράξη οποιαδήποτε τουρκική απόπειρα επιβολής διοικητικών ή αστυνομικών μέτρων σε ελληνικά σκάφη.

Το άρθρο 3 της UNCLOS αναγνωρίζει σε κάθε παράκτιο κράτος δικαίωμα χωρικής θάλασσας έως δώδεκα ναυτικά μίλια. Πρόκειται για κανόνα εθιμικού δικαίου.

Η ίδια η Τουρκία εφαρμόζει δώδεκα μίλια στον Εύξεινο Πόντο και στη Μεσόγειο, ενώ απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο εάν ασκήσει το ίδιο δικαίωμα στο Αιγαίο.

Η Ελλάδα το άσκησε στο Ιόνιο το 2021, αλλά στο Αιγαίο εξακολουθεί να περιορίζεται στα έξι μίλια εξαιτίας του τουρκικού casus belli του 1995. ΕξερεύνησηΘαλάσσιων Επιστημών

Η απειλή πολέμου σε περίπτωση άσκησης από την Ελλάδα του αναγνωρισμένου εθιμικού δικαιώματος στα 12 μίλια συνιστά ευθεία προσβολή της ελληνικής κυριαρχίας βάση του άρθρου  2 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Η επέκταση απαιτεί, ασφαλώς, πλήρη νομική, διπλωματική και αμυντική προετοιμασία, σεβασμό στην αβλαβή διέλευση και οριοθέτηση όπου οι αντικείμενες ακτές απέχουν λιγότερο από 24 μίλια. Οι παράμετροι αυτές δεν αναιρούν το δικαίωμα αλλά επιβάλλουν σοβαρό σχεδιασμό για την άσκησή του.

Ήρθε η ώρα η Ελλάδα να περάσει από τις διακηρύξεις στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα δώδεκα μίλια.

Όχι επειδή επιδιώκει τη σύγκρουση, αλλά επειδή…

 

ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΨΩΝΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Κατευνασμός ή σύγκρουση

Image 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Ο Αντώνης Σαμαράς, εκτός όλων των άλλων, κατηγορεί την κυβέρνηση για την πολιτική κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία. 

Δεν με απασχολεί αν η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση απέναντι στη γείτονα διαφέρει απ’ αυτήν που ακολούθησε ο ίδιος όταν ήταν πρωθυπουργός. Καθότι ούτε διπλωμάτης είμαι ούτε «ειδικός των διεθνών σχέσεων», θα με ενδιέφερε να μάθω ποια εναλλακτική πολιτική προτείνει για να βγει η χώρα από το τέλμα στο οποίο έχει περιπέσει κατά τη γνώμη του.  

Τον έχω ακούσει να απευθύνει διάφορες αποστροφές, όπως ότι δεν έχουμε να πούμε τίποτε με «συμμορίτες», όπως ο Ερντογάν. Θα είχε ενδιαφέρον να μας πει όχι τι δεν πρέπει να κάνουμε, αλλά τι θα έπρεπε να κάνουμε που δεν κάνουμε. 

Μήπως να αρχίσουμε στα χαστούκια αυτούς τους κοιμισμένους Ευρωπαίους ή να απαιτήσουμε άμεση επιβολή του διεθνούς δικαίου του οποίου, δυστυχώς, η επίκληση εκ μέρους μας έχει καταντήσει σχεδόν γραφική. Αρκεί μια όχι απαραιτήτως ενδελεχής ανάγνωση του Θουκυδίδη για να το αντιληφθούμε. 

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Η εναλλακτική στην πολιτική του κατευνασμού είναι η πολιτική της σύγκρουσης.  

Ο κ. Σαμαράς το ξέρει αυτό, όμως δεν τολμάει να το πει διότι είναι σε θέση να γνωρίζει ότι κανείς Ελληνας –υποψήφιος ψηφοφόρος του ή όχι– δεν το θέλει αυτό. Υποψιάζομαι ότι ούτε ο ίδιος το επιθυμεί.  

Οπότε το συμπέρασμα προκύπτει μάλλον αβίαστα. Ο κ. Σαμαράς διαφωνεί με την πολιτική κατευνασμού, όμως δεν έχει να προτείνει μια βιώσιμη εναλλακτική σ’ αυτήν. Κοινώς δεν ξέρει τι θέλει.

Ολα αυτά με κάνουν να σκεφτώ ότι το πρόβλημά του δεν είναι πολιτικό. 

Είναι προσωπικό. Δικαίως ή αδίκως –δεν κρίνω– δεν αντέχει τον κ. Μητσοτάκη. Ισως να αισθάνεται ότι του στέρησε τη δεύτερη ευκαιρία, που ακόμη περιμένει για να δικαιωθεί.  

Αυτό πάντως που μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι η μόνη πολιτική ευκαιρία που του έχει απομείνει είναι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΡΑΓΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το τετελεσμένο που χτίζεται σιωπηλά: γιατί η Ελλάδα χάνει μια μάχη που δεν βλέπει…

 Γράφει ο Αχιλλέας Ταουξής

Υποστράτηγος ε.α. του Ελληνικού Στρατού, με πολυετή εμπειρία στους τομείς της αμυντικής πολιτικής, της στρατηγικής και των διεθνών σχέσεων. Έχει διατελέσει Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, καθώς και Διευθυντής της ελληνικής Προεδρίας της Συντονιστικής Επιτροπής της Διαβαλκανικής Υπουργικής Άμυνας (SEDM-CC/PMSC). Το 2023, ως στέλεχος του ΓΕΕΘΑ, διηύθυνε τη Γραμματεία Συντονισμού Διασκέψεων Διεθνών Οργανισμών και εκπροσώπησε τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ στην έναρξη του NATO Training Technology Conference στην Αθήνα. Έχει επίσης συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες για τη διεθνή ασφάλεια, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ελληνική εξωτερική πολιτική.

   Οταν σκεφτόμαστε την τουρκική πίεση απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο, το μυαλό μας πηγαίνει συνήθως σε εικόνες κρίσης όπως τα Ίμια, μια NAVTEX που προκαλεί ένταση, μια δήλωση Ερντογάν που πιάνει πρωτοσέλιδα, που φυσικά εμείς σπεύδουμε να την προβάλλουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Άλλωστε ένα από τα ευρύτερης απήχησης τηλεοπτικό κανάλι κάθε πρωί μας βομβαρδίζει επί τουλάχιστον μισή ώρα με τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, σαν να είμαστε μια επαρχία της….


   Όλα τα παραπάνω βέβαια τα θεωρώ σοβαρή πίεση. Όμως εκτιμώ ότι υπάρχει μια δεύτερη, πολύ πιο αθόρυβη μορφή πίεσης, που δεν κάνει πρωτοσέλιδα, επειδή δεν μοιάζει ποτέ, μεμονωμένα, με κάτι σοβαρό. Και είναι ακριβώς αυτή η αθόρυβη μορφή που τελικά σπρώχνει τα πράγματα πολύ πιο αποτελεσματικά από κάθε κρίση.


Η λογική: τετελεσμένο χωρίς διακήρυξη.

 
   Ας φανταστούμε δύο τρόπους με τους οποίους μπορεί κανείς να διεκδικήσει κάτι που δεν του ανήκει.
 

Ο πρώτος τρόπος είναι να το διεκδικήσει ανοιχτά, όπως με μια επίσημη ανακοίνωση, μια νομική πράξη, μια κατάληψη. Αυτός ο τρόπος έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα γιατί προκαλεί άμεση και ισχυρή αντίδραση, γιατί όλοι καταλαβαίνουν αμέσως τι συνέβη.
 

Ο δεύτερος τρόπος είναι πιο υπομονετικός, αθόρυβος και πιο αποτελεσματικός. Εδώ αντί για μία σοβαρή και μεγάλη πράξη, δημιουργούνται πάρα πολλές άλλες, χαμηλού προφίλ. Καμία από αυτές, μόνη της, δεν φαίνεται αρκετά σοβαρή ώστε να δικαιολογεί κρίση. Αλλά αθροιστικά, μέσα σε 20 ή 30 χρόνια, αλλάζουν αυτό που ο κόσμος θεωρεί «φυσιολογικό». Αυτή είναι η στρατηγική που η Τουρκία εφαρμόζει συστηματικά σε τρία διαφορετικά μέτωπα ταυτόχρονα, όπως απέναντι στην Ελλάδα, την Κύπρο, και την Ανατολική Μεσόγειο.

   Στην Κύπρο, η Τουρκία ξέρει ότι καμία χώρα στον κόσμο, δεν πρόκειται να αναγνωρίσει επίσημα το ψευδοκράτος, αφού αυτό θα ήταν μία πολύ κραυγαλέα και πολύ εύκολα καταδικάσιμη πράξη. Γι’ αυτό δεν το επιδιώκει.

Αντ’ αυτού, χτίζει αργά και μεθοδικά εδω και πολλά χρόνια, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός κράτους στα κατεχόμενα. Ετσι βλέπουμε την δημιουργία ενός «κοινοβουλιου», «εκλογές», απευθείας πτήσεις, πανεπιστήμια που δέχονται διεθνείς φοιτητές, «πρεσβείες» κλπ. Καμία μεμονωμένη κίνηση δεν μοιάζει με αναγνώριση. Αλλά κάθε φορά που ένας ξένος αξιωματούχος, ακόμα κι ένας Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ που πρόσφατα επισκέφθηκε και τις δύο πλευρές, με συμμετρικό πρωτόκολλο, προσθέτει μια ψηφίδα σε μια εικόνα κανονικότητας που αθροιστικά, μοιάζει όλο και περισσότερο με δύο ισότιμα κράτη.


   Στο Αιγαίο, η ίδια λογική λειτουργεί μέσω των υπερπτήσεων. Η Τουρκία δεν διεκδικεί επίσημα κυριαρχία πάνω σε βραχονησίδες που ανήκουν αναμφισβήτητα στην Ελλάδα, αλλά απλά επαναλαμβάνει, χρόνο με τον χρόνο, δηλώσεις επισήμων πολιτικών προσώπων, δημιουργει παραβιάσεις και υπερπτήσεις, πάνω από περιοχές που πριν δεν αμφισβητούνταν καθόλου. Ο στόχος δεν είναι μία ξεκάθαρη νίκη, αλλά είναι η σταδιακή μετατόπιση του τι θεωρείται «κανονικό περιστατικό» έναντι του τι θεωρείται «κρίση».

 
   Στην Ανατολική Μεσόγειο, η ίδια λογική επαναλαμβάνεται μέσω της «Γαλάζιας Πατρίδας». Εδώ η Τουρκία, αντί να διεκδικήσει μέσω δεσμευτικής διεθνούς διαιτησίας την οποία θα έχανε, καθώς το Δίκαιο της Θάλασσας δεν είναι με το μέρος της, στέλνει μονομερώς ερευνητικά σκάφη, εκδίδει NAVTEX, χαρτογραφεί περιοχές που διεκδικεί. Κάθε τέτοια ενέργεια δημιουργεί ένα «επιχειρησιακό γεγονός» στο έδαφος, το οποίο αργότερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί. Δηλαδή, «αφού ήδη δραστηριοποιούμαστε εκεί, ας το συζητήσουμε».
 

Γιατί πιάνει αυτή η στρατηγική;

 
   Η στρατηγική αυτή εκτιμώ ότι ”εκμεταλλεύεται” μια πολύ ανθρώπινη αδυναμία στον τρόπο που αντιδρούν τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί. Όλοι έχουμε ανακλαστικά σφοδρής αντίδρασης σε μια απότομη, ξεκάθαρη αλλαγή, όπως αν κάποιος καταλάβει ξαφνικά ένα νησί, η αντίδραση είναι άμεση. Αλλά έχουμε πολύ χαμηλότερα ανακλαστικά αντίδρασης σε μια αργή, σχεδόν αόρατη διάβρωση, ακριβώς επειδή καμία μεμονωμένη στιγμή δεν φαίνεται αρκετά σοβαρή, ώστε να δικαιολογήσει διπλωματική ή στρατιωτική κρίση.

    Κανείς δεν θέλει να «κάνει θέμα» για μια ακόμα υπέρπτηση ή μια ακόμα επίσκεψη στα κατεχόμενα με συμμετρικό πρωτόκολλο, όπως η πρόσφατη επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ. Και ακριβώς εκεί πιστεύυω ότι βρίσκεται η επιτυχία της τουρκικής στρατηγικής. Στο γεγονός δηλαδή ότι είναι σχεδιασμένη να μην προκαλεί ποτέ αρκετή αντίδραση.

   Το ελληνικό πρόβλημα εκτιμώ, όπως έχω αναφέρει και σε προηγούμενο σχολιασμό/απόψεις μου, ,δεν είναι μόνο διπλωματικό, αλλά πρώτιστα  είναι θεσμικό. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.

    Μια στρατηγική που χτίζεται σε βάθος 20-30 ετών, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από ένα σύστημα που αλλάζει πρόσωπα κάθε τέσσερα χρόνια, χωρίς μάλιστα να υπάρχει η θεσμική μνήμη.  Ας σκεφτούμε πώς λειτουργεί στην πράξη το οποίο έχω διαπιστώσει ιδίοις όμμασι,, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μου .

   Κάθε νέα κυβέρνηση, κάθε νέος υπουργός Εξωτερικών ή Άμυνας, ξεκινά χωρίς πλήρη εικόνα της σωρευτικής πορείας των προηγούμενων δεκαετιών. Βλέπει το κάθε περιστατικό μεμονωμένα. Δηλαδή βλέπει μια NAVTEX εδώ, μια υπερπτήση εκεί, μια επίσκεψη στα κατεχόμενα παραπέρα — αντί να το βλέπει σαν ένα ακόμα κρίκο σε μια μακρά, συνειδητή αλυσίδα.


   Το αποτέλεσμα δυστυχώς είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται μόνιμα σε θέση αντίδρασης μεμονωμένων επεισοδίων, αντί να έχει μια συνεχή, την απαραίτητη θεσμικά κατοχυρωμένη παρακολούθηση του προτύπου συνολικά.
 

Αυτό εκτιμώ ότι δεν είναι απλώς διοικητική ατέλεια. Πιστεύω ότι αποτελεί ενεργό στρατηγικό μειονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο, που έχει βελτιστοποιήσει την τακτική του,ακριβώς για να εκμεταλλεύεται συστήματα λήψης αποφάσεων που δεν διαθέτουν συνέχεια, αλλά  συστήματα όπου η μνήμη «μηδενίζεται» με κάθε εκλογική αλλαγή.

 
Τι θα άλλαζε ένα λειτουργικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
 

Ένα θεσμικά ισχυρό, μόνιμο ΣΕΑ,  με συνέχεια πέρα από κυβερνήσεις, με δική του θεσμική μνήμη και προσωπικό που δεν αλλάζει σε κάθε εκλογικό κύκλο, θα μπορούσε να κάνει τρία πράγματα που σήμερα δεν γίνονται συστηματικά με αποτέλεσμα να είμαστε πάντα πίσω από τις εξελίξεις:
 

Πρώτον, να τηρεί διαχρονική, συστηματική καταγραφή κάθε μορφής επαναλαμβανόμενης ή σωρευτικής πρακτικής,  ώστε καμία «γκρίζα ζώνη» να μην μπορεί να χτιστεί αθόρυβα, χωρίς κάποιος να παρακολουθεί το άθροισμα.
 

Δεύτερον, να ορίζει εκ των προτέρων, ανεξάρτητα από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, σαφή κατώφλια αντίδρασης, ανάλογα με τις επαναλήψεις ενός περιστατικού, ή ανάλογα με την ένταση, τα οποία θα ενεργοποιούν αυτόματα συγκεκριμένη απάντηση, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά νέα πολιτική απόφαση από την αρχή.
 

Τρίτον, να αντιμετωπίζει το Κυπριακό, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όχι ως τρεις ξεχωριστούς «φακέλους» που χειρίζονται διαφορετικές υπηρεσίες, αλλά ως εκφάνσεις μιας ενιαίας τουρκικής στρατηγικής λογικής , που απαιτεί μια ενιαία και συντονισμένη ελληνική απάντηση.

 
Δύο διαφορετικές σχέσεις με τον χρόνο.
 

Υπάρχει ένας ακόμα λόγος που η αθόρυβη στρατηγική αυτή πετυχαίνει, και έχει να κάνει με το πώς οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν τα εθνικά θέματα πολιτικά, στο εσωτερικό τους.
 

Στην Τουρκία, η αναθεωρητική πολιτική, είτε στο Κυπριακό, είτε στο Αιγαίο, είτε στην Ανατολική Μεσόγειο, παραμένει σταθερή ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά ή ποια είναι η εσωτερική πολιτική συγκυρία. Δεν είναι εργαλείο εσωτερικής αντιπαράθεσης μεταξύ κομμάτων  αλλά μιά κρατική πολιτική με συνέχεια δεκαετιών, την οποία εφαρμόζει η γραφειοκρατία και το στρατιωτικό κατεστημένο, ανεξάρτητα από κυβερνητικές εναλλαγές. Έτσι, κάθε τουρκική κυβέρνηση απλώς συνεχίζει και προσθέτει στο ίδιο, μακρόπνοο σχέδιο.
 

Στην Ελλάδα, αντίθετα όπως όλοι διαιστώνουμε, τα εθνικά θέματα συχνά γίνονται πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κάθε κυβέρνηση ή αντιπολίτευση τα αξιοποιεί, ανάλογα με τη συγκυρία, είτε για να πλήξει τον πολιτικό αντίπαλο ως «αδύναμο» ή «υποχωρητικό», είτε για να παρουσιαστεί η ίδια ως πιο πατριωτική. Ο διαγωνισμός του πιό φλογερού πατριώτη καλά κρατεί…. 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η εθνική στρατηγική δεν χτίζεται σε βάθος χρόνου με συνέπεια, αλλά επαναδιαπραγματεύεται σε κάθε εκλογικό κύκλο, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην εξουσία και ποιος στην αντιπολίτευση.
 

Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι απλώς άτυχη σύμπτωση, αλλά αποτελεί ακριβώς την προϋπόθεση που κάνει τη σωρευτική τουρκική στρατηγική να λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά. Ένας αντίπαλος με σταθερή, θεσμικά αγκυρωμένη πολιτική έχει τεράστιο πλεονέκτημα απέναντι σε έναν αντίπαλο, του οποίου η στάση αλλάζει ή τουλάχιστον παρουσιάζεται δημόσια ως αναμορφωμένη, κάθε φορά που αλλάζει η κυβέρνηση.

    Το τετελεσμένο χτίζεται ήσυχα εκεί ακριβώς όπου η άλλη πλευρά είναι απασχολημένη με τον εσωτερικό της καβγά για το ποιος φταίει για το προηγούμενο επεισόδιο, για το ποιος είναι πιο πατριώτης….

Το συμπέρασμα:
 

ΝουΔο-γαλαζαίων διεθνών ραγιαδο-σουργελαράδων κωμωδία

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Επίσκεψη Μακρόν στην Ελλάδα: μηνύματα και το δύσκολο ερώτημα της γαλλικής συνδρομής

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα δεν ήταν μια τυπική διπλωματική στάση.

Ήταν μια επίσκεψη σχεδιασμένη για να εκπέμψει μήνυμα αποτροπής: προς την Τουρκία χωρίς να κατονομαστεί, προς τις ΗΠΑ σε μια περίοδο αμφιβολιών για τη νατοϊκή συνοχή, προς την Ευρώπη που αναζητά αμυντική ταυτότητα, αλλά και προς το εσωτερικό ακροατήριο σε Ελλάδα και Γαλλία.

Η εικόνα του Μακρόν και του Κυριάκου Μητσοτάκη στη φρεγάτα «Κίμων», μαζί με την ανανέωση της στρατηγικής αμυντικής εταιρικής σχέσης, είχε προφανή συμβολισμό: η ελληνογαλλική σχέση δεν παρουσιάζεται πλέον ως απλή φιλία, αλλά ως σχέση στρατηγικής ασφάλειας. Η ανανέωση της συμφωνίας του 2021 για ακόμη πέντε χρόνια, με πρόβλεψη περαιτέρω αυτόματης ανανέωσης, είχε προαναγγελθεί ως κεντρικό αντικείμενο της επίσκεψης.

Η ελληνική πλευρά θέλησε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως «μπετόν αρμέ» εγγύηση.

Η γαλλική πλευρά, από την άλλη, θέλησε να τη συνδέσει με το μεγάλο αφήγημα Μακρόν: την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, δηλαδή μια Ευρώπη που δεν περιμένει πάντοτε την Ουάσιγκτον για να αποφασίσει αν θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. Ο ίδιος ο Μακρόν έδωσε τον τόνο με τη φράση ότι η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής «δεν είναι λόγια» και ότι η Γαλλία θα είναι στο πλευρό της Ελλάδας, απευθυνόμενος και σε «αντιπάλους και δυνάμει εχθρούς».

Τι συζητήθηκε και τι υπογράφηκε

Το πακέτο της επίσκεψης ήταν ευρύτερο από την άμυνα, αλλά η άμυνα ήταν ο πυρήνας του.

Υπογράφηκαν εννέα συμφωνίες ή κείμενα συνεργασίας: η Ενισχυμένη Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση, η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας–Γαλλίας, οδικός χάρτης συνεργασίας των δύο ΥΠΕΞ, συμφωνίες για επαγγελματική εκπαίδευση, ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα για την περίοδο 2026-2030, συνεργασία στην πυρηνική τεχνολογία, ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, αμυντική έρευνα και καινοτομία, καθώς και πλαίσιο υποστήριξης για τους πυραύλους MICA IR/RF της MBDA.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι η επίσκεψη δεν περιορίστηκε στη ρητορική «Ελλάς–Γαλλία–Συμμαχία». Περιέλαβε τρία επίπεδα.

Πρώτον, το στρατιωτικό: Rafale, φρεγάτες, MICA, αμυντική τεχνολογία, διαλειτουργικότητα.

Δεύτερον, το πολιτικό: κοινός βηματισμός σε Ε.Ε., ΝΑΤΟ, Ανατολική Μεσόγειο και ευρωπαϊκή άμυνα.

Τρίτον, το βιομηχανικό και τεχνολογικό: πυρηνική τεχνολογία, ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, έρευνα, ανώτατη εκπαίδευση.

Το μήνυμα είναι ότι η σχέση δεν θέλει να είναι μόνο «αγοράζω γαλλικά όπλα», αλλά πιο μόνιμη σύζευξη στρατηγικών συμφερόντων.

Ωστόσο, εδώ χρειάζεται κριτική στάση.

Η Γαλλία δεν δρα από φιλελληνισμό. Έχει συμφέρον να πουλήσει αμυντικό υλικό, να ενισχύσει τη γαλλική αμυντική βιομηχανία, να αποκτήσει πιο σταθερό αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο και να προωθήσει την ευρωπαϊκή άμυνα με γαλλική σφραγίδα.

Η Ελλάδα επίσης αγοράζει τεχνολογία, πολιτική πρόσβαση και αποτρεπτικό βάθος.

Αυτή είναι η ουσία των σύγχρονων συμμαχιών: δεν είναι ρομαντικές, είναι συναλλακτικές — αλλά όσο τα συμφέροντα συμπίπτουν, τόσο πιο αξιόπιστη γίνεται η συμμαχία.

Το κρίσιμο σημείο: η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής

Η βάση της συζήτησης είναι το άρθρο 2 της ελληνογαλλικής συμφωνίας του 2021. Σύμφωνα με το κείμενο, τα δύο μέρη παρέχουν βοήθεια και συνδρομή «με όλα τα κατάλληλα μέσα» και, εφόσον χρειαστεί, «με τη χρήση ένοπλης βίας», εάν διαπιστώσουν από κοινού ότι λαμβάνει χώρα ένοπλη επίθεση κατά της επικράτειας ενός από τα δύο κράτη.

Αυτό είναι ισχυρότερο από μια γενική πολιτική δήλωση. Δεν είναι όμως μηχανισμός αυτόματου πολέμου. Υπάρχουν τρεις κρίσιμες λέξεις: «ένοπλη επίθεση», «επικράτεια» και «διαπιστώσουν από κοινού».

Δηλαδή, η ρήτρα ενεργοποιείται καθαρά όταν υπάρχει σαφής ένοπλη επίθεση στην ελληνική επικράτεια. Αν όμως έχουμε γκρίζα ζώνη — θερμό επεισόδιο μικρής κλίμακας, υβριδική πίεση, αμφισβητούμενη θαλάσσια περιοχή, επεισόδιο σε ΑΟΖ ή κρίση που δεν έχει αμέσως τον χαρακτήρα κλασικής επίθεσης — τότε η πολιτική ερμηνεία θα είναι καθοριστική.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της ρήτρας. Απλώς την προσγειώνει. Η αξία της βρίσκεται κυρίως στην αποτροπή πριν από την κρίση. Ο αντίπαλος πρέπει να υπολογίζει ότι μια σύγκρουση με την Ελλάδα μπορεί να φέρει γαλλική εμπλοκή, έστω και με τρόπους που δεν θα ανακοινωθούν εκ των προτέρων: αποστολή ναυτικών δυνάμεων, πληροφορίες, αεροπορική παρουσία, στρατιωτικό υλικό, διπλωματική κάλυψη, κοινό ευρωπαϊκό μέτωπο. Αυτό από μόνο του ανεβάζει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας.

Η ευρωπαϊκή διάσταση: Άρθρο 42.7 και ΝΑΤΟ

Ο Μακρόν συνέδεσε την ελληνογαλλική ρήτρα με το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Ε.Ε. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, εάν κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη έχουν υποχρέωση να το βοηθήσουν με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους.

Εδώ όμως βρίσκεται μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη νομική υποχρέωση και στην επιχειρησιακή πραγματικότητα. Το Reuters επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με το ΝΑΤΟ, το άρθρο 42.7 της Ε.Ε. δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες στρατιωτικές δομές και επιχειρησιακά σχέδια, ενώ έχει ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά, από τη Γαλλία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι το 2015.

Το ΝΑΤΟ, από την άλλη, διαθέτει δομές, στρατηγεία, σχέδια, δυνάμεις και δεκαετίες συλλογικής άμυνας. Αλλά και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε σύμμαχος στέλνει στρατό. Το ίδιο το ΝΑΤΟ αναφέρει ότι η συνδρομή μπορεί ή μπορεί να μη συνεπάγεται χρήση ένοπλης βίας και ότι κάθε σύμμαχος λαμβάνει τα μέτρα που κρίνει αναγκαία.

Άρα ο Μακρόν πολιτικά είπε κάτι πολύ ισχυρό, αλλά θεσμικά πρέπει να είμαστε ακριβείς: καμία ρήτρα δεν αντικαθιστά την εθνική αποτροπή. Οι ρήτρες λειτουργούν καλύτερα όταν ο αντίπαλος πιστεύει ότι πίσω τους υπάρχουν πολιτική βούληση, στρατιωτικά μέσα και κοινά συμφέροντα.

Θα συμπαρασταθεί η Γαλλία στην Ελλάδα σε περίπτωση κρίσης;

Σε περίπτωση καθαρής ένοπλης επίθεσης κατά της ελληνικής επικράτειας, η πιθανότητα ουσιαστικής γαλλικής συνδρομής είναι υψηλή. Υπάρχει νομική βάση, υπάρχει πολιτική δέσμευση, υπάρχουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα, υπάρχει ήδη εξοπλιστική και επιχειρησιακή σύζευξη. Ο Μακρόν δεν άφησε τη δήλωση στο επίπεδο της διπλωματικής ευγένειας· χρησιμοποίησε γλώσσα αποτροπής, λέγοντας ουσιαστικά ότι η Γαλλία δεν θα μείνει ουδέτερη.

 

Σε περίπτωση όμως «κρίσης» χωρίς καθαρή ένοπλη επίθεση — για παράδειγμα, παρατεταμένη ένταση στο Αιγαίο, επεισόδιο σε θαλάσσια ζώνη, παρενόχληση ερευνητικού σκάφους, υβριδική πίεση ή κυβερνοεπίθεση — η γαλλική συμπαράσταση πιθανότατα θα είναι κλιμακωτή. Δηλαδή πρώτα πολιτική κάλυψη, έπειτα διπλωματική πίεση, πιθανώς αποστολή μονάδων στην περιοχή, ανταλλαγή πληροφοριών, επιτάχυνση υλικής υποστήριξης, κοινές ασκήσεις ή ευρωπαϊκή κινητοποίηση. Δεν είναι βέβαιο ότι θα σημαίνει άμεση γαλλική συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Αυτό είναι το σημείο όπου πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολή. Η Γαλλία δεν θα πολεμήσει για κάθε ελληνική διπλωματική διαφορά. Θα κινηθεί αποφασιστικά όταν θεωρήσει ότι διακυβεύονται η ελληνική κυριαρχία, η ευρωπαϊκή αξιοπιστία, η γαλλική επιρροή στη Μεσόγειο και η αξιοπιστία της ίδιας της ελληνογαλλικής συμφωνίας. Αυτά τα τέσσερα πρέπει να συμπέσουν.

Το πραγματικό κέρδος για την Ελλάδα

Το μεγαλύτερο όφελος για την Ελλάδα δεν είναι ότι «ήρθε η Γαλλία και μας εγγυήθηκε». Είναι ότι η Ελλάδα εντάσσει την άμυνά της σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων. Τα Rafale, οι φρεγάτες, οι MICA, οι κοινές ασκήσεις, οι πολιτικές δηλώσεις, η ευρωπαϊκή ρήτρα και η διμερής συμφωνία δημιουργούν πολλαπλά στρώματα αποτροπής.

Αλλά το κέρδος αυτό έχει όριο: η αποτροπή δεν είναι υποκατάστατο στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρήσει ότι επειδή υπάρχει γαλλική ρήτρα, μπορεί να μειώσει την προσοχή της στις Ένοπλες Δυνάμεις, στην αμυντική βιομηχανία, στη διπλωματική προετοιμασία, στην κοινωνική αντοχή ή στην εθνική συναίνεση. Μια συμμαχία είναι πολλαπλασιαστής ισχύος, όχι ασπίδα που λειτουργεί χωρίς τον κάτοχό της.

Η επίσκεψη Μακρόν είχε πραγματικό βάρος. Δεν ήταν μόνο φωτογραφίες, ούτε μόνο επικοινωνία. Ανανέωσε μια από τις πιο ουσιαστικές αμυντικές σχέσεις που έχει σήμερα η Ελλάδα, έβαλε ξανά στο κέντρο την ευρωπαϊκή άμυνα και έστειλε μήνυμα ότι η Γαλλία θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη που δεν εγκαταλείπει τους εταίρους της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως η ψύχραιμη ανάγνωση είναι απαραίτητη:

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Ελλάς – Γαλλία, πάντα συμμαχία

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι θεωρεί την Ελλάδα «φανταστική χώρα» και τον Κυριάκο Μητσοτάκη φοβερό τύπο. Δεν έχω αντίρρηση. Αν και περνάμε μια ιστορική φάση, κατά την οποία το ενδιαφέρον του Αμερικανού προέδρου για οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο μάλλον ανησυχία προκαλεί παρά ανακούφιση.

Αλήθεια, τι σημαίνει να σε αγαπάει ο Τραμπ;

Πρώτον, σημαίνει ότι έχει αντιληφθεί την ύπαρξή σου. Και δεν είναι λίγο να μην περνάς απαρατήρητος από το μυαλό ενός ανθρώπου που κουβαλάει μέσα στους νευρώνες του την οικουμένη ολόκληρη ως ιδιοκτησία του.

Δεύτερον, σημαίνει ότι κάτι έχεις που του γυάλισε. Είναι γνωστή η αγάπη του για ό,τι λάμπει. Αυτό βέβαια μπορεί να μας κολακεύει, όμως καλόν θα ήτο να κρατάμε λίγο τις αποστάσεις μας, διότι αν τον τυφλώσει η λάμψη μας μπορεί να μας πνίξει με την πληθωρική αγάπη του. Ως γνωστόν, ο Τραμπ είναι άνθρωπος των άκρων. Λατρεύει τους πάγους της Γροιλανδίας, οπότε είναι πολύ πιθανό να αγαπήσει και τους βράχους του Αιγαίου. Σε γενικές γραμμές είναι σωφρονέστερο οι σχέσεις σου μαζί του να τηρούν τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς, αλλά να καταλήγουν σε μια θερμή καληνύχτα. Είναι καλύτερο να νομίζει ότι η Ελλάδα είναι μια αρχαία χώρα γεμάτη ερείπια και σοφούς που μιλούν μπερδεμένα. Δεν χρειάζεται να ξέρει ότι η χώρα αυτή είναι υπαρκτή και δεν κατοικείται μόνον από αρχαίους Ελληνες. Ας φροντίσουν, όταν με το καλό μας επισκεφθεί, να τον υποδεχθούν ως αρχαίοι, με την κατάλληλη ενδυμασία. Είμαι βέβαιος ότι θα το διασκεδάσει.

Τώρα σε ένα πιο σοβαρό επίπεδο, ξέρετε, αυτό που απασχολεί τους γεωστρατηγικούς αναλυτές, τους σύγχρονους επιδημιολόγους, σκέφτομαι μήπως δεν είναι τυχαίο ότι η διαχυτική δήλωση του Τραμπ συνέπεσε με την επίσκεψη του προέδρου Μακρόν και των υποβρυχίων του. Και μάλιστα, σε μια περίοδο όπου οι σχέσεις της Ευρώπης με τον Τραμπ δεν περνούν και τις καλύτερες στιγμές τους. Μου κάνει, δε, εντύπωση πώς η σύμπτωση πέρασε απαρατήρητη από τις ευαίσθητες κεραίες των αναλυτών.

Και τώρα για να σοβαρευτώ.

Είμαι παιδί των σχέσεων της Ελλάδας με τη Γαλλία. Θέλω να πω, δεν μπορώ να αγνοήσω τον ρόλο που έπαιξε η Γαλλία το θυελλώδες εκείνο καλοκαίρι του 1974 προστατεύοντας τη διαλυμένη από τη χούντα Ελλάδα.

Δεν μπορώ να αγνοήσω επίσης τον ρόλο που έπαιξε ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν στην ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ.

Αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει πουθενά στη χώρα μας μια αναφορά, μια προτομή, μια επιγραφή, για να μας θυμίζει τον άνθρωπο που συμπαραστάθηκε ενεργά στη χώρα μας στις πιο κρίσιμες στιγμές της.

Ηταν δεξιός, δεν λέω, αλλά και ο Καραμανλής δεξιός ήταν. Σε αντίθεση με τον Μιτεράν, που δεν ήθελε να δει ούτε ζωγραφιστό τον Παπανδρέου.

Ας είμαστε ρεαλιστές. Προχθές στη Ρωμαϊκή Αγορά ο πρόεδρος Μακρόν μίλησε για την ανάγκη ενότητας της Ευρώπης και διατύπωσε χωρίς περιστροφές ότι αυτήν τη στιγμή η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ στρέφονται εναντίον της. Δεν είπε τίποτε πρωτότυπο ούτε κάτι καινούργιο. Απλώς μίλησε για αυτό που λείπει περισσότερο από την Ενωση, την πολιτική προοπτική.

Η Γερμανία μπορεί να είναι η ισχυρότερη οικονομική δύναμη στην Ευρώπη, τη Γαλλία μπορεί να τη βαραίνει το χρέος της, αλλά αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η Γαλλία πάντα έβλεπε την Ευρώπη ως πολιτική προοπτική. Μην ξεχνάμε ότι ο πρώτος που συνέλαβε μια Ευρώπη ενωμένη ήταν ο Ναπολέων. Την έπνιξε στο αίμα, όμως, για να επιβάλει τις ιδέες της επανάστασης και όχι για να την υποτάξει στην ανωτερότητα του γερμανικού έθνους.

Από το πολιτικό μέλλον της Γαλλίας εξαρτάται το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης. Με το κοινωνικό πρόβλημα που έχουν προκαλέσει οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί, με την αδυναμία ένταξής τους, με την οικονομική εξάντληση των μεσαίων στρωμάτων, με ένα κοινωνικό κράτος που χάνει την ισχύ του κι ένα εκπαιδευτικό σύστημα που υπονομεύει η ιδεολογία του προοδευτισμού, η Γαλλία σήμερα μοιάζει να έχει χάσει τον εαυτό της. Παρ’ όλ’ αυτά, πάντως, παραμένει η πιο αξιόμαχη ευρωπαϊκή δύναμη – και δεν εννοώ μόνο στρατιωτικά.

Η Ευρώπη παραμένει η πιο βιώσιμη περιοχή του κόσμου, η μόνη βιώσιμη για εμάς τους Eυρωπαίους. Και οφείλει να κάνει μια γερή επανεκκίνηση. Oπως είπε ο Σουμάν, αν δεν κάνω λάθος –ή μήπως ο Μονέ;– αν ξαναξεκινήσουμε το ευρωπαϊκό πείραμα θα πρέπει να το αρχίσουμε απ’ τον πολιτισμό μας. Κοινώς, να αφήσουμε τις σαχλαμάρες του προοδευτισμού που σπάει καρέκλες και πετάει γάτες για να κάνει τέχνη και να γυρίσουμε στον Μπετόβεν και στον Πικάσο. Μόνον έτσι η Ευρώπη θα αποκτήσει ξανά την αυτοπεποίθησή της. Αυτή που της λείπει σαν να έχει κουραστεί από τους αιώνες της Ιστορίας και της δημιουργίας που κουβαλάει στην πλάτη της.

Μπορεί το ενδιαφέρον της Γαλλίας για τη Μεσόγειο και τον Νότο να μας φαίνεται συγκυριακό ή και ευκαιριακό, όμως…

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η Ελλάδα ως γεωπολιτικό παίγνιο. Η σημασία της Αμερικανικής απόβασης

 Του Παντελή Σαββίδη

 Τρία είναι τα στοιχεία που ενδιαφέρουν από την τελευταία αμερικανική απόβαση στην Αθήνα:
το LNG, η συμμετοχή της EXXON στο οικόπεδο 2 δυτικά της Κέρκυρας και η Συμφωνία 3+1 (Ελλάδα-Κύπρος- Ισραήλ +ΗΠΑ).

Η επανενεργοποίηση της πρωτοβουλίας 3+1 υπό προϋποθέσεις είναι θετική αλλά προϋπήρχε ως διαδικασία, απλώς, τώρα αποφασίσθηκε η συνέχισή της. Η προϋπόθεση είναι να συζητήσει η Ελλάδα και η Κύπρος με το Ισραήλ τα πεδία στα οποία θα μπορούσαν να συνεχίσουν την συνεργασία τους  και να την επεκτείνουν σε ζητήματα ασφάλειας. Είναι ευνόητο πως μια τέτοια συνεργασία δεν μπορεί να περιλαμβάνει τον διωγμό των παλαιστινίων.

 Η συμμετοχή της EXXON στις έρευνες και ενδεχομένως εξορύξεις στο οικόπεδο 2 δυτικά της Κέρκυρας μένει να αποδειχθεί ως προς την ωφελιμότητά της. Το παρελθόν της συμπεριφοράς της EXXON σε ανάλογες περιπτώσεις δεν προκαλεί αισιοδοξία. Η ικανοποίηση προκύπτει από την ψευδαίσθηση ότι η εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών στην ενεργειακή πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων θα προστατέψει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, κάτι που η Αθήνα ομολογεί πως δεν μπορεί να πετύχει μόνη της.   

H EXXON κάνει έρευνες και στην Ελλάδα και στη Λιβύη. Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση πως στο τέλος εκείνο που θα επιδιωχθεί είναι εξορύξεις χωρίς να έχουν ορισθεί οι ΑΟΖ των ενδιαφερομένων χωρών, κάτι που σε ό,τι αφορά το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο υπονοεί στην προέκτασή της η δήλωση της κ. Δαμανάκη για κοινά θαλάσσια πάρκα Ελλάδας-Τουρκίας.

Οι ενεργειακές συμφωνίες σχετικά με το LNG,  και τον κάθετο άξονα από Αλεξανδρούπολη προς βορράν, πέραν του κόστους, έχουν χρονικό ορίζοντα (2030-2050) κατά τον οποίο θα κριθούν αν υπερισχύσουν και σε ποιο ποσοστό από τις ΑΕΠ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας).

Η αμερικανική προσπάθεια έχει ως ισομερή στόχο το οικονομικό και το γεωπολιτικό όφελος. 

Το οικονομικό είναι σαφές. Θα πωλήσουν στην Ε.Ε.  250 δισ. Αμερικανικούς ενεργειακούς πόρους το χρόνο και για τρία χρόνια. Αυτό θα μπορούσε να εκτιμηθεί και ως αγορά προστασίας από μια Ευρώπη ανύπαρκτη γεωπολιτικά.

Ο γεωπολιτικός στόχος, όμως, των ΗΠΑ είναι ανησυχητικός. Αντιλαμβανόμενες ότι δεν μπορούν να κυριαρχήσουν απολύτως σε έναν πολυπολικό κόσμο, επιδιώκουν την χάραξη μιας νέας ψυχροπολεμικής γραμμής ώστε να ηγούνται ενός μέρους του διαμορφούμενου κόσμου, όπως παλαιότερα του δυτικού.

Η εναλλακτική αυτής της επιλογής θα ήταν η ένταξη και της Ρωσίας και της Κίνας σε ένα ενιαίο παγκόσμιο σύστημα αλλά αυτό δεν θα εγγυάτο την αμερικανική μονοκρατορία.

Σ αυτόν, λοιπόν, τον νέο ψυχρό πόλεμο η Ελλάδα εντάσσεται ολοκληρωτικά στην αμερικανική σφαίρα επιρροής με αποτελέσματα που δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να διαχειριστεί. Γίνεται σαφής ρωσικός στόχος ενώ θα κληθεί να αποβάλει την Κίνα από τις επενδύσεις που έχει κάνει. Με ό,τι, επιπλέον, συνεπάγεται αυτή η πολιτική στις διεθνείς σχέσεις.

Μια τέτοια ενέργεια, την οποία κατά καιρούς έχουν επιχειρήσει κυβερνητικοί παράγοντες χωρίς επιτυχία, πέραν του γεγονότος ότι θα προκαλέσει διεθνή αναξιοπιστία για τη χώρα, θα έχει άμεσες οικονομικές επιπτώσεις.

Από τον Πειραιά στο λιμάνι του οποίου έχουν επενδύσει οι κινέζοι, περνούν περίπου 7,5 εκατομμύρια containers προς Ευρώπη , Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα. Η COSCO έχει μέχρι σήμερα επενδύσει 600 εκατομμύρια, αποφέρει περί τα 150 εκατομμύρια έσοδα στο κράτος,3000 άμεσες  και 10000 έμμεσες θέσεις εργασίας. Μεγάλο μέρος των μεταφορών της πραγματοποιείται με ελληνόκτητα πλοία.

Το αμερικανικό ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στον εξοβελισμό της Κίνας από όπου είναι δυνατόν αλλά η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επικαλεστεί την κατάληξη του γνωστού διαδρόμου IMEC ( India–Middle East–Europe Economic Corridor ) ο οποίος βρίσκεται, ακόμη, στην φάση της φαντασίας. ΟΙ Αμερικανοί σχεδιάζουν ένα είδος πολλαπλού διαδρόμου από την Ινδία μέσω Εμιράτων, Σαουδικής Αραβίας, Ισραήλ και Κύπρου να καταλήγει στην Ελλάδα. Αν το πρόβλημα με την κινεζική παρουσία στον Πειραιά είναι η κατάληξη του διαδρόμου αυτού, η εναλλακτική θα ήταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Αλλά και από την Θεσσαλονίκη η κυβέρνηση προσπαθεί να εκδιώξει τον Πόντιο, ελληνικής καταγωγής Ιβάν Σαββίδη με μεθόδους που θυμίζουν μαφία.


Και οι Κινέζοι και ο Σαββίδης, επένδυσαν στην Ελλάδα όταν οι Έλληνες κεφαλαιούχοι έβγαζαν στο εξωτερικό τα χρήματά τους εγκαταλείποντας την χώρα λόγω της οικονομικής κρίσης. Επανήλθαν στον γνωστό ρόλο τους.
 

Υπάρχουν, λοιπόν, τρείς εικόνες που πρέπει να δούμε για την θέση της Ελλάδας στον νέο πολυπολικό κόσμο.

Η μεγάλη εικόνα  που δείχνει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο μεγάλων δυνάμεων, η μεσαία, που δείχνει την προβολή αυτού του ανταγωνισμού στην περιοχή μας και η μικρή που εστιάζει στην Ελλάδα.

Οι ΗΠΑ θεωρούν μακροχρόνια στρατηγική απειλή την Κίνα. 

Ταυτόχρονα, η Ρωσία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής τριβής στο νέο γεωπολιτικό πεδίο κυρίως  στρατιωτικά, ενεργειακά και μέσω της προσέγγισης της με την Κίνα.

Σ αυτήν την αντιπαράθεση Κίνα και Ρωσία διαθέτουν, επίσης, πλεονεκτήματα τα οποία καθιστούν δύσκολη την ανάσχεσή τους. Γι αυτό στην μεγάλη εικόνα δεν επιδιώκεται η αντιπαράθεση αλλά το τεχνολογικό, οικονομικό και στρατιωτικό ξεπέρασμά τους.

Στο μεσαίο επίπεδο η αντιπαράθεση διεξάγεται στην Ανατολική Μεσόγειο, την Μέση Ανατολή και τον Ινδοειρηνικό.

Η νέα στρατηγική των ΗΠΑ εγκατέλειψε την προσπάθεια απομάκρυνσής τους από την Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή και για τα οικονομικά και για τα γεωπολιτικά οφέλη που προσφέρουν οι περιοχές αυτές.

Οι επιλογές των παικτών στους οποίους θα στηριχθούν οι ΗΠΑ έχουν διευρυνθεί. Δεν είναι, μόνο, το Ισραήλ στο οποίο και γύρω από το οποίο αναπτύσσουν τις συνεργασίες τους. Είναι και η Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα, ακόμη και η Συρία με το νέο καθεστώς.

Το παιχνίδι, έτσι γίνεται περίπλοκο στη Μέση Ανατολή με μαύρη τρύπα για τις ΗΠΑ το Ιράν. Την Τεχεράνη δεν την έχει θέσει στο στόχαστρό της η Ουάσιγκτον λόγω της αντιπαράθεσής της με το Ισραήλ. Οι Αμερικανοί δεν θέλουν το ιρανικό καθεστώς διότι αποτελεί μέσον παρουσίας των αντιπάλων τους, Κίνας και Ρωσίας ως εισόδου στην Μεσόγειο. Η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος βρίσκεται στα αμερικανικά σχέδια ενδεχομένως μέσω του κουρδικού παράγοντα.

Υποτίθεται ότι ο IMEC  είναι η στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ για την Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή αλλά η Ουάσιγκτον παίζει σε πολλούς χάρτες και πολλαπλά παιχνίδια. Δημιουργεί μια αβεβαιότητα η οποία έχει καταγραφεί στο Ισραήλ.

Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό παιχνίδι η Ελλάδα...