Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αδέσποτα τραγούδια που ως διά μαγείας απέκτησαν συνθέτες
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Ενα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της νεοελληνικής ιστορίας, που τραγουδιόταν από το 1870 μέχρι και μετά το 1960 -ο «Μπαρμπα-Γιάννης κανατάς»- είναι αγνώστου δημιουργού, παρά το γεγονός ότι σε παλαιό φυλλάδιο αναφέρεται ως στιχουργός του ο ίδιος ο Μπαρμπα- Γιάννης.
Επί 57 έτη κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος το έγραψε και κανένας δεν το διεκδίκησε, αφού δεν υπήρχε κίνητρο. Αλλά το 1932 που εκδόθηκε σε δίσκο (Odeon Α 190469), ο «συνθέτης» του ανεκαλύφθη ως διά μαγείας. Και δεν ήταν άλλος από τον τραγουδιστή που το ηχογράφησε, δηλαδή ο Πέτρος Επιτροπάκης!
Η οργάνωση του μηχανισμού είσπραξης και διανομής ποσοστών φάνηκε πως δεν μπορούσε να ανεχθεί την ανωνυμία. Με το σκεπτικό ότι «Πάσα τάξις και αρμονία προϋποθέτει νουν κατά σχέδιον ταξινομούντα...» έβγαλε το λογικό (και βολικό) συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει έργο χωρίς δημιουργό, δεν υπάρχει έπιπλο χωρίς επιπλοποιό ή τραγούδι χωρίς τραγουδοποιό. Πολύ σωστά. Ολα ανεξαιρέτως τα τραγούδια κάποιος τα δημιούργησε. Το να είναι ή να μην είναι γνωστό το όνομά του, δεν ενδιαφέρει και τόσο όσους λαμβάνουν αληθινή ευχαρίστηση όταν το ακούν ή το τραγουδούν, αλλά ενδιαφέρει πολύ όσους λαμβάνουν χρήματα και φήμη από την εμπορία των αντιτύπων του.
Τα τραγούδια που δεν γνωρίζουμε ποιος τα έγραψε είναι πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε. Αυτά θα τα χωρίζαμε σε δύο κατηγορίες:
σ' εκείνα που πραγματικά δεν γνωρίζουμε το δημιουργό τους (δημοτικά και πολλά νεότερα αστικά λαϊκά) και
σ' εκείνα που γνωρίζουμε το δημιουργό τους.
Μια υποκατηγορία περιλαμβάνει τα τραγούδια εκείνα για τα οποία ο αναφερόμενος (επί του δίσκου) δημιουργός είτε δεν είναι πράγματι αυτός είτε αμφισβητείται. Ας αναφέρουμε για παράδειγμα το τραγούδι που έσπασε τα ρεκόρ πωλήσεων στην εποχή του, την περίφημη «Μαντουμπάλα», που το υπογράφει ως συνθέτης ο Στέλιος Καζαντζίδης. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα τραγούδι από τον ινδικό κινηματογράφο, σύνθεση των Ινδών δημιουργών Shankar & Jaikishan. Το ευτράπελο είναι πως ούτε κι ο Καζαντζίδης, που το υπογράφει, έκανε τίποτε επ' αυτού, πλην της ερμηνείας. Η προσαρμογή της μουσικής στα ελληνικά λόγια ανήκουν στον Θόδωρο Δερβενιώτη, που την εποχή εκείνη διατελούσε «διευθυντής» στην εταιρεία Columbia.
Τα παραπάνω είναι τεκμηριωμένα διά της μαρτυρίας του Δερβενιώτη σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη στον υπογράφοντα. Ενα άλλο ωραίο παράδειγμα είναι ορισμένα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, οι στίχοι των οποίων είναι παρμένοι από δημοτικά τραγούδια: Το τετράστιχο π.χ. του τραγουδιού «Ατακτη»: «Ηθελα να σ' αντάμωνα να σούλεγα καμπόσα / κι αν δεν σου γύριζα το νου, να μου 'κοβαν τη γλώσσα». Οποιος θέλει μπορεί να το βρει απαράλλακτο στη σελίδα 520 του βιβλίου του Arnoldus Passow «Carmina Popularia» (Ελληνικός τίτλος «Τραγούδια Ρωμέικα»), το οποίο εκδόθηκε στη Λειψία το έτος 1860(!).
Τι έχει συμβεί; Δύο ενδεχόμενα υποβάλλει η ψυχρή λογική: Είτε ο Arnoldus Passow, πριν γράψει το βιβλίο του, ταξίδεψε στο μέλλον και άκουσε το δίσκο του Βαμβακάρη, είτε ο Βαμβακάρης χρησιμοποίησε την ίδια πηγή με τον Passow, δηλαδή πήρε ένα δημοτικό τραγούδι και το έκανε δικό του. Η ψυχρή λογική είναι αντιπαθέστατη, διότι π.χ. κάνει να φαινόμαστε σαν να θέλουμε να εκθέσουμε είτε τον Passow ως εξωγήινο είτε τον Μάρκο Βαμβακάρη ως λογοκλόπο. Στη μελέτη όμως της ιστορίας των τραγουδιών, και ιδίως των τραγουδιών των ανώνυμων δημιουργών, φαίνεται πως ηττάται η αριστοτελική λογική, ενώ θριαμβεύει η θεωρία της σχετικότητας του Αλβέρτου Αϊνστάιν.
Η προ Δίσκου εποχή
Αν υποθέσουμε πως δεν υπήρχαν οι δίσκοι, πόσα, άραγε, θα ήσαν σήμερα τα τραγούδια (γενικώς) και πόσα από αυτά (ειδικώς) θα ήσαν αδέσποτα; Το πιθανότερο είναι ότι τα τραγούδια θα ήταν δραματικά λιγότερα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα ήταν «αγνώστων συνθετών».
Μια ματιά στην τελευταία π.Δ. (προ Δίσκου) εποχή είναι χαρακτηριστική: Στην αυγή του 20ού αιώνα όλες οι συνθήκες που σήμερα ευνοούν, παράγουν και συντηρούν τους επαγγελματίες συνθέτες της εμπορικής μουσικής ήταν στη θέση τους. Η αστική κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες, η διασκέδαση, οι έρωτες, τα βάσανα της ζωής, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, όλα πλην ενός: ο δίσκος και τα δύο συνεπαγόμενά του, η δόξα και το χρήμα για τους δημιουργούς. Αυτά ακριβώς είναι που δημιούργησαν τους... δημιουργούς, δηλαδή το είδος εκείνο του επαγγελματία λαϊκού συνθέτη, στην υπηρεσία των εταιρειών δίσκων, ο οποίος δεν υπήρχε πριν αρχίσουν να μοιράζονται χρήματα από πνευματικά δικαιώματα.
Δεν υπάρχουν δηλαδή, στην προ Δίσκου εποχή αντίστοιχοι, επώνυμοι επαγγελματίες λαϊκοί συνθέτες, όπως ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Παπάζογλου και τόσοι άλλοι. Αυτοί είναι οι πρώτοι. Ο επαγγελματίας λαϊκός συνθέτης είναι δημιούργημα της βιομηχανίας των δίσκων και ειδικώς στην Ελλάδα εμφανίζεται σταδιακά από το 1931 και εξής. Οποιος ψάχνει τραγούδια λαϊκών ανθρώπων (που να είναι επαγγελματίες συνθέτες) στους δίσκους πριν από την εποχή αυτή, ματαιοπονεί. Οι μόνοι συνθέτες που εμφανίζονται από υπάρξεως γραμμοφώνου, μέχρι τότε, είναι συνθέτες λόγιοι ή συνθέτες του μουσικού θεάτρου, των καντάδων και άλλων ελαφρών τραγουδιών ευρωπαϊκού στιλ, όπως π.χ. ο Σπύρος Σαμάρας, ο Ναπολέων Λαμπελέτ, ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Τίτος Ξηρέλης, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, ο Νίκος Χατζηαποστόλου κ.ά.
Τα αστικά λαϊκά τραγούδια, τα πρώτα (λεγόμενα) ρεμπέτικα, και άλλες λαϊκές μορφές, μια φυσική εξέλιξη των δημοτικών τραγουδιών που κυκλοφορούσαν στο στόμα του λαού, ήσαν τραγούδια ανωνύμων, τα οποία σιγά σιγά εξαφάνισε η δράση των επαγγελματιών λαϊκών επωνύμων, είτε διά της λήθης είτε διά της αυθαίρετης οικειοποίησης π.χ. «Το σαλβάρι του Κιόρογλου», ένα δημοτικό μικρασιάτικο που κυκλοφόρησε σε δίσκο (Odeon GA 1653 - Αθήνα 1932) ως σύνθεση του Σταύρου Παντελίδη.
Νέοι δεσπότες
Ο «Μπαρμπα-Γιάννης κανατάς» δεν είναι το μόνο αδέσποτο τραγούδι που έγινε επιτυχία. Είναι πλήθος τα αδέσποτα που άλλα μεν παρέμειναν αδέσποτα κι άλλα απέκτησαν... δεσπότες μόλις μπήκαν στα γραμμόφωνα. Ιδού μερικά από αυτά:
- «Αϊντε να πεθάνεις». Γνωστό από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά στο δίσκο του 1928 με τον Αντώνιο Διαμαντίδη αναφέρεται το όνομα του Σαλαβαρή ως συνθέτη του.
- «Δυο γυφτοπούλες». Δημοτικό τραγούδι που ηχογραφήθηκε το 1930 στην Αμερική με τη Μαρίκα Παπαγκίκα και στην Αθήνα το 1930 με τον Κώστα Ρούκουνα. Αργότερα εκδόθηκε και με τον Μάρκο Βαμβακάρη στο όνομά του.
- «Εκατό δραχμές τη μέρα» ή «Ο εργάτης», λαϊκό αγνώστου που τραγουδιόταν στη Σμύρνη πριν από το 1922, αλλά και στη Θράκη ως δημοτικό (κατεγράφη από τον Παντελή Καβακόπουλο). Εκδόθηκε στην Αμερική με τον Κώστα Δούσα και στην Αθήνα σε δύο εκτελέσεις, η μία με τον Κ. Ρούκουνα και η άλλη με τον Στελλάκη Περπινιάδη στο όνομα του Παναγιώτη Τούντα.
- «Σαν πεθάνω στο καράβι». Πλούσιο το... βιογραφικό του. Τραγουδιέται από το 1860 περίπου. Τότε το κατέγραψε (με τη μουσική του) η Μαντάμ Λαφφόν στη Σμύρνη (σύζυγος του Γάλλου προξένου) και συμπεριελήφθη σε δύο παραλλαγές (η δεύτερη από την Αθήνα) στη συλλογή του Bourgault-Ducoudray «Melodies Populaires de Grece & D' Orient» που δημοσιεύθηκε το 1876 στο Παρίσι. Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 μαρτυρούσαν ότι το τραγουδούσαν οι παππούδες τους. Στην Αμερική ηχογραφήθηκε πρώτη φορά από τον Γ. Κατσαρό προς το τέλος της δεκαετίας του '20 και στα μεταπολεμικά χρόνια κυκλοφόρησε ακόμα μία ηχογράφησή του με τη Σωτηρία Μπέλλου και με συνθέτη τον... Μπάμπη Μπακάλη!
Αλλα γνωστά αγνώστων είναι η περίφημη «Ελλη» που ήθελε σκότωμα, το «Καλογεράκι θα γινώ» (που το διεκδίκησε ο Δημήτρης Μαγνήσαλης), οι «Ομολογίες» (Βασίλης Βερμίσογλου), το «Εμαθα πως είσαι μάγκας», που το έγραψε στ' όνομά της η Αμαλία Βάκα στην Αμερική, ο «Μποχώρης», που το οικειοποιήθηκε ο Στέλιος Χρυσίνης, ο «Μεμέτης», ο «Τσακιτζής», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Μες του Συγγρού τη φυλακή», «Τι σε μέλει εσένανε», «Το κουτσαβάκι» και πολλά άλλα.
Οσο τα τραγούδια κυκλοφορούν ελεύθερα από στόμα σε στόμα και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα μετατρέψει σε εμπορεύσιμο προϊόν, δεν έχει και πολλή σημασία το ποιος τα δημιούργησε. Αφού δεν γράφονται πουθενά κι αφού με την προφορική διάδοση ο καθένας τα τραγουδά όπως μπορεί ή όπως θέλει, διαρκώς μεταβάλλονται, τόσο πολύ, που κι αυτοί που τα έγραψαν να μην τα αναγνωρίζουν. Οσο πλατιά κι αν κυκλοφορεί ένα τέτοιο τραγούδι, κανένας ούτε πληρώνει ούτε εισπράττει τίποτε από τη διάδοσή του. Ετσι δεν υπάρχει οικονομικό κίνητρο για να γραφτούν λαϊκά τραγούδια. Το μόνο κίνητρο είναι το αγνό μεράκι, η ανάγκη έκφρασης, έτσι όπως γινόταν με τα λαϊκά τραγούδια εις τους αιώνας των αιώνων. Μόλις όμως έγινε δυνατή η ηχητική αποτύπωση και η αναπαραγωγή τους σε αντίτυπα προς πώλησιν, τότε ήρθε και το κίνητρο που ανέτρεψε το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς.*
Ούτε τα δημοτικά δεν γλίτωσαν
Από το καθεστώς της ανωνυμίας δεν βγήκαν μόνο τα αδέσποτα λαϊκά, αλλά και τα δημοτικά τραγούδια, καθώς και αυτά απέκτησαν τους «συνθέτες» τους, πράγμα αδιανόητο μεν, φυσικό επακόλουθο δε, αφού αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο των εκδόσεων, και τα ποσοστά της πνευματικής «ιδιοκτησίας» τους δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα.
Ιδού μερικά παραδείγματα:
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ TEXNH και ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ελληνικά παραδοσιακά σκάφη
Το καραβόσκαρο
Ελληνικό σκαρί με επιρροές από την Ιταλία, αλλά και τα αμερικανικά schooners. Εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν άρχισε να εφαρμόζεται η μέθοδος της σάλας στη ναυπήγηση και κυριάρχησε στο Αιγαίο τον 19ο αιώνα, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Το καραβόσκαρο είναι ένα από τα στενότερα και πολυπλοκότερα στην κατασκευή ελληνικά σκαριά. Το μήκος του έφτανε πολλές φορές τα 40 έως 50 μέτρα και η χωρητικότητά του τούς 400 έως 500 τόνους. Τον 19ο αιώνα τα περισσότερα από τα μεγάλα πλοία στο Αιγαίο ήταν καραβόσκαρα, τα οποία ναυπηγήθηκαν κυρίως στη Σύρο, το Γαλαξίδι και αργότερα στο Πέραμα. Ξεκίνησε ως αλιευτικό, αλλά γρήγορα επεκτάθηκε η χρήση του ως φορτηγού, πολεμικού και αργότερα σαν ακτοπλοϊκού ή πλοίου αναψυχής.
Ο βαρκαλάς
Εμφανίζεται την ίδια περίοδο με το καραβόσκαρο, με το οποίο αποτελούσαν τα δύο μεγαλύτερα σκαριά της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τα χαρακτηριστικά αυτού του σκαριού είναι η μορφή της πρύμνης, η οποία σταματά απότομα σαν να κόβεται εγκάρσια ως προς τον άξονα του σκάφους. Αυτό το κομμάτι της πρύμνης ονομάζεται «ντάκος» ή «καθρέπτης» και κατασκευάζεται άλλοτε εντελώς κάθετα και άλλοτε με μικρή κλίση προς τα πίσω. Το πλωριό ποδόσταμα είναι συνήθως ίσιο με κλίση λοξά προς την πλώρη. Οι βαρκαλάδες κατασκευάζονταν στους ταρσανάδες των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Σάμος, η Λέσβος, η Σύμη και η Κάλυμνος.
Το λίμπερτι
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ιστορίας Ναυτιλίας και Λιμενικού Σώματος, έτσι ονομάστηκε ένας τύπος φορτηγού πλοίου 10.000 τόνων περίπου, ο οποίος ναυπηγήθηκε μαζικά στις ΗΠΑ και στον Καναδά, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον πόλεμο η αμερικανική κυβέρνηση παραχώρησε στην Ελλάδα έναντι χαμηλού τιμήματος εκατό τέτοια πλοία. Το λίμπερτι αποδείχθηκε ένα αξιόπιστο σκαρί και γρήγορα έβαλε στον πειρασμό τους Ελληνες ναυπηγούς να το αντιγράψουν.
Το τρεχαντήρι
Είναι οξύπλωρο και οξύπρυμνο σκαρί. Παλιότερα εξοπλιζόταν με μονό ή διπλό κατάρτι και τα πανιά που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό ήταν το λατίνι, η σακολέβα, η μπούμα, η ψάθα και ο φλόκος. Σήμερα το τρεχαντήρι κινείται αποκλειστικά με πετρελαιοκινητήρες, ενώ το κατάρτι, που εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένα, έχει μάλλον διακοσμητικό ρόλο, αν και είναι πολύ εύκολο με ένα μικρό λατίνι να κινηθεί και χωρίς κινητήρα. Το τρεχαντήρι σήμερα είναι το σκαρί που κυριαρχεί στην παράκτια αλιεία και το βρίσκουμε από πολύ μικρά μεγέθη, της τάξης των 5,5 με 6 μέτρων, μέχρι και 12 μέτρα. Εχει αποδειχθεί το πιο αξιόπιστο σκαρί για τα νερά του Αιγαίου, έχει εξαιρετική πλεύση στις άσχημες καιρικές συνθήκες, λόγω του χαμηλού κέντρου βάρους, και γι' αυτό το λόγο είναι το κυρίαρχο σκαρί του ελληνικού αλιευτικού στόλου.
Ο μπότης
Σκαρί-παραλλαγή του τρεχαντηριού. Η διαφορά του από το τρεχαντήρι είναι ότι το ποδόσταμα στην πλώρη ανεβαίνει ίσια (σχεδόν κάθετα προς την καρίνα) κι όχι καμπυλωτά, όπως στο τρεχαντήρι. Παλιότερα, ο μπότης χρησιμοποιούνταν ως εμπορικό σκάφος. Σήμερα τον συναντάμε μόνο ως μικρό αλιευτικό, με το μέγεθός του να κυμαίνεται μεταξύ 6,5-7 μέτρα. Πολλές φορές τον μπότη τον συναντάμε με πρύμνη καθρέπτη, όπως οι παπαδιές, αλλά ο καθρέπτης περιορίζεται στο πάνω μέρος του ποδοστάματος. Ο μπότης είναι ένα σκαρί που προσφέρεται για κωπηλασία, γι' αυτό και παλαιότερα, όταν όλα τα σκάφη ήταν κωπήλατα, ο μπότης ήταν ένα πολύ δημοφιλές σκαρί.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΘΑΛΑΣΣΑ,
ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΚΟΣΜΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οταν μιλούν τα χέρια
Απο την ΜΑΡΙΑ ΜΥΣΤΑΚΙΔΟΥ
Κάθε λαός, εκτός από τη γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, χρησιμοποιεί και διάφορες χειρονομίες, που είτε είναι θετικές είτε γίνονται αντί λεκτικής προσβολής.
Οι Ελληνες μάλιστα, στα ταξίδια μας στο εξωτερικό, λόγω του ταμπεραμέντου μας συνηθίζουμε να μιλάμε και σε... άπταιστη νοηματική, όταν δεν κατέχουμε τη γλώσσα. Αυτό όμως μπορεί να μας βάλει σε μπελάδες. Ιδίως αν επισκεφθούμε κάποια χώρα στην οποία τα νοήματα που για μας είναι θετικά, εκεί νοούνται ως προσβολές. Και μάλιστα του χειρίστου είδους. Ας δούμε παρέα τι να αποφεύγετε να κάνετε με τα χέρια σας στα ταξίδια σας.
* Στις μουσουλμανικές χώρες το αριστερό χέρι θεωρείται «βρώμικο». Οι χειραψίες γίνονται λοιπόν μόνο με το δεξί, το «καθαρό». Ετσι λοιπόν αν βρεθείτε σε μουσουλμανική χώρα σε καμία περίπτωση μη δώσετε το αριστερό σας χέρι για χαιρετισμό - πρόκειται για απίστευτα απρεπή και ανάρμοστη χειρονομία.
* Αν ταξιδέψετε στο Ιράν μη σηκώσετε τον αντίχειρά σας. Η χειρονομία αυτή, που στη Δύση σημαίνει «επιτυχία», στο Ιράν είναι προσβολή. Το ίδιο ισχύει για όλη τη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία και τη Δυτική Αφρική, που δεν ταυτίζουν την κίνηση με το «μπράβο», αλλά με συγκεκριμένο σημείο της ανδρικής ανατομίας (καταλαβαίνετε τι εννοώ...).
* Προσβολή είναι και το -αθώο στις δυτικές χώρες- σήμα ΟΚ, ο κύκλος που σχηματίζεται με την ένωση αντίχειρα και δείκτη, αν το κάνετε στην Τουρκία και στη Βραζιλία. Αν, δε, το δοκιμάσετε σε ταξίδι σας στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική, ίσως έχετε περισσότερο φιλική αντίδραση απ' όση περιμένετε, αφού εκεί σηματοδοτεί... ερωτικό κάλεσμα.
* Μπορεί εδώ στη Μεσόγειο να δείχνουμε την αγάπη μας αγκαλιάζοντας ανά πάσα στιγμή, ακόμα και στον δρόμο, συγγενείς και φίλους, στην Ανατολική Ασία όμως καλύτερα να αποφεύγετε τους εναγκαλισμούς και τα φιλιά δημοσίως. Στις χώρες αυτές οι αποστάσεις προτιμώνται και κάθε μεσογειακή ένδειξη τρυφερότητας είναι προσβολή. Επίσης, αν ταξιδέψετε σε χώρες που ασπάζονται τον βουδισμό, μην αρχίσετε να χαϊδεύετε κεφάλια από πιτσιρίκια, όπως κάνετε εδώ. Στις χώρες αυτές το κεφάλι θεωρείται ιερό και δεν το αγγίζουμε!
* Στο Κουβέιτ δύο άντρες μπορούν να κρατιούνται χέρι χέρι και να περπατούν στον δρόμο (είναι ένδειξη βαθιάς φιλίας). Δεν συμβαίνει το ίδιο για τα ζευγάρια και τις γυναίκες!
* Αν επισκεφθείτε την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Βραζιλία ή την Κολομβία, μην επιχειρήσετε να κάνετε τα γνωστά «κερατάκια». Η χειρονομία εκεί δεν είναι και τόσο αθώα, αφού τη λαμβάνουν στα σοβαρά... Με την κυριολεκτική έννοια...
* Το γνωστό σήμα της νίκης μπορεί να σας βάλει σε μπελάδες αν το δοκιμάσετε σε Αγγλία και Αυστραλία. Και αυτό επειδή αν σχηματίσετε το γνωστό V με την παλάμη να κοιτάει το πρόσωπό σας, είναι κατάμουτρη προσβολή. Το ίδιο V αν το κάνετε με την παλάμη να κοιτάει κάτω και είστε στη Σαουδική Αραβία, τότε...
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΣΜΟΣ,
ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΓΙΟΡΤΕΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Γάντια μιας χρήσης
Η εκπομπή τελείωνε. Περασμένα
μεσάνυχτα, η Ημέρα γιορτάστηκε με τυμπανοκρουσίες και λογύδρια συμφιλίωσης και
συμπαράταξης. Κάποιες κυρίες από το αρχικό πάνελ, που δεν ξεπέρασαν
λεπτό την αμηχανία τους για την αναγκαστική συνύπαρξη με ένα ευρύτατο
δείγμα επαγγελματικής χειραφέτησης, είχαν ήδη αποχωρήσει και στο κάτω
μέρος της οθόνης έτρεχαν οι τίτλοι τέλους.
Είχαμε περάσει ωραία, όταν στο μεσοδιάστημα δεν αλλάζαμε συχνότητες, με ωραία τραγούδια από ωραίες φωνές. Και μόνο η αναφορά τού οικοδεσπότη στις αδικοχαμένες Τζένη Βάνου και Βίκυ Μοσχολιού ήταν αρκετή να μας συνδέσει με τη φωσφορούχα πίστα της εκπομπής που θεωρείται -δικαίως- μπλου τσιπ στο χρηματιστήριο του γυάλινου κόσμου.
Στην ερώτηση του οικοδεσπότη για την απήχηση του έργου της, η γλυκύτατη κυρία είπε το εξής μοναδικό:
«Τον πληγωμένο άνθρωπο δεν τον πλησιάζεις φορώντας γάντια...».
Και εγένετο φως! Το στούντιο ξαφνικά μεγάλωσε και ψήλωσε, τα
φώτα δυνάμωσαν, τα πρόσωπα έλαμψαν από τη δύναμη της αλήθειας που
ξεπερνάει το υποχρεωτικό και το στημένο. Κι όλες οι παρευρισκόμενες
ξέχασαν για λίγο τους τίτλους και τα πτυχία επαγγελματικής κατάρτισης
-από υποπλοίαρχο σε οδηγό νταλίκας κι από διάσημη φωτογράφο σε
δεξιοτέχνη του μπουζουκιού που βάζει τα γυαλιά στον Χιώτη- κι ο χρόνος
έχασε τη σημασία του. Γιατί όλες, μα όλες αγκαλιάστηκαν πάνω από το
προφανές που γεννιέται όταν ο άνθρωπος δεν ξεχνάει πως είναι άνθρωπος.
Κι εκεί που ετοιμάζεσαι να πιάσεις το βιβλίο που χάσκει μισάνοιχτο πλάι
σου, σβήνεις το φως κι αφήνεσαι στη σκέψη αυτών των λέξεων που σε
ταξιδεύουν καλύτερα από τις νότες και τα τραγούδια όλου του κόσμου.
Τα γάντια μπορεί να προστατεύουν τα χέρια, αλλά αφήνουν ακάλυπτη
την ψυχή. Χαρίζουν την ψευδαίσθηση της θαλπωρής και της πάστρας, αλλά
είναι ένα μονωτικό υλικό που δεν ανακυκλώνεται στον κάδο της αλήθειας
και της έγνοιας για το συνάνθρωπο. Δεν μπορείς να αγαπάς από απόσταση.
Δεν γίνεται να νοιάζεσαι για τον απόβλητο χωρίς να σκύψεις πάνω του. Δεν
μπορείς να τον ρωτάς αν πονάει, χωρίς να τον αγγίζεις.
Οι δρόμοι γέμισαν γαντοφορεμένους συμπονετικούς που προσθέσανε άλλη μια σειρά στο πλούσιο βιογραφικό τους... «Μέλος Ανθρωπιστικής Οργάνωσης που δραστηριοποιείται» κ.λπ. κ.λπ.
Οι δρόμοι έπηξαν στην κατανόηση των γαντοφορεμένων που γεμίζουν
την ώρα τους και σκοτώνουν την ανία τους, αλλάζοντας γάντια ανάλογα με
τη σοβαρότητα της περίπτωσης.
Οι δρόμοι γυαλίζουν από το αστραφτερό χαμόγελο των φιλάνθρωπων που προσφέρουν αφειδώς την παρουσία τους, αλλά όχι τα γυμνά τους χέρια.
«Κοίτα από απόσταση και μην πλησιάζεις». «Το καλό δεν έχει πρόσωπο, το κακό έχει».
«Μπορείς κι από μακριά. Στείλε τον οβολό σου μέσω τραπεζικής επιταγής ή στην ηλεκτρονική δ/νση...».
Η καλοσύνη έχει φαρδιές τσέπες, το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας.
Αντίθετα, η φροντίδα του ανήμπορου φοράει στενά ρούχα.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΝΘΡΩΠΟΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΥΦΑΛΗΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Περί προδοσίας - Μηπως είναι χρήσιμοι οι προδότες σε μια κοινωνία όπως οι βλάκες?
Ενα από τα σημαντικότερα βιβλία του
20ού αιώνα στον τόπο μας ήταν (και είναι, για όσους θέλουν να μας
γνωρίσουν σε βάθος) η μελέτη του καθηγητή του Παντείου, Λεμπέση, «Η
χρησιμότης των βλακών εν τη κοινωνία».
Δεν θα μείνω σ' αυτό, αλλά σκέφτηκα πως, μέρα που είναι, και
ψάλλεται στις ακολουθίες των ημερών η προδοσία του μαθητή Ιούδα, πόσο
χρήσιμο θα ήταν ένα μελέτημα για τη σημαίνουσα και «γόνιμη» παρουσία
στην ιστορία, τουλάχιστον της Ελλάδος, των προδοτών.
Σ' ένα τραγούδι μου
παλιότερα το ρεφραίν έλεγε: «Μας χρειάζονται προδότες πού και πού / για
να νιώθουμε απάνω στο πετσί μας / πως ο δρόμος του καλού και του κακού /
είναι δρόμος που περνάει από την ψυχή μας».
Αμα ανατρέξει κανείς στην
ιστορία από την αρχαιότητα έως σήμερα, κατ' αρχάς θα διαπιστώσει πως δεν
υπήρξε περίοδος, ακμής ή παρακμής, που να μη φύτρωσε κι ένας προδότης.
Τόσο που τουλάχιστον για μένα η εικόνα που δίνει για τον προδότη ο
Κάλβος στο ομώνυμο ποίημά του «Εις τον προδότην» είναι αριστουργηματική:
«Εγύρισε ταις πλάτες του / φεύγει, φεύγει ο προδότης».
Αυτή η εικόνα, αν αναλογιστούν οι εποχές, κυριαρχεί στο νου μας.
Μια γυρισμένη πλάτη, ένα πισώπλατο χτύπημα και μια πανικόβλητη φυγή.
Αλλά είναι όντως χρήσιμοι, όπως οι βλάκες, οι προδότες σε μια
κοινωνία;
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Λελέδες και χλεχλέδες
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ο Μπρεχτ έχει διατυπώσει καίρια τις
εντυπώσεις του από τον πόλεμο που δεχόταν από μετριότητες.
Και ξέρετε,
οι μετριότητες, όσο κενές, σαν τενεκέδες ξεγάνωτοι που είναι, τόσο
περισσότερο αποθρασύνονται, τόσο περισσότερους συμμάχους περιμαζεύουν
από άλλες μετριότητες.
Ετσι μια χούφτα μετριότητες κάνουν τόση φασαρία, τόσο σαματά που
ο κοσμάκης τούς περνάει για αδικημένους, ώς τη στιγμή που θα έρθει σε
επαφή με τα έργα τους, άλλοτε για να γελάσει, άλλοτε για να χλευάσει και
άλλοτε για να ξεράσει από αηδία.
Γιατί οι μετριότητες βρίσκουν άλλες
μετριότητες ντελάληδες να ντελαλήσουν τα μπαλόνια που τάχαμου
υπερίπτανται και είναι γεμάτα με αέρια μεθανίου, αερίου που παράγεται
από φασολάδες και άλλα, τουρλού τουρλού, κουκιά που έλεγε και ο
Καραγκιόζης.
Τι εστί μετριότητα;
Πολλά. Εν πρώτοις ο ημιμαθής που νομίζει πως
τα δύο κολλυβογράμματα που παπαγάλισε τον κάνουν να φουσκώνει σαν
διάνος. Είναι σαν τον παπαγάλο του μύθου που κάθε φορά που τον ρωτούσαν
«θες καφέ;», κραύγαζε «μακαρόνια φρικασέ».
Υστερα ημιμαθής είναι ο ανήμπορος, με χαμηλό νοητικό βαθμό
κατανόησης (και έχουμε εβδομήντα τοις εκατό παιδιά της Ελλάδας κάτω της
βάσης κατά τις μετρήσεις του προγράμματος DISA). Από αυτούς πολλά
ωθούμενα από ασυνείδητους δασκάλους και απληροφόρητους γονείς οδεύουν
προς τις τέχνες, πληρώνοντας εκατομμύρια σε φροντιστές και άλλα
εργαστήρια εμπορίας ψώνιων. Και βγαίνουν στο κλαρί. Εκεί σε κάθε ορφανό
κλαράκι βρίσκουν κι άλλα πουλάκια με φανταχτερά φτερά, αλλά χωρίς φωνή.
Και ρητορεύουν ανοίγοντας με νάζι τα φτεράκια τους, κάνουν φούρλες,
τσαλίμια, ακκισμούς, γλυκασμούς χρωμάτων αφήνοντας πού και πού τσιρίδες
και αναστεναγμούς, καμώματα για να προσελκύσουν κανένα μερακλή
πουλολόγο. Και περιφέρονται πολλοί με τις απόχες τους και τους αρπάζουν
και τους βγάζουν στο παζάρι. Εκεί τα κουτορνίθια λουστράρονται, μπαίνουν
σε φανταχτερά κλουβιά της μόδας κυρίως της μεταμοντέρνας και πωλούνται
όσο όσο σε κάτι κυρίες ψευτοσπουδαίες γελοίες (όπως πρώτος τις
χαρακτήρισε ο Μολιέρος), που τα βαλσαμώνουν τα ανόητα πτηνά και τα
εκθέτουν στις εσπερίδες των λίγων αλλά εκλεκτών σε γούστα μουστερήδων.
Αλλά μεγάλο πλήθος μετριοτήτων είναι οι οπαδοί των μετριοτήτων.
Συγκροτούν συλλόγους, κλαμπ, φαν κλαμπ, σκοτεινά υπόγεια καμιά φορά με
την υποστήριξη βλακών, αφειλών ή υπόπτων πλασιέδων. Φτάνουν και στα
κέντρα του πολιτισμού, εγκαθίστανται σε βελούδινους θρόνους όπου
αναπαύουν όλο έπαρση τα ευαίσθητα οπίσθιά τους και εκτοξεύουν την
ανύπαρκτη ιδέα τους με τη μορφή σερπαντίνας, φυκιών και μπριγιαντίνης ή
ζελέ.
Αυτοί όλοι επιστρατεύουν και κράχτες, νταβατζήδες, προαγωγούς
που τους πουλάνε και τους αγοράζουν, τους ανεβάζουν και τους κατεβάζουν
στο παράλληλο χρηματιστήριο της πλαστελίνης.
Απέναντί τους μοχθούν, παλεύουν, αναλώνονται τα γνήσια ταλέντα,
άνθρωποι νέοι με περιεχόμενο, που τους βασανίζουν ερωτήματα, ανιχνεύουν
μορφές και κώδικες, αναζητούν κλειδιά, αμφιβάλλουν, αμφισβητούν και
επαναστατούν ενάντια στη μετριότητα και στους χειμάρρους της ανοησίας.
Ζητούν δασκάλους, αρνούνται τον ερασιτεχνισμό, τη φιοριτούρα και την
προχειρότητα, αλλά αρνούνται και τη μαστροπία, αρνούνται να εγκλωβιστούν
στη μάντρα των λελέδων, τη στάνη των λακέδων και στη γούρνα των
ρατέδων.
Αρχονται παλεύοντας κόντρα στον τυφώνα που αποπνέουν ομαδόν τα
στοματάκια των νέων της Σιδώνας, όπως τα σατίρισε και ο Καβάφης και ο
Μανόλης Αναγνωστάκης.
Υπάρχει αντίδοτο στη λύσσα των αφιονισμένων μειρακίων που
πιθηκίζουν, μαϊμουδίζουν, τιτιβίζουν, χορεύουν όπως τους παίζουν τα
τύμπανα των αρκουδιάρηδων της πιάτσας?
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ,
ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
LIFESTYLE
ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ : Ξεθωριασμένα έθιμα
Παραμονή Χριστουγέννων και το μόνο
που έχει απομείνει από το θρησκευτικό περιεχόμενο της εορτής είναι μόνο η
λέξη «Χριστούγεννα».
Δεν παριστάνω το θρησκευόμενο που του λείπει η
Λειτουργία, γιατί πιστεύω πως, αν πιστεύει κανείς, βρίσκει τρόπους να
επικοινωνεί με τον θεό του, όποιος κι αν είναι, όπου κι αν βρίσκεται ο
πιστός.
Μιλάω για το κλίμα της εορτής, αυτό που παραδοσιακά, ανεξάρτητα
από το τελετουργικό της ορθοδοξίας, μας παραδόθηκε από τους παππούδες
και τις γιαγιάδες μας, ανθρώπους όχι ιδιαίτερα θρησκευτικά
λειτουργικούς, αλλά σαφέστατα ευσεβείς, δηλαδή με σεβασμό σ' ό,τι
παρέλαβαν απ' τους δικούς τους παππούδες και γιαγιάδες αιώνες πριν.
Και,
ξέρετε, η εορταστική ευσέβεια είχε να κάνει με συμπεριφορές, με δράσεις
συγκεκριμένες, με συνταγές και διατροφή, με τελετουργικά οικογενειακής
συνήθειας που ήταν καθορισμένα, απαιτητά και αναμενόμενα και
κληροδοτούμενα από τους μεγάλους στους μικρότερους της οικογένειας.
Το αναμμένο τζάκι με το κοντοσούβλι να αργοψήνεται, το
χριστόψωμο, ο οικιακός μπακλαβάς, τα κάλαντα, τα καινούργια ρούχα και
παπούτσια των παιδιών, οι ανταλλαγές των δώρων, όχι των τυπικών αλλά των
αναγκαίων.
Βέβαια ήταν και το πρωινό ξύπνημα για τη λειτουργία των
Χριστουγέννων, όχι για τα παιδιά τουλάχιστον, μια εσωτερική ανάγκη
θρησκευτικής πίστης, όσο η χαρά της σύναξης επί τω αυτώ, της απόλαυσης
μιας μεγάλης ποίησης και μουσικής και η αταβιστική φωνή της κοινής
καταγωγής που μας συνέχει πότε πότε και απαραίτητα πάντα στην ομαδική
τελεστική εθιμοτυπία.
Αυτά όλα χάθηκαν μέσα στη μετα-μοντέρνα παγκοσμιοποίηση των
εμπορευματικών ηθών, των τυποποιημένων ευχών και των τυποποιημένων
δώρων, της τυποποιημένης διασκέδασης και της διάλυσης της μείζονος
οικογένειας εις τα εξ ων συντίθεται.
ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η ακύρωση ενός δημιουργικού έργου
Καθηγητή Τεχνολογικής και Φιλοσοφικής Θεώρησης της Τεχνοεπιστήμης στο ΠΤΔΕ της Παιδαγωγικής Σχολής του ΑΠΘ
Κι αν δεν χορτάσαμε παίξιμο, στις
γειτονιές και τις αλάνες της μεγαλούπολης, στις δεκαετίες του '50 και
του '60! Καθημερινή επαφή με μια μπάλα, με το χώμα, πετροπόλεμοι,
αγωνιώδες ψάξιμο για σπάνια καπάκια από φιάλες αναψυκτικών -εκείνο το
κίτρινο καπάκι με τα μπλε γράμματα «Ξυνό Νερό», που το ανταλλάσσαμε με
πέντε ή δέκα κοινά καπάκια-, μπίλιες, νεροπίστολα, κρυφτό, χαρτάκια με
τις σημαίες κρατών, εκείνο της Βραζιλίας, που μου άρεσε ιδιαίτερα!
Τέτοιο ολοήμερο ξέδομα με ανέμελο παιχνίδι, παιδικές φωνές σε
όλη τη γειτονιά, αλλά και τις διαμαρτυρίες του κόσμου που ήθελε να
κοιμηθεί τα μεσημέρια!
Αλλά και στα γήπεδα που πηγαίναμε, φανατιζόμασταν με το
ποδοσφαιρικό παιχνίδι και τα ινδάλματά μας, που δεν έπαιζαν για τα
εκατομμύρια ευρώ (των μετεγγραφών και αμοιβών), αλλά ιδρωκοπούσαν πρώτα
πρώτα για την τιμή και τη φανέλα της ομάδας, και ίσως και για κάποιες
επίσης σπάνια αποδιδόμενες και σίγουρα πενιχρές πάντως παροχές. Θυμάμαι,
στη δεκαετία του '50, ο αδαμάντινου χαρακτήρα διεθνής τότε Κουιρουκίδης
του ΠΑΟΚ, κορυφαίος σέντερ φορ, στη φόρμα ακριβώς του Γερμανού Μιούλερ
της Μπάγερν, ίσως και καλύτερος ακόμη, που του παραχωρήθηκε, στα
λουλουδάδικα της Θεσσαλονίκης, ένα πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ.
Και τι θα παίρναμε τότε μαζί μας, για ποια πράγματα θα
διακινδυνεύαμε τη ζωή μας, αν έπρεπε να μπούμε στο φλεγόμενο σπίτι μας,
για να τα σώσουμε;
Τι πάσχισε να φέρει άραγε ο Μικρασιάτης πρόσφυγας
πατέρας μου, και η οικογένειά του, κάτω από πιεστικές και απειλητικές
συνθήκες, στη μητέρα πατρίδα, κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών;
Ιερά
κειμήλια, τις ιερές φωτογραφίες, εφόσον υπήρχαν, των γονιών, των
παππούδων και των γιαγιάδων τους, μια φωτογραφία του Βενιζέλου, ένα
χειροποίητο χαλί της γιαγιάς και την εικόνα τα Αϊ-Δημήτρη.
Για ποια πράγματα θα διακινδυνεύαμε άραγε σήμερα την επιστροφή
μας στο φλεγόμενο σπίτι μας, ή τι θα παίρναμε μαζί μας, επιστρέφοντας
στο σπίτι για τελευταία φορά, βιαστικά και υπό καθεστώς μιας
οποιασδήποτε απειλής;
Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απαντήσω στα διόλου
θεωρητικά αυτά ερωτήματα. Ισως θα ήταν κοινωνιολογικά ενδιαφέρον να
γίνει μέσω ενός σχετικού ερωτηματολογίου μια ανάλογη έρευνα.
Μα αν εμείς ήμασταν αυτοί που -με την πλούσια «παιδική μας
προίκα» όπως από άλλη θέση έχω αναφέρει, με το παιχνίδι που ρίξαμε, το
ωραίο μας πραγματικό ξέδομα στις γειτονιές και τις αλάνες του κόσμου-
φέραμε τον κόσμο, τα πράγματα σ' αυτήν εδώ την κατάντια και τη μιζέρια,
πού θα οδηγήσει τα πράγματα, με όλη την αισιοδοξία μας για τους
σημερινούς νέους ανθρώπους, η ήδη λαβωμένη, πάλι από εμάς τους
μεγαλύτερους, νέα γενιά;
Και τι σχέση έχει το αλλοτινό παιχνίδι μας στις
γειτονιές και τις αλάνες, με τη φανέλα που ίδρωναν τότε οι
ποδοσφαιριστές για την τιμή της ομάδας και με τα πράγματα που θα σώζαμε
διακινδυνεύοντας σήμερα τη ζωή μας;
Εξηγούμαι λοιπόν:
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Ι.,
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ,
ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ : «Θησαυροί» από βινύλιο για συλλέκτες με χοντρό πορτοφόλι
Του ΜΠ. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗ
ΜΕΡΙΚΟΥΣ «μικρούς θησαυρούς» κρύβουν -ενίοτε εν αγνοία τους- χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά σε ντουλάπια, υπόγεια και αποθήκες: οι δίσκοι βινυλίου αποτελούν διεθνώς το νέο trend για μανιώδεις συλλέκτες.
Και για να το κάνουμε πιο λιανά: το «White Album» των Beatles από την έκδοση του 1968 έχει πουληθεί στο e-bay έναντι 19.200 λιρών, ενώ ένα single του «God Save The Queen» των Sex Pistols πουλήθηκε μόλις τον περασμένο Απρίλιο για 14.600 λίρες! Τι να πούμε δε για το άλμπουμ των Velvet Underground του 1966 που πωλήθηκε 25.000 δολάρια από τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος το απέκτησε τυχαία με μόλις... 75 σεντς! Ακόμη και δίσκοι ελλήνων καλλιτεχνών, που κυκλοφόρησαν τις προηγούμενες δεκαετίες «πιάνουν» σήμερα τιμές που ξεκινούν από τα 300 ευρώ και φτάνουν μέχρι και τα 2.000 ευρώ.
Ψάχνοντας, πάντως, το δίσκο που έχει πουληθεί από την Ελλάδα στην υψηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί, πέφτουμε πάλι πάνω στους Beatles: τον Ιανουάριο του 2006 είχε δημοπρατηθεί στο e-bay μία κόπια του άλμπουμ «Rubber Soul» από την ελληνική έκδοση, η οποία είχε εξώφυλλο τα μέλη της μπάντας να κρατούν από ένα ποτήρι σαμπάνια. Τελικά πουλήθηκε έναντι 2.704 δολαρίων, επειδή με το συγκεκριμένο εξώφυλλο είχαν κυκλοφορήσει -αποκλειστικά στη χώρα μας- λιγότερες από 300 κόπιες!
Η σπανιότητα, λοιπόν, ενός δίσκου βινυλίου σε συνάρτηση με τη ζήτηση είναι οι δύο βασικοί παράγοντες που καθορίζουν την τιμή. Η ζήτηση, βέβαια, δεν έχει λογική και η τιμή μπορεί να εκτοξευθεί, αν κάποιος είναι «τρελός και παλαβός», για να αποκτήσει ένα LP. Ετσι, πολλές φορές δημιουργούνται και «αστικοί μύθοι» γύρω από το πόσο πουλήθηκε ένας δίσκος. Αντίθετα, υπάρχουν πάρα πολλά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου να χαρακτηριστεί ένας δίσκος σπάνιος: η χρονιά που κυκλοφόρησε, ο αριθμός των αντιτύπων σε μία συγκεκριμένη έκδοση, η χώρα που έγινε η συγκεκριμένη έκδοση κ.ά.
«Ο πιο καλός σύμβουλος για την εύρεση μιας αντικειμενικής τιμής είναι η έρευνα στο Ιντερνετ», αναφέρει ο Γιώργος Φερτάκης, ιδιοκτήτης του δισκοπωλείου Sonic Boom στην Κυψέλη. «Το πόσο πουλήθηκε ένας δίσκος χέρι χέρι μπορεί να αγγίζει και λίγο στη σφαίρα του μύθου», προσθέτει ο ίδιος. Στην ιστοσελίδα popsike.com υπάρχει πλήρης βάση δεδομένων από τις δημοπρασίες που έχουν γίνει στο e-bay και εκεί μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να πάρουν μία πρώτη γεύση για το πόσο μπορεί να κοστίζει ένας παλιός δίσκος που έχουν στα χέρια τους.
Τιμές-ρεκόρ
Στην ελληνική ποπ-ροκ σκηνή συναντώνται μεταχειρισμένοι δίσκοι που φτάνουν σήμερα σε αξία τα 2.000 ευρώ! «Ο δίσκος του Πάνου Σαββόπουλου "Το Δωμάτιο", που είχε κυκλοφορήσει το 1969, πουλήθηκε πέρυσι στο e-bay 1.903 δολάρια, ενώ πάνω-κάτω τόσο εκτιμάται και ο δεύτερος δίσκος του ίδιου "Το Επεισόδιο", που κυκλοφόρησε το 1971», και στο οποίο παίζει ένας από τους σημαντικότερους έλληνες κιθαρίστες, ο Τέρρυ Παπαντίνας, όπως μας λέει ο συλλέκτης δίσκων βινυλίου, Δημήτρης Βασιλειάδης. Αν βρεθεί κάποιος από αυτούς τους δύο δίσκους, η τιμή μπορεί να καλύπτει τη διαφορά στην ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, γι' αυτό και οι σημερινές εκτιμήσεις ανεβάζουν τα συγκεκριμένα LPs στα 2.000 ευρώ για το καθένα.
«Γύρω στα 1.000 ευρώ εκτιμώνται σήμερα και οι δίσκοι του Ρωμανού, που είχαν κυκλοφορήσει την περίοδο 1968-1970. Πρόκειται για τα "Δύο μικρά γαλάζια άλογα" και για το "In Concert & In The Studio". Στο δεύτερο, μάλιστα, όργανο έπαιζε ο Βαγγέλης Παπαθανασίου», προσθέτει ο Δ. Βασιλειάδης. Υπάρχουν δεκάδες τίτλοι, με τιμές από 200 έως 300 ευρώ: τα δύο πρώτα άλμπουμ του Ζωρζ Πιλαλί, ο πρώτος δίσκος των «Εν πλω» του Ντίνου Σαδίκη, το single «Midnight Hop» των Last Drive, καθώς και η πρώτη έκδοση από το ομώνυμο «Τρύπες». Επίσης, το άλμπουμ των «Stress» του 1985 σήμερα μπορεί να αγγίξει τα 600 ευρώ.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ,
ΜΟΥΣΙΚΗ,
ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Μια απλή κατάθλιψη
Ζω σε μια γειτονιά του κέντρου της
Αθήνας, ανάμεσα στο Χίλτον, τον Ευαγγελισμό και το Μέγαρο Μουσικής,
κέντρο-απόκεντρο, όπως λέγαν οι παλαιοί. Από μακριά ακούγεται η βοή της
Μιχαλακοπούλου και τα αγκομαχητά των παλαιών λεωφορείων ανεβαίνοντας
προς του Ζωγράφου. Εχουμε την ευλογία να συνορεύουμε με το άλσος του
Νοσοκομείου Συγγρού, παλιά συνοικία Κουπόνια, το άλσος της
Πανεπιστημιούπολης.
Κι όμως, απόλυτη ερημιά. Αλλοτε
αυτή η γειτονιά έσφυζε από ζωή. Το δασύλλιο ήταν γεμάτο από φωνές
παιδιών στις δύο παιδικές χαρές, σκυλομαμάδες και σκυλομπαμπάδες με
αμολημένα τα σκυλιά να χοροπηδούν γύρω από τις κούνιες ή να τρέχουν
ελεύθερα έως τις παρυφές του δάσους γαβγίζοντας χαρούμενα.
Εκεί τα ζευγαράκια, κυρίως σκασιάρχες φοιτητές και φοιτήτριες,
χεράκι χεράκι, κι άλλοτε με θερμά δάκρυα και νευρικά γελάκια. Εκεί και
γέροντες συνταξιούχοι να κάνουν τον απαραίτητο περίπατο άλλοτε
ευθυτενείς και κοτσονάτοι, άλλοτε με το τρίτο πόδι, τη βακτηρία, αλλά
και την πατερίτσα.
Τις Παρασκευές που υπάρχει Λαϊκή Αγορά, τα δρομάκια του δάσους
και οι σύνοροι δρόμοι κατακλύζονται από γυναίκες κυρίως, με τα γνωστά
καροτσάκια με τα λίγα ή πολλά εβδομαδιαία λαχανικά, φρούτα και ψάρια.
Τώρα όλα είναι σιωπηλά, χωρίς φωνούλες, χωρίς κίνηση, χωρίς
σκυλιά, παρά σπάνια, και χωρίς φασαρία τα βράδια.
Πριν από λίγα χρόνια
στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπους παρέες νεαρών της
γειτονιάς μαζεύονταν με τα ποδήλατα και τα μηχανάκια μετά το μεροκάματο
και μετά το φροντιστήριο. Τραγούδια, διαπληκτισμοί, ποδοσφαιρικά σχόλια,
πειράγματα στα θηλυκά που ξεμύτιζαν.
Τώρα σιγή.
Και μόνη παρηγοριά ένας
ξένος προφανώς με ένα ακορντεόν κάθε Σάββατο πρωί και κάθε Κυριακή με
έντονη ξενική προφορά στέκεται στα σταυροδρόμια και τραγουδάει το:
ΓΛΩΣΣΑ: Λεξιλογικά
Και για να τελειώνουμε και μ'
αυτούς που κάνουν τρομοκρατία με το φανατικό τους πατριωτισμό και με
αυτούς που μας τρομοκρατούν μην τυχόν και βάλουμε στην κουβέντα μας τη
λέξη «γένος», «έθνος» και «πατρίδα».
Ε, λοιπόν, η ονομάτων επίσκεψις μας
καθοδηγεί να πλησιάζουμε με σεμνότητα και νηφαλιότητα τις έννοιες.
Και η λέξη «γένος» παράγεται από
το ρήμα γίγνομαι (κι όχι γεννώμαι), που σημαίνει εξελίσσομαι, άρα το
γένος είναι μια οντότητα προερχόμενη από μια συνεχή εξέλιξη.
Από την ίδια ρηματική ρίζα προέρχεται η «Γένεσις» της Αγίας
Γραφής, που σημαίνει τη νομοτελειακή εξέλιξη του σύμπαντος κόσμου μετά
το Γενηθήτωσαν του Δημιουργού ή της τύχης ή της Φύσης· δεν πέφτω στην
παγίδα, εγώ, των ιδεολογημάτων.
Η λέξη «έθνος» σημαίνει ομάδα που έχει κάποια αναγνωρίσιμα κοινά
χαρακτηριστικά. Στον Ομηρο και στους αρχαίους υπάρχουν και τα έθνη των
ορνίθων, το σμάρι των πουλιών, π.χ. τα αποδημητικά, τα λιμναία, τα
αρπακτικά κ.τ.λ.
Και η λέξη «πατρίς» είναι επίθετο, αδελφοί, επίθετο:
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ,
ΓΛΩΣΣΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οικόσιτος φασισμός
Εχετε δει βανδαλισμένο το άγαλμα του Παλαμά;
Κάποιοι ανώνυμοι αλήτες, δειλοί, αγράμματοι και μισητοί εχθροί
κάθε πνευματικής περιουσίας, μουντζουρώνουν ό,τι παραγωγικό, ό,τι
δημιουργικό, ό,τι πρωτότυπο, ό,τι ουσιώδες του βίου.
Εχετε δει βανδαλισμένο τον ανδριάντα του Ρήγα Βελεστινλή;
Κάποιοι ανώνυμοι αλήτες, που υποδύονται -τρομάρα τους- τους επαναστάτες,
λες και επαναστάτης είναι κάθε χαλές, αστοιχείωτος, που μισεί κάθε
ιδέα, σκέψη, ήθος, ελεύθερη έκφραση.
Η ανωνυμογραφία είναι ένα παλαιό μικροαστικό (το τονίζω
μικροαστικό) σύνδρομο των δειλών και των ύπουλων.
Ανωνυμογράφοι διέλυαν
στην επαρχία αρραβώνες, κατέστρεφαν γάμους, συκοφαντούσαν επαγγελματίες,
άφηναν ηθικούς αρνητικούς υπαινιγμούς για δασκάλους.
Κρυβόντουσαν πίσω από την ανωνυμία για να ξεράσουν τη χολή τους,
την άρρωστη μειονεξία τους για κάθε ταλαντούχο, κάθε παραγωγό έργου,
κάθε άνθρωπο-πολίτη που είχε το θάρρος να αναλάβει την ευθύνη των λόγων
του δημόσια και με την όποια επωνυμία του.
Ναι, αυτός είναι ο οικόσιτος
φασισμός, αυτός εκτρέφει και τον άλλον, το στρατευμένο φασισμό.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΝΗΜΕΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















