"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η επιστροφή του γυρισμού

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Κάποτε ξέραμε τι μας γίνεται, η σκάφη ήταν σκάφη, τα σύκα-σύκα και ο Βιτόριο ντε Σίκα σκηνοθέτης του νεορεαλισμού.

Τώρα νεορεαλισμός είναι αμφίβολο αν υπάρχει, ή ακόμα και παλαιο-ρεαλισμός, και οι συγγραφείς, τις επόμενες μέρες, θα αποφασίσουν τι θα συμβεί στις προηγούμενες.

Ετσι γίνεται πάντα με αυτούς, κι ενώ παλιότερα υπήρχαν οι βασικές διακρίσεις και μπορούσαμε κάπως να συνεννοηθούμε, τώρα αυτό είναι μάλλον ακατόρθωτο: δεν ξέρεις, για παράδειγμα, τι λέει ο Τραμπ ο οποίος ισχυρίζεται πέντε διαφορετικά πράγματα μέσα σε μια μέρα, αλλά είναι πρωτοπόρος, ως ο πρώτος που εκόμισε τον σουρεαλισμό αλλά και την ασυναρτησία στην πολιτική και μας γλίτωσε από την καγκεμπίτικη λογική άλλων, π.χ., του Πούτιν που είναι και πιο αβάσταχτη – άρα λυτρωμός δεν υπάρχει.

Ξέραμε, πριν κάτι χρόνια, τι μας γίνεται – ή έτσι νομίζαμε. Τώρα;

Τι να συμβαίνει ακριβώς στο Ιράν και με το Ιράν και εντός του Ιράν («Μα, πώς μπορεί κανείς να είναι Πέρσης;»), τι συμβαίνει με τη Ρωσία και την Ουκρανία;

Ποιος νικάει, ποιος δεν νικάει και ποιος νικάει μεν, ηττάται δε, χωρίς αυτό να έχει σημασία, διότι όλα έχουνε γίνει σχετικά – μήπως κι εδώ στην Ελλάδα δεν έχουμε εκείνους που γιορτάζουν διαρκώς την ήττα τους, με γιούργιες και παντομίμες στον Γράμμο;

Και μήπως ο ευφυής Μανόλης Αναγνωστάκης δεν έγραψε αυτοσαρκαστικά «Θέλω άνεση σουίτας, είμαι ποιητής της ήττας»;

Αρα πώς νοείται η ήττα διά της συντριβής και πώς οι συνιστώσες ρευστοποιούμενες θα γίνουν πρόσκαιρα βασίλειο κάποιου τρίτου (για μετά βλέπουμε, πάλι) και ποια η ιδεολογία όλων εκείνων που ένας ελάσσων πατερούλης τούς αποδοκιμάζει δημοσίως κι αυτοί επιστρέφουν διαρκώς όπως η κότα που τη διώχνεις κι εκείνη ξαναγυρίζει επίμονα στον τραχανά;

Οχι λίγοι, χουν λείχοντες, χαμαίσυρτοι και στο παρακαλετό, μαζοχιστικά αυτομαστιγούμενοι ξαναγυρίζουν με μειωμένες ηθικές εφεδρείες και με μάλλον χλωμό αυτοσεβασμό σε μια χαμένη υπόθεση. Φεύγουν και ξαναγυρίζουν συνέχεια στα ίδια, επαληθεύοντας αυτό που λέμε «η επιστροφή του γυρισμού».

Και για ποια αποστασία του ’65 μιλάμε τόσα χρόνια, όταν η αποστασία πια έγινε καθημερινότητα και δεν υπάρχει όριο που να μην έχει ξεπεραστεί δίνοντας απόλαυση στους φιλόγελους και προκαλώντας κάποια πικρία στους περισσότερους εξ ημών που θέλουμε το πολιτικό παίγνιο να διαπνέεται από κάποια, στοιχειώδη, αν όχι σοβαρότητα, αλλά τουλάχιστον αξιοπρέπεια;

Είναι δύσκολο να βγάλεις άκρη, πλέον, με τα καμώματα περιπτώσεων που παλιότερα, εμπνεόμενοι από κάποιο βοναπαρτικό Τίποτα, περνούσαν για κάπως σοβαροί και πίστευαν ότι θα αλλάξουν και την Ευρώπη, ως Ρομά που θα έρχονταν να μας διδάξουν νοικοκυριό στήνοντας τσαντίρι στο σαλόνι.

Τι γίνεται τώρα, αδέρφια;

Δεν μπορείτε να συγκρατηθείτε, ούτε στοιχειωδώς μπροστά στον ελάσσονα πατερούλη;

Τέτοιος καημός… Και το θέμα είναι, πια, πως εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι γίνεται: αν αυτό το πράγμα είναι μειξο-Δεξιά, Αριστερά, είναι Κεντροαριστερά, είναι Σοσιαλδημοκρατία με σταλινικό ωροσκόπο, είναι κάτι τρέχα-γύρευε στα θολά νερά κάποιου σοσιαλπατριωτισμού.

Μήπως πρόκειται για παραλλαγές οπορτουνισμού και επιβίωση με σημαίες ευκαιρίας, που μάλλον είναι το πιθανότερο, διότι πρώτα πρέπει να ζει κανείς, κι έπειτα να φιλοσοφεί.

Κάπως πρέπει να επιβιώνει ο καθείς, ιδίως αν δεν ξέρει άλλη δουλειά από τον σοσιαλισμό και την με το ζόρι σωτηρία του κόσμου.

Θα πεις: μήπως και με άλλα κόμματα δεν συμβαίνει το ίδιο – δηλαδή επίτηδες εμφανίζονται ιδεολογικώς αινιγματικά, ήτοι τουρλού, εκπέμποντας θολές, αριστεροδέξιες ανταύγειες κι όποιον πελάτη αρπάξουμε. Είναι το σύστημα πετάμε την μπάλα στα περιστέρια κι όποιο περιστέρι σηκωθεί, σηκώθηκε. Κι έτσι ζούμε όλοι μέσα σε πολλαπλή σύγχυση, και όσον αφορά τα παγκόσμια γεγονότα και όσον αφορά τη μικρή αυλή μας, όπου δύσκολα βγάζεις άκρη ιδεολογική, κομματική, ή, ψυχαναλυτική.

Πιο πολύ παίζουν μερικά πρόσωπα ως περσόνες, ως ιδιαιτερότητες θα έλεγες, παρά ως ισχυρές προσωπικότητες που θα μπορούσαν, και με τη βοήθεια ισχυρών, διαλεχτών επιτελείων να στήσουν ένα σοβαρό σύστημα που να διαφεύγει της ευτραπελίας. Δύσκολο, θα πεις, αυτό, και πόσοι θα το ανέχονταν – πιο εύκολο είναι να βρεις κάπως σοβαροφανείς, θεατρικές περιπτώσεις, ιδεοδαγκωμένους, και, πού και πού καμιά πλανώμενη (κομματικώς) πασιονάρια που ενίοτε δεν περιφρονεί κι ένα κομψό ταγέρ και μια τσάντα Louis Vuitton – βαθύς, σοσιαλιστικός καημός η ακριβή τσάντα.

Εχουμε ανάγκη από σαφήνεια αλλά και από πρωτότυπη όραση – θυμήθηκα τώρα τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος όταν όλοι λατρεύαμε τον Γκάλη, εκείνος δεν τον άντεχε και, σε ένα ματς που τον ρωτήσανε, είπε «Μα τι πράμα είναι αυτός ο Γκάλης, παίρνει την μπάλα και βάζει οπωσδήποτε καλάθι. Δεν είναι εντελώς αντι-ερωτικό;».

Γενικώς χρειαζόμαστε ανακαίνιση και φρέσκια, απρόσμενη αντίληψη, τώρα που διάφορες προοδευτικές ποικιλίες έφεραν ξανά τη Δεξιά στη μόδα. Βιοδιασπώμενα κόμματα που δεν υπάρχουν παρά…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τι ακριβώς είναι ο Όλυμπος;

🏔️ Όλυμπος – Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO Η αναγνώριση του  Ολύμπου ως Μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO αποτελεί μια σπουδαία  διάκριση για την Ελλάδα και την παγκόσμια φυσική κληρονομιά. Το εμβληματικό

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Τι ακριβώς είναι ο Όλυμπος που βράβευσε η Ουνέσκο, ως μνημείο πολιτιστικής  κληρονομιάς, και όχι ως όρος καθεαυτό, ως συσσώρευση χώματος, που κάποτε δημιούργησε ένα βουνό, ως βοσκότοπο, ή ως προορισμό μαζοχιστών ορειβατών – ουκ ολίγοι εκ των οποίων έχουνε για πάντα θυσιαστεί στις απόκρημνες χαράδρες του;

Τι μπορεί να βραβεύσεις από ένα ψηλό βουνό, το υψηλότερο της Ελλάδας, αλλά χαμηλό σχετικά με άλλες κορυφές διεθνώς μπροστά στις οποίες ο Ολυμπος φαντάζει συνήθης λοφίσκος;

Πώς, ενώ είναι δίπλα μας δεν είχαμε καταλάβει ότι εκεί, πιο πάνω από την αποκρουστική (ρυμοτομικά) Λεπτοκαρυά και το ωραίο πλην στρεβλό Λιτόχωρο, ανυψωνόταν ένα τέτοιο μνημείο – θα πεις και στη Χαλκιδική μένουν πάρα πολλοί Ελληνες, οι πλείστοι εκ των οποίων σίγουρα δεν έχουν επισκεφθεί την Ολυνθο, τη Μένδη, αγνοούν ποια είναι η αρχαία Σερμύλη (η οποία έκοβε νόμισμα από τον πέμπτο αιώνα π.Χ.) και η Ακανθος.

Ναι, αλλά τον Ολυμπο;

Και τις Πιερίδες Νύμφες πού τις βρήκαν και τις ανέσυραν – πρέπει τώρα να τις θυμηθούμε κι αυτές κι όλα όσα σέρνει πίσω του αυτό το βουνό, που το τίμησαν οι ξένοι, παρά το ότι είναι υπεράνω κάθε τιμής παγκοσμίως για πάντα, και δεν περιμέναμε το βραβείο, που όμως κάτι είναι κι αυτό.

Ή, εν πάση περιπτώσει, είναι μεγάλη τιμή κι ευκαιρία να θυμηθούμε πού ζούμε, σε ποια ιερά χώματα πατάμε και τι είναι όλα αυτά που υπάρχουν δίπλα μας και τα βλέπουμε καθημερινά, όπως τον Ολυμπο, που τον χαζεύουμε κάθε πρωί να προεδρεύει, διαπρεπής, απέναντι απ’ τον Θερμαϊκό, ιδίως όταν υπάρχει διαφάνεια.

Κολυμπάς στα υπέροχα νερά της Πλάκας Λιτοχώρου και βλέπεις μπροστά σου σχεδόν, μετά την ακτή, να επικρέμαται σχεδόν, ο Ολυμπος και δεν μπορείς να πιστέψεις αυτή τη δραματική εναλλαγή του τοπίου και τη διαρκή αλλαγή του καιρού στις κορυφές του βουνού, που, μέσα σε δευτερόλεπτα σχεδόν, μεταβάλλει διαρκώς και τον φωτισμό, από την κίνηση των σύννεφων.

Ή, από τα κέφια του νεφεληγερέτη που οι διαθέσεις του αντανακλούν στο επιτόπιο κλίμα, και ποιος ξέρει τι θα τραβήξουμε, αν του κάνει σήμερα κόνξες ο Γανυμήδης;

 

Ως γνωστόν, ο Δίας ερωτεύτηκε τον πανέμορφο Γανυμήδη από την Τροία, τον έφερε στον Ολυμπο, ως οινοχόο, κεραστή των θεών, και του χάρισε αιώνια ζωή και νεότητα.

(Σκέψου πότε, πριν πόσους αιώνες, οι Ελληνες δεν είχαν θέμα με τους ΛΟΑΤΚΙ και τώρα στα 2026 οι μουσουλμάνοι δολοφονούν κόσμο στα Prides.) Εξίσου όμορφος με τον Γανυμήδη ήταν και ο αδερφός του, Τιθωνός, τον οποίο η Ηώς ζήτησε από τον Δία να τον κάνει κι αυτόν αθάνατο.

Ο Ζευς τής έκανε τη χάρη, του έδωσε αιώνια ζωή, αλλά όχι και παντοτινή νεότητα. Αποτέλεσμα: ο Τιθωνός γερνούσε συνέχεια χωρίς να πεθαίνει, συρρικνωνόταν διαρκώς, μάζευε, μάζευε, και κατέληξε να γίνει ένα τζιτζίκι.

Με ετούτα και με πολλά άλλα, πέρα από τη μυθολογία καθεαυτή, ήδη από τον Ομηρο, ο Ολυμπος μπλέκεται με τους ημίθεους (και του Ζαμπέτα) και τους θνητούς (κόσμος και κοσμάκης και κουραδόπλαση, έγραψε ο Τσιφόρος), ως ενδιαίτημα πέντε αστέρων των θεών, που ανακατεύονται στις υποθέσεις των βροτών (δεν μας έφταναν οι κλώστρες Μοίρες) και με τις ιδιοτροπίες και τα βίτσια που έχουν τους τιμωρούν ή τους σώζουν, πάντως τους μπερδεύουν χειρότερα.

Ο Ολυμπος και οι δώδεκα θεοί και όλη η μυθολογία και η ποίηση και η πεζογραφία και η φιλοσοφία που γράφτηκαν στα ελληνικά, και αργότερα στα ελληνορωμαϊκά, είναι το επίκεντρο ενός λαού, των Ελλήνων, στην πρώιμη διαχρονία τους.

Ο Ολυμπος είναι η μήτρα του Ελληνισμού ως αυτο-αναφοράς επί αιώνες, είναι το ενδιαίτημα των Μεγάλων Θεών – μόνοι οι ευφυείς χριστιανοί καλόγεροι, πάντα πιο επιδέξιοι, βρήκαν αργότερα, καλύτερο και ωραιότερο μέρος από τον Ολυμπο, που είναι βέβαια το Αγιον Ορος και κατέφυγαν εκεί.

Αρα λοιπόν κι εν τέλει, τι σημαίνει «Ολυμπος» και τον βραβεύει η Ουνέσκο;

Αυτό είναι και το ωραιότερο: τιμά έναν μικρό, ιστορικό λαό, κι όχι μόνο το βουνό καθεαυτό, έναν λαό που έχτισε τη μυθολογία και το υπερεγώ του πέριξ των κορυφών αυτού του όρους της μαγικής Πιερίας.

Δημιούργησε μιαν ανεπανάληπτη, ολόκληρη φιλοσοφία, λογοτεχνία, θέατρο, έφτιαξε συμμαχίες πάνω σε όρκους αυτών των θεών, έκανε πολέμους και ειρήνη, έστησε τρείς αυτοκρατορίες, νίκησε και παρήκμασε, γέννησε και διέδωσε έναν απαράμιλλο πολιτισμό σε όλες τις απίθανες εκδοχές του, φιλοτέχνησε σύμβολα.

Και το ισχυρότερο σύμβολο είναι αυτό το όρος. Ακόμα και σήμερα (δεν είναι μόνο η «Οδύσσεια» του Νόλαν) ο Ολυμπος συνεχίζει να σημαίνει το ακραίο όριο, την κορυφή τις ισχύος – θυμηθείτε και την ταινία «Olympus has fallen» που αναφέρεται στην πτώση του Λευκού Οίκου των ΗΠΑ.

 

Καλό είναι επομένως που οι ξένοι (συνήθως) μάς θυμίζουν πότε πότε σε ποια χώματα πατάμε και τι οφείλουμε να υπερασπίζουμε διαρκώς – ή, κατά το κοινώς λεγόμενο:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΞΥΛΟΛΙΟΚΙΝΗΤΟΣ ΚΒΑΝΤΙΚΟΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: Λαγοκέφαλοι με πετραχήλια

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Ο εξαιρετικά ευφυής κ. Μίμης Ανδρουλάκης έκανε μια δήλωση που προκάλεσε αντιδράσεις, οι οποίες απλώς την επαληθεύουν. Είπε: «Αν η Καρυστιανού περπατούσε όλη την Ελλάδα από τον Εβρο ως την Κρήτη, σιωπηλή, κρατώντας απλώς μια λαμπάδα, θα έπαιρνε 25%. Το λάθος της είναι ότι άρχισε να μιλάει». Αυτή η φράση προκάλεσε την οργή διαφόρων που κατάλαβαν πως κριτικάρει την Καρυστιανού, ενώ η βαθύτερη στόχευση και το νόημα της δήλωσης είναι ο ανορθολογισμός και τα εξωπολιτικά, λαϊκιστικά και μεταφυσικά πολιτικά κριτήρια μέρους των πολιτών που – όχι σπάνια – πάνε να ψηφίσουν για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια λαμπάδα.

Ναι, μια λαμπάδα αρκεί, έχει δίκιο ο Ανδρουλάκης.

Μωρέ, ακόμα κι ένα απλό κερί θα έφτανε – δεν χρειάζεται ολόκληρη λαμπαδηδρομία. Καθότι, όχι μόνο εν Ελλάδι, αλλά στην παγκόσμια πολιτική και σε όλες τις χώρες δεν είναι η σύνεση, η φρόνηση, η γνώση κι η λογική ακολουθία που εμπνέουν ουκ ολίγους ψηφοφόρους, αλλά κυρίως αυτοκτονικά, εξωλογικά στοιχεία. Και λαϊκισμός, κι αδικαιολόγητη μοχθηρία, και χολή, ρεβανσισμός, φανατισμός και ραχητική γνώση βάσει κάποιας υποτιθέμενης ιδεολογίας ή πολιτικές ερμηνείες της πραγματικότητας που δεν ξεφεύγουν από το επίπεδο πρόβλεψης ή ανάλυσης συνοικιακού μέντιουμ.

Αυτή είναι η κατάσταση – φτάνει να διαβάσει κανείς μιαν οποιαδήποτε δημοσκόπηση, για να καταλάβει πως κατά λάθος υπάρχουμε, και μάλλον κάθε τόσο πρέπει να ανάβουμε κι εμείς μια λαμπάδα στο μπόι του Αντετοκούνμπο, όντας ευγνώμονες για τη μέχρι τώρα καλή μας τύχη κι επιβίωση· κι επιπλέον να κάνουμε και κανένα τάμα στην Παναγία της Τήνου (ποτέ δεν ξέρεις και τουλάχιστον στην Τήνο δεν χρειάζεται να συνεννοηθούμε στα αραμαϊκά).

Λέγεται εδώ και αιώνες πως εν αρχή είναι ο Λόγος, αλλά πολύ αμφιβάλλω.

Εχει δίκιο ο Μίμης Ανδρουλάκης: εν αρχή ην η λαμπάδα. Εν αρχή είναι η πίστη, το υποτιθέμενο ιδεολόγημα ή από ποια οικογένεια κατάγεσαι κι αν σε αυτήν η πολιτική άποψη είναι κληρονομικό μετόχι.

Και βέβαια είναι πολύ πιο πειστική η θεολογία παρά η σωκρατική λογική, η σωτηριολογία και ο μεσσιανισμός παρά τα κατ’ ακολουθίαν επιχειρήματα. Πίστευε, ψήφιζε και μη ερεύνα. Και μη νομίζετε· η θεολογική, μεταφυσική πολιτική πίστη είναι πολύ πιο διαδεδομένη απ’ όσο φαίνεται, και όχι λίγοι ενώ μιλούνε για επιστημονικές θεωρίες και διαλεκτικό υλισμό, κατά βάθος τι ψάχνουνε;

Εναν προστατευτικό πατερούλη (ή μανούλα) με συμπονετική αγκαλιά – κι αν κρατάει και λαμπάδα, ακόμα καλύτερα.

Αρκεί να μη μιλάει γιατί εκεί αρχίζει και στραβώνει το πράγμα.

Το ψιλοκομμένο τουμπεκί μετά λαμπάδος είναι η καλύτερη, η πιο πειστική στάση. Η αινιγματική σιωπή που παρέχει στον κάθε ψηφοφόρο το δικαίωμα να σκέφτεται και να υποθέτει ό,τι θέλει ο ίδιος σχετικά με την υποψήφια ή τον υποψήφιο – εξάλλου αυτό θα πει συμμετοχική δημοκρατία και συμπερίληψη: να προβάλλει ο καθείς ό,τι φαντασιώνεται προς την ή τον λαμπαδηφόρο υποψήφιο, κι όχι το ανάποδο. Φτάνει εκείνος να ξέρει να κρατάει το στόμα του κλειστό· διότι, άμα το ανοίξει, θα δυσαρεστήσει πολύ κόσμο, το μυστήριο της σιωπής θα χαθεί κι οι δελφικοί χρησμοί και οι ανταύγειες που εκπέμπει η λαμπάδα θα πάνε τζάμπα, όπως και όλη η ατραξιόν.

Ποτέ δεν είναι μια κακή ευκαιρία να το βουλώσεις, λένε οι σοφοί μαφιόζοι.

Αρα, θα μπορούσε ίσως κάποιος στην Ελλάδα να γίνει πρωθυπουργός ή ενδιαφέρων αρχηγός κόμματος, χωρίς να μιλάει καθόλου, είτε ως εκ φύσεως μουγκός είτε ως αποφασισμένος ή αποφασισμένη να τυλίγει την παρουσία του με αινιγματική σιωπή.

Πρόγραμμα δεν χρειάζεται, ούτε επιχειρήματα, ούτε εμφανίσεις στην τηλεόραση – αλλά, ακόμα κι αν τον καλούνε σε διάφορα πάνελ, θα μπορούσε να παρίσταται χωρίς να λέει ούτε μία λέξη. Διότι πολλοί έχουν καταστραφεί μιλώντας, αλλά ουδείς σωπαίνοντας. Και βέβαια, όντας σιωπηλή ή σιωπηλός στις εκπομπές, ο υποψήφιος θα μπορούσε κι εκεί να κρατάει μια λαμπάδα, τον πυρσό της πίστης που φέρνει τη δικαιοσύνη, τη σωτηρία στον λαό, στα ευαίσθητα στρώματα και στα γενναία γηρατειά.

Οπως οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, αν τις φυσούνε λαγοκέφαλοι με πετραχήλια. Κι έτσι άλλη μία φορά θα αποδειχτεί ότι αυτή η χώρα είναι κάτι μεταξύ Βρυξελλών και Τεχεράνης – κάτι ενδιάμεσο – και ο Λόγος θα εκπέσει προς δόξαν της λαμπάδας.

Η πίστις θα μας σώσει. Δεν χρειαζόμαστε επαρκείς και μορφωμένους που ξέρουν από πολιτική, από οικονομία, από άμυνα, από Ευρωπαϊκή Ενωση, από διπλωματία, από διοίκηση· δεν χρειαζόμαστε ικανούς κι ενάρετους, αλλά …

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΑΝΑΡΧΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η σκωρίαση των ιδεών

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Στις 22 Μαΐου 1963 χτυπήθηκε στη Θεσσαλονίκη από παρακρατικούς της Ακροδεξιάς ο συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης σε μια εκδήλωση για την «Ειρήνη», που είχε στόχο τους Αμερικανούς – παρότι οι Σοβιετικοί ήδη είχαν στήσει κρυφά στη διπλανή Βουλγαρία περί τους εβδομήντα πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές, κάτι που μαθεύτηκε (ως συνήθως) πολύ αργότερα.

Λίγες μέρες μετά ο Λαμπράκης πέθανε κι έγινε γνωστή παγκοσμίως η διαβόητη αυτή υπόθεση, με το βιβλίο «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού και την ομώνυμη ταινία του Κώστα Γαβρά.

Αυτά συνέβησαν εξήντα τρία χρόνια πριν – αλλά και το 2026, να γίνονται, όχι μία, αλλά τρεις δολοφονικές απόπειρες εναντίον πολιτευτών με πέντε τραυματίες, εγκαυματίες και μια γυναίκα, καμένη, δολοφονημένη;

Το γεγονός είναι πραγματικά από τα άγραφα.

Πρόκειται για μία από τις πλέον ακατανόητες τρομοκρατικές επιθέσεις. Ισως φαίνεται πως ακόμα στον χώρο του εξ ευωνύμων άκρου, υπάρχουν νόες που πιστεύουν ότι έτσι θα… επιταχύνουν την επανάσταση, ο λαός θα εξεγερθεί, θα επιβάλλει κολχόζ στα Γιαννιτσά και θα αναλάβει τα σουπερμάρκετ, για να πέσει επιτέλους η τιμή του λάχανου και του τυρού τελεμέ.

Θα παρατήσει (ο «λαός») τα σπίτια του, τα ΙΧ του, τα εξοχικά του στη Χαλκιδική και τις διακοπές στη Σαντορίνη και θα ξεχυθεί στους δρόμους, για να ανατρέψει τον καπιταλισμό· αφού πρώτα ενωθεί με τις κατασκηνώσεις στον Γράμμο και τις μπριγάδες που ετοιμάζονται να απελευθερώσουν τον Μαδούρο από τα νύχια των ιμπεριαλιστών, με υπερατλαντική, καταδρομική ενέργεια και ριφιφί στις φυλακές όπου κρατείται ο ήρωας, τέως οδηγός λεωφορείου.

Και γιατί όχι;

Μας φαίνονται αυτά εξωπραγματικά;

Μήπως στο Βίτσι δεν κάνουν τώρα που μιλάμε κρυφές προπονήσεις (λίγα κιλά και πολλές επαναλήψεις), προσομοιώσεις ΔΣΕ και γιούργια στα παλιούρια;

Και μήπως δεν υπάρχουν ακόμα ζηλωτές που πιστεύουν ότι με τα γκαζάκια θα παρασύρουν τον «λαό» σε εξέγερση;

Θα πεις, εντάξει, είναι γνωστό πως κάποιοι ζουν εμμονικά, οστρακοειδώς κολλημένοι στις αυταπάτες τους, έχουν υποστεί μπουγάδα εγκεφάλου από τενεκετζήδες ινστρούχτορες και μάλλον καταπιεί αμασητί το σκουμπρί. Απλώς μας κάνει εντύπωση, διότι, αντί αυτά να έχουν συμβεί στη δεκαετία του 1930, συμβαίνουν το 2026 – δηλαδή εκατό χρόνια μετά. Ητοι, υπάρχει χρονοκαθυστέρηση ενός αιώνα, κάτι περίεργο για ανθρώπους που πιστεύουν ότι είναι προοδευτικοί – οι αντιδραστικοί τότε ποιοι είναι;

Το πράγμα μήπως έχει ξεφύγει και ενδέχεται να κολυμπάμε πλέον στα ύδατα κάποιας κλινικής εκδοχής;

Καθότι αυτά δεν είναι απλή χολή και λακέρδα της ιδεολογίας απ’ τη στιγμή που ανακυκλώνεται, ως θεμιτό ιδεολόγημα ο οικτρός εμφύλιος, ή γίνονται δολοφονίες εν έτει 2026, πολύ πιο εξωφρενικές από εκείνη του Γρηγόρη Λαμπράκη, με στόχο τρεις πολιτευτές, αλλά και με νεκρή μιαν απολύτως άσχετη γυναίκα για την οποία κανείς Γαβράς δεν θα κάνει ταινία – καθότι, ως γνωστόν, ήρωες υπάρχουν μόνο από τη μία πλευρά, εφόσον μόνο εκείνους τους γέννησε μάνα.

Το εξίσου οικτρό είναι πως μάλλον οι δράστες είναι επιθετικά μη οξυδερκείς (πολιτικά) νεαροί, που θα πληρώσουν βαρύ τίμημα, δηλαδή θα έχουν καταστρέψει επί ματαίω και τη δική τους ζωή.

Και γιατί παρακαλώ;

Για να συντηρικοποιήσουν έτι περισσότερο την κοινωνία, διότι σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το σύστημα που ανασκουμπώνεται, συσπειρώνεται και τελικά κερδίζει, όπως αποδείχτηκε και με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, τη δολοφονία Αλντο Μόρο, τους Μπάαντερ-Μάινχοφ στη Γερμανία και την 17Ν – δεν έχουν σκαλίσει καθόλου τη σχετική βιβλιογραφία; Τα υποδείγματα υπάρχουν κι είναι θεαματικά – εκτός αν το γινάτι είναι υπέρτερο της Ιστορίας, οπότε τζάμπα μιλάμε.

Και δεν έφτανε στην Αριστερά που έχει γίνει από δύο κάσες εργαλεία, δεν φτάνει που το κλίμα γενικά στην αντιπολίτευση είναι κακό και η κατάσταση εδώ και καιρό τραυλίζουσα, ήρθαν τώρα και οι σούπερ επαναστάτες να χτυπούν  κόσμο επιτείνοντας το ευρύτερο αρνητικό αίσθημα – διότι ξέρουμε όλοι πως γίνονται αυτά και πώς, τελικά, αντανακλούν στα ευρέα στρώματα.

Το έχουμε ξαναδεί το έργο πολλές φορές, αλλά φαίνεται κάποιοι προτιμούν το ατελέσφορο μίσος από την πολιτική σκέψη και το μένος τους υπερβαίνει κάθε λογική ανάλυση και προσέγγιση φτάνοντας στο αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων και άντε και καλά σαράντα (μόνο που δεν πρόκειται για αλλόφυλους, αλλά για συμπατριώτες Ελληνες, για κανονικούς ανθρώπους, και για μια άσχετη, ανύποπτη γυναίκα).

Ποιος, ποιοι γανώνουν τα εκάστοτε μυαλά των δραστών;

Διότι πάντα υπάρχει ένα κλίμα, οι παρέες, οι ινστρούχτορες και τα νεοεισερχόμενα κορόιδα (εντάξει, όλοι υπήρξαμε κάποτε κατά φαντασίαν Ροβεσπιέροι, αλλά όχι να ανατινάζουμε και κόσμο).

Υπάρχει εν Ελλάδι και σε αυτό βαριά καθυστέρηση.

Υπάρχει θεωρητική μιζέρια. Και μερικοί ακόμα πιστεύουν (καημένε Λένιν, τα είπες νωρίς για τις παιδικές αρρώστιες) ότι …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μη σπεύδεις

ΠΡΟΦΗΤΗΣ – Εξαπάτηση – Arkas.gr

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Ανέκαθεν ο πολιτικός αγώνας δεν διεξάγεται με ανταλλαγή αληθειών, σωστών επιχειρημάτων, στηριγμένων κατηγοριών, αποσπασμάτων του Ευαγγελίου και ειλικρινών φιλοφρονήσεων· ούτε καν στον Παράδεισο, αν κι εκεί κάνουν εκλογές – που δεν κάνουν, αλλιώς ο τόπος θα λέγονταν κάπως αλλιώς.

Ο συνήθης πολιτικός αγώνας γίνεται κυρίως με ψεύδη, fake news, κατασκευασμένα μεγέθη και κατηγορίες, υπερβολές, ύβρεις, συκοφαντίες, συνωμοσίες και διαστρεβλωμένα στοιχεία.

Ε, πού και πού ακούγονται και μερικές αλήθειες, αλλά είναι δύσκολο να τις διακρίνεις και, αν δεν επαληθευτούν, δεν τρέχει και τίποτε, εφόσον είναι μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια και την κατάργηση των μνημονίων με έναν νόμο και με ένα χαρτί υγείας (στο απόγειο της δόξας μιας εποχής).

Ο πολιτικός αγών ήταν πάντα ανθυγιεινός, νοσηρός, τερατολόγος, γεμάτος χολή και ρεβανσισμό, πάθος και ψεύδος, μανία και φανατισμόάρα ό,τι λέγεται σε αυτές τις περιπτώσεις ένθεν κακείθεν είναι πάντα και εξ υπαρχής ύποπτο, ως ψεύδος ή υπερβολή, οπότε, αν δεν περάσει μια βδομάδα ως δέκα μέρες, ώστε να μιλήσει και η άλλη πλευρά, να φανεί αν είναι fake και προεκλογική παπάντζα, μην πιστεύεις και μην υιοθετείς τίποτε.

Πολύς κόσμος την έχει πατήσει και μέχρι και υπουργοί χάσανε την καρέκλα τους, γιατί έσπευσαν να υιοθετήσουν μια αστήρικτη κακοβουλία, και υπερέβαλαν κιόλας, πλειοδοτώντας την ίδια μέρα· ενώ την επομένη που αποφλοιώθηκε η απάτη, κάποιοι που επέδειξαν επιπολαιότητα και βιασύνη σαν της χήρας (κάποτε) προ του καναπέ, αναγκάστηκαν μέχρι και να παραιτηθούν.

Συνεπώς, μη σπεύδεις. Κάνε λίγο καμάτζο, περίμενε μια βδομάδα να δεις πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και τι όντως ισχύει. Ασε που συνήθως θέλει περισσότερο καιρό, για να απογυμνωθεί η κατασκευή και το ψεύδος, αν σκεφτείς τα ξυλόλια και πόσο μας ταλαιπώρησαν, την υπόθεση Νοβάρτις, τις ιστορίες με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τόσες άλλες τεράστιες υποθέσεις που αποδείχτηκαν τελικά τζούφιες, αφού πρώτα προκάλεσαν σεισμό και ταραχή στης Κοκκινιάς τις μάντρες, λόγω της τεράστιας ευπιστίας, αλλά και κακοβουλίας που κυκλοφορεί αφορολόγητη και λέει ό,τι θέλει.

 

Είπαμε ότι ο γάιδαρος πετάει· ναι, προεκλογικά μπορεί να πετάξει μέχρι ένα ορισμένο ύψος, και ιδίως αν χρησιμοποιεί τα αφτιά του, ως έλικες ελικοπτέρου – αλλά κι αυτό είναι θέμα κρίσεως: υπάρχει κόσμος που πιστεύει ανέκαθεν ότι ο όνος ίπταται, και μάλιστα σε μεγάλα ύψη, εφόσον αυτό ισχυρίζεται ο καθοδηγητής ή ο εκάστοτε πνευματικός, είτε μιλάει αραμαϊκά, είτε σπούδασε ΚΟΥΤΒ (κάποτε), είτε απλώς είναι δικός μας, πιστός κι αυτός, ζαγάρι που ανακυκλώνει όσα ανεξέλεγκτα λένε οι όποιοι δικοί μας ανεξαρτήτως αξιοπιστίας – αρκεί να κάνουν έστω και πρόσκαιρο κακό στον αντίπαλο, ώστε να βγάλουμε κάπως το άχτι μας.

Υπάρχει, λοιπόν, κόσμος προδιατεθειμένος να πιστέψει οτιδήποτε εξωφρενικό και τερατώδες, αρκεί να είναι κατά του αντιπάλου, ακόμα κι αν φαίνεται ότι είναι σαθρό και γελοίο, ότι είναι αστήρικτο και έωλο και θα καταπέσει – δεν έχει σημασία.

Η απόγνωση και το πάθος να καταφέρουμε κι εμείς ένα χτύπημα, κι ας είναι και ατζαμίδικο και μάταιο, μας οδηγεί, από ένα σημείο και πέρα, ακόμα και σε κατασκευές-μπούμεραγκ και σε κατηγορίες που τις πληρώνει τελικά εκείνος που τις εκσφενδονίζει. Μικρή σημασία. Από ένα σημείο και πέρα, η απελπισία σε οδηγεί στο να λες και να εγκολπώνεσαι πράγματα, εξωφρενικά, και να σπεύδεις να πιστεύεις οτιδήποτε επιπόλαιο σε παρηγορεί και τότε το να εκτεθείς είναι το λιγότερο. Διότι μπορεί να σε σύρουνε και στα δικαστήρια, διότι ο οδυνηρός δημόσιος λόγος πια πληρώνεται, αν δεν ξέρεις τις ντρίπλες, τις διαγραμμίσεις και τα όρια του γηπέδου.

Σε περιπτώσεις έντασης δε, μπορεί να την πατήσουμε όλοι – βλέπεις ακόμα και έμπειρους και συγκρατημένους ανθρώπους που γνωρίζουν το μυστικό (περίμενε μια βδομάδα, να δεις τι γίνεται) να πατούν την αγκινάρα λόγω κακών συμβούλων ή εξαιτίας μιας τρομοκρατημένης αυλής. Ειδικά οι ηγέτες οφείλουν να τηρούν το χρονοδιάγραμμα των λίγων ημερών πριν μιλήσουν –  όσοι βιάστηκαν στο παρελθόν να πάρουν θέση, φάνηκαν επιπόλαιοι κι ελαφρολαϊκοί, παρασυρόμενοι και από μη έμπειρους και από αγχώδεις τύπους που δεν διδάσκονται απ’ το παρελθόν.

Στις προεκλογικές περιόδους και όχι μόνον, ο πολιτικός αγώνας γίνεται όλο και λιγότερο έντιμος και χωρίς κανόνες, σχεδόν – συν τον λαϊκισμό που πάντα κάνει νέα καριέρα σε τέτοιες περιόδους όπου μετρούν πιο πολύ οι μεταμφιέσεις και το δήθεν. Αλλά και πολλοί άνθρωποι (ιδίως οι ζηλωτές και οι βαρεμένοι) γίνονται πιο ευάλωτοι στην τερατολογία, τη συκοφαντία και την πλειοδοσία.

Φτηνό εισιτήριο στις δημόσιες συγκοινωνίες ήδη υπόσχεται ο ένας, γενική τζαμπαρία ο άλλος, και ο επόμενος ίσως υποσχεθεί και αεροπλανικά ταξίδια στην κούτρα.

Τρακαδόροι, ετοιμαστείτε για δωρεάν πτήσεις στις Σεϋχέλλες και ξενοδοχεία πέντε αστέρων στο τζαμπέ (με ημιδιατροφή).

Και ποιος θα πληρώνει το μάρμαρο;

Οι άλλοι, οι πλούσιοι. Λες να είναι τόσο κορόιδα αυτοί, ενώ ήδη, όντας πιο ξύπνιοι, έγιναν πιο πλούσιοι από εμάς;

Γι’ αυτό, μη σπεύδεις· περίμενε, λίγο. Κοίτα να δεις πώς εξελίσσεται η κατάσταση. Κατέβα απ’ τ’ άλογο.

Σε μια βδομάδα συνήθως…

(Παλαιο)-ΝουΔο-γαλαζαίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Η ψυχή της παράταξης (και οι σκ@τόψυχες ψωνάρες...)

«Καυτός» ο Ιούνιος - KontraNews

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Η έκφραση «Η ψυχή της παράταξης» μάλλον είναι ένας ακόμα ορισμός του λαϊκισμού, αν δεν καθορίσουμε τι σημαίνει «ψυχή» και τι σημαίνει «παράταξη» – για τον επιπλέον λόγο ότι η σωτηρία της ψυχής «είναι πολύ μεγάλο πράγμα», μια έκφραση άτυχη, βέβαια, διότι πράγμα και ψυχή μάλλον είναι κάπως ασύμβατα. Αλλά τι είναι συμβατό και με ποιον;

Εκτός όταν λέει κάποιος «ψυχή» της (όποιας) παράταξης εννοεί τον μεγαλειώδη εαυτό του σε ακόμα μία κρίση μετριοπάθειας. Τι είναι λοιπόν η ψυχή και γιατί της παράταξης κι όχι του κόμματος;

Εδώ είναι το ζουμί, διότι η όποια παράταξη, κι εφόσον αυτή θεωρούμε ότι υπάρχει ως μετρητό μέγεθος, είναι κάτι ευρύτερο και πιο ρευστό του συγκεκριμένου κόμματος. Αν και ούτε το κόμμα είναι σταθερό, αλλά η παράταξη είναι πιο ροϊκή και διαφεύγουσα: κορυδαλλός μέσ’ στον καθρέφτη του χρόνου.

Αυτό, λοιπόν, που λέμε «παράταξη» είναι μέγεθος νοητό, ρευστό, μεταλλασσόμενο. Είναι μια λέξη που λέει κάποιος εννοώντας κάτι που ίσως δεν καταλαβαίνει ούτε ο ίδιος, διότι δεν είναι κάτι στατικό. Είναι μια διάθεση, μια άποψη ενός αριθμού πολιτών, μια στάση πολιτικής εύνοιας προς ένα κόμμα, προς ένα σύνολο ιδεών, προς ένα πρόσωπο, μια πολιτική στάση, όχι όμως κρυσταλλωμένη κι αναλλοίωτη, αλλά διαρκώς και καθ’ ημέραν δοκιμαζόμενη.

Δεν υπάρχει εν προκειμένω ασφάλεια, Interamerican της καρδιάς και τίποτε δεν είναι δεδομένο. Αν κάποιος οπαδός δυσαρεστηθεί ή απλώς βαρεθεί, μπορεί αύριο να πάει σε άλλη παράταξη. (Κι εκεί πρόσκαιρα).

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι ζηλωτές, ένας πυρήνας ανέγγιχτος, φανατικός, μη θνητός, υπεράνω του χρόνου, που κρατάει τα μπόσικα και είναι η υπόσταση, η βαθύτερη αναλλοίωτη ψυχή μιας παράταξης;

Οχι, βέβαια, και ποτέ.

Ενας κάποτε οπαδός της ΕΡΕ δεν είναι ίδιος με έναν οπαδό του Συναγερμού ή της νυν Νέας Δημοκρατίας, διότι αφενός αλλάζουν οι συνθήκες, οι συγκυρίες, οι ιδέες, οι συσχετισμοί, η γλώσσα, η αντίληψη κόσμου, αλλά και οι ηγέτες που κατά καιρούς και πρόσκαιρα ενσαρκώνουν, επηρεάζουν, διευρύνουν, επεκτείνουν ή συστέλλουν την επιρροή του κόμματος πάνω στη ρέουσα παράταξη.

 

Μην ξεχνούμε δε πως πολιτική ηγεμονία και ανάληψη εξουσίας προκύπτουν μόνο από τη διεύρυνση της επιρροής και την πολυσυλλεκτικότητα κι όχι από τη συστολή ή την αποδυνάμωση – αυτός είναι και ο σκοπός κάθε κόμματος εξουσίας. Εκτός αν φτιάχνει κάποιος κόμμα που έχει μόνο στόχο τη σωτηρία της ιδεολογικής (υποτίθεται) ψυχής του διά της προσευχής και της μετά θάνατον ζωής, ως καθαυτό δικαίωση της αριστεροσύνης ή της δεξιοσύνης του, κι όχι την κυβέρνηση – ενώ η πολιτική πραγματικότητα εξελίσσεται κάπου αλλού, σε ένα αφηρημένο επέκεινα.

Η ψυχή της παράταξης επομένως είναι ένα θολό σύνολο θετικών, πλην ρευστών, κι επικαιρικών ευνοϊκών διαθέσεων ενός αριθμού πολιτών προς ένα κόμμα το οποίο εκφράζει κάποιες ιδέες (κυρίως διά του αρχηγού του) που κι αυτές μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο, ενώ αλλάζουν και οι αρχηγοί.

Αρα; 

Δεν είναι ένα απαθές, παγιωμένο, ανάλλαχτο, εξασφαλισμένο σύνολο ψηφοφόρων, που μένει εκεί, κρυσταλλωμένο, αποδεχόμενο ό,τι κάνει το κόμμα και ο ηγέτης που κρίνονται καθημερινά μέσα στην ανελισσόμενη διαρκώς συγκυρία.

Η παράταξη δεν είναι ένα μάτσο απολιθωμένοι ηλίθιοι.

Δεν είναι μαντρί προβάτων, δεν είναι πανομοιότυπες σαρδέλες ελεγχόμενου ιχθυοτροφείου, δεν είναι κοπάδι υπάκουων κι άκριτων ζηλωτών, και δεν υπάρχει καμιά ψυχή να σώσουν και καμιά εξασφάλιση.

Υπάρχουν οι ιδέες, υπάρχει η ανάγκη, υπάρχουν οι ηγέτες, υπάρχει η τύχη, η απόφαση και η ζαριά.

Ολα είναι υπό αίρεση, κι όλα προσαρμόζονται, στοιχίζονται ή παίρνουν τη θέση τους μέσα στην παγκόσμια συγκυρία – εξάλλου, τα πάντα είναι θνητά, τα πάντα φθείρονται. Κι ένα οποιοδήποτε κόμμα δημιουργείται για να υπηρετήσει την πατρίδα αποκλειστικά, κι όχι τον εαυτό του ή το σύνδρομο μεγαλείου του εκάστοτε που πίστεψε πως είναι άλλος ένας αδικημένος Καρλομάγνος.

Τα κόμματα γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί με τους ανθρώπους και κανένα δεν έχει αιώνια κι ανάλλαχτη ψυχή. Υπάρχουν σχηματικά οι βασικές ιδεολογίες που τις επικαλούμαστε για να συνεννοηθούμε (στις πολλαπλές αποχρώσεις τους εξάλλου) αλλά δεν υπάρχει καραμανλισμός, μητσοτακισμός ή δεν ξέρω τι άλλο.

Κάθε ηγέτης ενσαρκώνει με προσωπικό τρόπο τον εαυτό του μέσα στην όποια ιδεολογία (με την ευρεία έννοια) και είναι ανεπανάληπτος – η μίμηση από επόμενους ή τρίτους μάλλον προκαλεί μειδιάματα, παρά αποτέλεσμα.

 

Κι αν κάποιος ενσαρκώνει κάποια υποτιθέμενη «ψυχή της παράταξης», αυτός είναι, για λίγο, ο εκάστοτε ηγέτης, εφόσον διευρύνει την επιρροή, μεγαλώνει και ισχυροποιεί το κόμμα – ή το οδηγεί στη συρρίκνωση.

Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία πως κυκλοφορούν και άνθρωποι που γοητεύονται από την κατάρρευση (των άλλων), αρκεί να σωθούν δήθεν η καθαρότητα, η αυθεντικότητα και η ονομασία προέλευσης του τυριού τελεμέ, ενώ το ενδιαφέρον είναι μόνο η ούγια στη φόδρα της εξουσίας.

Εκεί είναι το ζουμί κι ας αφήσουμε ήσυχες τις ψυχές των παρατάξεων, τους γίγαντες στους τάφους τους και τους ψυχοπομπούς να κάνουν το δικό τους delivery.

Ρέει, ρέοντας πάντα, η ρέουσα πραγματικότητα. Οι ψυχές αλλάζουν, οι ιδέες είναι συνήθως θέμα ερμηνείας, καθαρότητα δεν υπάρχει και…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΛΑΨΟ-ΜΟ#ΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ναρκισσιστικός αυτο-οικτιρμός

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Κάποτε οι άνθρωποι, όταν τους δινότανε ο δημόσιος λόγος, φρόντιζαν (λογικά) να  παρουσιάσουν μια καλή εικόνα του εαυτού τους – τώρα, πια, συμβαίνει το αντίστροφο: συνήθως όποιος βγαίνει στο γυαλί προβάλλει το χειρότερο κουσούρι του, τη μεγαλύτερή του αδυναμία, ελάττωμα και αρρώστια – αν, δε, έκανε φυλακή, το έχει μεγάλο καμάρι. Κι αν υπήρξε και σίριαλ κίλερ, ακόμα καλύτερα, διότι κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στο κοινό που θέλει να βλέπει τα πιο διαταραγμένα και αιμοδιψή θηρία, για να παρηγορήσει την ανία του.

Αν και, υποτίθεται, οι ασθένειες και τα σακατλίκια και τα κουσούρια είναι απολύτως ιδιωτικές υποθέσεις για τον καθένα και δεν οφείλουν να νοιάζονται άγνωστοι γι’ αυτές – εξάλλου γιατί να έχει όρεξη ένας φυσιολογικός άνθρωπος, να ακούει για τον αλκοολισμό γνωστών ή αγνώστων, οι οποίοι μάλιστα δύσκολα κρύβουν πως αναδρομικά τον θεωρούν επαινετή μαγκιά, εμφανίζοντάς τον δήθεν, ως κάποτε πρόβλημα, ενώ κρυφοκαμαρώνουν γι’ αυτόν. Είναι υπερήφανοι που δεν υπήρξαν φλώροι, ότι κάποτε ξέφυγαν απ’ τα όρια και διέπραξαν κακά πράγματα, στα οποία αναφέρονται, ως παράσημα – άσχετα αν μιλούν γι’ αυτά με δήθεν απαξία.

Το να υπήρξες κακός είναι μεγάλος έπαινος – το ίδιο δεν συμβαίνει στις ταινίες, αλλά και στην πραγματικότητα;

Ποιος και ποια γυναίκα αγαπάει το μικροαστικό καλό παιδί, τον μ@λ@κ@ (μεταξύ μας), τον καληνυχτάκια, τον γκομενοφύλακα, τον φλώρο;

Μόνο το Κακό είναι σέξι, δεν υπάρχει αφήγηση χωρίς αυτό κι οι άγριοι και οι ατίθασοι ερεθίζουν τη λίμπιντο – αυτοί που μας βασάνισαν βαραίνουν πιο πολύ, έχει γράψει ο Χριστιανόπουλος. Πιθανώς έχει να κάνει με αρχετυπικά στοιχεία, διότι όποιος μπορεί να διαπράξει κακό είναι λογικά πιο ισχυρός, δυνατός και άκαρδος. Ενας επιβήτωρ. Αρα πιθανότερος, ως εραστής, από τον καλόβολο μικροαστό που τρώει μακαρόνια μπολονέζ στον καναπέ και φροντίζει την άρρωστη θεία του.

Γι’ αυτό όλοι θέλουνε να είναι κακοί – κατά βάθος είναι μια αμυντική στάση. Εξ ου και τα τατουάζ που κάποτε τα χτυπούσαν μόνο άντρες βαριάς μορφής και θανατοποινίτες και τώρα τα κάνει ο κάθε άγευστος, η κάθε λουλού, ο κάθε φιόγκος: γεμίζουνε γάμπες και χέρια με κακόγουστες παραστάσεις και κυκλοφορούν με ρούχα που να αφήνουν να φαίνονται τα τατουάζ, ως σιρίτια αυτο-επαίνου, ή λες και έχουνε τιμηθεί με τον σιδηρού σταυρό στο πεδίο της μάχης κι επιθετικά τον επιδεικνύουν. Ισα, ρε φρεσκόμαγκα, κατέβα απ’ τ’ άλογο.

Μισή μπάτσα άνθρωποι (λέγαμε κάποτε), μεγαλωμένοι με Γκέρμπερ και φυστικοβούτυρο, με γκουβερνάντες και βελούδινα παντελονάκια θέλουνε να εμφανίζονται, ως μαχαλόμαγκες. Κατανοητόν.

Και άμα είναι και με κάποια έννοια δημόσια πρόσωπα, βγαίνουνε στο γυαλί και μιλούνε για τα κουσούρια τους με μεγάλη αυτο-ικανοποίηση, είναι περήφανοι που ξέφυγαν απ’ την επιτήρηση κι έπαιξαν με τους κακούς –πέρα από τον αλκοολισμό για τον οποίο πολλοί επαίρονται, άλλοι (και άλλες) βγαίνουνε και δηλώνουνε φόρα παρτίδα ότι έπιναν κοκαΐνη, ότι ήταν βυθισμένοι για χρόνια στα ναρκωτικά και στην αυτο-καταστροφή. Δεν λένε πού έβρισκαν λεφτά για όλα αυτά τα ακριβά γούστα, διότι χωρίς χρήμα το πολύ να ξεπέσεις σε καμιά βαλούτα χασίς απ’ τη Νεοχωρούδα.

Δεν λένε ότι τα έκαναν όλα μάλλον εκ του ασφαλούς και τη μονέδα την έπεφτε ο μπαμπάς, για να μη χάσει τον άσωτο υιό που έμπλεξε και γλίτωσε από τύχη, ο φλώρος.

Αλλοι (και άλλες) βγαίνουνε στο γυαλί και διαλαλούν ότι πάσχουν από διπολισμό, τριπολισμό και κατάθλιψη – και τι μας νοιάζει εμάς κυρία μου από τι ταλαιπωρείται ο πάσα ένας;

Ολοι έχουμε τα δικά μας βάσανα, άρα, γιατί να βγαίνει ο κάθε πικραμένος και να διατυμπανίζει τη διαταραχή του, λες και πρόκειται για εβδομαδιαία, θεραπευτική συνάντηση ανώνυμων αλκοολικών; (Με λένε Μήτσο και πάσχω από μικροβιοφοβία, ή από βατραχολαγνεία).

Κατά βάθος ζητούνε συγκατάνευση, έπαινο και την αγάπη των αγνώστων – εδώ οι κοντινοί και σε αγαπάνε με το ζόρι, αυτοί θέλουνε να τους ερωτευτούν και οι άγνωστοι, οι άσχετοι. Κι έπειτα;

Επειτα γράφει ο δημοσιογράφος: «Συγκλόνισε ο τάδε με τη μικροβιοφοβία του».

Ενώ βγαίνουνε άλλοι και δηλώνουν σαλταρισμένοι με διάφορες άλλες έννοιες, άλλοι ότι πάσχουν από αιματολογικά, άλλοι από παλιό εγκεφαλικό, άλλοι από αυτοάνοσο που τους βάρεσε στο αφτί, κι άλλοι από ένα σωρό άλλες ασθένειες που κοινοποιούνται σε έναν άγνωστο κόσμο, χωρίς λόγο, χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς διάκριση.

Στο μεταξύ, οι περισσότεροι Ελληνες από κάτι πάσχουμε – αν πας σε ένα νοσοκομείο το διαπιστώνεις απ’ την πολυκοσμία. Ιατρολαγνεία. Κι αν έβγαινε ο καθείς στο γυαλί να πει τον πόνο του, λες κι είμαστε γέροι στην Αιδηψό που ανταλλάσσουν χάπια (δώσε μου ένα μπλε, πάρε ένα πράσινο), τότε τι θα γινότανε;

Πρόκειται για ναρκισσιστικό αυτο-οικτιρμό. Να σε προσέξουν, να σε λυπηθούν, να σε αγαπήσουν, να σε ψηφίσουν (κυρίως) για το πρόβλημά σου.

Κι όλα αυτά με την επίφαση, ότι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΠΛΗΚΤΟΣ ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τι θα πει «ψεκ»;

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Εάν κάποιος μπλέκεται με την πολιτική, αυτό σημαίνει ότι οφείλει να είναι λογικός και χρήσιμος στο έθνος – αλλά, δεν αποκλείεται και η μικρή πιθανότητα να ανήκει ή να διολισθήσει ανεπαισθήτως στην κατηγορία ψεκ.

Και ψεκ είναι ο καθείς που πολιτεύεται μεν, αλλά αρχίζει να ίπταται εκτός ρεαλισμού, αληθών συσχετισμών ισχύος, αντίληψης των ορίων, περιθωρίων δράσης και κατάλληλου τάιμινγκ. Ψεκ είναι ο εκτός δεδομένων, εκτός προφανών και εδραίων δυνάμεων εντός των οποίων μπορεί να κινηθεί – ας πούμε, αν γίνει ελληνοτουρκική σύγκρουση και κάποιος πιστεύει ότι μπορούν να μας βοηθήσουν οι Παλαιστίνιοι, η Χαμάς και όχι οι Ισραηλινοί, ή είναι τυφλός, ή, είναι, προφανώς, ένας ψεκ.

Οπως οι προηγούμενοι που έτρεχαν να τους τυπώσει δραχμές ο Πούτιν, έψαχναν για ενέργεια στη Βενεζουέλα, στο Ιράν και στην Κίνα και θα έκαναν ντου στο νομισματοκοπείο, για να γίνουμε όλοι πλούσιοι.

Ηταν τόσο παχύνοες;

Μήπως ήταν απλώς ψεκ – ή, τουλάχιστον οι ενέργειές τους;

Και τι θα πει αυτό;

Θα πει, πως κατακυριευμένοι από την ψύχωση παρελθόντος ιδεολογήματος κι όντας εκτός τόπου και χρόνου, έκαναν ερμηνείες με ξεπερασμένα εργαλεία κι έβλεπαν τον κόσμο με τα μάτια ενός ανθρώπου του 1920-30.

Αρα δεν καταλάβαιναν γρυ από τη σύγχρονη πραγματικότητα, που τους ήρθε, βέβαια, αμέσως μετά, ως σιδερένια κατραπακιά, κατακέφαλα, και τους συνέφερε· για λίγο, δυστυχώς (έτσι τη γλιτώσαμε κι εμείς, στο παρά τρίχα). Για λίγο, όχι για πάντα, διότι η ιδεολογική ψύχωση είναι σαν το χούι, βγαίνει πρώτα η ψυχή και μετά αυτή (γι’ αυτό και αρκετοί του χώρου, όταν έρθει η ώρα, προτιμούν τη Ριτσώνα – όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά ίσως γιατί πιστεύουνε πως έτσι κάνουνε αντίσταση και μετά θάνατον).

Καμία αίσθηση ορίου: ο Επαναφορτιζόμενος για παράδειγμα, και κατά δήλωσή του, έγινε κομμουνιστής την ημέρα που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Τότε πείστηκε ότι ο Στάλιν είχε δίκιο. Αν εκείνη τη μέρα κατέρρεε ο καπιταλισμός, τότε μπορεί να γινόταν δεξιός – κανείς δεν ξέρει. Μεγάλη πολιτική ευθυκρισία…

Ναι, αυτό θα πει εκτίμηση των συσχετισμών και γνώση της πραγματικότητας – ε, θα ρωτήσεις έπειτα, πώς να μην πάει μετά στον Ρώσο να του βγάλει δίφραγκα, να μη στέλνει τον ξάδερφο στους αγιατολάχ να εξασφαλίσει ενέργεια, και τον άλλονε, τον Παππά, στον Μαδούρο να φέρει κάνα κιλό καυσόξυλα; (Πετρέλαιο, δύσκολα).

Εδώ να θυμίσουμε τις μεγαλύτερες διαστάσεις του θέματος, δηλαδή ότι έχουμε τη σπάνια τύχη να ζούμε μεταξύ Γιωτόπουλου και αθώου Ακύλα, μεταξύ Επαναφορτιζόμενου, Πολάκη και Καρυστιανού, με κυρίαρχη την ιδέα ότι πάντα φταίνε οι άλλοι και ψάχνουμε για διασώστη. Κι ο αρχηγός της 17Ν, επειδή πουλούσε τροτσκισμό απ’ τα Lidl, πίστευε πως ψεκ είναι οι άλλοι και σίγουρα συνεχίζει να το πιστεύει.

Ή, ίσως, πίστευε στη θεωρία ότι αφού ο μπαμπάς είναι αρχιτέκτονας άρα πρέπει να γίνει κι ο γιος κι ο εγγονός. Που σημαίνει ότι επειδή ο πατέρας του ήτανε, κάποτε, τρότσκα, άρα έπρεπε και ο ίδιος να συνεχίσει την αριστερή παράδοση, θαρρείς και η ιδεολογία είναι είδος κληρονομημένου αγρού με ακτινίδια (τα γνωστά περί αριστερής ή δεξιάς οικογένειας που παράγει ανάλογους απογόνους, λες και βγαίνουνε ολόιδιοι από κάποια βιοτεχνία).

Δηλαδή εμένα που ο πατέρας μου ήτανε κομμουνιστής και η μάνα μου βασιλόφρων, έπρεπε να βγω κάτι κάπου στη μέση, ας πούμε κεντρώος, και να ψηφίζω, πλέον, ως ψεκ, Βασίλη Λεβέντη; Ποια είναι η εξίσωση;

Κάτι τέτοια ακούς από μερικούς και σου φεύγουνε τα παπούτσια. Και το θέμα διαρκώς επανέρχεται μεταλλασσόμενο: τώρα, προχθές, ήταν φανερές οι εκνεφώσεις ψεκ στης Καρυστιανού (άλλη μια που ντιλάρει ελπίδες-τσεβρέδες της λαϊκής) η οποία έβγαλε ένα λόγο που ήταν η αποθέωση της κοινοτοπίας και ο ορισμός του πολιτικού κλισέ – βέβαια, παρά τη βαρετή κατάσταση, έπεφτε χειροκρότημα προκάτ πάθους, διότι έπρεπε να παραχθεί και κλίμα ενθουσιασμού, όπως λέει ο Ντοστογιέφκσι, ο Τολστόι και μερικοί ψεκ Ρωσοπόντιοι.

Το γεγονός, δηλαδή, είναι πως κυκλοφορεί μπόλικο και ποικίλο σαλτάρισμα που θέλει να εκτονώσει, ή, να εκδικηθεί μέσω της πολιτικής.

Ψάχνει προσωπική δικαίωση μέσω του πολιτεύεσθαι όπου δεν υπάρχουν εξετάσεις και ΑΣΕΠ και ο πάσα εις μπορεί να εισέλθει και να αναζητήσει την παρηγοριά του αφορολόγητα, υποδυόμενος τον κοσμοδιορθωτή, αντί ενδεχομένως να πάει στον γιατρό και να πληρώνει ένα κάρο λεφτά.

Οι περισσότεροι προφανώς και δεν καταλαβαίνουνε γρι από πολιτική, αλλά ωστόσο επιμένουν να μας σώσουν, θωπεύοντας κατά βάθος τον ναρκισσισμό και την αυτοϊδέα μεγαλείου που έφτιαξαν προς ίδιαν χρήση.

Μακροπρόθεσμα οι πιο πολλοί καταλήγουν στην κατάθλιψη, διότι – είπαμε – τελικά, υπάρχει και η πραγματικότητα, που είναι άτεγκτη.

Το κλισέ τους, πάντα, είναι η σωτηρία ημών των άλλων – οι ενδιαφερόμενοι θέλουν να γίνουν νοσοκόμες ορόφου και μαμα-Τερέζες. Και παντού βλέπουνε  διεφθαρμένους και κλέφτες, ενώ αυτοί είναι οι πάλλευκοι νοσηλευτές με τη ρομφαία (ή, την πάπια) – άρα, ιδού, η πιο κοινή ασθένεια εν Ελλάδι και όχι μόνον:

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Αϊντε, πάλι, στον πατερούλη

 Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ τους Εγγλέζους και, αναλογικά, τώρα η ΕΛΑΣ θα μας σώσει από τη χούντα του Κούλη.
 

Προηγουμένως, βέβαια, χρειάζεται και μια κυβέρνηση του Βουνού (μετά το Τσάι Tu Vunu). Αρα: ΕΛΑΣ, ΕΛΑΣ και Λάκης Γαβαλάς – παρότι ο έξοχος Λάκης δεν είχε ποτέ καμιά σχέση (ως έξυπνος άνθρωπος) με τα αριστεριλίκια. Τι να του πούνε τώρα οι Τσιπρογιαλούροι, οι Καρυστιανές και η Γκαρσία και ο Αντι Γκαρσία και όλη η μπαναλιτέ που ντύνεται με τρόπο που ο Λάκης αυτονοήτως θα αποδοκιμάζει; (Αρα, και για ποια πολιτική μιλάμε;).

Ντύσιμο κάγκουρων απ’ τη μία, με συνήθη μοντελάκια, και υποκριταί απ’ την άλλη, που μας λένε ότι τα πρόσωπα δεν παίζουν ρόλο, αλλά το κόμμα, οι μηχανισμοί, ο λαός, οι οργανώσεις, οι αγώνες, η κοινωνία, η συγκυρία, οι συνιστώσες και η πάλη των τάξεων που παράγουν αυτόματα και τους επικεφαλής οι οποίοι είναι αμελητέοι – ναι, αλλά μονίμως και πάντα καταλήγουνε σε κάποιον πατερούλη. Σε έναν Duce.  

Μα, είναι Στάλιν, είναι Ζαχαριάδης, είναι Φιντέλ, είναι Μάο, είναι ο οδηγός λεωφορείου Μαδούρο;  

Ή, και ακόμα πιο γλαφυρές απομιμήσεις όπως ο Επαναφορτιζόμενος, ή, η Καρυστιανού και έπονται κι άλλοι – ως τις εκλογές υπάρχει αβάντσο και για άλλα, νέα, εθνοσωτήρια τσαμπιόνια.

Πάντως, στην Αριστερά δεν μπορούν τελικώς να λειτουργήσουν ως κόμμα, ως συνιστώσες, ως δημοκρατικός οργανισμός, ως κολχόζ, ως κοινωνία – εδώ κι ο Φιντέλ Κάστρο δεν βρήκε άλλον Κουβανό, αλλά όρισε διά βίου διάδοχό του τον αδερφό του Ραούλ. Σόι πάει το βασιλίκι. (Κάτω τα χέρια από την Κούβα). 

Ο δε Κιμ Γιονγκ Ουν, με δημοκρατικές διαδικασίες κι αυτός, μαρινάρει για διάδοχο την κόρη του, στο όνομα του λαού. (Δεν παίζουν ποτέ ρόλο τα πρόσωπα).

Πώς γίνεται, λοιπόν, ρε μάγκες, και καταλήγετε μονίμως σε μια περσόνα κι ας είναι και μεταχειρισμένη; 

Τι φροϊδικό, ιοκάστειο σύμπλεγμα είναι αυτό με τον Πατερούλη; 

Τι τσαρικό, ηγεμονικό σύνδρομο είναι αυτό που το οδηγείτε επιπλέον και μονίμως στα άκρα, δηλαδή την προσωπολατρία, παρά την ενδεχόμενη βαριά χασούρα – σκέψου ότι ο Ζαχαριάδης έχασε τον εμφύλιο το ’49 και παρέμεινε Γενικός Γραμματέας ως το 1955-56, σαν να μη συνέβη τίποτε, δηλαδή άλλα έξι χρόνια. Πού να νικούσε κιόλας στον Γράμμο-Βίτσι, δεν θα ‘φευγε ούτε με βίντσι, θα παρέμενε ηγέτης και μετά θάνατον διότι, πιθανότατα, θα είχε βαλσαμωθεί, όπως οι γονείς του Κιμ στη Βόρεια Κορέα.

Κι αν ακόμα το δεις ανάποδα, δεν χτυπάνε τη Δεξιά, τη συντήρηση, την αντίδραση (κατά τους γνωστούς, επαινετικούς χαρακτηρισμούς), αλλά μόνο ένα πρόσωπο, πάλι, με εμμονή, ψυχωτικά, παραληρηματικά, λυσσαλέα και καθημερινά: τον Μητσοτάκη.  

Νόμιμο, βέβαια, φυσιολογικό, αλλά όταν γίνεται υστερική, μονολόγιστη, και καθημερινή εμμονή, τότε αναρωτιέσαι ποια αντίληψη πολιτικής και κόσμου υπάρχει από πίσω. 

Και το πιο περίεργο: αφού το κάνουν εφτά χρόνια νυχθημερόν και χαΐρι δεν βλέπουν, τότε δεν πρέπει να διαλέξουν κάποιαν άλλου τύπου αντιπολίτευση κι όχι τη μόνιμη αντιπαράθεση επί προσώπου, το υπομανιακά και ονομαστί αντιπολιτεύεσθαι;

Αυτό το περίεργο κρανιοκόλλημα στα όρια της ψύχωσης είναι πολιτική, ή, καθημερινή εκτόνωση προς δαιμονοποιημένο πρόσωπο, ήτοι το ανάποδο, άρα το ίδιο, με την προσωπολατρία;  

Κι αν φύγει ο Μητσοτάκης κι έρθει στη θέση του ένας εξίσου ικανός απ’ την ίδια παράταξη, θα συνεχίσουν το ίδιο βιολί επ’ άπειρον; 

Ναι, μάλλον, διότι ίσως δεν υφίσταται η επάρκεια για περισσότερη, βαθύτερη, εκτενέστερη και σταθερά οργανωμένη αντιπολίτευση μετά γνώσεως και με σύγχρονες αντι-προτάσεις. Αλλιώς δεν εξηγείται το θέμα με κανέναν ωροσκόπο, ούτε καν με τον κινέζικο.

Διότι εύκολο να λες μονίμως ότι ο τάδε είναι έτσι κι αλλιώς, αλλά απαιτητικό και δύσκολο να κάνεις κάτι αποτελεσματικότερο – όμως, είπαμε: είναι το ανάστροφο του πατερούλη, χτυπάμε τον κακό πατερούλη των άλλων.  

Αρα, όλα δεν είναι παρά εναλλασσόμενοι πατερούληδες, δηλαδή μιλάμε για βαθιά ανάλυση με βάση τον διαλεκτικό υλισμό όπως τον αντιλαμβάνεται η θεία Κίτσα απ’ το Κακοσάλεσι που δούλευε καθαρίστρια στο ίδρυμα Πουλαντζά.

Αλλά και με την κ. Καρυστιανού έχουμε το ίδιο φαινόμενο του πατερούλη, μόνο που εκείνη είναι, πια, πολιτικώς μάνα, η τέως μάνα των Τεμπών. Τουτέστιν Ολιβερ Τουίστ έχουμε καταντήσει· άτυχα ορφανά από παιδουπόλεις που ψάχνουν στην πολιτική για πατεράδες και μανάδες, για συμβολικά, ραχητικά υποκατάστατα. 

Αρα, για ποια πολιτική μιλούμε;  

Κι άμα φταίει πάντα ένα μόνο πρόσωπο, τότε πρέπει να ήταν μεγάλο κορόιδο ο Λένιν που έβγαλε τα μάτια του για να γράψει τόσους – ακόμα και ο Μπλανκί μιλούσε για ομάδα συνωμοτών κι όχι για ένα μόνο άτομο, για έναν πατερούλη. Αλλά, εν Ελλάδι, εκεί καταντάει πάντα η κατάσταση, στον έναν. Στον Duce.  

Κεντρικές επιτροπές, πολιτικές γραμματείες κ.λπ. είναι μόνο για φωτοσκίαση. 

Και μια κι επανήλθε ο ΕΛΑΣ (ο Λάκης Γαβαλάς υπήρχε), ρώτα άμα θες, σχετικώς, και τον...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τιμωροί και μεσσίες

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Εχουμε πλέον πήξει από τιμωρούς, μεσσίες, αρχάγγελους της κάθαρσης και κοσμοδιορθωτές – στο μεταξύ, εκ πείρας, μπορεί να πει κανείς πως, συχνά, οι πιο διαπρύσιοι ηθικολόγοι εξ αυτών είναι και οι πιο εφθαρμένοι.

Εγραφε ο γάλλος ποιητής Georges Fourest: Oh, comme puritain rime bien a putain

Δηλαδή: πόσο η λέξη πουριτανός (puritain) κάνει ρίμα με το putain (πόρνη).

Αλλά, μήπως έτσι γινόταν πάντα;

Ανέκαθεν, διάφορα βλήματα αποφάσιζαν ξαφνικά να μας σώσουν απ’ τους μεμολυσμένους και τους κακούς. Διάφορες, αιφνίδιες μαμα-Τερέζες, αθώες περιστερές, άμωμες παρθένες κοσμοσώτειρες και ποικίλοι ρακοσυλλέκτες ηθικολόγοι και οσιομάρτυρες της λαϊκής. Μουσικάντζες που είναι με τον άνθρωπο, Ζορρό της Πίνδου και απορρυπαντικοί τύποι του άστεως.

Ολοι οι ακηλίδωτοι κι οι αναμάρτητοι θέλουν να ρίξουν πρώτοι τον λίθον και το κοτρόνι. Μπράβο αδέρφια, έτσι κι αλλιώς όλοι για τον σοσιαλισμό δουλεύουμε…

Επιδημία Ροβεσπιέρων έπεσε στην κοινωνία και ο κάθε τσαλαπετεινός απειλεί να πάρει το φραγγέλιο και να καθαρίσει την μπουγάδα. Ρε τι έχουμε πάθει, οι άνθρωποι. Τόσοι γύρω μας να θέλουνε να περισώσουν ό,τι απέμεινε απ’ τη διαβρωμένη ψυχή μας, την αρετή μας, τη συνείδησή μας. Τόσοι ηθικολόγοι να μας διεκδικούν με τόσο πάθος, επιστρατεύοντας τα πιο βαρετά κλισέ, τα πιο υποκριτικά συνθήματα, που τα έχουμε ακούσει χίλιες φορές κι από παλιότερες ψέκες, με το ίδιο στιλ και δήθεν πάθος κάθαρσης. Αν και, περιέργως, ποτέ δεν άλλαξε σχεδόν τίποτε. Τζίφος.

Πάντα τζίφος. Κι είναι γιατί οι περισσότεροι εξ αυτών δε νογάνε γρυ από πολιτική, την οποία (πάντα) μπερδεύουν με κάποια παιδαριώδη, μεταφυσική, μισο-θρησκευτική ηθικολογία;

Μια συνταγή που δεν έχει σχέση, ούτε με την κατανόηση των μηχανισμών που παράγουν τη διαφθορά αλλά και ούτε με την ιδιοτελή φύση του ανθρώπου και τις ποταπές εκδοχές της. Ξαφνικά, ένας ασύμβατος ή μια αεροβατούσα κυριεύονται απ’ το σύνδρομο του σωτήρος και ορμάνε να μας απαλλάξουν από τα κακά δαιμόνια. Πού πας, ωρέ φίλε Καραμήτρο – ο άλλος, 89 χρονών, που παίζει πλέον τα χασομέρια και που έπαιρνε και 2.500 δολάρια σύνταξη, έκανε ντου ένοπλος σε δημόσιες υπηρεσίες πυροβολώντας για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη στο θέμα των ενσήμων. Ογδόντα εννιά χρονώ – σαν τον έτερο 89χρονο που του έδωσε ο γιατρός κάτι χάπια κι αυτός ρώτησε: γιατρέ αυτά θα τα παίρνω εφ’ όρου ζωής;

Ανάμεσα σε τόσο ψεκ, πώς να έχεις κι εσύ οξυγόνο;

Και γιατί άραγε τόσοι λαδέμποροι στο φρόνημα στρέφονται στην ηθικολογία και όχι σε άλλες επείγουσες εκδοχές της πολιτικής;

Μα, διότι η ηθικολογία δεν χρειάζεται γνώση, είναι καφενειακού επιπέδου πολιτικολογία, άρα είναι αβανταδόρικη, θολή και μπορείς να λες ό,τι σου κατέβει – άρα τραβάει αμέσως κάθε σαλταρισμένο με σύνδρομο μεγαλείου ή την καθεμιά που έψαχνε μια ζωή για πασαρέλα και τώρα την βρήκε στην πολιτική: να γίνει Βουγιουκλάκη από άλλη διαδρομή (γεννήθηκε θεά, δοξάστε την).

Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι πυροβολημένοι από το κέντρο και την περιφέρεια έχουνε ήδη ενθουσιαστεί με τον εαυτό τους, κάνουνε κρυφές προπονήσεις στον καθρέφτη κι ετοιμάζονται για τις εκλογές. Αλλά τους δίνει και το δικαίωμα ένας κόσμος που ζει μέσα στο γινάτι κι είναι έτοιμος να ακολουθήσει κάθε φρέσκον τενεκετζή, μπας και φέρει την ανατροπή – γιατί όχι, αλλά με ποια προσόντα;

Οπως έσπευσαν ουκ ολίγοι πίσω από τον λούτρινο Κασσελάκη και άλλοι θα τρέξουν τώρα πίσω από νέες, ανακυκλωμένες φρουτοπίες.

Εντάξει, δεν λέμε· δημοκρατία έχουμε κι εναλλάσσονται τα κόμματα στην εξουσία, όταν το θέλει ο λαός, αλλά όχι κι έτσι στη γιούργια με τον πρώτο περαστικό και με τον κάθε αμαρινάριστο.

Για τη χώρα μιλάμε κι όχι για καινούργιο ψυγείο.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι το προσωπικό μας βίτσιο, αλλά αυτή η μικρή και παράξενη πατρίδα.

Αρα, χρειάζεται σοβαρότητα κι όχι να επαληθεύσουμε εκείνη την παλιά ρήση που λέει «απ’ το γινάτι μας κάναμε δήμαρχο τον γύφτο» (εντάξει, τον Ρομά, έστω).

Διότι είναι οι επικαιρικοί οπαδοί που σπεύδουν να εκθρέψουν ό,τι προεξέχει για λίγο στη δημοσιότητα, και για άσχετους λόγους. Αυτοί κινητοποιούν τον ναρκισσισμό διαφόρων που ψάχνουνε διαδρομές στα αδιέξοδα της μέσης ηλικίας και ξεθαρρεύουν· πιστεύουν αίφνης ότι είναι σπουδαίοι και βρίσκουν στάδιο δόξης στην ηθικολογία και στη σωτηριολογία. Μυρίζονται εύκολη καταξίωση, βλέπουν φως ή προσμένουν να πάρουνε μια ρεβάνς για τον προηγούμενο άνοστο βίο τους, μέσω κορόιδων. Μέσω των αφρόλουτρων κάθε εποχής.

Πλησιάζοντας, λοιπόν, οι εκλογές, πέραν των ήδη γνωστών, σκυθρωπών ηθικοπλαστών που θα ασχοληθούν με τη διάπλαση των παίδων, σίγουρα θα αναφανούν κι άλλα αστέρια της σωτηριολογίας.

Ας προπονήσουμε από τώρα την υπομονή μας, γιατί επίκειται…