"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΩΡΓΕΛΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΩΡΓΕΛΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Πώς αλλάζει ο κόσμος;

Του ΦΩΤΗ ΓΕΩΡΓΕΛΕ

Πώς αλλάζει ο κόσμος;

Στην αρχή ανεπαίσθητα, σιγά-σιγά και μετά απότομα, πολύ γρήγορα, βίαια.

Είναι δύσκολο να διακρίνεις την κίνηση όταν συμβαίνει την ώρα που τη ζεις.

Φαίνεται πως ζούμε τη στιγμή της επιτάχυνσης. Τα γεγονότα συμβαίνουν όλο και πιο γρήγορα.

Ξέρουμε πια πως η εποχή άλλαξε. Ζούμε στον 21ο αιώνα, ο οποίος θα είναι εντελώς διαφορετικός από τον προηγούμενο.

Συμβολικά μπορούμε να πούμε πως αυτός ο αιώνας άρχισε την 11/9/2001. Η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους έδειξε πως ξεκινάει μία εποχή ανατροπής, κινδύνων, δυτικής υποχώρησης.

Το ίδιο συμβολικά, κι αυθαίρετα επίσης, μπορούμε να πούμε ότι η 7/10/2023 ήταν το τέλος του πρώτου τέταρτου του 21ου αιώνα. Η μοιρολατρική αποδοχή των γεγονότων τελείωσε. Η σφοδρή απάντηση σε όλα τα μέτωπα, όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, δείχνει ότι ο δυτικός κόσμος δεν θα περιμένει παθητικά την παρακμή του. Η βάρβαρη σφαγή στο φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής Νόβα, τα βασανιστήρια, οι βιασμοί, η ομηρεία των νέων που τραγουδούσαν και χόρευαν, λειτούργησαν σαν αφύπνιση μπροστά στον κίνδυνο ενός μέλλοντος που θα είναι τρομακτικό.

Έχουν περάσει 80 χρόνια από τον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο, 35 από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και ξαφνικά έχουμε αρχίσει να μιλάμε για τον δεύτερο Ψυχρό Πόλεμο, για τον κίνδυνο ενός τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αυτά τα πρώτα 25 χρόνια του 21ου αιώνα, η οικονομική ισχύς και η δύναμη μεταφέρεται ανατολικά. Η Κίνα είναι η μεγάλη παγκόσμια δύναμη στο εμπόριο, απειλεί την Ταϊβαν και επεκτείνεται στην ήπειρο του νέου αιώνα, την Αφρική. Χτίζει γέφυρες, αγοράζει λιμάνια και ορυχεία, στήνει σιδηροδρομικές γραμμές. Νότιος Αφρική, Αλγερία, Αγκόλα, Κένυα, Αιθιοπία, Ζάμπια, η διείσδυση είναι γρήγορη σε όλη τη μαύρη ήπειρο. Πολυάνθρωπες κινέζικες κοινότητες εγκαθίστανται στις χώρες ενδιαφέροντος, δημιουργώντας πυρήνες υποστήριξης σε μια άσκηση soft επεκτατισμού.

Την ίδια στιγμή η ρωσική Wagner, η οποία μετά τον θάνατο του αρχηγού της έχει κρατικοποιηθεί και μετονομαστεί σε Africa Corps –τα ονόματα ποτέ δεν ήταν τυχαία– έχει αναλάβει τη βρόμικη δουλειά των πραξικοπημάτων. Νίγηρας, Μάλι, Σουδάν, Μοζαμβίκη, Σενεγάλη, Γουινέα, Γκάμπια, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, ρώσοι μισθοφόροι παντού. Η ευρωπαϊκή υποχώρηση θα καλυφθεί γρήγορα από τις νέες δυνάμεις και, όπου η κινεζική και ρωσική διείσδυση δεν είναι αρκετή, έρχονται επικουρικά τα Αραβικά Εμιράτα και η Τουρκία να τοποθετηθούν στρατηγικά. Πληθυσμιακή έκρηξη, βίαια πραξικοπήματα, σφαγές, εξαναγκασμένη μετανάστευση, επεκτατικός ισλαμικός φονταμενταλισμός των ένοπλων συμμοριών. Και τι παράδοξο, μπροστά σε αυτή την νέα πραγματικότητα, το δήθεν προοδευτικό κίνημα της Ευρώπης αυτοοικτίρεται και ασχολείται με τον βασιλιά Λεοπόλδο του Βελγίου και την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία του προηγούμενου αιώνα.

Η Ρωσία επιτίθεται σε ευρωπαϊκό κράτος. Μετά την Τσετσενία, τη Γεωργία, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία. Τέσσερα χρόνια ήδη ενός αιματηρού πολέμου μεγάλης κλίμακας σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οι φιλοδοξίες για ανακατάληψη των περιοχών της παλιάς σοβιετικής αυτοκρατορίας είναι φανερές.

Συγχρόνως η τρίτη απειλή, ο βίαιος ισλαμικός φονταμενταλισμός, επεκτείνεται, συμβάλλοντας στη διάλυση κρατών όπως η Συρία και η Λιβύη και αποσταθεροποιώντας χώρες όπως ο Λίβανος. Απειλεί διαρκώς το Ισραήλ και μεταφέρει τις μάχες στις ευρωπαϊκές πόλεις με «μοναχικούς λύκους».

Μετά τις πολύνεκρες επιθέσεις στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Νίκαια, τη Μαδρίτη, ζούμε τώρα τις σχεδόν καθημερινές απόπειρες σε κάποια δυτική πόλη, σε κάποια συναγωγή, ένα σχολείο, μία εμπορική αγορά. Φέτος, για πρώτη φορά σε αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις, δεν γιορτάστηκαν τα Χριστούγεννα από τον φόβο των τρομοκρατικών χτυπημάτων.

Φρουροί της Επανάστασης σε proxy wars, διάσπαρτες τρομοκρατικές ομάδες σε όλη τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, μάχονται συνεχώς με όλα τα μέσα για την οικοδόμηση του νέου Χαλιφάτου.

Με έναν καθόλου περίεργο τρόπο, Πούτιν, Σι, Κιμ, Μουλάδες του Ιράν, βρίσκονται μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται. Στο βιβλίο της «Απολυταρχία ΑΕ» η Αν Άπλμπαουμ περιγράφει αναλυτικά τις διαδρομές του χρήματος και τις αναπάντεχες διασυνδέσεις μεταξύ των τζιχαντιστικών ομάδων του Ιράν, Χεζμπολάχ και Χαμάς, με τα λατινοαμερικανικά καθεστώτα των ναρκοβαρόνων και του λαϊκισμού, τα δίκτυα σε Κολομβία και Βενεζουέλα. Ιρανικά drones και Βορειοκορεάτες στρατιώτες στο πλευρό των Ρώσων στην Ουκρανία, κινεζική βοήθεια στον Πούτιν και ιρανικό πετρέλαιο στην Κίνα. Ηγέτες τρομοκρατικών οργανώσεων, Μάρτυρες του Θεού, «λαϊκοί αγωνιστές», ολιγάρχες και μισθοφόροι συσσωρεύουν πλούτη αμύθητα, με έδρα τους παραδείσους του Κόλπου ή την Τεχεράνη. Τα πετροδολάρια, γενναιόδωροι χρηματοδότες σε αμερικανικά πανεπιστήμια και ΜΚΟ, λειαίνουν τις αντιδράσεις και δημιουργούν νεανική υποστήριξη στο αδιανόητο, στον θρησκευτικό μεσαιωνικό φανατισμό.

Φαίνεται ότι κάποια στιγμή, με όλα αυτά, κάπου, χτύπησε ένα τελευταίο σήμα κινδύνου.

Η απάντηση Τραμπ ήρθε απότομα, σπασμωδικά, κυνικά και με μεγάλο κόστος, όπως είναι όλη η πολιτική του. Στις σφαίρες επιρροής μας, θα είσαστε μαζί μας ή δεν θα υπάρχετε καθόλου.

Ο Άσαντ το κατάλαβε και διέφυγε στη Μόσχα των υποστηρικτών του.

Ο Μαδούρο δεν το κατάλαβε και βρέθηκε στις αμερικανικές φυλακές.

Οι Φρουροί της Επανάστασης ψάχνουν να βρουν ποιος θα ανακηρυχτεί επόμενος ηγέτης με διάρκεια ζωής μεγαλύτερη της μίας ημέρας και οι πληρεξούσιοι στρατοί τους στον Λίβανο και τη Γάζα αποδεκατίστηκαν.

Ακολουθεί η Κούβα που σηκώνει λευκή σημαία.

Οι Συμφωνίες του Αβραάμ με τους Άραβες και το Ισραήλ ίσως επαναφέρουν τη φλεγόμενη περιοχή στη δυτική επιρροή. Η Ρωσία και η Κίνα χάνουν συμμάχους και δίκτυα στη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική. Το μήνυμα στον ισλαμικό φανατισμό είναι ότι κανένα κράτος-τρομοκράτης δεν μπορεί πια να απειλεί.

Το άλλο πρόβλημα με την πολιτική Τραμπ είναι ότι μιλάει πια μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μιλάει για τις τρεις υπερδυνάμεις οι οποίες, σε έναν νέο ψυχρό πόλεμο, που σε κάποιες γωνιές του κόσμου γίνεται και θερμός, έχουν μοιράσει τον κόσμο σε μία ισορροπία που δεν πρέπει να διαταράσσεται.

Αυτό είναι το μήνυμα του τελευταίου χρόνου: η Ανατολή πρέπει να φρενάρει, οι απειλές θα αντιμετωπιστούν παντού, η Αμερική δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει τίποτα χωρίς μάχη.

Όμως η Δύση δεν ήταν ένας γεωγραφικός προσδιορισμός. Γι’ αυτό όταν λέγαμε δυτικός κόσμος εννοούσαμε και τον Καναδά και την Αυστραλία και το Ισραήλ και την Ιαπωνία. Ο δυτικός κόσμος ήταν ο κόσμος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, της ατομικής ελευθερίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα που έχει επιφέρει η διακυβέρνηση Τραμπ: μέσα σε λίγο χρόνο κατέστρεψε μία εικόνα του κόσμου που χρειάστηκε έναν αιώνα για να οικοδομηθεί, την έννοια του δυτικού, του ελεύθερου κόσμου, ο οποίος συνενώνει κοινωνίες και κράτη σε όλο τον πλανήτη.

 

Φαίνεται ότι στους νέους αμερικανικούς σχεδιασμούς έχει κριθεί ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ακολουθήσει. Θεωρείται γερασμένη, αδύναμη, ήδη διαβρωμένη από την ισλαμική διείσδυση, συμβιβασμένη με την παρακμή της, φοβισμένη απέναντι στον καινούργιο άγριο κόσμο που έρχεται.

Στον νέο κόσμο κυριαρχεί …

 

ΕΘΝΙΚΟΙ ΞΥΛΟΛΙΟΠΛΗΚΤΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο συστημικό από τον ελληνικό αντισυστημικό λαϊκισμό

 Ο Φώτης Γεωργελές σχολιάζει το τοξικό πολιτικό κλίμα, την ποινικοποίηση του δυστυχήματος και τις δυνάμεις του λαϊκισμού που κρύβονται πίσω από τους συγγενείς των θυμάτων για να διασώσουν το σύστημα


Όταν συνέβη το δυστύχημα των Τεμπών, λίγοι πολιτικοί και μερικά μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να ερευνήσουν, να φωτίσουν, να αποκαλύψουν τις αιτίες και τους υπεύθυνους της συμφοράς.  

Έκαναν ρεπορτάζ, κατέδειξαν την εικόνα ενός κράτους που, ακόμα και σε κρίσιμους τομείς για την ασφάλεια και τη ζωή των πολιτών του, λειτουργεί στο περίπου, χωρίς σαφείς και αυστηρούς κανόνες, και «όπου βγει».

Σε μια εποχή πολύπλοκη και δύσκολη, που απαιτεί ανθρώπινο δυναμικό με υψηλές δεξιότητες και έντονη αίσθηση του καθήκοντος, ο κρατικός μηχανισμός δουλεύει σε ρυθμούς του προηγούμενου αιώνα, με πελατειακή στελέχωση και συντεχνιακή νοοτροπία. Άνθρωποι ανίκανοι για τη θέση που κατέχουν, ρουσφετολογικές προσλήψεις, απουσία κάθε ελέγχου, αλληλοκάλυψη και απόκρυψη ευθυνών, γενική ατιμωρησία.

Περιέγραψαν ακόμα το σύστημα των καθυστερήσεων που οδηγούν τα έργα να χρονίζουν, να υπερτιμολογούνται, τις επενδύσεις να ολοκληρώνονται με χίλια βάσανα και περιπέτειες, πολλές φορές έπειτα από 15 και 20 χρόνια. Με τις συνεχείς ενστάσεις των υπόλοιπων ανταγωνιστών εναντίον του μειοδότη που πήρε τη σύμβαση, με τη Δικαιοσύνη που μπορεί να καθυστερήσει δεκαετίες τις αποφάσεις της. Ενστάσεις που συνοδεύονται, εντελώς συμπτωματικά οπωσδήποτε, από προσφυγές αρχαιολόγων που ανακαλύπτουν αρχαία, οικολόγων που βρίσκουν κορμοράνους στον Ελαιώνα, περιβαλλοντολόγων πού σώζουν ελιές στον ποτισμένο με κηροζίνη διάδρομο του Ελληνικού, από αναρχικούς που δεν τους αρέσει το μετρό, αντιεξουσιαστές που αντιδρούν στην ανάπλαση των πάρκων, φυσιολάτρες που δεν θέλουν ανεμογεννήτριες στα ψηλά βουνά, αριστερούς που δεν θέλουν ανεμογεννήτριες σε ξερονήσια τόπους εξορίας. Με αποτέλεσμα να κυλάνε όλα αργόσυρτα έως ότου, όπως λένε όσοι γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα, να «ωριμάσει» η σύμβαση, δηλαδή να γίνει η σωστή διανομή λιπαντικών σε όλους τους διακόπτες που πρέπει να ανοίξουν για να προχωρήσει το εκάστοτε έργο.

Τέλος, κατέδειξαν την αδυναμία του κράτους μπροστά σ’ έναν κίνδυνο, ένα έκτακτο γεγονός, ένα δυστύχημα. Κράτος που λειτουργεί χωρίς πρωτόκολλα από πριν γνωστά και δοκιμασμένα, με υπηρεσίες που ανακατεύονται και μπερδεύουν η μία την άλλη, χωρίς προκαθορισμένες αρμοδιότητες, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς να είναι γνωστό ποιος έχει την τελική ευθύνη και αρμοδιότητα. Πυροσβεστική, αστυνομία, τραυματιοφορείς, στρατός, νοσοκομειακά, διασώστες, Περιφέρεια, τοπική αυτοδιοίκηση, κυβερνητικοί παράγοντες, όλοι έψαχναν να βρουν ποιος κάνει κουμάντο και τι πρέπει να γίνει.

Αυτή όμως η συζήτηση κράτησε για πολύ μικρό διάστημα. Γιατί λέξεις όπως αξιοκρατία και αξιολόγηση, πελατειακό κράτος, συντεχνιακή λογική, ληστρικός μικροκαπιταλισμός της μίζας, είναι στις συζητήσεις απαγορευμένες.

Το Σύστημα είναι πανίσχυρο. Κι αμέσως κατάφερε οργανωμένα να μετατρέψει τη συζήτηση για τις ευθύνες της πολιτείας σε αστυνομικό δελτίο.  

Μήπως υπήρχε κανένας λαθρέμπορος στο τρένο;

Οι πολιτικές ευθύνες μιας κυβέρνησης που έχει εκλεγεί για να αλλάξει αυτό το κράτος είναι πιο σημαντικές, φυσικά, από το αστυνομικό δελτίο, όμως η κύρια επιδίωξη του λαϊκισμού είναι να διασώσει το σύστημα, όχι να το αλλάξει. Αντί για λύσεις στα προβλήματα υποδεικνύει ενόχους. Ώστε να τους πάρει τη θέση, στο τιμόνι της εξουσίας, διατηρώντας τα πάντα στη θέση τους. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συστημικό από τον ελληνικό αντισυστημικό λαϊκισμό.

Κάπως έτσι, επί έναν χρόνο, παρατηρούμε μια απίστευτη επιχείρηση συσκότισης και τοξικότητας, συνδυασμένης δράσης δημαγωγίας και ψηφιακής χειραγώγησης, με θεωρίες συνωμοσίας που συχνά από μόνες τους αποκαλύπτουν τους εμπνευστές τους.

Το τρένο μετέφερε οπλικά συστήματα του ΝΑΤΟ που θα έπλητταν τη μητέρα Ρωσία, μετέφερε ειδικά καύσιμα για τα drones του ΝΑΤΟ που σταθμεύουν στη βάση της Λάρισας και κατασκοπεύουν τη μητέρα Ρωσία, μετέφεραν πυρομαχικά προς την Ουκρανία για να πολεμήσει τη μητέρα Ρωσία. Η τελευταία αυτή θεωρία εγκαταλείφθηκε, όταν κάποιος παρατήρησε ότι η εμπορική αμαξοστοιχία δεν πήγαινε προς βορρά, αλλά προς νότο.

Οι νεκροί δεν είναι 57, είναι 85, μπορεί να είναι και 103, 20 τόνοι το λαθραίο υλικό, 5 τόνοι, 2,5 τόνοι, τρία ήταν τα βαγόνια με παράνομο φορτίο, όχι, ένα βαγόνι ήταν τελικά, όχι, ένα κοντέινερ ήταν σ’ ένα βαγόνι, δεν βρίσκουμε το βαγόνι γιατί εξαϋλώθηκε, αν δεν βλέπουμε το κοντέινερ είναι γιατί εξαϋλώθηκε κι αυτό. Αν δεν υπήρχε ούτε βαγόνι ούτε κοντέινερ, τότε θα ήταν μια δεξαμενή πάνω σ’ ένα βαγόνι, κι αν ούτε δεξαμενή φαίνεται, τότε μερικά μπιτόνια στη μηχανή του τρένου. Λαθρέμποροι ολιγάρχες, γνωστά ονόματα, κι αν όχι αυτοί, τότε λαθρέμποροι μικρομαφιόζοι των βενζινάδικων. Όχι, τελικά ήταν μεθυλική αλκοόλη για ποτά μπόμπες στα μπαρ.


Οι δυνάμεις της δημαγωγίας και του λαϊκισμού κρύβονται πίσω από τους συγγενείς των θυμάτων. Ας είμαστε ξεκάθαροι σ’ αυτό, τα θύματα έχουν κάθε λόγο και έννομο συμφέρον να εξετάσουν ακόμα κι αν είχε βραχυκύκλωμα η καφετιέρα του κυλικείου, να ερευνήσουν όλους τους πιθανούς υπευθύνους.

Η πολιτική ωστόσο δεν είναι αστυνομικό δελτίο, η πολιτική μιλάει για επιλογές, για αλλαγές, για ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν, όχι για «συγκάλυψη» και «μπαζώματα». Όμως η ελληνική καθυστέρηση είναι εχθρός και της παραμικρής αλλαγής. Δεν προτείνει διαφορετικές λύσεις στα προβλήματα, αντιστέκεται απλώς σε κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης.

    Μ’ αυτό τον τρόπο...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η Ελλάδα γκρινιάζει -- Μια χώρα σε μόνιμο εκνευρισμό αναζητά όραμα για το μέλλον

 

ΑΡΘΡΑΡΑ

Toυ ΦΩΤΗ ΓΕΩΡΓΕΛΕ

Έxoυν περάσει αρκετά χρόνια από την προηγούµενη καταστροφική δεκαετία. Οι µισθοί ανεβαίνουν ξανά, η ανεργία µειώνεται, ο τουρισµός σπάει το ένα ρεκόρ µετά το άλλο. Ωστόσο το κλίµα είναι περίεργο, παρόλο που τα αναγνωρίζει όλα αυτά, η Ελλάδα δυσφορεί.

Είναι απαισιόδοξη, δεν ξέρει τι να περιµένει. Στα γκάλοπ απαντάει ότι δεν βαδίζουµε στον σωστό δρόµο. Κάτι της φταίει. Το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρει καν τι της φταίει.

Αν ρωτήσεις τους συµπολίτες µας που ψήφισαν ηρωικά Όχι στο δηµοψήφισµα του 2015 τι συµπέρασµα έβγαλαν από την περιπέτεια της χρεοκοπίας, το πιθανότερο είναι ότι η µεγάλη πλειοψηφία θα επαναλάβει απλώς την επίσηµη κυβερνητική εκδοχή εκείνης της εποχής: Είχαµε αυταπάτες, πιστέψαµε ότι µπορούσαµε να νικήσουµε.

Το συµπέρασµα δηλαδή δεν είναι ότι αυτό που απαιτούσαµε τότε ήταν η επιλογή της στασιµότητας, η επιλογή των βολεµένων που υπερασπίζονταν το χρεωκοπηµένο σύστηµα και δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτα. Αλλά ότι, όπως πάντα, είχαµε δίκιο απλώς οι «εχθροί» ήταν ισχυρότεροι γι’ αυτό ο «ηρωικός και πάντα προδοµένος λαός» τελικά έχασε. Με συνέπεια ως κοινωνία να µην έχουµε βγάλει τα σωστά συµπεράσµατα, ούτε γιατί χρεοκοπήσαµε ούτε πώς να ξεπεράσουµε τη χρεοκοπία. Να µην ξέρουµε τι πρέπει να αλλάξει, να µην ξέρουµε καν ότι πρέπει κάτι να αλλάξει.

Το συµπέρασµα που βγάλαµε από εκείνη την εποχή ήταν ότι απλώς κάποιοι ανεδαφικοί, ανερµάτιστοι ροµαντικοί έλεγαν πράγµατα που δεν µπορούσαν να κάνουν. Και όχι ότι τα πράγµατα που έλεγαν ήταν οπισθοδροµικά, αντίθετα µε το συµφέρον της κοινωνίας. Ως αποτέλεσµα, ακόµα και 10 χρόνια µετά, η κοινωνία µας δυσφορεί, εξοργίζεται, µελαγχολεί µπροστά στα ίδια πάντα προβλήµατα, χωρίς να µπορεί να τα εξηγήσει, χωρίς να µπορεί να κάνει το επόµενο βήµα, χωρίς µε άλλα λόγια η µεταρρυθµιστική συνείδηση να γίνει πλειοψηφική.

Η αιτία είναι ότι το πελατειακό σύστηµα της µεταπολίτευσης, λόγω της οµαλής εναλλαγής και των δύο παρατάξεων για ίδιο περίπου χρονικό διάστηµα στην εξουσία, οδήγησε µεγάλα τµήµατα της ελληνικής κοινωνίας σε µια δανεική µεν, πλην όµως πραγµατική ευηµερία. Η περίοδος της µεταπολίτευσης ήταν µια συνεχής βελτίωση του ελληνικού ατοµικού εισοδήµατος, χρηµατοδοτούµενη όµως από τα δανεικά και τις κοινοτικές ενισχύσεις και όχι αποτέλεσµα της δικής µας παραγωγικότητας. Το πρόβληµα ήταν ότι στήθηκε µε τα ευρωπαϊκά «πακέτα» και κυρίως µε τα δανεικά λεφτά των άλλων. Αλλά τα αποτελέσµατα ήταν υπαρκτά και θεωρήθηκαν κεκτηµένα για πάντα. Και όπως συµβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν τελείωσαν τα λεφτά των άλλων, τελείωσε και το πάρτι.

Έτσι κάπως φτάσαµε στο υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης και δεύτερου εξοχικού σπιτιού. Με καταπατήσεις δηµόσιας γης, αυθαίρετη δόµηση, νοµιµοποίηση αυθαιρέτων, Κτηµατολόγιο και ∆ασικούς Χάρτες που ποτέ δεν ολοκληρώνονται.

Έτσι, µητέρες ανηλίκων τέκνων στα 45 τους και εργαζόµενοι των ∆ΕΚΟ στα 52 έβγαιναν στη σύνταξη στην πιο παραγωγική τους ηλικία, µετατρεπόµενοι σε εισοδηµατίες του ∆ηµοσίου, µε αποτέλεσµα το υψηλότερο ποσοστό δηµόσιας συνταξιοδοτικής δαπάνης στην Ευρώπη.

Κάπως έτσι, µε φοροδιαφυγή, εισφοροδιαφυγή, ελάχιστα τεκµήρια, φοροαπαλλαγές, οριζόντια επιδόµατα, όλοι σχεδόν είχαν «τον τρόπο τους» σ' αυτή τη χώρα, ανεξήγητα αλλά πραγµατικά. Οι «απέξω» από το πάρτι... ας πρόσεχαν.

Το σύστηµα βέβαια είχε ένα ακόµα κόστος εκτός από το τεράστιο χρέος. Ονοµαζόταν ιδιωτικός πλούτος - δηµόσια φτώχεια.

Το κράτος δανειζόταν και τα µοίραζε τους «πελάτες» του. Το ελληνικό πελατειακό κράτος ήταν πολύ καλό για τους πελάτες του, κράτος σοβαρό δεν ήταν. ∆εν υπήρχαν λεφτά για κρατικές υπηρεσίες, κατευθύνονταν στην ιδιωτική κατανάλωση.

Η ελληνική κοινωνία δεν δυσφορούσε που δεν είχε τρένα. Αγόραζε αυτοκίνητο.

Δεν την ένοιαζε που δεν είχε µετρό, αγόραζε και δεύτερο Ι.Χ. για τα ζυγά.

Αν δεν υπήρχε ασφάλεια, υπήρχαν εταιρείες σεκιούριτι.

Ο τόνος πάντα έµπαινε στο πελατειακό, όχι στο κράτος.

Τα λεφτά κάποτε τελείωσαν, δεν φτάνουν πια για την πλατιά διανοµή της προηγούµενης περιόδου. Τα δανεικά είναι λιγότερα, τα πελατειακά δίκτυα πάντα υπάρχουν, αλλά πια είναι πολύ πιο στενός ο κύκλος των πελατών. Και δεν είναι µόνο ότι οι πρόσοδοι ξαφνικά µειωθήκαν, ότι οι insiders γίνονται όλο και λιγότεροι. Η ελληνική κοινωνία ανακαλύπτει καθυστερηµένα ότι και η οργάνωση της κρατικής µηχανής «µπάζει» από παντού. Και δεν παίρνουµε σύνταξη στα πενήντα, και δεν έχουµε συγκοινωνίες.

Το οικονοµικό µοντέλο, που µέχρι τώρα παρείχε ευκαιρίες χρηµατοδοτούµενες από τα κρατικά δάνεια, πλέον κινείται σε χαµηλή τροχιά.

Τα πανεπιστήµια δεν βγάζουν πτυχιούχους µε εφόδια για την πραγµατική οικονοµία.

Κατασκευάζεται τώρα µια γραµµή µετρό σχεδόν 25 χρόνια µετά τις πρώτες δύο γραµµές του Σηµίτη.

Το µετρό της Θεσσαλονίκης ξεκίνησε προχθές, χρειάστηκαν 37 χρόνια µέχρι να παραδοθεί.

Συζητάµε πότε θα ξεκινήσει ο ΒΟΑΚ στην Κρήτη. Πότε θα τελειώσει η εθνική οδός Πάτρας-Πύργου. Η υποθαλάσσια σύνδεση ενέργειας µε την Κρήτη. Ο σωλήνας ύδρευσης στην Αίγινα.

Μιλάµε δηλαδή για έργα που στην Ευρώπη έγιναν τον προηγούµενο αιώνα.

Δακρύζουµε και θυµώνουµε όλοι για τα δυστυχήµατα, τραγουδάµε στις συναυλίες για τα Τέµπη, χωρίς να ξέρουµε τι φταίει, γινόµαστε εύκολα θύµατα κάθε λαϊκιστή. Εδώ βρισκόµαστε τώρα.

Η ελληνική κοινωνία ζει ανάµεσα σε δύο ιστορικές φάσεις.  Στο πελατειακό κράτος της µεταπολίτευσης, που χρεοκόπησε, και στην επόµενη µέρα, την οποία το πελατειακό κράτος χωρίς τα δανεικά δεν µπορεί να χρηµατοδοτήσει πια.

Η «Κανονικότητα» που διαδέχτηκε την Κρίση, τώρα πια δεν επαρκεί.

Θα επανεφεύρει τον εαυτό της, θα δηµιουργήσει από µόνη της τον πλούτο και την ευηµερία που της λείπει ή θα συµβιβαστεί µε µια ζωή χαµηλών προσδοκιών και στασιµότητας;

Ξέρει ότι θέλει κάτι παραπάνω από αυτή τη ζωή που ζούµε.

Δεν ξέρει όµως πώς να το επιτύχει.

Δεν ξέρει ότι για να το επιτύχει χρειάζεται να αµφισβητήσει όσα έκανε µέχρι τώρα, ότι χρειάζεται να αλλάξει παγιωµένες πρακτικές δεκαετιών.

Οι χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, που πριν από τρεις δεκαετίες ήταν κατεστραµµένα τοπία, εκσυγχρονίζονται µε τόσο ταχείς ρυθµούς, που έχουν σχεδόν όλες περάσει την Ελλάδα.

Από το 2004, που έλεγαν για την Ελλάδα ότι είναι «Η Αµερική των Βαλκάνιων», µοιάζει να έχει περάσει ένας αιώνας· οι άλλοι επιτάχυναν, εµείς δεν µπορούµε να ξεκολλήσουµε.

Οι λαϊκιστές δεξιοί ή αριστεροί, αντιδραστικοί πάντα, θρηνούν τον χαµένο ιδιωτικό πλούτο του πελατειακού κράτους και συγχρόνως αντιστέκονται σε κάθε αλλαγή. Οι οργανικοί διανοούµενοι, αυτή η «προοδευτική» εµπροσθοφυλακή της ακινησίας, δίνουν µάχες, «έχει περάσει πια η εποχή των µεταρρυθµίσεων» γράφουν, «δεν ζούµε στην περίοδο του εκσυγχρονισµού, αλλά στην εποχή των ταυτοτήτων και των αποκλεισµών». Να µην αλλάξει τίποτα, η µόνιµη δεξιά και αριστερή επωδός.

Το έχουµε πια καταλάβει. Μπήκαµε σε µια εποχή δύσκολη, επικίνδυνη, πολλά από όσα θεωρούσαµε δεδοµένα καταρρέουν µπροστά στα µάτια µας. Θα επιβιώσουν αυτοί που κατανοούν τους καιρούς, αυτοί που έχουν ανθεκτικότητα, αυτοί που µπορούν να δηµιουργήσουν το µέλλον τους. Οι χώρες του πλανήτη εργάζονται πυρετωδώς για να µετασχηµατιστούν, να προλάβουν τη µετάβαση στην ψηφιακή οικονοµία, έχουν ήδη αρχίσει να ξεχωρίζουν ποιοι θα είναι οι πρωταγωνιστές του 21ου αιώνα και ποιοι οι χαµένοι. Και στην Ελλάδα οι περισσότερες πολιτικές δυνάµεις προσπαθούν να παρατείνουν τον 20ό.

Μπορούµε όµως να λέµε ακόµα «Όχι στην αξιοκρατία, όχι στην αξιολόγηση», αλλά να ζητάµε να δουλεύει καλύτερα το κράτος;

Μπορούµε να λέµε «Όχι στην ανεργία των νέων», αλλά να ζητάµε να µην αλλάξει τίποτα στα πανεπιστήµια, να συζητάµε το 2025 προβλήµατα του 1970, την πανεπιστηµιακή αστυνοµία και τις καταλήψεις;

Μπορούµε να λέµε «Όχι στους χαµηλούς µισθούς», αλλά να είµαστε αντίθετοι σε κάθε αλλαγή που εκσυγχρονίζει το παραγωγικό µοντέλο;

Πριν από λίγες µέρες έκλεισαν 137 περιττά στρατόπεδα. Χρειάστηκαν 15 χρόνια.

Θα µπουν κάµερες στους δρόµους. Χρειάστηκαν 30 χρόνια.

Ξεκίνησε το Μετρό Θεσσαλονίκης. Χρειάστηκαν 37 χρόνια.

Οι καθυστερήσεις αυτές δεν έγιναν τυχαία, δεν ήταν φυσικά φαινόµενα. Κάποιοι έδωσαν µάχες για να µην προχωρήσει τίποτα.

Ξέρουµε εδώ και δεκαετίες ότι τα πανεπιστήµια παράγωγης πτυχίων κατάλληλων για µοριοδότηση δηµοσίων υπαλλήλων είναι άχρηστα σ’ αυτή την εποχή.

Ξέρουµε ότι το θέµα δεν είναι να έχουµε πολλά νοσοκοµεία, µε ποσοστό θνησιµότητας στην πανδηµία τεράστιο, αλλά λιγότερα και καλά εξοπλισµένα. Λιγότερους διευθυντές κλινικών και περισσότερους νοσηλευτές. Λιγότερους στρατηγούς και περισσότερα σύγχρονα όπλα.

Ξέρουµε ότι, στην περίπλοκη εποχή µας, οι δηµόσιοι λειτουργοί πρέπει να είναι άνθρωποι µε υψηλή κατάρτιση και ανεπτυγµένο αίσθηµα ευθύνης και όχι τα διορισµένα «δικά µας παιδιά».

Μιλάνε πάντα για παροχές, όχι για επιλογές. Και ποτέ για δύσκολες επιλογές.

Σε κάθε σηµείο της κρατικής µηχανής και σε κάθε τοµέα της οικονοµικής δραστηριότητας απαιτούνται γρήγορες αλλαγές για να προλάβουµε την εποχή της ψηφιακής οικονοµίας. Αυτό το προφανές λείπει από τον δηµόσιο διάλογο.

Τα κόµµατα διαγωνίζονται ποιο είναι πιο «φίλος του λαού», ποιο θα δώσει περισσότερες αυξήσεις και επιδόµατα. Αν προσέξεις, στα τηλεοπτικά πάνελ µιλούν συνέχεια για λεφτά, όχι για πολιτικές προτάσεις. Μιλάνε πάντα για παροχές, όχι για επιλογές. Και ποτέ για δύσκολες επιλογές.

Η ελληνική κοινωνία είναι δύσθυµη και αυτό είναι καλό σηµάδι, γιατί δείχνει ότι δεν έχει συµβιβαστεί µε την ιδέα ενός µέλλοντος χαµηλών προσδοκιών. Δεν ξέρει όµως ακόµα ποιοι την κρατάνε καθηλωµένη στην προηγούµενη φάση, δεν ξέρει ότι οι λαϊκιστές κάθε χρώµατος, που την κολακεύουν και προτείνουν την «Αντίσταση» σε κάθε τι καινούργιο, είναι οι υπεύθυνοι της δυσφορίας της. Από το «Όπισθεν ολοταχώς» των θρησκευτικών ταγών ως την «Αντίσταση στο µέλλον» της αριστερής εκδοχής του ελληνικού συντηρητισµού, η κυρίαρχη ιδεολογία της χώρας αποστρέφεται την πρόοδο.

Όµως το πραγµατικό δίληµµα παραµένει: Αν συνεχίσουµε µε την ίδια οργάνωση κράτους, το ίδιο οικονοµικό µοντέλο –οικοδοµή, τουρισµό, καφετέριες– αυτό περίπου θα είναι το επίπεδο ζωής µας.

Κατανοητή επιλογή, αλλά τότε ας µη δυσφορούµε, αυτή είναι η χώρα µας. Καλά ζούµε κι έτσι, αν σκεφτείς τι γίνεται στη γειτονιά µας. Και συγκριτικά, καλύτερα τα πηγαίνουµε τα τελευταία χρόνια, όλοι οι δείκτες είναι θετικοί. Σε σχέση µε το παρελθόν όµως, όχι µε το µέλλον.

Έχουµε περιθώρια χρόνου;

Αν θέλουµε κάτι πραγµατικά παραπάνω

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Δυο πρώην, ένας rebranded και η Κεντροαριστερά

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Toυ ΦΩΤΗ ΓΕΩΡΓΕΛΕ

Τους τελευταίους μήνες παρατηρούμε μια θεαματική κινητικότητα στο πολιτικό σκηνικό, με ρευστοποιήσεις κομματικών σχηματισμών, rebranding προσώπων και χώρων, με μεταγραφές και δηλώσεις διαθεσιμότητας, με αλλεπάλληλες αλλαγές εργοδότη για τα τρολ και τα πιστόλια του δημοσιογραφικού υποκόσμου, σε σημείο που θυμίζει το παιδικό παιχνίδι με τις μουσικές καρέκλες.

Θα ήταν συγκινητικές σχεδόν, αν δεν ήταν τόσο αστείες, αυτές οι προσπάθειες από πολιτικούς που τους καλεί –ξανά– η ιστορία, φιλόδοξους καθηγητές πάντα διαθέσιμους να προσφέρουν, λομπίστες και λοιπούς παράγοντες του δημόσιου διαλόγου, να ξαναμπούν στο παιχνίδι, «διορθώνοντας» την προηγούμενη ζωή τους και «ξαναγράφοντας» την ιστορία, τη δική τους και της χώρας.

Τόσοι «κεντροαριστεροί», τόσες «προοδευτικές παρατάξεις», αλλά και τόσοι «ανήσυχοι πατριώτες» που εμφανίστηκαν ξαφνικά, δεν έχουμε τι να τους κάνουμε.

Στην πραγματικότητα, οι πρωταγωνιστές της καταστροφικής προηγούμενης «δεκαετίας του ανορθολογισμού» προσπαθούν να εμφανιστούν με άλλες ταμπέλες.

Όταν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι μας, το πολιτικό σύστημα και η ίδια η ελληνική κοινωνία ήταν παντελώς ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν την οικονομική χρεοκοπία.

Το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η χώρα δεν ήταν μόνο το τεράστιο χρέος. Αυτό, έστω και καθυστερημένα, η ευρωπαϊκή κοινότητα κάπως το ρύθμισε.

Αυτό που αποδείχτηκε μεγαλύτερο πρόβλημα, αυτό που διέλυσε κυριολεκτικά την ελληνική οικονομία και τη συνοχή της κοινωνίας, ήταν η άρνηση υιοθέτησης των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων οι οποίες ήταν απαραίτητες για την αλλαγή του παρωχημένου οικονομικού μοντέλου, ώστε να γίνει βιώσιμο και να μην παράγει διαρκώς νέα ελλείμματα.

Εκεί οι αντιδράσεις ήταν πρωτοφανείς σε ένταση, επιθετικές, αδιάλλακτες και τελικά αυτοκτονικές. Με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κάνει 10 χρόνια να βγει από την κρίση, ενώ οι άλλες χώρες που αντιμετώπισαν την ίδια εποχή το πρόβλημα το ξεπέρασαν σε 2-3. Η καθυστέρηση δεν ήταν το μόνο και το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το χειρότερο ήταν ότι, ενώ η Πορτογαλία και η Ιρλανδία εφάρμοσαν γρήγορα και με αποφασιστικότητα τον οδικό χάρτη και μεταρρύθμισαν την οικονομία τους οδηγώντας σε καλύτερο οικονομικό επίπεδο και ένα πιο σύγχρονο μοντέλο, η Ελλάδα μετά από 10 χρόνια συγκρούσεων δεν κατάφερε να αλλάξει το χρεοκοπημένο μοντέλο της μεταπολίτευσης και ακόμα προσπαθεί να φτάσει το πριν από το 2009 επίπεδο.

Το πολιτικό σύστημα, εκφραστής του πελατειακού κράτους, ήταν σχεδόν αδύνατον να μεταρρυθμίσει τον εαυτό του. Τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, για τα οποία η έννοια της επιχειρηματικότητας εξαντλείται στο λάδωμα και τον  έλεγχο της κρατικής και κομματικής μηχανής, ήταν από την αρχή εχθρικά. Αντίθετα με όσα ισχυριζόταν τότε η κυρίαρχη προπαγάνδα, τα Μέσα Ενημέρωσης ήταν σχεδόν στο σύνολό τους «αντιμνημονιακά», ιδίως οι τηλεοράσεις με τον εγγενή λαϊκισμό τους. Εκτεταμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, εκπαιδευμένα επί δεκαετίες στην απόκτηση προσόδων μέσω του πελατειακού κράτους, στάθηκαν από την αρχή μετωπικά αντίθετα στα πρωτάκουστα και ξενόφερτα αυτά πράγματα που μίλαγαν για αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, των μαϊμού επιδομάτων, των πρόωρων συντάξεων, της καταπάτησης δημόσιας γης, της αυθαίρετης ανοικοδόμησης και άλλων, ων ουκ έστιν αριθμός, προνομίων των insiders του πελατειακού κράτους. Οι outsiders, νέοι, μισθωτοί, άνεργοι, σκληρά εργαζόμενοι, μικροί επιχειρηματίες, δεν είχαν ισχυρή φωνή. Ούτε καν συνείδηση της πραγματικότητας. Οι νέοι που δεν θα έπαιρναν σύνταξη έδιναν μάχες για να μη μειωθούν οι πολυτελείς συντάξεις των ΔΕΚΟ και οι άνεργοι για να μην κοπούν τα πολυάριθμα επιδόματα του δημόσιου τομέα.

Αυτό ήταν το πραγματικό πρόβλημα που δυναμίτισε κάθε ομαλή προσπάθεια εξόδου από την κρίση. Όλα τα άλλα, τα εθνικοπατριωτικά και επαναστατικά, ήταν σημαίες από νάιλον για τους αφελείς. Απόδειξη ότι, όταν η πολύ πατριωτική «πρώτη φορά Αριστερά», για να γίνει αποδεκτή από τους δανειστές, έβαλε ενέχυρο για 99 χρόνια τη δημόσια περιουσία, δεν συγκινήθηκε κανένας.

Όταν η κυβέρνηση του λαού χρεοκόπησε, έκλεισε και εκποίησε μετά για ένα κομμάτι ψωμί τις τράπεζες σε ξένα funds, ούτε καν σε ξένες τράπεζες, δεν έγινε ούτε μια διαδήλωση για τον αφελληνισμό ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος.

Και όταν στις περιβόητες λίστες Λαγκάρντ τελικά αυτός που ανακαλύφθηκε ήταν εκείνος ο δημοσιογράφος οπλαρχηγός που με υπόκρουση Λιλί Μαρλέν κήρυττε κάθε μέρα τον απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στους δυτικούς κατακτητές, αυτός που είχε σπίτια στο Μόντε Κάρλο, το Μαϊάμι, το Λας Βέγκας και κάθε φορολογικό παράδεισο αυτού του κόσμου, ούτε ένας δεν βγήκε να πει, ρε μήπως με έπιασαν κορόιδο.

Γιατί όλοι ήξεραν ότι όλα αυτά ήταν το παραμύθι που θα πούλαγαν στους αφελείς. Αυτό που ονομάστηκε τότε «Επανάσταση των Βολεμένων» ήταν η προσπάθεια των ευνοημένων στρωμάτων της μεταπολίτευσης να μη θιγεί κανένα προνόμιο, κανένα έσοδο, καμία εξουσία των insiders.

Τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα για σχεδόν μισό αιώνα, εκόντα άκοντα προσπαθούσαν να εφαρμόσουν τα διάφορα μνημόνια, τα πορίσματα από τις επιτροπές σοφών, τις εργαλειοθήκες του ΟΑΣΑ, χωρίς να μπορούν και να θέλουν πραγματικά να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους και την πελατεία τους. Αντικαθιστούσαν τις μεταρρυθμίσεις με «ισοδύναμα», δηλαδή φόρους.

Ακόμα κι έτσι όμως, με ένα βήμα μπρος δυο βήματα πίσω, η ακόμα και επιφανειακή αλλαγή του οικονομικού και κρατικού συστήματος δεν έγινε αποδεκτή.

Η «αγανακτισμένη» οπισθοφυλακή του πελατειακού κράτους, χρησιμοποιώντας ως ξενιστή ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας της Αριστεράς, συσπειρώθηκε σε έναν νέο συνασπισμό εξουσίας για να αποτρέψει την απειλή. Ακροδεξιά, λαϊκή καραμανλική Δεξιά, πελατειακό Πασόκ, κομφορμιστική Αριστερά, ήταν ο νέος συνασπισμός της τελικής αντίστασης. Ο Σύριζα της περιόδου εκείνης δεν ήταν ένα κόμμα, ήταν η τελευταία αντίσταση της παλιάς Ελλάδας. Γι’ αυτό και με τόση ευκολία, ανεξαρτήτως προέλευσης, όλοι έβρισκαν αμέσως στέγη στον Σύριζα που αφομοίωνε τα πάντα. Κουντουρά και Χαϊκάλης, Παπαγγελόπουλος και Αντώναρος, Τζάκρη και Ραγκούσης, Αχτσιόγλου και Πολάκης.

Με τα γνωστά αποτελέσματα. Που έγραψε η ιστορία και πληρώνει η ελληνική κοινωνία ακόμη.

Η εποχή εκείνη τελείωσε. Και οι πρωταγωνιστές της τελειώνουν μαζί με την εποχή τους. Τα αποτελέσματά τους ήταν τόσο καταστροφικά που, υπ’ αυτή τη μορφή, ο λαϊκισμός δεν μπορεί να επανέλθει στην εξουσία. Είναι ακόμα πολύ νωπές οι μνήμες.

Γι’ αυτό οι τότε πρωταγωνιστές, τώρα με διάφορα «πατριωτικά και εθνικά» προσωπεία, ανησυχούντων πρώην στη μια πλευρά ή «κεντροαριστερά και rebranded» στην άλλη, θα επιδιώξουν να μπουν ξανά στο παιχνίδι με άλλα ονόματα, με ρευστοποίηση κομμάτων, με σβήσιμο της οριζόντιας διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στην Αλλαγή και την Ακινησία.

Δύσκολα θα το επιτύχουν.

Και αν υπάρχει μια πιθανότητα να το κάνουν, είναι γιατί...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΟΡΩΝΟΪΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το δύσκολο 2021, ο δύσκολος 21ος αιώνας

 

Γράφει ο  Φώτης Γεωργελές 


Αυτές οι δύο χρονιές, 2020 και 2021, ήταν για τις κοινωνίες της Δύσης θρίαμβος του ανθρώπινου είδους και παταγώδης αποτυχία του μαζί. Αντιμετωπίσαμε μια απειλή τέτοια που δεν είχε εμφανιστεί στα τελευταία 100 χρόνια. Και ο άνθρωπος, η ανθρώπινη επιστήμη, μέσα σε μήνες, βρήκε τη λύση για να την αντιμετωπίσει. Ήταν μια νίκη του ανθρώπινου πνεύματος, ήταν μια νίκη του πολιτισμού. 

 Ο πλανήτης έβαλε πάνω από όλα τη ζωή. Πάνω από την οικονομία, το κέρδος, το εμπόριο που κάνει τον κόσμο να γυρίζει, έβαλε την ανθρώπινη ζωή. Την προστάτευσε, έστω κι αν γι’ αυτό χρειάστηκε να νεκρώσουν για μήνες τα πάντα. Και στη σωτηρία είχαν πρόσβαση όλοι, με τον ίδιο τρόπο, πλούσιοι και φτωχοί, ισχυροί και αδύναμοι. 

Η Ευρωπαϊκή  Ένωση έδωσε δωρεάν στους πολίτες της το εμβόλιο της ζωής. Σε όλους, χωρίς διακρίσεις, χωρίς προτεραιότητες, χωρίς επιλογές. Και αυτό το σωτήριο δώρο, το επίτευγμα της ανθρώπινης δημιουργίας, αυτό που αναζητούν απελπισμένα οι λαοί της Αφρικής, στη Δύση υπάρχουν άνθρωποι που το αρνούνται. Που διαδηλώνουν για να πεθάνουν.

Η υγειονομική κρίση μετατράπηκε σε πολιτική κρίση. Ενσωματώθηκε στο γνωστό πρόβλημα αποπροσανατολισμού, έλλειψης εμπιστοσύνης, ανορθολογικής συμπεριφοράς που αντιμετωπίζει η Δύση τις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διαδηλώσεις, οι βίαιες συγκρούσεις, οι παράλογες συμπεριφορές παρουσιάζονται στις δυτικές χώρες, ενώ οι χώρες της Ανατολής, που έχουν πάρει τη σκυτάλη της παγκόσμιας ανάπτυξης, διαχειρίζονται πιο ορθολογικά την πανδημία. Η ανασφάλεια μπροστά στην 4η βιομηχανική επανάσταση, ο φόβος για το μέλλον που είναι ακόμα άγνωστο, άρα και επίφοβο, η οικονομική ευρωστία που μετακομίζει ανατολικά, έχουν κάνει τις δυτικές κοινωνίες ανασφαλείς, φοβισμένες, αποσταθεροποιημένες. Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι πια κατανοητές στον μέσο άνθρωπο, ιδίως στους ανθρώπους του προηγούμενου αιώνα.

Τα social media φτιάχνουν ατμόσφαιρες συγκρούσεων, σαν παιχνίδι, σαν σπορ, μόνο που είναι η ζωή μας. Φτιάχνουν κοινότητες συγκίνησης, «συναισθηματικές δημοκρατίες». Ο ορθός λόγος είναι σε υποχώρηση παντού, η θυματοποίηση φουντώνει. Έχουμε το θλιβερό προνόμιο να ζούμε όσα διαβάσαμε στην ιστορία και όσα έχουμε διαβάσει στην επιστημονική φαντασία. Πώς κοινότητες, χώρες, πολιτισμοί, αυτοκρατορίες επιλέγουν ανέμελα, με άγνοια, αυταρέσκεια και πάθος τον χαμό τους. Γιατί;

Γιατί ο κόσμος είναι δύσκολος κι εμείς πια καλομαθημένοι, γιατί όλοι είναι εναντίον μας κι εμείς τα αθώα θύματα που κάποιοι θέλουν το κακό μας. Όλα είναι κίνδυνος, όλα είναι συνωμοσίες. Τα εμβόλια, τα τεστ, οι μάσκες, τα μνημόνια, οι απογραφές. Το ότι στη χώρα μας έχουμε περισσότερους νεκρούς τώρα, μετά το εμβόλιο, από ό,τι πριν, δείχνει ότι η κρίση είναι περισσότερο πολιτική, κι αυτό είναι που πρέπει να μας απασχολήσει πέρα κι από την πανδημία.

Συζητάμε το παράδειγμα της Πορτογαλίας, που αντιμετωπίζει πια την πανδημία χωρίς πολλούς θανάτους λόγω του υψηλού ποσοστού εμβολιασμού. Όμως η Πορτογαλία τελείωσε την οικονομική κρίση με ένα μνημόνιο σε 2,5 χρόνια, ενώ η Ελλάδα με τρία ξοδεύοντας μία δεκαετία. Η Πορτογαλία όπως δεν αγόρασε θεωρίες συνωμοσίας με αντιμνημόνια, έτσι δεν έχασε τον δρόμο της με αρνητές της επιστήμης. Με 90% εμβολιασμένων, συνεχίζει τη ζωή της. Αυτήν που εμείς χάνουμε με 100 θύματα κάθε 24ωρο.  

Η οικονομία της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, δυστυχώς για εμάς, δεν περιλαμβάνει κοινωνίες μπερδεμένες και φοβισμένες, αλλά ευέλικτες, προσαρμοστικές δυναμικές. Θα το βλέπουμε αυτό συνέχεια μπροστά μας, όλο και πιο καθαρά. Είναι το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της χώρας που σε κάθε κρίση, οικονομική ή υγειονομική, παρουσιάζεται ξανά.

Οι πολιτικές δυνάμεις της Δύσης αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του ανορθολογισμού με αμηχανία, γιατί είναι και οι ίδιες προϊόν αυτής της εποχής που ο δυναμισμός έχει μετακομίσει στην Ανατολή. Φοβούνται να αντιμετωπίσουν τους ίδιους τους πολίτες τους, την κοινή γνώμη, τρέμουν το πολιτικό κόστος. Μια εποχή ειρήνης, ασφάλειας και καταναλωτικής αφθονίας 75 χρόνων έχει δημιουργήσει κοινωνίες αδύναμες μπροστά σε έναν τρομακτικό κίνδυνο, όπως είναι μια θανατηφόρα πανδημία. Οι συνεχείς και αυτονόητοι αγώνες για «περισσότερα δικαιώματα», μετά τη φρικτή εμπειρία των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα, οδήγησαν στην πραγματικότητα σε «λιγότερες υποχρεώσεις». Έτσι κάπως τώρα, η «ατομική ευθύνη» ακούγεται κενή ρητορεία. Και οι κυβερνήσεις, μπλεγμένες με «επιτροπές βιοηθικής», προσπαθούν να μη φανούν ότι πιέζουν κανέναν. Κι όμως, στην πραγματικότητα, θα έπρεπε να κάνουν το αντίθετο. Σε εποχές ανασφάλειας, οι λαοί θέλουν στιβαρή καθοδήγηση, έτσι εξηγείται ίσως και η απογοητευτική δημοφιλία αυταρχικών ηγετών.

Κάποιοι πολίτες εξέλαβαν τον σεβασμό στην ελεύθερη βούληση ως δισταγμό και αβεβαιότητα, ενώ, ως αντίδοτο στον φόβο και την ανασφάλειά τους, είχαν ανάγκη από την πλευρά της πολιτείας σαφείς οδηγίες, καθοδήγηση, βεβαιότητα. Φοβισμένοι από το «πολιτικό κόστος», μπερδεμένοι ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις, ξεχάσαμε ότι η μεγαλύτερη υποχρέωσή μας είναι να διαφυλάξουμε τη ζωή. Στους μπερδεμένους, ανίδεους, φοβισμένους, αποπροσανατολισμένους συμπολίτες μας οι κυβερνήσεις δεν έδωσαν ούτε καν την ευκαιρία απλώς να υπακούσουν «στις αρχές». Και να σώσουν τη  ζωή τους. Έστω και αργά, αυτό φαίνεται ευτυχώς να αλλάζει. Η «υποχρεωτικότητα» σώζει ήδη χιλιάδες ζωές.

Tough times make us stronger, easy times make us weak

Η δυσανεξία μας προς την πραγματικότητα, χρόνια τώρα, δεν οφείλεται σε καμία «αντισυστημική αντίσταση» του «εξυπνότερου λαού του κόσμου». Είναι φόβος, άγνοια, αδυναμία, δειλία, αντίδραση μπροστά στον κόσμο που αλλάζει δραματικά και ζητάει νέους, δυνατούς ανθρώπους για να τον χτίσουν. 

Μακάρι τα δύσκολα τελευταία 10 χρόνια να μας κάνουν πάλι μαχητές.  

Η ελληνική κοινωνία...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα Πανεπιστήμια και η λέσχη της απάτης

 

Ο Φώτης Γεωργελές  αναλύει την πολιτική βία και γιατί τα πανεπιστήμια είναι προνομιακός χώρος αναπαραγωγής του κρατικοκομματικού παρασιτικού συστήματος

Σε όλο τον κόσμο γίνονται διαδηλώσεις και βίαιες συγκρούσεις με αρνητές της πανδημίας που παραβιάζουν το lockdown. Κάθε μέρα βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων επεισόδια στην Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία. Στις περισσότερες χώρες οι διαδηλωτές είναι ακροδεξιές ομάδες. Τι κάνει όμως μια κυβέρνηση όταν διαδηλώνουν και σπάνε το lockdown τα κόμματα της αντιπολίτευσης;  

Στέλνει την αστυνομία να διαλύσει συγκέντρωση κόμματος που πριν μόλις ενάμιση χρόνο ήταν κυβέρνηση, λες και είναι τίποτα ψεκασμένοι φανατικοί QAnon; 

 Αρχίζουν οι κανονισμοί sur mesure. Όπως λέμε ανοιχτές εκκλησίες χωρίς πιστούς, επιτρέπονται και διαδηλώσεις των 100 ατόμων ώστε να διαδηλώσουν «συμβολικά» όσοι θέλουν, όπως έλεγαν τον Νοέμβριο, αλλά χωρίς να παραβιαστεί το social distancing. Οι κανονισμοί δεν τηρούνται, διαδηλώσεις με χιλιάδες άτομα γίνονται κάθε τόσο.  

Πρέπει η αστυνομία να επιβάλει τον νόμο; 

Αντιμετωπίζουμε εδώ ένα πρόβλημα διαδηλώσεων από αρνητές της πραγματικότητας, συνωμοσιολόγους και εξτρεμιστές όπως στις άλλες χώρες; Ή έχουμε πρόβλημα επιπέδου του πολιτικού συστήματος της χώρας;

Στο editorial του προηγούμενου τεύχους για την αστυνομία στα πανεπιστήμια και το μετρό, έγραφα πως όταν το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία αποφασίσει να τελειώσει με την πολιτική βία θα το καταλάβουμε αμέσως. Ένας αναγνώστης σχολίασε ότι γράφω θεωρίες και αφηρημένα ουσιαστικά. Δηλαδή τι πρέπει να κάνω, να συζητάμε με τον αδελφό Τζανακόπουλο αν έχει αστυνομία η Οξφόρδη και να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας;  

Αν συνέβαινε ποτέ και εμφανιζόταν είδηση ότι 8 μυστήριοι τύποι κρατάνε όμηρο τον πρύτανη της Οξφόρδης ή του Χάρβαρντ, τα κανάλια θα έκαναν σε Έκτακτη Επικαιρότητα live σύνδεση με τα γεγονότα, ελικόπτερα θα πετούσαν στον ουρανό και τα SWAT θα έπεφταν με σκοινιά για να απελευθερώσουν τον πρύτανη, όπως βλέπουμε στις ταινίες. Τόσο αδιανόητα είναι αυτά που συμβαίνουν εδώ για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και εμείς συζητάμε 20 χρόνια ποιος θα παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία, μήπως ο πρύτανης, μήπως η σύγκλητος, μήπως να γίνεται πριν γενική συνέλευση;

Ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι άλλο απεδείχθη την επόμενη κιόλας μέρα, όταν οι πρυτάνεις δήλωσαν ότι διαφωνούν με το σύνολο σχεδόν των αλλαγών στα πανεπιστήμια. 

Οι αιώνιοι φοιτητές είναι χρήσιμοι γιατί έτσι είναι αυξημένες οι χρηματοδοτήσεις, η εισαγωγή με βαθμολογία μονάδας είναι χρήσιμη για να δηλώνουν εγγραφές και δυναμικό τα διασκορπισμένα ανά την Ελλάδα άδεια πανεπιστήμια. 

Και η βία είναι χρήσιμη γιατί οι «ομάδες κρούσης» αποτρέπουν κάθε σκέψη να αλλάξει η παγιωμένη κατάσταση. Η ανοχή προς τα «τάγματα εφόδου» υπάρχει γιατί αυτά διασφαλίζουν τη διαιώνιση ενός συστήματος που έχει παρακμάσει εδώ και πολλά χρόνια αλλά αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια αλλαγής. 

Αν δεν παραδεχτούμε ότι αυτό είναι το κύριο πρόβλημα θα συζητάμε προσχηματικά για χρόνια για το ποια είναι η βέλτιστη μέθοδος αστυνόμευσης των πανεπιστημίων. Πάντα θα υπάρχει μια καλύτερη πρόταση που θα σέβεται τις παραδόσεις, το περιβάλλον, την αισθητική, τη δημοκρατία και μαγικά δεν θα ενοχλεί κανέναν. Σαν να είμαστε στην Τιχουάνα, ας πούμε, να έχουμε 1.000 βιασμούς και δολοφονίες γυναικών τον χρόνο και να συζητάμε επ’ άπειρον ποια είναι η πιο καθώς πρέπει αντίδραση, τι κάνουν στην Οξφόρδη; Μήπως να κάνουμε μία Γραμματεία Ισότητας; Μήπως να ιδρύσουμε σπουδές φύλου;

Ο υπουργός Παιδείας της προηγούμενης κυβέρνησης μιλάει για το «Σπουδαστικό της Ασφάλειας». Είμαι σίγουρος ότι αν ρωτήσεις τους σημερινούς φοιτητές τι είναι αυτό, οι περισσότεροι δεν θα ξέρουν καν. Ο άνθρωπος μιλάει για τη δικτατορία του 1967, μιλάει για τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Θέλουν να απευθυνθούν στη νέα γενιά και μιλάνε με όρους μιας άλλης εποχής. Λέγαμε και πριν 20 χρόνια με το Τρίτο Κύμα ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν μείνει πίσω, τώρα ζούμε πια την Τετάρτη Βιομηχανική Επανάσταση και εμείς συζητάμε ακόμα προβλήματα του 1970.


50 πανεπιστήμια με 500 σχολές διασκορπισμένες σε 70 πόλεις. Όλα αυτά σε μια μικρή χώρα 10 εκατομμυρίων ανθρώπων, όσοι δηλαδή ζουν πια σε μία μόνο μεγαλούπολη του πλανήτη. Πανεπιστήμια προηγούμενης εποχής, της εποχής της χρεοκοπίας, που παρήγαγαν πτυχία χρήσιμα κυρίως για μοριοδότηση στην πρόσληψη στο Δημόσιο. Κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας ακόμα μιλώντας για την πιο «μορφωμένη γενιά» αποσιωπώντας το γεγονός ότι αναφερόμαστε σε πτυχία άχρηστα για τις σημερινές συνθήκες της οικονομίας. Ξέρουμε ότι θα έπρεπε πολλά πανεπιστήμια να κλείσουν και κάποια που θα μείνουν να συντονιστούν με τις απαιτήσεις της νέας εποχής. Αυτό όμως δεν λέγεται.

Γιατί τα πανεπιστήμια είναι προνομιακός χώρος αναπαραγωγής του κρατικοκομματικού συστήματος εξουσίας. Κι ας εξάντλησε τα όριά του. Εκεί παρκάρονται και ανατρέφονται οι αυριανοί απαράτσικ, διανέμονται οι επιχορηγήσεις, εξαργυρώνονται τα ευρωπαϊκά προγράμματα, μοιράζονται οι τίτλοι εξουσίας.

Τα κομματικά νταλαβέρια συνυπάρχουν με τα κλειστά μάτια στο εμπόριο ναρκωτικών, τις αποθήκες με τα λαθραία του παρεμπορίου, τη real estate εκμετάλλευση των διαμερισμάτων στις φοιτητικές εστίες, τα κρησφύγετα καταζητούμενων για τρομοκρατία, τις αποθήκες πυρομαχικών, τη χρησιμοποίηση των server για την εξουδετέρωση της υπηρεσίας ηλεκτρονικού εγκλήματος. Το μοντέλο ήταν πάντα δημοκρατικό, χωρούσε πολύ κόσμο.


Σ’ αυτή τη μικρογραφία του συστήματος, δεν είναι παράλογο που και οι εκλογές πρυτάνεων και καθηγητών έχουν κομματική σφραγίδα. Δεν πρέπει σε άλλο μέρος του κόσμου οι πρυτάνεις να εκλέγονται με κομματικές υποψηφιότητες. Στην ισορροπία τρόμου τα τάγματα εφόδου συμμορφώνουν όποιους από το καθηγητικό προσωπικό σκεφτούν εκτός γραμμής, διώχνουν τρομοκρατώντας τους διάσημους έλληνες καθηγητές του εξωτερικού, διαλύουν τα απειλητικά για το καθηγητικό κατεστημένο Συμβούλια ελέγχου. Κυρίως εξασφαλίζουν την ακινησία. Πρόκειται για το γνωστό αστείο ελληνικό φαινόμενο, αυτός ο αλά γκρέκα «αντισυστημισμός», ίδιος επί δεκαετίες και ανενόχλητος, εξασφαλίζει πάντα τη διαιώνιση του συστήματος που θέλει να ανατρέψει. Η Λέσχη της Απάτης.

Το πολιτικό σύστημα έχει δείξει ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την πολιτική βία. Όταν η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου αποφάσισε ότι η δημοκρατία μας δεν ανέχεται τη χρυσαυγίτικη βία, την τελείωσε με συνοπτικές διαδικασίες. Το πρόβλημα στα πανεπιστήμια δεν είναι τα τάγματα εφόδου.  Αλλά...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το τελευταίο που χρειαζόμαστε τώρα είναι αυτή η νοοτροπία του «αυτοί ή εμείς».

Έφτασε η ώρα να ζήσουμε όσα μέχρι τώρα διαβάζαμε και βλέπαμε στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Κλειστά μαγαζιά, κλειστά σχολεία και πανεπιστήμια, έρημοι δρόμοι, φρουροί στα σουπερμάρκετ, κλειστά σύνορα, ακυρωμένες πτήσεις. Μάσκες, γάντια, απολύμανση.

Ο κόσμος ξαφνικά έγινε γκρίζος, άδειος, σιωπηλός, απειλητικός. Η απειλή από τον άλλον και, ακόμα χειρότερα, εσύ ο ίδιος απειλή για τον άλλον. Για την ηλικιωμένη μητέρα σου, τον διπλανό σου ξένο αλλά συνάνθρωπο. Ο εαυτός σου ως απειλή για τους άλλους είναι μια σκέψη που δεν μπορείς εύκολα να διαχειριστείς.

Η αβεβαιότητα μπαίνει στη ζωή μας. Και αν δεν υπάρχουν τρόφιμα αύριο στο σουπερμάρκετ; Αν σταματήσουν τελείως τα δρομολόγια λεωφορείων και μετρό; Τι θα τρώω που δεν ξέρω να μαγειρεύω; Ποια χάπια μπορώ να πάρω, ποια απαγορεύονται; Με τι θα τα αντικαταστήσω;

Κλείνουμε τα γραφεία και υμνούμε την τηλεργασία, όμως τώρα καταλαβαίνουμε ότι ο χώρος της δουλειάς μας είναι και ένας κοινωνικός χώρος, εκεί που συναντάμε ανθρώπους. 


Κλείνουμε τις δουλειές μας, λίγοι όμως σκέφτονται αυτές τις στιγμές τι σημαίνει αυτό για τις ίδιες τις δουλειές μας. Ίσως σε δύο, σε τρεις μήνες, να μη τις ξαναβρούμε ίδιες.


Η ρημαγμένη ελληνική οικονομία και οι μικρές επιχειρήσεις της χώρας, που δεν έχουν ακόμα συνέλθει από την κρίση, θα προσπαθήσουν να αντέξουν αυτό το νέο χτύπημα.  


Αλλά δεν πρέπει να τα σκεφτόμαστε τώρα αυτά. Αυτά είναι σκέψεις του επόμενου μήνα. Τώρα επείγει να κάνουμε το σωστό. Μήπως και αποφύγουμε την τύχη της Ιταλίας.

Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς είναι λογικό και το άγχος και ο φόβος. 


Και η τάση να ειρωνευτείς, να σαρκάσεις, να επιτεθείς σε κάποιους άλλους που γίνονται «ηλικιωμένες βόμβες» μετά τη μετάληψη στην εκκλησία, σε κάποιους που σαρώνουν τα χαρτιά υγείας από το σουπερμάρκετ.  


Μην το κάνουμε. Ας μην είμαστε επιθετικοί αυτή την ώρα. Οι άνθρωποι χρειάζονται κατανόηση, καλοσύνη, συμπόνια. Δεν κερδίζουμε τίποτα να σαρκάζουμε τους αδύναμους. Μόνο εκτόνωση. Αλλά δεν μας χρειάζεται αυτό. Ας σκεφτούμε ότι όσοι φέρονται πιο παράλογα, ίσως είναι και οι πιο αδύναμοι.

Εξάλλου και η παράνοια είναι σχετική. Όσοι κοροϊδεύουν πιο πολύ αυτούς που συγκεντρώνονται στις εκκλησίες, διοργανώνουν συναυλίες και διαδηλώσεις εναντίον του κορωνοϊού...

Το τελευταίο που χρειαζόμαστε τώρα είναι αυτή η νοοτροπία του «αυτοί ή εμείς». Η υποτίμηση, η εχθροπάθεια, η στοχοποίηση των άλλων.  


Ας προσπαθήσουμε να τους πείσουμε, όχι να τους κοροϊδέψουμε.

Καλύτερα ας κοιτάξουμε με νέο μάτι τις δικές μας ζωές. Καθώς η καθημερινή μας ρουτίνα διακόπηκε και είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε μια ανήκουστη κρίση που μεταβάλλει την καθημερινότητά μας βίαια, αντιμετωπίζουμε πολλές άβολες ερωτήσεις. Ερωτήσεις που ίσως ποτέ δεν είχαμε θέσει στον εαυτό μας.  


Πώς θέλω να ζω; 
Με ποιον; 
Πόσο μπορώ να αντέξω; 
Μέχρι ποιου σημείου μπορώ να φτάσω; 
Ποιες θυσίες μπορώ να κάνω; 
Ποιοι νοιάζονται για μένα; Ποιοι αφιερώνουν χρόνο; 
Ποιος μου λείπει; 


Αυτές τις μέρες της καραντίνας διαπιστώνεις πράγματα που δεν είχες σκεφτεί.

Και εντωμεταξύ η ζωή πάντα συνεχίζεται. Οι ώρες και οι μέρες περνάνε. Είμαστε προσαρμοστικά όντα. Γι’ αυτό επιβιώσαμε. Και μόνο αν είμαστε τέτοια, θα επιβιώσουμε και στο μέλλον.

Δεν έρχεται η συνειδητοποίηση για όλους μαζί και όχι πάντα την ίδια στιγμή. Μην αποπαίρνεις την ηλικιωμένη μητέρα σου, ο φόβος του θανάτου είναι ισχυρότερος από τον φόβο ενός ιού. Μη μαλώνεις τον έφηβο γιο σου. Ο φόβος του θανάτου τού είναι παντελώς άγνωστος.
 

Πρέπει να θυμίζουμε στους άλλους και στους εαυτούς μας την ευγένεια και την καλοσύνη. Η «απόσταση» που πρέπει να βάλουμε ανάμεσά μας είναι για να προστατέψουμε τους γύρω μας, όχι για να τους απομονώσουμε.
 

Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό. Μην αφήσετε κανέναν να προσπαθήσει να μας χωρίσει. Είμαστε πάλι κοινότητα. Καταλαβαίνουμε με αυτό τον εξωτερικό κίνδυνο τι σημαίνει αυτό, ξανά. Και ναι, έτσι είναι οι κοινότητες, έχουν μέσα και αυτούς που μεταλαβαίνουν τον όρθρο και αυτούς που πίνουν ποτάκια σε παράνομα υπαίθρια μπαρ το βράδυ. 


Ας μη χωριστούμε πάλι σε έξυπνους και ηλίθιους, συνωμοσιολόγους και υπεύθυνους, αντικληρικαλιστές και ευσεβείς, γέρους και νέους. Είμαστε όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι, άλλοι που δεν διεκδικούν με τόσο πάθος μία ταυτότητα και έναν εχθρό, άλλοι που δεν χρειάζονται καμία ή που χρειάζονται πολλές ταυτότητες, όλοι μαζί είμαστε μια κοινότητα.

Και αυτή τη δύσκολη ώρα βρίσκουμε τον τρόπο να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα, να βρούμε το νόημα της ενότητας, να ζήσουμε μαζί τη ζωή μας γεμάτη και έντονη προσπαθώντας συγχρόνως να κρατήσουμε υγιή και ασφαλή την πόλη μας.

Υπάρχει και κάτι παρηγορητικό σε όλο αυτό το χάος. Η ανακουφιστική αίσθηση ότι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το τέλος των 80s - Πώς βλέπαμε τα 80s όταν τα ζούσαμε (ΑΡΘΡΑΡΑ 30 ΧΡΌΝΩΝ του Φώτη Γεωργελέ που θα σας ΚΑΘΗΛΩΣΕΙ...)

Ένα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ άρθρο του Φ. Γεωργελέ ο οποίος περιέγραφε τότε τα 80s μέσα από τη στήλη Α112 του περιοδικού «Ταχυδρόμος», μας δείχνει τον τρόπο που βλέπαμε τη δεκαετία εκείνη τότε που μόλις τελείωνε.




Τη δεκαετία του ’70, το βασικό ερώτημα ήταν: Είναι η γραβάτα σημείο καπιταλιστικής αλλοτρίωσης;  


Τη δεκαετία του ’80, το ερώτημα μετατράπηκε αρκετά: Μια μπλε γραβάτα πάει με καφέ Τίμπερλαντ παπούτσια;  


Μη βιαστείτε ν’ απαντήσετε. Οι απαντήσεις έχουν σημασία μόνο αν δοθούν την εποχή που τέθηκαν οι ερωτήσεις. Τώρα, λίγες μέρες πριν το 1990, ξέρουμε. Η δεκαετία τελειώνει, γίναμε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι;


Τώρα που η δεκαετία τελειώνει, την ονομάζουν τα Χρόνια του Κενού. Όχι άδικα. Τα έιτις δόξασαν το image, την τηλεοπτική εικόνα της πραγματικότητας, το clean. Ήταν η πρώτη δεκαετία που δεν γνώρισε αντιστάσεις και εναλλακτική κουλτούρα, με τη μορφή που υπήρχαν πριν. Τα νέα κινήματα ήταν μόδα αύριο, ξεπερασμένα την επόμενη σεζόν. Είχαν στόχο τους άλλωστε να γίνουν μόδα. Για πρώτη φορά η επιτυχία είχε κοινή μονάδα μέτρησης για όλους, για τους γονείς και τα παιδιά τους. Επιτυχία σήμαινε χρήμα και φήμη. 


Στη γενική σύγχυση αξιών της δεκαετίας, οι δυο προηγούμενες ήταν οι μόνες σταθερές.  


Στη δεκαετία του ’60 θέλαμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. 


Στη δεκαετία του ’70 τον εαυτό μας.  


Στη δεκαετία του ’80 είπαμε, αφού τίποτα δεν καταφέραμε απ’ αυτά, δεν βγάζουμε τουλάχιστον λεφτά; 


 Ο κόσμος, αφού τα προηγούμενα χρόνια ασχολήθηκε με την ψυχή και το μυαλό του, αποφάσισε στα 80s να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα, αφού το να την αλλάξει αποδείχτηκε κάπως δύσκολο. Χρησιμοποίησε βέβαια όλα τα άλλοθι.: 


Το κυνήγι του χρήματος ονομάστηκε «σύγχρονη περιπέτεια» και το όνειρο της κοινωνικής ανόδου κρυβόταν κάτω από in και out.  


Το «think positive» εξαφάνισε κάθε αντίσταση.


Μετά την ιδεολογικοποίηση της προηγούμενης δεκαετίας ακολούθησε η έκπτωση των ιδεών.  


Η αυτοκρατορία του Εφήμερου ήταν η απάντηση στην κυριαρχία της ιδεολογίας. Τα «πρέπει» της κάθε εφήμερης μόδας καθόριζαν και ομογενοποιούσαν συμπεριφορές. Όλοι μπορούσαν να είναι κάποιοι, αρκεί να «φαίνονται» τέτοιοι. Το στιλ ήταν πάντα η άμυνα των λαϊκών τάξεων, η κομψότητα εκεί που το αφεντικό δεν είχε παρά μόνο χρήματα.  


Στα έιτις όμως το προσωπικό στιλ, το στιλ των ομάδων, υποχώρησε χάριν του λουκ. Του λουκ που έδειχνε ότι είσαι μέσα στα πράγματα, που υποδήλωνε τους προνομιούχους. Αυτούς που πέρναγαν το face-control του πορτιέρη. Τους επώνυμους. Καθώς οι κοινωνικές δομές παρέμεναν βέβαια ίδιες, το θέμα ήταν να «φαίνεσαι» τέτοιος. Ποτέ τόσοι πολλοί δεν προσπάθησαν να φανούν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι, όσο αυτά τα χρόνια. Ψεύτικα Ρόλεξ, απομιμήσεις Καρτιέ, ψεύτικες συμπεριφορές. Fake and faux. Μπιζού και άνθρωποι.


Καθώς το λουκ είναι ανοιχτό στη μίμηση, έπρεπε να ανανεώνεται συνεχώς για να επανακαθορίζει τους νέους προνομιούχους. 


Οι «προχωρημένοι» έπρεπε ν’ αποδεικνύουν την πρωτοπορία τους από σεζόν σε σεζόν και ιδίως σε κάθε νέα κολεξιόν. Το life-style έγινε στήλη περιοδικών, το night-clubbing καθόριζε κοινωνικές συμπεριφορές, η ανάπτυξη των media και τα νέα επαγγέλματα δημιούργησαν τους νέους επώνυμους, το λουκ έψαχνε τους νέους χώρους για να φανεί. Στις ντισκοτέκ δείχνουμε το λουκ, προάγουμε το δίσκο μας, τις φωτογραφίες μας, τους πίνακες ή απλά τον εαυτό μας. Δείχνουμε ότι είμαστε πάντα στα σιρκουί. Γιατί πρέπει πάντα να είσαι στο σιρκουί. Να έχεις πρόσκληση για κάθε βραδιά. Να φαίνεσαι. Αυτό σημαίνει, πρεμιέρες, προσκλήσεις, κοκτέιλ, βερνισάζ. Όχι απαραίτητα δημιουργία.  


Οι νέοι επώνυμοι δεν ήταν αυτοί που έκαναν κάτι για το οποίο γίνονται γνωστοί, αλλά αυτοί που φέρονται σαν επώνυμοι. Για περισσότερη ευκολία όλοι ασχολήθηκαν με κάτι αφηρημένο, δηλαδή την Τέχνη, αφού πρώτα αναγόρευσαν οτιδήποτε σε Τέχνη. Η μόδα έγινε τέχνη, η διαφήμιση έγινε τέχνη, η κουζίνα έγινε τέχνη, η διακόσμηση έγινε τέχνη, το επάγγελμα του πορτιέρη έγινε τέχνη, τα μοντέλα, οι κομμωτές, οι μακιγιέζ και οι μανικουρίστριες έγιναν καλλιτέχνες, ο μπάρμαν έγινε καλλιτέχνης, το να ανοίγεις εστιατόριο έγινε τέχνη, όλα έγιναν τέχνη. Όλοι άνοιγαν μπαρ, όλοι ήταν άνθρωποι «της νύχτας». Κατά τα μέσα της δεκαετίας, κανείς δεν ήταν αρχιτέκτονας, πωλήτρια, ράφτης, μαγαζάτορας. Όλοι ήταν ντιζάινερς, σχεδιαστές κοσμημάτων, διακοσμητές εσωτερικών χώρων, ιδιοκτήτες χώρων έκφρασης, καλλιτεχνικοί σύμβουλοι διαφημίσεων, στιλίστες, φωτογράφοι, παραγωγοί, μάνατζερ, μοντέλα.


Τα γκόλντεν-μπόις δεν τα βοήθησε η Σοφοκλέους, αλλά οι γιάπις όταν έφτασαν και κατάλαβαν ποιοι είναι διαβάζοντας ξένα περιοδικά, έβαλαν θριαμβευτικά τη σφραγίδα τους στην εποχή. Ζωντάνεψαν το αμέρικαν dream, αφού το ’καναν να μοιάζει λίγο με το ελληνικό όνειρο κοινωνικής αποκατάστασης της δεκαετίας του ’50. Μήπως και το «Working girl», αν βάλεις αντί Μανχάταν Κολωνάκι, αντί Staten island Κολωνό και αντί Μέλανι Γκρίφιθ Τζένη Καρέζη, σε τι διαφέρει από τις ελληνικές ταινίες του ’50;


Η δεκαετία της μεταμφίεσης είχε είδωλα τους στιλίστες, αυτούς που κατασκεύαζαν τις εφήμερες μεταμφιέσεις. 


Η δεκαετία έπασχε από περιεχόμενο γι’ αυτό έπαιζε με την εικόνα. Χωρίς περιεχόμενο οι φόρμες δεν αντιπροσώπευαν τίποτα, γι’ αυτό έπρεπε ν’ αλλάζουν συνεχώς. Η κούραση και οι γιάπις, που απασχολημένοι όλη μέρα δεν είχαν χρόνο και φαντασία, έφεραν την επιστροφή στο κλασικό. Ο κλασικισμός απαιτούσε γνώση πέντε βασικών ετικετών και χρήμα. 


  Ακολούθησε η ομοιομορφία της «ποιότητας». Οι σχεδιαστές μπερδεμένοι ανάμεσα στη λειτουργικότητα και την Τέχνη, χωρίς να έχουν έμπνευση πια από τα νεολαιίστικα στιλ που είχαν ήδη ισοπεδωθεί, επιστρέφουν στις προηγούμενες δεκαετίες. Η νοσταλγία όμως δεν διακρίνεται για την αυθεντικότητα, αλλά για τη μίμηση, και στο αδιέξοδο, οι «δημιουργοί» φτιάχνουν όλο και περισσότερο στολές παράστασης παρά ρούχα. Η δεκαετία-παράσταση όμως τελειώνει και ο κόσμος αντί ν’ αλλάζει στολές κάθε σεζόν προσπαθεί πια να βρει τη στολή του εαυτού του. Η παντοδυναμία της μόδας τελειώνει, ένα νέο αξίωμα επικρατεί: Τη μόδα τη συζητάμε, τη θαυμάζουμε, την αναλύουμε, αλλά δεν τη φοράμε.


Την προηγούμενη δεκαετία, ήταν η τελευταία φορά που η μουσική διαφοροποίησε κοινωνικές ομάδες. Το πανκ από μόνο του ήταν κίνημα αυτοκτονίας. Και σαν τέτοιο, λιτό και απέριττο: Λόγια: fuck. Ρυθμός: μπανγκ-μπανγκ. Μήνυμα: No future. Το νιου γουέιβ προσπάθησε να μετατρέψει την άρνηση άνευ στόχων, σε ανταρτοπόλεμο σημειολογικών κωδίκων. Ήταν πάρα πολύ έξυπνο για την εποχή του. Νιου γουέιβ, κολντ γουέιβ των πρώτων χρόνων, ήταν περισσότερο υπολείμματα της προηγουμένης δεκαετίας. Μετά ακολούθησε η μουσική ομοιομορφία. Ηλεκτρονική ποπ, τοπ-τεν, χιτ-παρέιντ, επιστροφές, νοσταλγία. Στο τέλος της δεκαετίας, με την επιστροφή των χαμένων ευαισθησιών, επανανακαλύπτεται ο κοινωνικός ρόλος της μουσικής. Band-aid, live-aid, απαρτχάιντ και τρίτος κόσμος, έθνικ, και λάτιν. Ούτε αυτό όμως διαφοροποιεί τίποτα, συμπεριφορές ή κοινωνικές ομάδες. Όλοι είμαστε φιλάνθρωποι, όπως όλοι άλλωστε είμαστε και αριστεροί σ’ αυτή τη χώρα. Άσε τριτοκοσμικοί…


Στο σινεμά θριαμβεύει η μοντερνιτέ, το φιλμ περιπέτειας και μεγάλου θεάματος. Ο Besson με τον «Υπόγειο», ο Beneix με το «Φεγγάρι στον υπόνομο», η διαφημιστική ματιά. Γρήγορη, ακαριαία, αποτελεσματική, θεαματική. Όπως αρμόζει στην εποχή μας, αλλά όλα αυτά δεν συνεπάγονται ότι έχει και κάτι να πει. Κάποιοι Αλμοντοβάρ χαμογελάνε ειρωνικά σχολιάζοντας τη ζωή μας στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, ενώ ο Σπίλμπεργκ εκμεταλλεύεται την εποχή των υπερπαραγωγών για να ονειρεύεται το μέλλον ντόλμπι, σινεμασκόπ και γκραν σπεκτάκλ.


Στην αρχιτεκτονική η αισθητική νικάει τη χρησιμότητα, το ντιζάιν και το χάι τεκ θριαμβεύουν, οι Σταρκ και Πουτμάν γίνονται τα επόμενα είδωλα μετά τους στιλίστες μόδας. Τα αντικείμενα παίρνουν ονόματα. Δεν κάθεσαι σε μια καρέκλα, αλλά σ’ ένα Cassina, όπως δεν φοράς ένα πουκάμισο αλλά ένα Γκοτιέ. Όταν το ιντούστριαλ και τα σπίτια-εκθέσεις αρχίζουν να παγώνουν, η δεκαετία τελειώνει, ακολουθούν οι επιστροφές, οι νοσταλγίες, το ανακάτωμα των στιλ, το κιτς σαν άποψη, το μεταμοντέρνο.


Το night-clubbing ήταν στα χρόνια του ’80 τρόπος ζωής, τα κλαμπ ήταν οι χώροι που άθροιζαν τις αξίες της δεκαετίας: Το κοινωνικό status, την επιλογή των προνομιούχων στην είσοδο, το θέαμα, τις δημόσιες σχέσεις-μπίζνες, τη διασκέδαση. Η φήμη και το χρήμα όμως απαιτούν εργασία και χρόνο. Έτσι αυτό που από τα προηγούμενα χρόνια χανόταν όλο και περισσότερο ήταν το τελευταίο, δηλαδή η διασκέδαση. Τα fashion-victims ήταν πολύ απασχολημένα μέχρι να βρουν το σωστό στήσιμο, ώστε να προλάβουν να διασκεδάσουν, και οι γιάπις πολύ κουρασμένοι. Το δείπνο στο ρεστοράν έγινε η βραδινή διασκέδαση, τα μπαρ έγιναν εστιατόρια. Στη δεκαετία του ντιζάιν και του νέου, η κουζίνα έγινε νουβέλ. Στη νουβέλ Κυζίν το φαγητό είναι λίγο, για να διατηρηθεί το γούστο, είναι μαγειρεμένο στον ατμό και θυμίζει νοσοκομείο, το σερβίρισμα είναι τέχνη. Τα σπαράγγια, τα μπιζέλια, τα σπανάκια, είναι σωστά τοποθετημένα και σχηματίζουν άψογους χρωματικούς συνδυασμούς στο πιάτο, τα ονόματα είναι περίεργα.


Με δυο λόγια το φαγητό είναι κακό, οι σερβιτόροι κακοί και όλα πανάκριβα. Αλλά στα καλά εστιατόρια πάμε για να δούμε, όχι να φάμε.  


Αυτά τα χρόνια αναποδογύρισαν τα γαστρονομικά μας ήθη, χάσαμε το είδος. Άρχισε με τα κινέζικα, συνεχίστηκε εξωτικά, μεξικάνικα, μετά φτάσαμε στην «παλιά Ευρώπη». Με την επιστροφή στο σπίτι, η πρόσκληση «θέλεις να φάμε μαζί το βράδυ;» άλλαξε: Το βράδυ θα σας μαγειρέψω κινέζικο. 


 Το φαγητό απέκτησε μεγάλη σημασία, αφού θεωρήθηκε μέρος της αναβάθμισης της καθημερινής ζωής. Τα πάρτι έγιναν κοκτέιλ δημοσίων σχέσεων και οι ντισκοτέκ πείραμα εξακρίβωσης της κοινωνικής μας αποδοχής. 


«Θα περάσουμε το face-control;» Χιλιάδες άνθρωποι όλα αυτά τα χρόνια στάθηκαν ώρες ατέλειωτες στο κρύο έξω από την πόρτα ενός κλαμπ για να μπουν κάποτε μέσα, εκεί που τίποτα δεν συνέβαινε.  


Στο τέλος της δεκαετίας διαπιστώσαμε ότι...