"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δάκρυα για μια ζεϊμπεκιά (Αποχαιρέτα το το ζεϊμπέκικο που χάνεις)

 

Του Μπάμπη Καλογιάννη


Ένα ζεϊμπέκικο τις προάλλες στο Ζάππειο έχει την αποκλειστικότητα να είναι το πρώτο που γυρνάει μπούμερανγκ για τον δημοφιλή χορευτή του. Πολιτικά μιλώντας και με όρους επικοινωνίας. Και ακόμα κανείς δεν έχει καταλάβει ότι αυτό έγινε διότι ο χορός ο ίδιος, έχει χάσει εδώ και καιρό το νόημα του. 

”Η χώρα καίγεται κι αυτός χορεύει ζεϊμπέκικο”. Κοινώς χαίρεται. Πόσο λάθος προσέγγιση για έναν χορό με τέτοια ιστορία, πόση μετάλλαξη γνώρισε και αφομοίωσε το ζεϊμπέκικο στο πέρασμα των δεκαετιών.

Από την πλέον προσωπική γυροβολιά, με τους πιο σκληρούς να προβαίνουν σε ακραία βία αν τους ενοχλούσες εκείνη την ώρα, ο χορός κατήντησε φτηνό πανηγυράκι για παλαμάκια και επίδειξη ενός που είναι πιο ίσος από τους άλλους, όταν όλοι οι από κάτω είναι ίσοι.  

Για προβλήματα, νταλγκάδες, αδιέξοδα, ούτε κουβέντα. Για έναν χορό που ξεκίνησε ως αποτύπωση των έσχατων σημείων της απελπισίας, και της μη επαφής με το περιβάλλον, λόγω οδύνης φυσικά, η διαδρομή στο άλλο άκρο ολοκληρώθηκε. Κι ο ασθενής απέθανε.

Φυσικά και δεν είμαστε στο 1960 να συμβαίνουν τα προαναφερθέντα. Δεν είμαστε καν στη σκληρή μνημονιακή περίοδο όπου μια βαριά ζεϊμπεκιά ενός ταλαιπωρημένου αλλά πεισματάρη βιοπαλαιστή, θα μπορούσε να δικαιολογήσει πλήρως την ύπαρξη της. Ωστόσο, τη σταδιακή υποβάθμιση και γελοιοποίηση του χορού, τη ζήσαμε από την πρώτη στιγμή, όταν και άρχισαν να αλλάζουν οι αφορμές για να χορέψει κάποιος. Στις εποχές της ευμάρειας, επίπλαστης ή μη, τότε που ο κάθε τυχάρπαστος που έμαθε από το θειο του να ρίχνει δυο στροφές παραπάνω, κατάφερνε και κέρδιζε τα βλέμματα και τα παλαμάκια γύρω του, παίζοντας το κατατρεγμένος από τη ζωή, προφανώς γιατί είχε σκάσει το λάστιχο στο παπάκι του ή γιατί το παράνομο φλερτ του αποκοιμήθηκε χωρίς να του στείλει μήνυμα. Ενίοτε τον ξεφτίλιζε και κανένας κορίτσαρος που σηκωνόταν και χόρευε πολύ καλύτερα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.  

Μετά ήρθαν και τα τηλεοπτικά ζεϊμπέκικα που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από παραδοσιακό Ιρλανδικό χορό, και κάπως έτσι δικαιολογήσαμε και αγαπήσαμε τον Φλωρινιώτη με τα μπαλέτα του.

Αποχαιρέτα το το ζεϊμπέκικο που χάνεις. Κανονικά θα έπρεπε να το έχεις κηδέψει εδώ και πολύ καιρό. Για όσους τολμούσαν και το χόρευαν, θέλοντας από τον κόσμο να αποθεώσει τη χαρά τους. Με το χορό εξ ορισμού να χρησιμεύει ακριβώς στο αντίθετο, την απομόνωση της στεναχώριας και την ανάδειξη της απόγνωσης.  

Η φύση του ζεϊμπέκικου εκδικήθηκε κατά κάποιον τρόπο. Δήλωσε ευθαρσώς στον κόσμο πως δεν είναι εδώ για να εξωτερικεύει τη χαρά και την ανωτερότητα του κόσμου. Ας είναι η αφορμή να επιστρέψει στην αρχική του αποστολή. Αν δοθούν ποτέ ανάλογες αφορμές, αντίστοιχες με αυτές του (πολύ μακρινού) παρελθόντος.

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος φυσικά τα έχει πει πολύ καλύτερα εδώ και καιρό. Το παρόν κείμενο είναι η συμπληρωματική ματιά ενός εκπροσώπου της γενιάς που είδε τη ζεϊμπεκιά να μετατρέπεται σε...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ , ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η διπλωματία του χοροδράματος (Ballet Diplomacy)

Υποψήφιου Διδάκτορα Πολιτιστικής Διπλωματίας


Η ανάδειξη των αξιών του πολιτισμού προωθεί τη συνεργασία παρά τις όποιες πολιτικές διαφορές και δημιουργεί σχέσεις συναισθηματικής εγγύτητας με αλλοεθνείς λαούς, οι οποίες υφίστανται πέρα από τις αλλαγές των κυβερνήσεων.


Αυτό όμως που διαφοροποιεί την πολιτιστική διπλωματία από την παραδοσιακή διπλωματία είναι ότι η πρώτη μπορεί να πείσει, να επηρεάσει και να σαγηνέψει τους πολίτες άλλων κρατών μέσω της γλώσσας, των τεχνών, των επιστημών και της θρησκείας, γεγονός που δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω παραδοσιακών διπλωματικών λειτουργιών. Παρέχει μια ατζέντα που αποτελεί αντίβαρο στην παρεξήγηση, το μίσος και την τρομοκρατία και λειτουργεί ως ένα ευέλικτο, καθολικά αποδεκτό μέσο για την επαναπροσέγγιση χωρών των οποίων οι διπλωματικές σχέσεις είναι τεταμένες ή απουσιάζουν.


Ο χορός είναι η τέχνη δια της οποίας ο άνθρωπος υπερβαίνει τα φυσικά όρια του κόσμου και απαλλάσσεται από τη βαρυτική του δύναμη. Χορεύω σημαίνει βγαίνω από τον εαυτό μου και απελευθερώνομαι από την παντοδύναμη κυριαρχία της φύσης. Ίπταμαι υπεράνω των φυσικών νόμων της βαρύτητας, του πεπερασμένου και του στατικού. Αποδεσμεύω τη μορφή από τη σκιά της. Ο χορευτής μέσα από τις κυκλικές, ομόκεντρες κινήσεις δεν εναρμονίζεται απλά με τους νόμους του σύμπαντος, αλλά τους ενσωματώνει ενεργά στην κίνησή του. Τους κατακτά, και διά της κατακτήσεώς τους αντιστέκεται στην εντροπία της ζωής.


Ο χορός, ακολουθώντας τη ροή του κοσμοϊστορικού γίγνεσθαι, ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά των εκάστοτε καιρών δίχως αυτά να είναι απαλλαγμένα από την πολιτική σκοπιμότητα. Επί παραδείγματι, στην Αναγέννηση, ο χορός, πέρα από την αμιγώς καλλιτεχνική του υπόσταση, μετουσιώνεται και σε εργαλείο επικοινωνίας της πολιτικής της μοναρχίας που αποσκοπεί στην ανάπλαση των ηθών της κοινωνίας, στη διδασκαλία της αβρότητας και της λεπτότητας των κινήσεων.


Αργότερα, με τη Γαλλική Επανάσταση δεν επέρχεται μόνο η πολιτική ανατροπή της μοναρχίας, αλλά κυρίως η αλλαγή των καλλιτεχνικών και κοινωνικών της προτύπων. Η αντίληψη του χορού για τους Γάλλους, μέσα από το πρίσμα του αρχαιοελληνικού κόσμου, αντικαθίσταται με την ανάπτυξη νέων, απαιτητικότερων και περισσότερο εξειδικευμένων τεχνικών. Οι νέες αυτές τεχνικές προσέδιδαν στο χορό έναν χαρακτήρα αυστηρό και αποστερημένο πλέον από τον συμβολισμό της κινησιολογίας που έφερε στο απώτερο παρελθόν.


Κατά τον 20ο αιώνα, ο χορός εξέρχεται οριστικά από τα στενά κοσμικά όρια της αυλής του παλατιού και να αναδεικνύεται σε μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της χρήσης του χοροδράματος ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Οι ΗΠΑ, ενώπιον του διαγραφόμενου κινδύνου της εξάπλωσης του κομμουνισμού, ανέπτυξαν αρχικώς με τον H. Truman και κατόπιν με τον D. Eisenhower μια εξωτερική πολιτική ήπιας ισχύος, που είχε ως κύριο μέλημα της τη διάδοση των αξιών του ελεύθερου κόσμου και την άσκηση επιρροής και σαγήνης. Πρεσβευτές αυτής της πολιτικής ήταν τα American Ballet Theatre και τα New York City Ballet, τα οποία περιόδευσαν σε Γερμανια, Λατινική Αμερική και Ασία, με κυριότερα έργα το «Les Sylphides» και το «Rodeo».


Από την άλλη μεριά, το χορόδραμα, στη Σοβιετική Ένωση αναδείχθηκε ως το προπύργιο της πολιτιστικής διπλωματίας· «Le Cheval de Bataille» της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Επί παραδείγματι, ο Σπάρτακος του A. Khachaturian, που χορογραφήθηκε το 1956 για τα μπαλέτα Κίροφ και εξιστορούσε την εξέγερση των σκλάβων εναντίον της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, περιόδευσε λίγα χρόνια αργότερα στις ΗΠΑ, πυροδοτώντας σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις. Η οικειοποίηση του Σπάρτακου και η ανάδειξή του σε έμβλημα του ρωσικού ηρωισμού αποτέλεσε την αφορμή για την παραγωγή της αμερικανικής ταινίας Σπάρτακος με πρωταγωνιστή τον Kirk Douglas.
AdTech Ad


Ο χορός, λόγω της δύναμης του να υπερβαίνει το νόημα των λέξεων, είχε πάντοτε πρωτεύοντα ρόλο στη ρωσική άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας, γεγονός το οποίο διαφαίνεται και από την προώθηση της πολιτικής αυτής στη Λατινική Αμερική. Χορευτές των σπουδαιότερων ρωσικών μπαλέτων, όπως οι Baryshnikov, Nureyev, Vasiliev, Ruzimatov, Maximova, Bessmertnova, Dudinskaya, Kolpakova, Karsavina, Lepeshinskaya, Ulanova και πλείστοι ακόμα μετουσιώθηκαν σε πρεσβευτές της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Συνεπής σε αυτές τις επιταγές, η Ρωσία, το 2008, διοργάνωσε στο Connecticut των ΗΠΑ ταχύρρυθμα σεμινάρια κλασικού μπαλέτου υπό την αιγίδα του Russian American Foundation, με τη συνδρομή χορευτών της Ακαδημίας του Μπαλέτου Μπολσόι.


Κάτι ανάλογο επιχειρείται να γίνει από το Ην. Βασιλείου και τις ΗΠΑ, με πρωταγωνιστές τα Royal Ballet και τα American Ballet, αντίστοιχα, τα οποία περιοδεύουν στην Κούβα από το 2014 ύστερα από την ιστορική συνάντηση του Προέδρου της τελευταίας, Raúl Castro και του Προέδρου των ΗΠΑ, Barack Obama, για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.


Ως προς την Ελλάδα...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πολιτικές στροφές στην πίστα


Ο χορός έχει τις ίδιες ρίζες με την ύπαρξη. Αναπόσπαστο κομμάτι των μυστηρίων από καταβολής του είδους. Εκφραση συναισθημάτων, ιδεών, ξύπνημα σε έναν κόσμο ψυχικής ελευθερίας, ανάτασης. Δεν είναι κάτι το επιλήψιμο. Κάθε άλλο.  


Δεν έκανε κάτι μεμπτό ο Γιάννης Πανούσης, πρώην αναπληρωτής υπουργός Προστασίας του Πολίτη, που χόρεψε τσιφτετέλι στη χοροεσπερίδα των συνδικαλιστών της ΕΛ.ΑΣ. Ωστόσο, δεν ήταν ένα κοινό τσιφτετέλι... Εχουν προϊστορία τα τσιφτετέλια και τα ζεϊμπέκικα της πολιτικής, με ιδιαίτερο χρώμα από το ’70· χορός της αντίστασης στα κουτούκια κατά τη χούντα, χορός της νίκης τη δεκαετία του ’80. (Επειτα, με τις παροχές, το ευρωπαϊκό χρήμα, την αλλαγή, ταυτίστηκαν με το ξέσπασμα της καταπιεσμένης ελληνικής ψυχής, τον νεοπλουτισμό, την κουλτούρα της πίστας, το ουίσκι να ρέει κρουνηδόν, τα σπασίματα, τη βροχή από γαρίφαλα, τον χορό πάνω στα τραπέζια, τα λαϊκά άσματα για το πάθος, την αμαρτία, το χρήμα).
 

Αναπόδραστα, κάθε στροφή πολιτικού προσώπου πάνω στην πίστα έμοιαζε κίνηση βαρυσήμαντη, συμβολική. Τι κι αν βάφτιζε ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος «χαρούμενη γυμναστική» το τσιφτετέλι στα «πολιτιστικά κέντρα»/σκυλάδικα. Οι λαϊκοί χοροί πολιτικών προσώπων είχαν πολιτικό χαρακτήρα από εποχής Ανδρέα Παπανδρέου που χόρευε στο «Περιβόλι τ’ Ουρανού» στην Πλάκα, με τον βαρύ σταθερό βηματισμό «του γνήσιου λαϊκού ηγέτη». Εκανε πολιτική όταν συνόδευε χορεύοντας το «Ιστορία μου, αμαρτία μου», το «Αυτός ο Ανθρωπος» (Ρίτα Σακελλαρίου), ή τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη (Νίνου). Εκφραση «της λαϊκής λεβεντιάς» έδειχναν να είναι και τα ζεϊμπέκικα του Ακη Τζοχατζόπουλου (σε στρατόπεδα κάθε Πάσχα), του Δημήτρη Τσοβόλα, του Αντώνη Τρίτση κ.ά.
 

Χορός της ειρήνης έμοιαζε να είναι το ζεϊμπέκικο του Γιώργου Παπανδρέου το καλοκαίρι του 2001, στην Τουρκία, με τον τότε υπουργό Εξωτερικών της γείτονος, Ισμαήλ Τζεμ να χτυπά παλαμάκια. Και χορός του αγώνα (υποθέτουμε) το ζεϊμπέκικο του ιδίου, Πρωτοχρονιά του κρίσιμου 2011. Αλλά και ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας συνόδευσε με ζεϊμπέκικο το τραγούδι της ξενιτιάς στο 41ο φεστιβάλ της ΚΝΕ κι ο Απόστολος Γκλέτσος γιόρτασε την επανεκλογή του στον δήμο Στυλίδας φέρνοντας μερικές στροφές με τη «Δραπετσώνα» κι η Ρένα Δούρου, τη δεύτερη Κυριακή των εκλογών, χόρεψε αποφασιστικά τη «Ρόζα».
 

Ενα σαφές πολιτικό μήνυμα που όμως καταργεί το βαθύτερο πολιτικό νόημα, καθώς συγκρατεί τον θεατή στην επιφάνεια μιας κίνησης· ο συναισθηματισμός τον εμποδίζει να εισχωρήσει στο περιεχόμενο της καθεαυτής πολιτικής πράξης.  


Και όμως... 

Η διακριτή θέση του Ζεϊμπέκικου στην πασοκική μυθολογία

Tης Mαριας Kατσουνακη

Τις μέρες της Πρωτοχρονιάς, ο Γιώργος Παπανδρέου επέλεξε να πάει σε ένα κέντρο στη Νέα Κηφισιά. Η έξοδος συνοδεύτηκε και από χορό. Ζεϊμπέκικο. Ο πρωθυπουργός, κρίκος της πολιτικής μεταπολιτευτικής αλυσίδας, έδωσε τη δική του ερμηνεία στη «Συννεφιασμένη Κυριακή», κινησιολογικά και εκφραστικά. Οι χορευτικές επιδόσεις του σχολιάστηκαν από τα ΜΜΕ, οι αναφορές στο δίπολο κρίση - διασκέδαση (εδώ ο κόσμος χάνεται και ο πρωθυπουργός διολισθαίνει στην ψυχαγωγία) αμβλύνθηκαν κάπως από το όνομα του κέντρου: «Παυσίλυπο».

Η μακρά παράδοση του ζεϊμπέκικου στην πολιτική ελληνική σκηνή (βλέπε «Περιβόλι τ' ουρανού») έχει πολλούς εκπροσώπους, άλλους πρωταγωνιστές στην πίστα, άλλους απλούς χειροκροτητές - θαυμαστές. Οπως και να 'χει, το ζεϊμπέκικο κατέχει (μαζί με τα «Κάρμινα Μπουράνα») διακριτή θέση στην πασοκική μυθολογία. Παραπέμπει ευθέως στο είδος του πολιτικού που είναι παιδί του λαού, προέρχεται από αυτόν και αναφέρεται σε αυτόν. Η σημειολογία του αποτελεί θεσμοθετημένο λόγο. Προσδιορίζει μια διαδικασία συμμετοχής, στέλνει μηνύματα συμπαράστασης στο πάσχον κοινωνικό σύνολο, διέπεται από κανόνες και ρυθμίσεις (λέγονται και φιγούρες). 

Το ζεϊμπέκικο είναι ένας διαχρονικός λόγος, της κάθε εποχής αλλά και για την κάθε εποχή. Τι κι αν ορισμένοι κακόβουλοι θεωρούν το ζεϊμπέκικο των πολιτικών «χορογραφημένο λαϊκισμό»… Δεν αντιλαμβάνονται -προφανώς- τη συμβολική σημασία των βημάτων, εμπρός και πίσω, του ανεπαίσθητου μετεωρισμού, της μετάθεσης του βάρους, των περιστροφών, του βυθίσματος στον εαυτό, των σοφά, αν και παρορμητικά, επιλεγμένων κινήσεων.

Ακόμα κι αν ορισμένοι πρεσβεύουν ότι «το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται». Οτι δεν έχει βήματα, «είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα, που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται». Η άποψή τους προσκρούει στις πρωθυπουργικές ερμηνείες. Ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, για παράδειγμα, σε ένα ιδιαίτερα μελετημένο άρθρο που είχε δημοσιεύσει πριν από χρόνια σημείωνε, μεταξύ άλλων, τα εξής: 

«Το ζεϊμπέκικο είναι η σωματική έκφραση της ήττας. Η απελπισία της ζωής. Το ανεκπλήρωτο όνειρο. Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα». Το κακό που βλέπεις να έρχεται. Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων. Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα, ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε. (…)  
Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι' αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει. Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία. (…) 

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Είναι χορός μοναχικός, κλειστός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. (…) 

Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει».

Αν ακολουθήσουμε τη λογική του κειμένου, θα πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά τι οδήγησε τον Ελληνα πρωθυπουργό στην πίστα. 

Εστω και αν «ο αρχαϊκός χορός της Θράκης, που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922, έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο». Εστω κι αν «δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες». 

Θα έχει πάντα θέση στο ρεπερτόριο της άλλης Ελλάδας, που, όσο και να (κατα)κρίνουμε, μας σκιάζει.

Un pensamiento triste que se baila (= το τάνγκο είναι μια θλιμμένη σκέψη που μπορεί να χορευτεί)



Πού να βρίσκονται; ρωτά η ελεγεία
για κείνους που πια δεν υπάρχουν, μαθές,
σα να υπήρχε ένα μέρος όπου το Χθες
είναι το Σήμερα, το Ακόμα ή το Επιπλέον μία.

Πού να βρίσκονται (επαναλαμβάνω) από απάχηδες τόσες γενιές
που πήγαν κι έστησαν μια τρομερή νύχτα
σε σκονισμένους χωματόδρομους ή σε χαμένες γειτονιές
του στιλέτου και της μαγκιάς τη σέχτα;

Πού να βρίσκονται εκείνοι που πέρασαν;
Στην εποποιία ένα επεισόδιο κόμισαν χορηγία
κι ένα θρύλο στο χρόνο. Που δίχως καμία κακία,
όφελος ή ερωτικό πάθος ο ένας τον άλλον μαχαίρωσαν;

Τους ψάχνω μέσα στους θρύλους τους, στην τελευταία
θράκα που, όπως ένα αναπάντεχο τριαντάφυλλο,
κρατάει κάτι από εκείνον τον ψυχωμένο όχλο
στο Κοράλες και στην Μπαλβανέρα την ωραία.

Σε ποια σκοτεινά στενοσόκακα ή τόπο έρμο
του άλλου κόσμου θα κατοικεί η γρανιτένια
η σκιά εκείνου του Μουράνια,
του μαχαιροβγάλτη απ’ το Παλέρμο;

Κι εκείνος ο μόρσιμος Ιμπέρα (που κι οι άγιοι
τον λυπούνται) σ’ ένα γιοφύρι του δρόμου, του Νιάτου,
του αδερφού του, έδωσε χτύπημα θανάτου.
Στα φονικά τον ξεπερνούσε κι έγιναν οι φόνοι πάγιοι.

Μια μυθολογία κοφτερών εγχειριδίων
σβήνει αργά μέσα στη λήθη.
Ένα τραγούδι για άθλους ελήφθη
μέσα στο θόρυβο των αστυνομικών δελτίων.

Μα υπάρχει κι άλλη θράκα, κι άλλου πυρακτωμένου ρόδου,
από τη στάχτη που τους φυλάει ακέραιους.
Εκεί βρίσκεις μαχαιροβγάλτες αγέρωχους
και το βάρος του αθόρυβου μαχαιριού ενός βάρδου.

Αν κι αυτό το εχθρικό στιλέτο ή τ’ άλλο στιλέτο,
ο Χρόνος, τους έστειλε κάτω απ’ το χώμα,
σήμερα, έξω απ’ του χρόνου το παραπέτο,
το θάνατο, εκείνοι οι πεθαμένοι ζουν μεσ’ του τάνγκο το σώμα.

Μεσ’ στις χορδές της μουσικής βρίσκονται,
στης κιθάρας το αργό το παίξιμο,
και λέει μια μιλόνγκα μ’ αλέγρου ρυθμού πλέξιμο
για το γιορτάσι και την αθωότητα σαν πέτονται.

Γυρίζει ο κίτρινος τροχός πάνω απ’ το κενό
μ’ άλογα και με λιοντάρια. Ακούω την ηχώ
και με του Αρόλας και του Γκρέκο τα τάνγκο ξεψυχώ
που είδα κάποτε να χορεύουν στο στενό,

κάποια στιγμή που αναδύεται απ’ το πουθενά,
δίχως πριν ούτε μετά, ενάντια στη λήθη,
που θυμίζει της ίδιας της απώλειας τα ήθη,
το χαμό και το ανακτημένο ξανά.

Στ’ ακόρντα υπάρχουν πράγματα παλιά, στους στίχους:
στο άλλο πάτιο και στης κληματαριάς τους γρίφους.
(Πίσω απ’ τους καχύποπτους τοίχους
ο Νότος κρατάει την κιθάρα και τη λαβή του ξίφους).

Εκείνο το ξέσπασμα, το τάνγκο, εκείνη η διαβολιά,της ζωής τα μεστά χρόνια προκαλεί.
Φτιαγμένος από σκόνη και χρόνο, ο άνθρωπος διαρκείλιγότερο κι απ’ του μεσημεριού την αντηλιά,
που δεν είναι άλλο από Χρόνος. Το τάνγκο ένα ψεύτικο Χθες φτιάχνει, όπου βγαίνει αληθινή κατά
κάποιο τρόπο η απίθανη ανάμνηση ότι ένας σ’ έναν ανάστατο τόπο,
στον καβγά, σε μια γωνιά του προαστίου έχει πεθάνει.

Εl tango
J.L.Βοrges


ΠΗΓΗ TRANSITIONAL

Τανγκό, αμαρτία για δύο...

Του ΑΡΗ ΑΜΠΑΤΖΗ

ΕΙΝΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ στο Ισλάμ να χορεύουν ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιασμένοι σφιχτάΜε τα λόγια αυτά τουρκική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντιδρά στα μαθήματα τανγκό που αρχίζουν σήμερα και θα συνεχιστούν μέχρι τις 2 Μαΐου στο Ντιγιάρμπακιρ της Νοτιοανατολικής Τουρκίας.

Δεν θέλει φιλοσοφία να αντιληφθεί κανείς ότι η εν λόγω οργάνωση έχει για γνώμονα τις θρησκευτικές αξίες, δηλαδή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ισλαμιστική. Σε ανακοίνωσή της λέει ότι «όσοι ασπάζονται το Ισλάμ ως θρησκεία δεν μπορούν να χορεύουν με τον τρόπο αυτό, ούτε και να παραδίδουν μαθήματα» και πως «ο κουρδικός λαός είναι ευαίσθητος σε θέματα τιμής και συνεπώς δεν πρόκειται να ανεχθεί τέτοια ρεζιλίκια».

«ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΕΒΑΣΜΟΥ προς τον προφήτη και προδοσία απέναντι στον μουσουλμανικό λαό» είναι, σύμφωνα με την οργάνωση, το τανγκό και τα σχετικά μαθήματα. Το δραματικό ερώτημα είναι πώς να τα κρίνει κανείς όλα αυτά. Μήπως δεν έχει δικαίωμα να τα κρίνει, αφού πρόκειται για συνθήκες και λατρείες άλλων λαών και άλλων πολιτισμών; Το επιχείρημα αυτό προβάλλουν συνήθως σε τέτοια ζητήματα οι θιασώτες της ισλαμικής τάξης και ηθικής, είτε βρίσκονται στην Τουρκία είτε σε άλλες χώρες μουσουλμάνων. Μήπως μπορεί κανείς να τηρήσει τις αναλογίες, δηλαδή να λάβει υπόψη του τις ιδιότητες και τις ιδιομορφίες, για παράδειγμα της τουρκικής κοινωνίας, και να κάνει αφορισμούς; Πόσο αντικειμενικό όμως θα ήταν κάτι τέτοιο;

ΦΥΣΙΚΑ ΥΠΑΡΧΕΙ και μία άλλη περίπτωση, όπου μπορεί να πει κανείς «τι με νοιάζει εμένα η αντικειμενικότητα; Τα πράγματα τα κρίνω όπως θέλω». Σεβαστό και αυτό, αρκεί να ληφθεί υπόψη και το γεγονός των χριστιανικών συστάσεων περί παρθενιάς, πράγμα που δεν ανήκει μόνο στον χώρο της ιστορίας του Μεσαίωνα, αλλά σε πολλές περιπτώσεις είναι και ζώσα πραγματικότητα.

Το σίγουρο είναι ότι η τάση της υιοθέτησης του κανονιστικού πλαισίου του Ισλάμ είναι δεδομένη στην Τουρκία. Αυτό που εδώ και χρόνια αναφέρεται είναι ότι κερδίζουν έδαφος οι ισλαμιστικές ηθικές αξίες ως προς την κοινωνική ζωή. Ισως, όμως, θα έπρεπε να παρατηρήσει κανείς ότι το γεγονός η κατάσταση αυτή είναι στη δημοσιότητα οφείλεται μάλλον στην παρουσία ενός φιλοϊσλαμικού κόμματος στην εξουσία και όχι στην απόλυτη αύξηση της επιρροής της ισλαμικής ηθικής. Η επιρροή αυτή είναι που δεν είχε εκλείψει ποτέ στην τουρκική κοινωνία.

ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗΝ παρεξηγήσεων, πάντως, να ληφθεί υπόψη ότι τα φροντιστήρια που παραδίδουν μαθήματα λάτιν χορών και κυρίως αργεντίνικου τανγκό κάνουν θραύση σε μεγάλα αστικά κέντρα της Τουρκίας, όπως η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Η Αγκυρα είναι από άλλο ανέκδοτο.

πηγη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Η ιστορία ενός χορευτή

Tης Σαντρας Βουλγαρη

Καθαρά Δευτέρα πρωί, στην πλατεία Αγίου Νικολάου Αχαρνών. Ενα απαλό αεράκι φυσάει και ύστερα από μέρες κακοκαιρίας ο ήλιος λάμπει. Το αραβικό καφενείο που βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία ετοιμάζει νωχελικά τους ναργιλέδες (κατά το απογευματάκι θα καταφτάσουν οι τακτικοί θαμώνες του), λίγοι οι επισκέπτες στην παιδική χαρά της πλατείας, γενικά επικρατεί αίσθηση ερημιάς. «Κάπως αναζωογονητική αυτή η ησυχία στη συνήθως πολυσύχναστη γειτονιά μας», σκέφτομαι καθώς απολαμβάνω τη βόλτα.
Τότε ήταν που τα πρόσεξα. Μια στοίβα βιβλίων διαφορετικών από τα συνηθισμένα, τοποθετημένα στη σειρά πάνω σ’ ένα κουτί. Εκδόσεις παλιές, τίτλοι που δεν θα φανταζόσουν ποτέ πως θα έβλεπες τη συγκεκριμένη στιγμή, σ’ αυτόν εδώ τον χώρο.
Ο πωλητής τους... άφαντος. Ετσι νόμιζα. Μέχρι που σηκώνοντας το βλέμμα μου τον είδα σκυφτό, να κάθεται σ’ ένα κοντινό πεζούλι, η γνώριμη φιγούρα του, μαραμένη μέσα στα χρόνια. Εφυγα βιαστική λες κι αν σταματούσα, θα έφερνα και τους δυο μας σε δύσκολη θέση. Τον θυμάμαι στα «λαμπερά» του χρόνια.

Τελειόφοιτος της Κρατικής Σχολής Χορού (εξ ανάγκης για το δίπλωμα) αφού ήδη είχε σταδιοδρομήσει σε σχολές και κορυφαίες ομάδες του εξωτερικού. Παρουσιαστικό και στήσιμο ενός αληθινού χορευτή, που όλοι ζήλευαν. Αυτή η ευγενική μορφή δεν έχει αλλάξει πολύ, αν εξαιρέσεις τα άσπρα μαλλιά και το ζαρωμένο πρόσωπο χαμένο στις σκέψεις και στις μνήμες.
Τον έχω συνεχώς μπροστά μου. Η ιστορία ενός χορευτή. Eνός χορευτή στην Ελλάδα. Οσο κι αν δεν γνωρίζω όλες τις λεπτομέρειες, μπορώ να φανταστώ πόσο απλό θα ήταν να καταλήξει στον δρόμο πουλώντας τα βιβλία του. Θα μου πείτε, εν μέσω της κρίσης που πρόκειται να ρίξει το βιοτικό επίπεδο και των πιο τυχερών, ποιος θα μεριμνήσει για όσους έτσι κι αλλιώς βρίσκονται στο περιθώριο; Δεν είναι θέμα γκρίνιας, όμως αξίζει να το επαναλαμβάνει κανείς.
Στην Ελλάδα, η μοίρα ενός χορευτή είναι σχεδόν πάντα προκαθορισμένη. Χωρίς σύνταξη, χωρίς καν την ασφάλεια ενός βασικού μισθού, το πιθανότερο είναι να βρεθεί σε δύσκολη θέση. Ευτυχώς που ο αέρας καθάρισε τον ουρανό από τα σύννεφα. Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι εάν θα τον ξαναδώ...