"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΜΑΝΤΑΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενδυματολογικοί κώδικες του νέου εθνικού μελοδράματος

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Ε​​να πουκάμισο που χάσκει ελεύθερο έξω από το παντελόνι του νέου υπουργού Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη, καθόλες τις επίσημες και κρισιμότατες συναντήσεις του με Ευρωπαίους αξιωματούχους παθιάζει τα διεθνή μίντια


Οι ανταποκρίσεις και οι πολιτικές αναλύσεις παίρνουν μια χροιά life style, αλλού ειρωνική και αλλού ενθουσιώδη.  

Οσο για το αριστερό χέρι που ξεκουράζεται στην τσέπη κατά τις χειραψίες, ξεσηκώνει θύελλες.


Πρόκειται για μια απρόσμενη και πρωτοφανή για τα διεθνή δεδομένα επικοινωνιακή τακτική, εξόχως φαντασμαγορική όπως αποδεικνύεται, μελετημένη ή μη, πάντως αποτελεσματική. 


Βασικό της συστατικό ένα στοιχείο που λατρεύει η μιντιακή εποχή και καθηλώνει τους θεατές: η αίσθηση ακαταμάχητης οικειότητας που αποπνέει. 

Την είδαμε στη χειρονομία του πρώτου υψηλού επισκέπτη στο Μαξίμου, του Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος έπιασε με επιδεικτική οικειότητα το κολάρο του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα μπροστά στις κάμερες. Χειρονομία, η οποία θα χαρακτήριζε μια κάπως στενή προσωπική σχέση. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπογράμμισε με ευγενική χαλαρότητα την παρεκκλίνουσα ενδυματολογική επιλογή του οικοδεσπότη, την απουσία γραβάτας.
 

Παρόμοια παρόρμηση προκάλεσε στον Σαπέν το καρό κασκολάκι, συμπλήρωμα μιας επίσης αντισυμβατικής εμφάνισης, του αναπληρωτή υπουργού διεθνών οικονομικών σχέσεων Ευκλείδη Τσακαλώτου, όταν τον συνάντησαν μαζί με τον Γιάνη Βαρουφάκη. Είδαμε μπροστά στις κάμερες τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών να πιάνει τις δυο άκρες του κασκόλ του κ. Τσακαλώτου και να τις τυλίγει γύρω από τον λαιμό του μιμούμενος με χαμόγελα την πατρική φροντίδα -στο επόμενο πλάνο το κασκόλ ξετυλίχθηκε κάπως νευρικά.
 


Οπως κι αν έχει, τα παγκόσμια μίντια επικεντρώνονται καθ’ υπερβολήν στα νέα ήθη όσον αφορά την εμφάνιση των Ελλήνων επισήμων, αλλά και το body language. 


Τι σημαίνει το χέρι στην τσέπη κατά τις χειραψίες του Γιάνη Βαρουφάκη;  


Αγένεια, αμηχανία, υπερβολική αυτοπεποίθηση; 


Τι σημαίνει η ανατροπή της κουστουμαρισμένης ομοιομορφίας από ηλεκτρίκ πουκάμισα και δερμάτινα παλτό (κατά τη συνάντηση Βαρουφάκη με τον Βρετανό ομόλογό του Όσμπορν);

 
Ετσι, μια συζήτηση, η οποία διαμόρφωσε στην Ευρώπη ολόκληρη φιλοσοφία, τη φιλοσοφία της εμφάνισης, επανέρχεται χάρη στο μιντιακό τελετουργικό με τη μορφή παραπολιτικού ευτράπελου, το οποίο, όμως, εκτρέπει την προσοχή από καίρια ζητήματα της κρίσιμης αυτής στιγμής για ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι η καταλληλότερη μέθοδος για να αποσπαστεί η προσοχή από τη σφαίρα του πραγματικού.



Ηδη, από τα μέσα του 19ου αιώνα, πολύ πριν το μιντιακό περιβάλλον διαμορφώσει τις συνθήκες για την καθ’ υπερβολήν ενασχόληση με τις εντυπωσιακές επιφανειακές λεπτομέρειες, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός διαπίστωνε ότι η έμφαση στην εμφάνιση έχει δύο αποτελέσματα


Tο ένα είναι η ρευστότητα σε ό,τι γίνεται αντιληπτό 


Tο δεύτερο η παθητικότητα του θεατή. 


Οι μπαλζακικοί χαρακτήρες, άλλωστε, αποτυπώνουν ακριβώς αυτή την εμμονή στην εμφάνιση, πιστεύοντας ότι αλλάζοντας την εμφάνισή τους γίνονται νέα πρόσωπα.


Εχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και σε ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό, επομένως, αυτή η εμμονή με τους κώδικες της εμφάνισης. Οπως εξηγεί, δε, ο Ρίτσαρντ Σένετ στο πόνημά του «Η τυραννία της οικειότητας» (εκδ. Νεφέλη), όπου αναλύει εξαντλητικά το θέμα της προσωπικότητας και των ψυχολογικών συμβολισμών της μόδας και των ενδυματολογικών επιλογών, στα αστικά περιβάλλοντα οι κώδικες της εμφάνισης γίνονταν όλο και πιο μονότονοι για να προστατευθούν οι επιφανείς εκπρόσωποί τους από τα βλέμματα του περίγυρου. Οι κοσμοπολίτες καθιέρωναν την «άχρωμη» εμφάνιση του γκρίζου ή μαύρου κοστουμιού, για να κρατήσουν οι ίδιοι τον ρόλο του παρατηρητή των προσωπικών συναισθημάτων των επαρχιωτών «αντιπάλων» τους στις δημόσιες συναντήσεις. Εδώ διαβάζουμε και για τη μαρξιστική διατύπωση του εν λόγω ενδυματολογικού κώδικα, το μάλλινο μαύρο κοστούμι χαρακτηρίζεται «κοινωνικό ιερογλυφικό».
 


Φτάσαμε, επομένως, στο επικοινωνιακό ζητούμενο των ιδιαίτερων ενδυματολογικών επιλογών της νέας ελληνικής κυβέρνησης;  


Πρόκειται για μαρξιστικών επιρροών επιδεικτική και ως εκ τούτου άκρως συμβολική αντίσταση στην ομοιομορφία των επισήμων συναντήσεων; 


 Αλλά στην επικοινωνία, όπως και στην πολιτική, οι απαντήσεις σε ερωτήματα, τα οποία θέτει η επιφάνεια των γεγονότων, δίνονται εκ του αποτελέσματος.


Σύμφωνα με την εμπειρία της μιντιακής εποχής μας, η επικοινωνιακή φαντασμαγορία αποτελεί «κουρτίνα» των πραγματικών γεγονότων. Αυτά διαμείβονται πάντα στη σκιά των προβολέων και φυσικά διαφεύγουν των «γαστριμαργικών» παραπολιτικών σχολιασμών, οι οποίοι είναι κατάλληλοι μόνον για να καταναλωθούν από ένα εθισμένο στην παθητικότητα μεγάλο κοινό θεατών.


Εδώ, όμως, προσφέρει απάντηση η πένα του Κόναν Ντόιλ διά «στόματος» Σέρλοκ Χολμς, όταν του λέει, γεμάτος θαυμασμό, ο Γουότσον (στο «Υπόθεση ταυτότητας») ότι πάλι κατάφερε να διακρίνει σε μια μάρτυρα στοιχεία αόρατα για τον ίδιο:  

ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Εθισμένοι μέχρι διαστροφής στο πολιτικό trash


Εχει γίνει σχεδόν του συρμού η αποκάλυψη κάθε τόσο ενός ροζ σκανδάλου με πρωταγωνιστή πολιτικό. Τόσο, που πλέον δεν συζητούμε για συγκλονισμό της κοινής γνώμης, αλλά κάνουμε συγκρίσεις ποιο διαθέτει τα πιο «γαστριμαργικά» υλικά, αν είναι πραγματική «γκουρμεδιά» ή απλώς διασκεδάζει την πείνα μέχρι να προκύψει το αληθινά χορταστικό. Σημασία σε όλο αυτό έχει να συντηρείται η «πείνα» και για την ακρίβεια να μένει εκτός κριτικής το ψευδοηθικοπλαστικό οικοδόμημα των μιντιακών κοινωνιών, το οποίο συνδέει την πολιτική με την ιδιωτική σφαίρα και γίνεται το εύφορο έδαφος για να ανθούν ο κιτρινισμός και το πολιτικό ριάλιτι.
 


Τον ατέρμονα πλέον διάλογο για το θέμα αυτό, για τον ρόλο της δημοσιογραφίας, αλλά και τις συμπεριφορές των σύγχρονων πολιτικών, ο οποίος δεν πρόλαβε να κοπάσει μετά την «Ολαντιάδα», επαναφέρει το νέο σκάνδαλο που προέκυψε στη βρετανική πολιτική σκηνή, με τον υφυπουργό της κυβέρνησης των Συντηρητικών Μπρουκς Νιούμαρκ να πέφτει θύμα μιας από τις απίθανες μεθόδους των σεναριογράφων trash ιστοριών -δεν τους αποκαλείς δημοσιογράφους- στα βρετανικά ταμπλόιντ και για την ακρίβεια της Sunday Mirror. Αρμόδιος για την επιτροπή της Κοινωνίας των Πολιτών και με ειδικό αντικείμενο την ενίσχυση του ρόλου των γυναικών στο Συντηρητικό Κόμμα, ο Νιούμαρκ, παντρεμένος και πολύτεκνος πατέρας, αποδείχθηκε ευάλωτος στις ερωτικές προκλήσεις -μέσω Ιντερνετ- υποτιθέμενης νεαρής υποστηρίκτριας του κόμματός του. Υπέκυψε σε αλληλογραφία και ανταλλαγές φωτογραφιών με ερωτικά υπονοούμενα, μόνο που απέναντί του δεν ήταν το αληθινό πρόσωπο της φωτογραφίας, αλλά ένας δημοσιογράφος «στρατευμένος στο δημόσιο συμφέρον», όπως ισχυρίστηκε εκ των υστέρων. Ο εν λόγω «δημοσιογράφος» είναι εις ακόμη εκ των απίθανων «Ζορό» των μιντιακών δημοκρατιών της εποχής μας, οι οποίοι κάνουν καριέρα και ενίοτε κινούν νήματα της πολιτικής σκηνής, με άλλοθι τάχα την προστασία της ηθικής τάξης του σεπτού ποιμνίου της trash δημοσιογραφίας τους.
 


Το αποτέλεσμα ήταν ο υφυπουργός να παραιτηθεί και να αντιμετωπίσει το οικογενειακό του δράμα ομολογώντας την «ηλιθιότητά» του, ενώ ξέσπασε στη Βρετανία ακόμη μία διαμάχη για τις μεθόδους και τα όρια του Τύπου. Μόνο που δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα το οποίο προκύπτει από το ροζ trash της πολιτικής. Εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα της συμπεριφοράς και για την ακρίβεια των κριτηρίων υπευθυνότητας όσων εμπλέκονται στη δημόσια σφαίρα διακηρύσσοντας αξίες και αρχές άσκησης της πολιτικής.
 


Τι εννοούμε όταν λέμε «δημόσιο συμφέρον»; 


Περιορίζεται αυτό στην άσκηση πολιτικής και στην τήρηση των νόμων και κανόνων οι οποίοι αφορούν τη διαχείριση δημόσιων θεμάτων και ουδόλως εμπλέκεται η ιδιωτική σφαίρα σε αυτά;  


Κρίνεται ένας πολιτικός από τις προσωπικές του αδυναμίες ή εντέλει το κρίσιμο ζήτημα είναι η αποκάλυψη και όχι αυτή καθαυτήν η συμπεριφορά;  


Διότι, η περίφημη «διαφάνεια», την οποία ευαγγελίζονται οι μιντιακές δημοκρατίες, διαπιστώνουμε ότι υπόκειται μάλλον στους κανόνες της εξελιγμένης τεχνολογίας της επικοινωνίας, παρά στους κανόνες της δημοκρατίας και κυρίως του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ως εκ τούτου, όταν αναφερόμαστε σε «νέα ήθη» στις μιντιακές εποχές, εννοούμε κυρίως τα δημοσιογραφικά. Οι πολλαπλές διευκολύνσεις της τεχνολογίας και οι εργασιακές ανατροπές που επέφεραν τα οδήγησαν στην υπέρβαση κάθε κανόνα, για να ακολουθήσει ο εθισμός του φιλοθεάμονος πλήθους στα εδέσματα πλέον της «γαστριμαργικής» ενημέρωσης.
 


Κάπως έτσι συμπλήρωσε ο σύγχρονος πολιτισμός μία τριακονταετία με αλλεπάλληλες αποκαλύψεις ροζ σκανδάλων, τα οποία παρήγαγαν βίαιες πολιτικές συνέπειες, με καριέρες που καταποντίστηκαν, αλλά και πωλήσεις εντύπων που άγγιξαν αστρονομικά νούμερα, μιντιακές αυτοκρατορίες που οικοδομήθηκαν με υλικό ανθρώπινες αδυναμίες, αλλά και έφτασαν για τις μεθόδους τους ώς τις αίθουσες δικαστηρίων, όπου περίσσεψαν οι βουρκωμένες συγγνώμες –από τον μεγιστάνα του Τύπου Ρούπερτ Μέρντοχ–, κι όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν φάνηκε αρκετό όχι μόνο να συρρικνώσει τις βαθιές ρίζες του κιτρινισμού, αλλά και να θωρακίσει τις συνειδήσεις πολιτικών και δημοσίων προσώπων με τη δέουσα υπευθυνότητα για τον ρόλο τον οποίο αναλαμβάνουν στο συγκεκριμένο μιντιακό περιβάλλον.
 


Με άλλα λόγια, αν υπάρχει κάτι που δεν δικαιολογείται δεν είναι η παράβαση, αλλά η αφέλεια, αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε έτσι την αδυναμία ενός πολιτικού να συνυπολογίζει σε κάθε του βήμα τις συνθήκες του μιντιακού περιβάλλοντος. Ενός περιβάλλοντος, του οποίου αποτελεί τοτέμ μεν η «διαφάνεια», μόνο που αυτή καθοδηγείται, ειδικώς όταν αφορά τον ιδιωτικό βίο δημοσίων προσώπων, από ένα πλέγμα συντηρητικών αρχών και κανόνων, το οποίο παραπέμπει σε κοινωνίες κλειστοφοβικές, δυσκίνητες, άρα ευάλωτες στην υποκρισία. Πρόκειται ακριβώς για κοινωνίες πρόθυμες να καταναλώσουν τα προϊόντα μιας επιφανειακής προόδου, η οποία εξαντλείται στα γκάτζετ και στις επιτροπές για την προστασία διαφόρων εν κινδύνω ειδών, κοινοτήτων και ιδεών.

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Υποταγμένοι στη φαντασμαγορία της φρίκης



Εγιναν τα βίντεο των αποκεφαλισμών καθημερινό θέαμα που προβάλλεται στα σαλόνια τής ώς χθες ασφαλούς Δύσης. Σκηνοθετημένα με ωμότητα και δολοφονικό κυνισμό, το θύμα, πολίτης της Δύσης, όμηρος των τζιχαντιστών, γονατιστό και ασκεπές με κελεμπία σε έντονο πορτοκαλί, και δίπλα του ορθώνεται γιγάντιος, ντυμένος κατάμαυρα και με σκεπασμένα τα χαρακτηριστικά, σκοτεινή, εφιαλτική απειλή, ο δολοφόνος. 


Γινόμαστε όλοι θεατές ενός μοναδικού στην ιστορία του πολιτισμού λάιβ σπλάτερ. Μιας σειράς αποκεφαλισμών on camera, των οποίων τις αποτρόπαιες λεπτομέρειες, ακόμη κι αν αποφεύγουν να δείξουν τα δελτία ειδήσεων, μπορεί ο καθένας να τις δει σε πλήθος site να κυκλοφορούν ελεύθερα σαν οποιοδήποτε ψυχαγωγικό βιντεάκι.
 


Συμπλήρωμα του εφιαλτικού θεάματος, βίντεο με πλάνα από οπλισμένους μαχητές της τζιχάντ, ντυμένους στα μαύρα, με κουκούλες και με σημαίες, στων οποίων τον άσπρο φόντο προβάλλουν τα μαύρα logo σε μια μελετημένη, όπως όλα δείχνουν, γραφιστική αποθέωση του φρικιαστικού τους μηνύματος. Οι πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές του θεάματος βρίσκονται στην υπηρεσία μιας μυθολογικής κατασκευής «εχθρού της Δύσης», η οποία συντίθεται από συμβολισμούς και υπονοούμενα των εικόνων. Μια σκηνοθετημένη αφήγηση ενός αθέατου και επομένως ανίκητου τρόμου, ο οποίος προσβάλλει σαν ιός τις δυτικές κοινωνίες είτε καταλύοντας το αίσθημα ασφάλειας είτε προσηλυτίζοντας τα παιδιά τους. Οι Αυστραλοί είναι αντιμέτωποι με το πρόβλημα, οι Βρετανοί το ίδιο, και οι Αμερικανοί, έχοντας ακόμη μεγαλύτερη επίγνωση των ανέμων που έσπειραν με το χολιγουντιανό μάρκετινγκ των πολέμων τους –κατά του Ιράκ κ.λπ.– υπαινίχθηκαν την απειλή της θύελλας που μπορεί να ξεσπάσει στην κοινωνία τους με το έξοχο και πολυβραβευμένο «Homeland».
 


Ηταν επόμενο να συμβεί ακριβώς αυτό, από τη στιγμή που η Δύση, αφήνοντας πίσω της την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, πέρασε σε μια νέα, όπου ο άξονας της πολεμικής ισχύος ενός κράτους, εν προκειμένω των ΗΠΑ, δεν αποτελούνταν τόσο από τη βιομηχανία των όπλων και τους εκπαιδευμένους στρατηγούς για τα πεδία των μαχών, όσο από έναν άξονα νέων τεχνολογιών και βιομηχανίας του εικονικού. Οι στρατηγοί αντικαταστάθηκαν από τους επικοινωνιολόγους-σκηνοθέτες και δίπλα στο Πεντάγωνο στήθηκε μια κολοσσιαία βιομηχανία παραγωγής θεάματος, με το οποίο εκπαιδεύονταν οι νέοι στρατιωτικοί.
 


Και όχι μόνον· η εφευρετικότητα των σεναριογράφων στην περιγραφή «απειλών» και «κρίσεων», σε συνδυασμό με την περιφρόνηση του εχθρού, που ήταν πάντα «τρομοκρατική ομάδα» ή «κράτος με συμπεριφορά μαφιόζου-δολοφόνου», διαμόρφωσαν μια κορυφαία «αφήγηση» για τις ΗΠΑ και τα κράτη της Δύσης, ένα διαρκές θρίλερ «εθνικής ασφαλείας», με κεντρικό άξονα τις «ασύμμετρες απειλές». Το μοντέλο ήταν έτοιμο. Εφαρμόστηκε με μεγάλη επιτυχία μετά την 11η Σεπτεμβρίου στον πόλεμο κατά του Ιράκ και έκτοτε τελειοποιήθηκε με την αξιοποίηση των τεχνολογιών της επικοινωνίας και της εικονικής αναπαράστασης. Μια κολοσσιαία επιχείρηση μυθοπλασίας συνοδεύει την πολεμική προσπάθεια, σκηνοθετεί την επέμβαση ειδικών δυνάμεων επιτόπου, προβαίνει στην επίδειξη νέων όπλων και ο κινηματογράφος, τα μίντια, τα βιντεοπαιχνίδια και τα σίριαλ είναι οι μυθοπλαστικοί φορείς αυτής της πολεμικής εγρήγορσης. Παράδειγμα στο πολύ σύγχρονο «Scandal» (FOX), που πραγματεύεται –μεταξύ άλλων– τα παρασκήνια της προεδρικής εξουσίας των ΗΠΑ, ο πρόεδρος παρακολουθεί λάιβ από ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με τους στρατηγούς του Πενταγώνου τις επεμβάσεις ειδικών δυνάμεων για την απελευθέρωση ομήρων, συνήθως με πικρό happy end, καθώς κάθε θρίαμβος των ειδικών δυνάμεων συνοδεύεται από μια θυσία των αξιωματικών αρχών του κράτους δικαίου. Αλλά παρόλο που τα σενάρια των σίριαλ με αντιπολεμικό πνεύμα δείχνουν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις παραβάσεις των δημοκρατικών αρχών, η πραγματικότητα τα έχει ήδη ξεπεράσει.
 


Ετσι, οι δυτικές κοινωνίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια μυθολογική κατασκευή της τζιχαντικής απειλής, η οποία δεν φείδεται συμβολισμών και τεχνολογικής αναπαράστασης της δολοφονικής φρίκης, η οποία κυριαρχεί στην προπαγάνδα της. Εξ ου και φαίνεται να γοητεύει κατηγορίες περιθωριοποιημένων για πολλούς και διαφορετικούς λόγους πολίτες των δυτικών χωρών, εφήβους σε επιθετική έξαρση κ.λπ., οι οποίοι έλκονται από τη μυθολογία της εκδίκησης και της κυριαρχίας του αδίστακτου τιμωρού. Και αλίμονο, εθίζονται στον θάνατο: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η επιδεικτική φιλανθρωπία των μπουγέλων



Σαν μεταδοτικός ιός απλώνεται στους κύκλους παντός είδους διασημοτήτων, από μοντέλες και ηθοποιούς μέχρι πολιτικούς, η καινούργια τρέλα του αυτομπουγελώματος με έναν κουβά γεμάτο παγάκια (Ice Bucket Challenge). Ισχυρό άλλοθι για τον νέο καρναβαλικό παραλογισμό, η φιλανθρωπία, και για την ακρίβεια η συγκέντρωση χρημάτων με σκοπό την καταπολέμηση της ασθένειας ALS (amyotrophic lateral sclerosis), η οποία οδηγεί σε ολική παράλυση.
 


Ωστόσο με 1,2 εκατ. φιλμάκια στο Facebook και πάνω από 2,2 εκατ. αναφορές στο Twitter, μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες το Ice Bucket Challenge αναγορεύτηκε σε νέο φαινόμενο της ποπ κουλτούρας. Ενα Internet meme που πολλοί συγκρίνουν με την ήδη ξεχασμένη τρέλα του Harlem shake, η οποία είχε καταλάβει το ιντερνετικό σύμπαν μόλις έναν χρόνο νωρίτερα – θυμίζουμε τα βιντεοσκοπημένα ολιγόλεπτα φιλμάκια, όπου τυχαίες ομάδες ασχέτων επιδίδονταν σε τρελές χορευτικές φιγούρες στους πιο απίθανούς χώρους και υποτίθεται εξέφραζε την ανάγκη στιγμιαίου απελευθερωτικού ξεσπάσματος των καταπιεσμένων από τους αστικούς κανόνες.
 


Αυτή τη φορά, ωστόσο, το άλλοθι είναι ισχυρό και ως γνωστόν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και για να είμαστε δίκαιοι, μέχρι να ανεβούν στο Ιντερνετ τα εκατοντάδες φιλμάκια των μπουγελωμάτων διασήμων, η ασθένεια ALS ήταν σχεδόν άγνωστη και αυτό στην εποχή του όλα-είναι-μάρκετινγκ σημαίνει ότι δεν ενεργοποιούνται κεφάλαια υπέρ των ιατρικών ερευνών. Ετσι, αντί για τηλεμαραθώνιους, οι οποίοι έχουν κουράσει το φιλοθεάμον, για ροκ συναυλίες, οι οποίες έχουν και κολοσσιαίο κόστος, η ιδέα των μπουγελωμάτων διασήμων on camera είναι απλή, φθηνή, άμεση και εξασφαλίζει εκατομμύρια θεατών. Εκφράζει δηλαδή το ιδανικό της επικοινωνίας. Η συμμετοχή δε για τις διασημότητες είναι εξίσου απλή και ανέξοδη, ενώ προσφέρει όλα τα οφέλη μιας φαντασμαγορικής επικοινωνιακής επίδειξης εκείνων ακριβώς των στοιχείων τα οποία η εποχή απαιτεί πλέον από πολιτικούς και λοιπές μιντιαντάρλινγκ περσόνες: να δείχνουν ευαίσθητοι στον ανθρώπινο πόνο και να μη διστάζουν να «τσαλακωθούν» όπως είναι η μοδάτη έκφραση, προκειμένου να δείξουν ότι είναι σαρξ εκ της σαρκός του πλήθους των φαν τους.
 


Οι επικοινωνιολόγοι δεν θα μπορούσαν να βρουν ιδανικότερη -και φθηνότερη- ευκαιρία για να προωθήσουν μια «ανθρώπινη» εικόνα των πελατών τους. Αλλωστε, σύμφωνα με τους κανόνες, όποιος αποδέχεται το δημόσιο μπουγέλωμα προσφέρει το πολύ μέχρι 10 δολάρια στο ταμείο για την καταπολέμηση του ALS, ενώ προτείνει ακόμη δύο διασημότητες, οι οποίες πρέπει να ανταποκριθούν εντός 24ώρου, και όποιος αρνείται είναι υποχρεωμένος να δώσει τουλάχιστον 100. Ορισμένοι προσφέρουν πολύ περισσότερα.
 


Αλλά το σπουδαίο με τις ευφυείς επικοινωνιακές ιδέες είναι ότι προσφέρουν τη δυνατότητα να «ανοίξουν» παράπλευρες αγορές και το Ice Bucket Challenge εξελίσσεται ήδη σε παγκόσμιο ριάλιτι τηλεπαιχνίδι, με άφθονο κουτσομπολίστικο περιεχόμενο: ποιοι συμμετέχουν, ποιους προσκαλούν να κάνουν το ίδιο – όπως η υποψήφια των Γερμανών Πρασίνων για την ευρωπαϊκή προεδρία Σκα Κέλερ η οποία μεταξύ άλλων κάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα, πόσα δίνουν και φυσικά πώς μπουγελώνονται και πώς φαίνονται μετά το μπουγέλωμα. Αναρτήσεις, ποστ, βίντεο, σχόλια, κρίσεις, επικρίσεις, το ιντερνετικό σύμπαν σε βρασμό και οι διασημότητες συνωστίζονται κάτω από κουβάδες: από τον Τομ Χανκς, τον Τομ Κρουζ, την Τζένιφερ Ανιστον και εκατοντάδες χολιγουντιανούς και πολιτικούς μέχρι τον Τζορτζ Μπους, που κάλεσε τον Κλίντον να κάνει το ίδιο, τον Ρέντσι και τον Κάμερον που αρνήθηκε ή την Εθελ Κένεντι που κάλεσε τον Ομπάμα – ο τελευταίος βρίσκεται στον κατάλογο πολλών.
 


Οι πικρόχολοι λένε ότι πρόκειται για σόου βρεγμένου T-shirt του μικροαστού, καθώς, μέχρι τον φιλανθρωπικό του εξαγνισμό, το on camera μπουγέλωμα ήταν για τα γραμμωμένα από το fitness σώματα wonna be διασημοτήτων ένα είδος επίδειξης με όλα τα δέοντα σεξουαλικά υπονοούμενα.
 


Για πολλούς όμως, είναι απλώς ένας τρόπος να συγκεντρωθούν χρήματα για καλό σκοπό και στην εποχή μας η φιλανθρωπία οφείλει να συγκαλύπτει το βασικό της χαρακτηριστικό, που είναι η υποτίμηση του ευεργετούμενου, καθώς πάνω του προβάλλει φαντασμαγορική η εικόνα του ευεργέτη και όσα τη συνθέτουν, διασημότητα, τύχη, πλούτη, ευκαιρίες κ.λπ. κ.λπ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο καπιταλισμός των νέων ποπ ειδώλων



Ανεβάζει ακαταπαύστως τα selfie της στον καθρέφτη ποζάροντας διαρκώς. Εκατομμύρια οι followers τα καταναλώνουν σαν φρέσκα κουλουράκια και δεν χορταίνουν. Πρωταγωνίστρια ενός μοναδικού προσωπικού story στην ιστορία της ποπ κουλτούρας η Κιμ Καρντάσιαν θεωρείται φαινόμενο, με τα εκατομμύρια των φαν και την ικανότητά της να συντηρείται στη δημοσιότητα χωρίς να κάνει τίποτε άλλο από το να υποδύεται τον εαυτό της. Ενα pop idol, το οποίο αναδείχθηκε από την τηλεόραση των ριάλιτι και εδραιώθηκε αξιοποιώντας στο έπακρο τις δυνατότητες του φεϊσμπουκικού και τουϊτερικού σύμπαντος με τέτοια μάλιστα τέχνη ώστε να θεωρείται –εμπορικά τουλάχιστον– το ιερό τοτέμ τους. 


Με άλλα λόγια, ο μαραθώνιος των selfie του φετινού καλοκαιριού που κόσμησε τα σόσιαλ μίντια με απίθανες φατσούλες σε κλίμα διακοπών ήταν και ένας φόρος τιμής στο απόλυτο είδωλο της κουλτούρας του είδους, την Κιμ Καρντάσιαν.
 


Η μορφή της πλαστικοποιημένη και μοναδικό της ταλέντο να μπορεί να παραμένει στη δημοσιότητα. Εχει όμως καταφέρει να διαμορφώσει ολόκληρη αγορά. Είδος μοναδικό καθώς έχει επιβάλει την εικόνα της, την διατηρεί μάλιστα αναλλοίωτη προβάλλοντας το life style χάρη στο οποίο επιτυγχάνει κάτι τέτοιο. Τόσο δε ατσαλάκωτη και ίδια, που θαρρείς και δεν έχει ζωή –και πιθανόν δεν έχει– παρά μόνο στις ειδικές συνθήκες του παράδοξου ριάλιτι στο οποίο πρωταγωνιστεί μαζί με την οικογένειά της. Ενα σόου το οποίο ξεκίνησε να προβάλλεται το 2007 και συνεχίζεται κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον των φαν ανά τον κόσμο, με τη ζωή της Κιμ και της οικογένειάς της να εκτίθεται σε κάθε λεπτομέρεια.
 


Κάπως έτσι έφτασε η ιστορία της Κιμ Καρντάσιαν να αποτελεί φαινόμενο και μοντέλο των ακροτήτων του καπιταλισμού, όπου ο ίδιος ο παραγωγός είναι και το προϊόν, με μια εξωφρενικά ανόητη και κενή ουσίας, αλλά σκανδαλωδώς δημοφιλή και ως εκ τούτου εξαιρετικά ευφυή διαδικασία πώλησης της «προσωπικής εικόνας».
 


Οπως κι αν έχει, κατάφερε να θεωρείται ποπ είδωλο υποδηλώνοντας έτσι και το επίπεδο της κουλτούρας της εποχής μας. Αλλωστε, μπορεί μόνον στα αμερικανικά πανεπιστήμια να διατηρείται η μνήμη, ότι από τα πρώτα ποπ είδωλα των Ευρωπαίων εποίκων της αμερικανικής ηπείρου ήταν ο Ντίκενς, του οποίου τα βιβλία γίνονταν ανάρπαστα και ο ίδιος αποθεώθηκε σαν ροκ σταρ όταν επισκέφθηκε την Αμερική, αλλά τηρουμένων των αναλογιών τα ίδια ήθη λατρείας διατηρήθηκαν στο πέρασμα των αιώνων, για να πάρει σήμερα θέση στο «πάνθεον» και η Κιμ Καρντάσιαν. Απλώς μιλάμε για νέες αγορές.
 


Στα αμερικανικά μίντια το «φαινόμενο Καρντάσιαν» αναλύεται σαν εκείνο, το οποίο έχει καταλάβει μέρος του χώρου που άφησαν μορφές της ποπ κουλτούρας σαν τον Μάικλ Τζάκσον και τη Μαντόνα. Και για όσους μοιάζει ανίερη η σύγκριση με ιερά τέρατα της μουσικής βιομηχανίας, οι «ιδιότητες» της Κιμ Καρντάσιαν έχουν αναδειχθεί με τη σειρά τους τα απαραίτητα υλικά για τη σύγχρονη βιομηχανία της διασκέδασης. Η ίδια δηλώνει «μπιζνεσγούμαν», σχεδιάστρια μόδας, ηθοποιός, κοσμική κ.λπ. Αλλά η υποτιθέμενη πολυπραγμοσύνη αποδεικνύει ακριβώς ότι πρόκειται για «κατασκευή» περσόνας. Αλλωστε πουλάει συμβολισμούς και όχι προϊόντα.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Υπέρ πίστεως και επικοινωνίας



Τον Μάιο του 1981 ο νεοεκλεγείς τότε πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν, ο πρώτος πρόεδρος της Αριστεράς, αναλάμβανε τα καθήκοντά του με μια μικρή πλην άκρως συμβολική τελετή, η οποία έμελλε να προκαλέσει πλήθος συζητήσεων και αναλύσεων για την επικοινωνιακή της ευφυΐα. Ακολουθούμενος από τηλεοπτικές κάμερες περπάτησε μέχρι το Πάνθεον, όπου κατέθεσε ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα στη μνήμη των πολιτικών του προγόνων Ζαν Ζορές και Ζαν Μουλέν.
 


Ζήτησε ωστόσο σε μια στιγμή να μείνουν σε απόσταση, τόσο οι κάμερες όσο και το πλήθος των δημοσιογράφων που τον ακολουθούσε, για να εισέλθει μόνος του εντός του ιστορικού μνημείου, προκειμένου να διαλογιστεί και να έρθει κοντά στο πνεύμα δύο πρωτοπόρων του σοσιαλισμού, οι οποίοι πάντως τιμώνται από τους Γάλλους, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος, για την ποιότητα του δημοκρατικού ήθους και των αγώνων τους. Ο Μιτεράν παρέμεινε επί δεκάλεπτο περίπου εντός του χώρου και κατόπιν εξήλθε με άκρα θεατρικότητα.
 


Αυτή υπήρξε η πρώτη, μεγάλη επικοινωνιακή φιέστα, που συμβόλιζε το πνεύμα με το οποίο θα πορευτεί η νέα κυβέρνηση, πιστή στις αξίες της γαλλικής δημοκρατίας, στις έννοιες της ελευθερίας και της αδελφοσύνης. Θεμελίωσε τη νέα αφήγηση της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Λίγο αργότερα θα ολοκλήρωνε τον κύκλο των συμβολικών της κινήσεων δίνοντας τη γαλλική υπηκοότητα σε δύο εμιγκρέδες συγγραφείς, τον Μίλαν Κούντερα και τον Χούλιο Κορτάσαρ.
 


Η στιγμή, όμως, που ο Μιτεράν ζήτησε να εισέλθει μόνος στο εσωτερικό του γαλλικού μνημείου, σε ένδειξη σεβασμού, αλλά και μιας επίδειξης κάπως μεταφυσικού πνεύματος περί επικοινωνίας με το πνεύμα σπουδαίων πολιτικών του προγόνων, στηλιτεύτηκε από πολλούς ως «λαϊκισμός», ως περιττή επικοινωνιακή υπερβολή.
 


Ηταν η εποχή που έπνεε ούριος και ελπιδοφόρος ο άνεμος του σοσιαλισμού σε όλη την Ευρώπη. Οι αντιλήψεις μιας σκουριασμένης Δεξιάς παραμερίζονταν και η νέα πολιτική κατάσταση δεν έχανε ευκαιρία να δώσει το στίγμα της μεγάλης αλλαγής που ευαγγελιζόταν για την κοινωνία. Οσο για τους νέους σοσιαλιστές ηγέτες της Ευρώπης, έδειχναν ήδη το μεγάλο επικοινωνιακό τους ταλέντο και ο λαϊκισμός, καταχωρισμένος ώς τότε στο οπλοστάσιο μιας Δεξιάς που εκφυλιζόταν από τη μακρά παραμονή στην εξουσία, δεχόταν το απενοχοποιητικό φρεσκάρισμα του σοσιαλισμού.
 


Τα θυμηθήκαμε όλα αυτά διαβάζοντας ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Αγιον Ορος, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξης Τσίπρας, εντυπωσιάστηκε από την εικόνα του «Αξιον Εστί», τη θαυματουργή για τους πιστούς εικόνα της Παναγίας, και ζήτησε να μείνει μόνος μαζί της για λίγο. Αυτό θα είχε μικρή σημασία εάν ο κ. Τσίπρας δεν ήταν αρχηγός κόμματος της Αριστεράς και ο ίδιος δεν είχε επιδείξει μέχρι σήμερα απόλυτη συνέπεια στις αρχές της σχετικώς με τη θρησκεία.
 


Πώς να αποφύγουμε τη σύγκριση των δύο περιπτώσεων, καθώς έχουν μεν κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και ισχυρότατες τις διαφορές τους και ως προς τη σαφήνεια των πολιτικών τους μηνυμάτων. 


Κατ’ αρχάς, ο Φρανσουά Μιτεράν είχε ήδη εκλεγεί πρώτος πρόεδρος από τον χώρο της Αριστεράς στη Γαλλία και ως εκ τούτου δεν κυνηγούσε ψηφαλάκια, ώστε να θεωρηθεί ότι το σόου στο Πάνθεον είχε στόχο να παραπλανήσει με οποιονδήποτε τρόπο τους εύπιστους ψηφοφόρους. Και φυσικά, η στιγμή της «προσευχής» δεν απευθυνόταν στο θρησκευτικό αίσθημα των Γάλλων, αλλά είχε τον συμβολισμό της «θρησκευτικής προσήλωσης» στις αρχές της Γαλλικής Δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Ο Φρανσουά Μιτεράν ήταν ένας Ευρωπαίος ηγέτης και ακριβώς αυτές του τις ιδέες αποσαφήνιζε με την επικοινωνιακή του τελετή.
 


Σε πλήρη αντίθεση, Ελληνες πολιτικοί, και εν προκειμένω ο κ. Τσίπρας, σπεύδουν συχνά και ιδίως σε περιόδους ισχυρής διεκδίκησης πλειοψηφικού ρεύματος είτε να επιδείξουν με αμεσότητα τη θρησκευτική τους πίστη ως προσόν εκλογικώς αξιοποιήσιμο είτε να κλείσουν το μάτι σε συμβολισμούς της, αναγνωρίζοντας την εκλογική σημασία της συγκίνησης που θα προκαλέσουν. Ηδη πέραν κάθε ευρωπαϊκής αφήγησης για τη δημοκρατία αυτού του είδους, η επικοινωνιακή θρησκευτικότητα.
 


Είναι προφανής η σύγχυση πίστης, απολύτως σεβαστής, πλην όμως πολύ προσωπικής υπόθεσης και δημόσιας αναπαράστασής της, οπότε μετατρέπεται σε πολιτικό προϊόν.  

ΠΟΛΕΜΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μια τραγωδία τόσο κοντά, τόσο μακριά!

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Η έκρηξη on camera. Γκρίζος καπνός και σκόνη. Μια ολόκληρη πολυκατοικία έχει εξαερωθεί. Η διπλανή ανέπαφη. Η στόχευση υπήρξε ακριβής. Συγκεκριμένες ζωές εξαερώθηκαν με επιτυχία. Ο τηλεοπτικός φακός τοποθετημένος σε κατάλληλη θέση καταγράφει τον θρίαμβο της τρομερής πολεμικής τεχνολογίας. Είχαν ειδοποιηθεί λέει οι κάτοικοι, μερικά λεπτά νωρίτερα, από τους Ισραηλινούς -αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι-, ώστε να μη σκοτωθούν άμαχοι. Αλλά οι κάτοικοι του εν λόγω οικήματος έπρεπε να τιμωρηθούν γιατί ήταν μέλη της Χαμάς.
 


Σημασία δεν έχει όμως σε ποιο στρατόπεδο ανήκαν τα θύματα. Τα ίδια και από τις δύο πλευρές. Το συγκεκριμένο «περιστατικό», ακόμη ένα πολεμικό συμβάν που έφτασε στις τηλεοπτικές οθόνες, μάλλον ως παραδοξότητα, για την ακρίβεια του στόχου, για την εξαέρωση του οικήματος, από τα τόσα που καταγράφουν διεθνή πρακτορεία και πολεμικοί ανταποκριτές για ακόμη μία φορά, συγκεντρωμένοι στην ανοιχτή πληγή της Γάζας. Οι αντιδράσεις αναιμικές.
 


Είναι τέτοιο το μέγεθος της δυστυχίας, κρατά τόσα πολλά χρόνια, είναι τέτοια η πληθώρα των εικόνων μιας σύγκρουσης που έχει εξοντώσει κάθε έννοια δικαίου, ώστε η παγκόσμια ανοχή στο αφόρητο είναι εξασφαλισμένη. Αν βρούμε χρόνο από άλλες ψυχαγωγικές ασχολίες, του ρίχνουμε μια ματιά. Για να αισθανθούμε προς στιγμήν το ρίγος της ανθρωπιάς.
 


Αλλωστε το ανθρώπινο βλέμμα έχει μπουκώσει από πολεμικές εικόνες, από ανθρώπινα κουρέλια που τρέχουν αλλόφρονα στους δρόμους ενώ ο θάνατος καιροφυλακτεί. Τι να σου κάνει και ο τηλεοπτικός φακός! Κάποτε πιστεύαμε πως μια εικόνα μπορεί να κατατροπώσει έναν στρατό, να ανατρέψει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ακόμη και να σταματήσει τον πολεμικό παραλογισμό διεγείροντας ευαισθησίες και κινητοποιώντας την «κοινή γνώμη» με την οποία υποτίθεται καμιά εξουσία δεν επιθυμεί να συγκρουστεί. Κάποτε που στεκόμασταν αθώοι μπροστά στην τηλεοπτική φαντασμαγορία.
 


Δυστυχώς η πικρή συνείδηση της μιντιακής εποχής μας είναι ότι ο φακός μεταβάλλει με τη σειρά του το αντικείμενο σε μύθευμα. Σαν να μη συμβαίνει στ’ αλήθεια το γεγονός, αλλά υπάρχει μόνον μια εντυπωσιακή εικόνα του, για μια φευγαλέα στιγμή. Οι αληθινές συνέπειες έτσι κι αλλιώς παρέμεναν και παραμένουν αθέατες και το βλέμμα του κοινού αποτελεί απλώς έναν παράγοντα επικοινωνιακής διαχείρισης ενταγμένης στους πολεμικούς σκοπούς του κάθε μετώπου. Αυτό είναι το σύγχρονο δόγμα του πολέμου-κατά-αμάχων. Ούτε πολεμικές επιχειρήσεις ούτε λεγεώνες και μεραρχίες ούτε πεδία των μαχών, μόνον όπλα ακριβείας που σκοτώνουν μέσα στις πόλεις. Οι νεκροί, τα παιδιά ανάμεσά τους, νούμερα στατιστικά.  


Ας το παραδεχτούμε, αδιάφορα πλέον στη δική μας καθημερινότητα, παγιδευμένη σε προσθαφαιρέσεις ψηφαλακίων της Βουλής που έχουν μοναδικό αποτέλεσμα μουδιασμένες συνειδήσεις. Ευθύς ως ολοκληρώθηκε το εν λόγω σόου κομματικής ετοιμότητας και με την καθιερωμένη αδράνεια του θέρους να επιβάλλεται στα μέτωπα παραγωγής εσωτερικών γεγονότων, έμεινε λίγος χρόνος, λίγος χώρος, για να στραφούμε στην κατανάλωση των εικόνων της δυστυχίας δύο λαών.
 


Με κορυφαία στιγμή επικοινωνιακού θριάμβου του πολέμου-κατά-αμάχων την τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου, έχει γίνει συνείδηση πλέον ότι τα όπλα μαζικής ή και στοχευόμενης καταστροφής είναι υποταγμένα στα «όπλα» μαζικής επικοινωνίας. Είναι προφανές ότι αυτά υπερτερούν με την ταχύτητα διάδοσης και τη μεγέθυνση μέσω του φακού και της επαναλαμβανόμενης προβολής του γεγονότος, οποιασδήποτε καταστροφής από βόμβες και βλήματα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό οι βόμβες θερίζουν παιδιά. Ακριβώς γι’ αυτό οι στόχοι είναι οι πόλεις και η καθημερινότητα.
 


Μόνον που έχει πάψει πλέον το πολεμικό συμβάν, η εξαέρωση από σύγχρονη βόμβα μιας κατοικίας, ο βομβαρδισμός μιας γειτονιάς με θύματα παιδιά, ηλικιωμένους και γυναίκες, να αποτελεί ρήξη της συνέχειας της καθημερινότητας του υπόλοιπου κόσμου, εκείνου που παρακολουθεί από τις οθόνες τη φρίκη. Εχουμε περάσει πλέον στην τυποποίηση της παραγωγής πολεμικών «συμβάντων» τα οποία τροφοδοτούν με εικόνες φρίκης τα παγκόσμια μίντια, και εξ αυτής οδηγηθήκαμε και στην τυποποίηση της συγκίνησης (Πολ Βιριλιό). Γίνεται αυτή πλέον μιντιακό προϊόν προς κατανάλωση από τη μεγάλη μάζα των θεατών.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κροκοδείλια γοητεία και εγχώρια αφασία



Ιστορίες για κροκόδειλους στα ελληνικά νερά, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός φανταστικού αφηγήματος με πλείστες μεταφορές και παρομοιώσεις για την ελληνική πραγματικότητα. Συνήθως η παρομοίωση αφορά «καρχαρίες», αλλά η παρουσία τους δεν είναι δα και απίθανη στα εγχώρια ύδατα, όσο εκείνη ενός εξωτικού ερπετού, το οποίο βρέθηκε να επιβιώνει στα νερά του ρεθυμνιώτικου φράγματος, δίπλα στα ψάρια και τα γλαροπούλια. Αναμενόμενη η μιντιακή αναταραχή, οι κάμερες, τα ζουμ στο μοναχικό κολύμπι του απίθανου «επισκέπτη», οι απευθείας συνδέσεις με τοπικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση και απομάκρυνση του «εισβολέα» ή μάλλον «ακούσιου μετανάστη» και φυσικά η ιντερνετική πλάκα που ξέσπασε, με τη δημιουργία ακόμη και ειδικών site φίλων του ρεθυμνιώτικου κροκοδείλου, φυσική εκδήλωση της λατρείας του παράλογου ως φυγή από τη σκληρή πραγματικότητα.
 


Καλύτερη ιστορία θερινής τρέλας δεν θα μπορούσε να υπάρξει, ιδίως όταν η εν λόγω εδράζεται στην πραγματικότητα. Και συμβολική της μόνον εικόνα είναι η ύπαρξη του εξωτικού, σαρκοβόρου ερπετού στα ήμερα νερά της ελληνικής λίμνης, η ουσιαστική της είναι η αφασική συμπεριφορά εκείνων, οι οποίοι βρίσκονται με άγνωστες και ως φαίνεται εύκολες και ενδεχομένως νόμιμες διαδικασίες με ένα τέτοιο ερπετό στην κατοχή τους. Το θεωρούν κάτι σαν οικιακό pet, σύμβολο ενδεχομένως μιας μύχιας στρέβλωσης του ψυχισμού τους. Επιθυμούν ίσως να αισθανθούν κυρίαρχοι της εσωτερικής τους «ζούγκλας», να επιβληθούν στη δύναμη του ανήμερου θεριού και να απολαύσουν τη φαντασιακή τους βασιλεία χαζεύοντας το ιδιόκτητο σαρκοβόρο τους να σέρνεται απομονωμένο και αδύναμο. Οπως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες με τους σιδηροδέσμιους, δούλους-μονομάχους τους. Ποιος ξέρει;
 


Αλλά ο κροκόδειλος του Ρεθύμνου, εκτός από αφορμή για πλάκες, αποτελεί δυστυχώς την ένδειξη μιας βαθιά ριζωμένης, πολιτισμικής πλέον σύγχυσης η οποία επικρατεί στη σχέση μας με τη φύση. Η παράδοξη εικόνα του να κολυμπά στα ελληνικά νερά, πανέμορφος και θλιβερά μόνος συμπυκνώνει ολόκληρη την εγχώρια αφήγηση για τα εγκαταλελειμμένα κατοικίδια στους δρόμους της πόλης και τις εξοχές.  


Δεν είναι αστείο. Είναι εθνική ντροπή αυτή η αφασική συμπεριφορά προς τα ζώα, η οποία έχει προκαλέσει ακόμη και παρέμβαση ξένων φιλοζωικών ενώσεων, όχι μόνον για τα αδέσποτα σκυλάκια, αλλά και για τη βαρβαρική συνήθεια σε περιοχές της ελληνικής περιφέρειας, να δένονται τα πόδια, κυρίως στα κατσίκια, για να μπορούν να τα πιάνουν εύκολα οι ιδιοκτήτες των κοπαδιών.
 


Είναι κοινός τόπος ότι αποτελεί δείγμα του επιπέδου ενός πολιτισμού η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα. Σε αυτή προβάλλονται όλα τα ψυχικά κενά ή αντιθέτως η πληρότητα, όλες οι φοβίες, οι ψυχικές διαταραχές, τις οποίες επιδεινώνει ο πλούτος χωρίς πνευματικότητα, μετατρέποντας την ανάγκη επιβολής και κυριαρχίας σε ανίερη εκδήλωση κατοχικής βαρβαρότητας προς οτιδήποτε ζει και αναπνέει υπό τον ήλιο. Οσο πιο εξωτικό, απίθανο και ασύμβατο με τις σύγχρονες ανέσεις το ζωντανό, τόσο ισχυρότερη η θέα του για να συμβολίσει τη δύναμη και το ανυπότακτο του αφασικού αγοραστή του.
 


Παλιά όσο η μυθολογία και τα παραμύθια η διατύπωση της σχέσης των ανθρώπων με τα ζώα ως σχέση ισχύος και εντέλει κατίσχυσης του ανθρώπινου πολιτισμού. Από τον μύθο του Απόλλωνα που νικά τον Πύθωνα για να καταλάβει τον χώρο του Μαντείου των Δελφών μέχρι το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας, με τις αναφορές του στη σεξουαλικότητα και μέχρι τηλεοπτικές σειρές με λυκανθρώπους και πανθηρανθρώπους («True Blood»). Παντού βρίσκεται εκφρασμένη πότε σαν εφιάλτης μιας φύσης, η οποία εκδικείται και πότε σαν όνειρο μιας ρομαντικής συνύπαρξης, η προσπάθεια αφομοίωσης της εξέλιξης του πολιτισμού και της μοιραίας αποξένωσής μας από τη φύση. Αλλά αυτό όμως, ως ανάγκη εξημέρωσης ή και συνδιαλλαγής με βαθύτερα ανθρώπινα ένστικτα, πολύ διαφορετικής από το ύπουλο ξέσπασμα της βαρβαρότητας κατά των ζώων, ένδειξη ψυχικής διαταραχής και πάντως κάθε άλλο παρά εκπολιτισμού.

 
Δυστυχώς η φαντασμαγορική παραδοξότητα της εικόνας κροκόδειλου σε ελληνική λίμνη αφήνει στη σκιά το πραγματικό πρόβλημα, που είναι η ανεξέλεγκτη εισαγωγή εξωτικών ζώων και η πώλησή τους σε ιδιώτες για να καταλήξουν σε χωματερές, στα σιφόνια και από εκεί στους υπονόμους


Παρόμοια και η ιστορία του Λουκάνικου, του μπαρουτοκαπνισμένου από τις αθηναϊκές διαδηλώσεις σκύλου, ο οποίος φιγουράρισε ώς και στις σελίδες του «Time» ως ο «σκύλος της χρονιάς» (2011), του αφιέρωσε ντοκιμαντέρ το BBC, για να ξεχαστεί φυσικά ταχύτατα και μαζί του, η τραγωδία των αδέσποτων της πόλης των Αθηνών:

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ και KOINΩΝΙΑ: Ο χορός της μπάλας και των ψευδαισθήσεων

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Ε​​ίναι προφανές ότι στην εποχή της παγκόσμιας κρίσης, ούτε το ποδόσφαιρο ως σύστημα αξιών όχι μόνο ηθικών, αλλά και εμπορικών και πολιτικομιντιακών, θα μπορούσε να εξαιρεθεί από αυτήν. Ισως για πρώτη φορά από την εποχή που άφηνε τον ρομαντισμό του ερασιτεχνισμού, τη δεκαετία του ’70, για να περάσει στην εμπορική μέθη του επαγγελματισμού, να γίνεται με τέτοια σφοδρότητα πεδίο κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων.
 

Ετσι βλέπουμε τις κολοσσιαίες αντιφάσεις του σύγχρονου κόσμου συμπυκνωμένες, διογκωμένες και τραγικές να αντανακλώνται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο γεγονός, από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή στο βραζιλιάνικο Μουντιάλ. Γιατί οι ξέφρενοι ρυθμοί της σάμπα και οι εξωτικές πολυδιαφημισμένες παραλίες, όπως και τα ακριβοπληρωμένα σε χρήμα και ανθρώπινες ζωές στάδια, είναι μόνον η βιτρίνα. Πίσω της υπάρχουν η φτώχεια, η εγκατάλειψη, οι άθλιες συνθήκες εργασίας, η καθημερινή βία, ο κυβερνητικός αυταρχισμός.

 


Επικοινωνιακό επομένως, όσο και αθλητικό υπερθέαμα προβάλλεται μεν σαν στιγμιαία ένωση και συμβολική εξίσωση στα γήπεδα, στις κερκίδες και μπροστά από τις οθόνες, προσώπων και κοινωνιών, εθνών και φυλών, αλλά την ίδια στιγμή αποτελεί τον πιο σκληρό, αλλά ως φαίνεται και πιστό «καθρέφτη» των μεγάλων ανισοτήτων του σύγχρονου κόσμου. Και αν η βραζιλιάνικη εκδοχή του Μουντιάλ έχει επικριθεί για την ανάλγητη πολιτική των κυβερνώντων και τη σπατάλη χρήματος, ενώ ο λαός υποφέρει από τη φτώχεια, ήδη αυτή που ακολουθεί, του Κατάρ για το Μουντιάλ του 2022, θεωρείται ακόμη χειρότερη, για τις άθλιες εργασιακές συνθήκες των μεταναστών εργατών από την Ινδία και το Πακιστάν
 


Ακόμη δεν μπήκαν θεατές στα στάδια της Βραζιλίας καλά καλά και οι καταγγελίες για όσα συμβαίνουν στο Κατάρ, με το απάνθρωπο καθεστώς της Kafala, των ενοικιασμένων από εταιρείες εργαζομένων, οι οποίες τους εκμεταλλεύονται κρατώντας αυτές το μεροκάματο και δίνοντάς τους τα ελάχιστα προς επιβίωση, προκαλούν τη συνείδηση του κόσμου. Το ίδιο και οι θάνατοι εργατών λόγω άθλιων συνθηκών, που έχουν ήδη σημειωθεί – στη Βραζιλία 8, στο Κατάρ ήδη πολύ περισσότεροι.
 


Λένε πως το ποδόσφαιρο λατρεύεται ως θέαμα γιατί συμβολίζει την ίδια τη ζωή, τη βία που υπάρχει σε αυτή, τον ανταγωνισμό όπως και την αλληλεγγύη, αλλά και τον θάνατο. Η τραγωδία είναι ότι όλα αυτά διέφυγαν από τα συμβολικά όρια των γηπέδων, ήδη από τις εποχές που συνδέθηκαν το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός με την πολιτική και αποτελούν πλέον τον ασφυκτικό κλοιό μιας όλο και πιο άγριας πραγματικότητας γύρω από τον ψυχαγωγικό πυρήνα του αθλήματος.

 


Αλίμονο, το ποδόσφαιρο που ο Πελέ αποκαλούσε το «όμορφο παιχνίδι» –Beautiful Game– παρουσιάζοντάς το σαν μια ιδανική έκφραση του ονείρου της δημοκρατικής εξίσωσης, καθώς οποιοσδήποτε από οπουδήποτε μπορούσε να παίξει μπάλα και να γίνει αστέρι, εξελίχθηκε σε ιδανικό αντικείμενο πόθου μιας όλο και πιο νοσηρής επικοινωνιακής βουλιμίας:

 Ολο και περισσότερο θέαμα, όλο και περισσότερο χρήμα, όλο και περισσότερη πολιτική. Και μπορεί η απόλαυση για το μεγάλο κοινό του να παραμένει ίδια, αλλά και αυτό το ίδιο πλέον δεν αρκείται στους συμβολικούς του μύθους.

 
Ενδειξη της αμφισβήτησης, η οποία περιβάλλει πλέον την αλλοτινή «θρησκεία» της μπάλας των Βραζιλιάνων, αποτελεί το γεγονός ότι ακόμη και ο ίδιος ο Πελέ, ο βασιλιάς-πρότυπο των λαϊκών μπαλαδόρων στις φτωχογειτονιές του κόσμου, έχει εκπέσει στις συνειδήσεις των συμπατριωτών του επειδή διαφήμιζε το Μουντιάλ σαν σωτήριο γεγονός για τη χώρα. Με τις φαβέλες της ανθρώπινης εξαθλίωσης, τους μισθούς πείνας, την ανεργία, την ανυπαρξία υποδομών στην παιδεία και την υγεία, τα υπερμεγέθη στάδια, τα οποία είναι αμφίβολο αν θα ξαναγεμίσουν ποτέ μετά το πέρας του Μουντιάλ, να αποτελούν ύβρη, η γιορτή του ποδοσφαίρου μοιάζει μια σκανδαλώδης πολυτέλεια για τη χώρα.
 


Θα έλεγε κανείς ότι ξεδιπλώνονται δύο αντικρουόμενες επικοινωνιακές αφηγήσεις γύρω από το μεγάλο γεγονός, αφήνοντας το ίδιο πάντως, τους ζωντανούς μύθους των γηπέδων και το θέαμα των αγώνων, ανέπαφο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Θεραπευτική φαντασμαγορία


Οι προσαγωγές στελεχών και μελών της οργάνωσης που απειλούσε με θράσος τη δημοκρατία προσβάλλοντας ευθέως τους ευαίσθητους θεσμούς της, της Χ.Α., με τις χειροπέδες στα χέρια, ενώ ο τηλεοπτικός φακός αποτύπωνε σπασμούς πανικόβλητης επίδειξης ύστατου τσαμπουκαλικίου των συλληφθέντων, μόνον ως θέαμα θεραπευτικό του πληγωμένου δημοκρατικού φρονήματος μπορεί να χαρακτηριστεί. 

Για πρώτη φορά στην ιστορία της εγχώριας μιντιακής δημοκρατίας (ακριβώς αυτό άλλωστε είναι όλες οι σύγχρονες πλέον), το τελετουργικό της τηλεοπτικής φαντασμαγορίας υπερέβη την απλή ψυχαγωγική εκτόνωση του λαϊκού αισθήματος, αποδεικνύοντας την υψηλή νοηματική λειτουργικότητά του.

Επικοινωνιακό το θέαμα; 

Μα προφανώς. Οι σύγχρονες δημοκρατίες στηρίζονται στην επικοινωνιακή προβολή των αξιών τους και οφείλουν να το κάνουν. Εχουμε βεβαίως συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε «επικοινωνιακό» ένα κατ’ ουσία ψευδογεγονός, με την έννοια της υπερβάλλουσας διόγκωσης ενός γεγονότος με έντονα «γαστριμαργικά» χαρακτηριστικά (σκανδαλολογικά) από το μιντιακό τελετουργικό, χωρίς στην πραγματικότητα, το μέγεθος το οποίο του προσδίδεται να ανταποκρίνεται στη σημασία του για τις ζωές των ανθρώπων, για τα καθημερινά τους προβλήματα. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους χαρακτηρίζονται, ως εκ τούτου, «παθητικοί θεατές» περισσότερο διασκεδασμένοι παρά ανακουφισμένοι και πάντως όχι περισσότερο σίγουροι για τη λειτουργία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Θυμόμαστε άλλωστε τις εθνικές μιντιακές οπερέτες δήθεν αποκαλύψεων σκανδάλων, όπου μηρυκάζονταν επί μακρόν από δελτία ειδήσεων και εκπομπές μυθιστορηματικές αφηγήσεις παντός είδους παρανομιών και εγκλημάτων, χωρίς ποτέ η κάθαρση να ακολουθεί τους τηλεοπτικούς ρυθμούς εξέλιξης, συχνά δε να μην ολοκληρώνεται καν δικαστικώς. Μια θρυμματισμένη, παραπαίουσα δημοκρατία ήταν το θέαμα επί μακρόν.

Ως εκ τούτου, εθιστήκαμε στην κατάχρηση των τεχνικών μιντιακής διόγκωσης πλήθους προβλημάτων, που αντιμετωπίζουν όλα τα σύγχρονα κράτη, με τους άμεσα επιφορτισμένους με το χρέος της επίλυσής τους (ιδίως πολιτικούς) να επιδίδονται σε πανελικές εμφανίσεις, μοστράροντας πυγμή on camera
 
Αυτό ακριβώς υπήρξε το ιδανικό σκηνοθετικό πλαίσιο για να αναπτύξει την επικοινωνιακή της τακτική και η Χ.Α., με ένα παιχνίδι βαρβαρικών συμβολισμών, των οποίων το μήνυμα ήταν σατανικά ευανάγνωστο: οργανωμένη βία κατά της εικόνας μιας δημοκρατίας που εμφανιζόταν εγκαταλελειμμένη στις ευκολίες του θεάματός της και αδύναμη να θεραπεύσει τις πληγές της.

Ηταν εύκολο ένα ναζιστικό μόρφωμα με τον μανδύα της δημοκρατικής ψήφου υπέρ του και εκμεταλλευόμενο τους δημοκρατικούς αυτοματισμούς –προσκλήσεις σε κανάλια, κάμερα στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις, όπου και η εκ συστήματος επίδειξη τσαμπουκαλίδικου θράσους– να προβάλλει το επικοινωνιακό του οικοδόμημα ως πλέον σφριγηλό και ισχυρό από το μέχρι εκείνη τη στιγμή θολό και εγκλωβισμένο στον καταγγελτικό, τηλεοπτικό λαϊκισμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Ηταν επόμενο η μάχη να ξεκινήσει με μια επικοινωνιακή φαντασμαγορία, αυτή της επίδειξης μιας οργανωμένης και αποφασισμένης να αντιταχθεί πολιτείας στην τρομοκρατική βία εγκληματικών οργανώσεων. Η κόκκινη γραμμή της ελληνικής δημοκρατίας δεν θα μπορούσε παρά να έχει την on camera απόλυτα επιδεικτική δικαίωσή της.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ευτυχώς έχουμε τη Χαλιμά και την Κοκκινοσκουφίτσα


Διαβάζω κάθε λεπτομέρεια που περιγράφεται σε έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο από τη συναυλία του Ρότζερ Γουότερς. Ψυχή εκείνων των Pink Floyd της ροκάδικης, επαναστατημένης νιότης μας, που ως φαίνεται ξεσηκώνουν μεγάλο μέρος και της σημερινής. Η μουσική δεν έχει σύνορα, ούτε εποχές. Η σκηνοθεσία ένα επικό, τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά τα συνθήματα ίδια σχεδόν σαράντα χρόνια. Ο καπιταλισμός είναι πάντα ο εχθρός. Οι κυβερνήσεις καταγγέλλονται πάντα για αναλγησία και διαφθορά.

Παραμένουν ίδιες, λοιπόν, οι αφηγήσεις του κόσμου, που εμπνέουν τις ίδιες ακριβώς συναυλιακές «επαναστάσεις», τις οποίες αφηγούνται χρόνια μετά ως εμπειρίες ζωής όσοι τις παρακολούθησαν; 

Κι όμως αυτές τις τέσσερις δεκαετίες έγινε κοσμογονία. Θρυμματίστηκαν μεν τα πραγματικά Τείχη που μοίραζαν τον κόσμο στα δύο, πλην παρέσυραν μαζί τους τις «ιερές βεβαιότητες». Ιδεολογίες και «θεολογίες». Διαλύθηκαν τα υλικά εκείνου του κόσμου, τα οποία πάντως ειρωνεύονταν και φιλοδοξούσαν να ανατρέψουν τα νιάτα που πριν από σαράντα σχεδόν χρόνια, αναδείκνυαν σε μουσικό μανιφέστο στίχους και μουσικές των Pink Floyd (και όχι μόνο), δηλαδή εργασία, μεροκάματο, ωράριο, σταδιοδρομία, επιδοτούμενες διακοπές, οργανωμένη «ζωούλα», ιδιοκτησία, σύνταξη. Ναι, τότε τα ειρωνευόμαστε.
 
Σήμερα;  

Είναι βέβαιο ότι στο κοινό που χειροκροτούσε τον Γουότερς (στο ΟΑΚΚΑ και όπου αλλού) συγκλονισμένο όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις από ένα αίσθημα παγκοσμιότητας των ευγενέστερων αισθημάτων του, για αλληλεγγύη, αδελφοσύνη, αντίσταση στα εξουσιαστικά συστήματα κ.λπ., κ.λπ., βρίσκονταν πολλοί, που σήμερα έχουν αναγάγει τα αλλοτινά δεσμά της «τακτοποιημένης ζωής», σε σημερινό «προδομένο του όνειρο» και διακαή του πόθο, δηλαδή, τη σταθερή εργασία, τις διακοπές και όλα τα συναφή.

Βρισκόμαστε ήδη σε έναν καινούργιο κόσμο, που θρηνεί τα ερείπια του προηγούμενου με επικής φαντασμαγορίας νοσταλγικά υπερθεάματα. Και στον απόηχό τους δεν μπορεί να μη δει κανείς, τη μαεστρία με την οποία τα γνώριμα επικοινωνιακά στερεότυπα ενδύονται τη λάμψη της πιο σύγχρονης τεχνολογίας, αυτή να υπαινίσσεται τη διαδρομή του πολιτισμού, όσο οι ιδέες αγωνίζονται να βρουν την καινούργια διέξοδο.

Ωστόσο, το πραγματικό μήνυμα ήταν στη φράση «Είναι δύσκολο να είσαι έξω από τα τείχη…» με την οποία ολοκλήρωσε τη συναυλία του ο εμβληματικός μουσικός.  

Είναι δύσκολο να καταρρέουν οι βεβαιότητές σου.

Είναι δύσκολο να δεχθείς την έννοια της διαρκούς αλλαγής. Αυτό που κάποτε ήταν ο πόθος, της νιότης της δικής σου και του κόσμου, όταν αγωνιζόσουν να αντιδράσεις στη συντήρηση. Το κορυφαίο επικοινωνιακό σύνθημα για την κατάρριψη του μικροαστισμού ένθεν κακείθεν του Τείχους, έγινε η κατάρα της ωριμότητας.

Πώς να μιλήσεις για έναν κόσμο όπου έχουν πλέον εγκατασταθεί έννοιες όπως «σταδιοδρομίες χωρίς σύνορα» ή «νομαδικές σταδιοδρομίες», οι οποίες καταλύουν στον πυρήνα τους συνθήματα του τύπου να «...η κυβέρνηση»; Ποια κυβέρνηση και ποιες κυβερνήσεις μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που διαρκώς αναπροσαρμόζεται!

ΤΟΥΡΚΙΑ: Πικρή επίγευση από τα γλυκερά σουλτανοσάπουνα

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Μέχρι το ξέσπασμα της λαϊκής αντίδρασης κατά του ερντογανικού μουσουλμανικού ακροσυντηρητισμού να γίνει αφορμή για να αποδειχθεί ότι η τουρκική τηλεόραση κάθε άλλο παρά δημοκρατικά ανακλαστικά διαθέτει, σε σημείο που να προβάλλει εικόνα αμεριμνησίας ενώ η χώρα φλεγόταν, ο παγκόσμιος Τύπος εκθείαζε το «τουρκικό τηλεοπτικό θαύμα». 

Και αυτό δεν ήταν άλλο από την κολοσσιαία βιομηχανία τουρκικών σαπουνοπερικών σίριαλ, που κατέκλυσαν τα τελευταία χρόνια τις αγορές από το Καζαχστάν και τα Βαλκάνια ώς το Ιράν μηδέ της εγχώριας εξαιρουμένης.

Το «μυστικό» του σουξέ τους, ωστόσο, διόλου τυχαίο. Μπορεί να ανέλαβαν να αφηγηθούν το story μιας Τουρκίας που αποτελεί εξαιρετικό τουριστικό προορισμό, αναπτύσσεται ραγδαία και επενδύει στο δίκαιο και την ηθική καθώς εξευρωπαΐζεται, αλλά με σενάρια συγκινητικά που έχουν πάντα λαϊκή απήχηση και πρωταγωνιστές ωραίες γυναίκες και γοητευτικούς άνδρες.

Μια τέτοια εικόνα Τουρκίας για παράδειγμα πρόβαλε το πρώτο τηλεοπτικό hit, το αλήστου μνήμης «Χίλιες και μία νύχτες» με κεντρικό ήρωα τον Ονούρ των -γυναικείων- ονείρων, τον Χαλίτ Ερκέντς, κατοπινό «Σουλεϊμάν, μεγαλοπρεπή» αλλά και έναν εκ των επιφανών διαδηλωτών στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης. Εκ των βασικών εκπροσώπων της σύγχρονης σιριαλικής αφήγησης μιας Τουρκίας που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τη Δύση και καλπάζει προς την ανάπτυξη με μια κοινωνία ανοιχτή, η οποία, μάλιστα, αναγνωρίζει θέση ισότιμη στις γυναίκες – ας θυμηθούμε τις μορφωμένες γυναίκες καριέρας του «Χίλιες και μία νύχτες», τηλεοπτικές εκπρόσωποι των μορφωμένων κοριτσιών μιας ανερχόμενης, οικονομικά εύρωστης τουρκικής αστικής τάξης.

Αυτά, βέβαια, αποδείχθηκαν μάλλον ευσεβείς πόθοι μιας τηλεόρασης μακράν της τουρκικής πραγματικότητας. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η βιομηχανία των τουρκοσάπουνων αποτέλεσε έργο της ερντογανικής εποχής και χαρακτηρίστηκε μάλιστα από τον διεθνή Τύπο ως «ο κρυφός άσος στο μανίκι του Ερντογάν» στο θέμα της εξωτερικής του πολιτικής. Οχι αδίκως.

Η εν λόγω τηλεοπτική παραγωγή αξιοποίησε αριστοτεχνικά τη σαπουνοπερική συνταγή και με επίκεντρο δακρύβρεχτες ερωτικές ιστορίες ανέπτυξε μια αφηγηματική τεχνική, όπου μέσα από πολυπρόσωπες και δαιδαλώδεις επιμέρους ιστορίες στηλιτεύονταν πότε οι προκαταλήψεις ενός σκληροπυρηνικού μουσουλμανισμού που επέβαλαν οι εξουσίες τοπικών φυλάρχων, οι οποίες άλλωστε απειλούσαν την ιδέα της «ενωμένης Τουρκίας», και πότε ο νεοπλουτισμός και οι «χαλασμένοι» ισχυροί ενός πλούτου που προερχόταν από τις τουρκικές «φούσκες».

Τηλεοπτικό είδος κατάλληλο για να δημιουργήσει «συναισθηματική κοινότητα» σε ένα πολυεθνικό μεν ακροατήριο, αλλά με πολλαπλές οικείες προσλαμβάνουσες από τη θρησκεία μέχρι ήθη της καθημερινότητας, τα τουρκοσάπουνα κατέλαβαν μέσα σε λίγα χρόνια το 60% των αραβικών αγορών, ενώ 100 και πλέον ώρες επεισοδίων ετησίως προβάλλονταν σε 300 κανάλια 20 διαφορετικών χωρών. Ο έρωτας ως γνωστόν καταργεί τις αντιφάσεις και ως εκ τούτου οι ερωτικές ιστορίες κρίθηκαν ιδανικές για να σηκώσουν το βάρος μιας κοινωνίας που σπαράσσεται από αυτές, όπως η τουρκική. Αλλά όχι μόνον, για τα μάτια των ωραίων πρωταγωνιστών πλάνταξαν από τα ιρανικά τσαντόρ μέχρι τα γουναρικά του Αζερμπαϊτζάν.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το ύψος του πήχεως για τον «γίγαντα με τα πήλινα πόδια»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της Ποπης Διαμαντακου



Η ερώτηση «ποια ΕΡΤ θέλουμε;» που τίθεται σε κάθε κυβερνητική αλλαγή από το 1965 περίπου, οπότε ξεκίνησαν οι τηλεοπτικές εκπομπές στον τόπο μέχρι σήμερα αδιαλείπτως, προκαλώντας απλώς κατά εποχές τροποποίηση του λεξιλογίου στους νόμους λειτουργίας της (π.χ. από κρατική έγινε δημόσια τηλεόραση παρόλο που επί της ουσίας ουδέποτε αποδεσμεύτηκε από τον κρατικό, δηλαδή κυβερνητικό, έλεγχο) είναι απολύτως υποκριτική.


Κρυβόμαστε τόσο πολλά χρόνια πίσω από το δάχτυλό μας, που αυτή τη στιγμή, με την κρίση να έχει προκαλέσει συθέμελες αναταράξεις στο πολιτισμικό οικοδόμημα του τόπου (τις αξίες, την ποιότητα της δημοκρατίας και τη λειτουργικότητα των θεσμών της), συστατικό κομμάτι του οποίου αποτελεί η τηλεόραση και μέρος αυτής η ΕΡΤική τηλεόραση, μόνον οι πικρές αλήθειες ευσταθούν και τέτοια είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη της, τόσο λιγότερο επιτελεί τον ρόλο της αυτήν τη στιγμή.


Να κλείσει; 


Είναι κοινό μυστικό για όσους παρακολουθούμε χρόνια –τουλάχιστον τρεις δεκαετίες– το πήγαιν’ έλα προσώπων στις διοικήσεις και σε καίριες θέσεις, ότι μετά τις πρώτες ημέρες ενημέρωσής τους, ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι και οραματικοί ψιθύριζαν μεταξύ αστείου και σοβαρού ότι δεν διορθώνεται η ΕΡΤ παρά μόνον αν κλείσει και ξανανοίξει. 


Τόσο βαθιές οι στρεβλώσεις από την κυριαρχία νοοτροπιών όχι ανεξάρτητων από τις νοοτροπίες ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, που με απόλυτη ευθύνη της πολιτικής εξουσίας έβλεπε το Δημόσιο σαν αγελάδα για άρμεγμα.


Τι θα πει όμως να κλείσει; 


Ενας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν είναι διακόπτης που κατεβαίνει κατά βούληση. Αλλο αν εργαζόμενοι σε αυτόν τον έχουν χρησιμοποιήσει ακόμη και έτσι, άλλοτε με πολιτική εντολή και άλλοτε από δικό τους υπερβάλλοντα συνδικαλιστικό ζήλο.


Εστω όμως, κλείνει με σκοπό να στηθεί από την αρχή. Τι ακριβώς διασφαλίζει ότι δεν θα δημιουργηθεί μια πανομοιότυπη ΕΡΤ; 


Γιατί ο «γίγαντας με τα πήλινα πόδια», όπως είναι ο κοινότοπος πλέον χαρακτηρισμός της, δεν αποτελεί βραχώδες υπόλειμμα κομήτη που έπεσε από το Διάστημα, είναι εξ ολοκλήρου δημιούργημα των εγχώριων πολιτικών νοοτροπιών, συνδικαλιστικών αντιλήψεων και πάνω απ’ όλα ολοκληρωτικής απουσίας ελέγχου και αξιολόγησης, όπως άλλωστε σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα.


ΥΓΕΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Η «άλλη» αφήγηση για το ανθρώπινο σώμα

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Από το Μαντονικό πρότυπο του μυώδους, ανδροειδούς θηλυκού έως το αμφίφυλο, φρανκενσταϊνικό του Μάικλ Τζάκσον, από το παράδοξο μοντέλο της ναρκισσευόμενης ανορεξίας της Μπέκαμ έως εκείνο των ολυμπιακών υπεραθλητών, με τα κορμιά που μοιάζουν ύμνος στην υγεία και την ευρωστία και, εντέλει, αποτελούν κατασκευές της βιομηχανίας των υπερφυσικών ρεκόρ και ενσάρκωση της εξελιγμένης τεχνολογίας των αναβολικών, το ανθρώπινο σώμα αποδεικνύεται, όπως σε κάθε εποχή και πολιτισμό, θεμελιώδες σύμβολο της σύγχρονης βιομηχανίας των ψευδαισθήσεων. Φορέας μηνυμάτων, μια «γλώσσα» καλυμμένη με σάρκα (για να θυμηθούμε τον Μπαρτ), και ως τέτοιο αναδεικνύεται σε σκηνή όπου πάνω του προβάλλει κάθε μόδα, κάθε σύγχρονη αφήγηση που αφορά τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις που ορίζουν τον βίο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Σε αυτή ακριβώς την κατηγορία εντάσσεται και το κορμί-πρότυπο της Αντζελίνα Τζολί, με την ίδια να παίζει άψογα τον ρόλο της, γνωρίζοντας ότι ως λατρεμένο σύμβολο ομορφιάς και χολιγουντιανού σουξέ αποτελεί ταυτοχρόνως εξόχως αποδοτικό στόχο της βιομηχανίας του κουτσομπολικού κανιβαλισμού.

Πρωταγωνίστρια της χολιγουντιανής βιομηχανίας λαμπερών εικόνων, περισσότερο από ηθοποιός που σφράγισε την τέχνη της υποκριτικής με τις ερμηνείες της, έχει επιδείξει άψογο επαγγελματισμό ως επίλεκτο μέλος της σοουμπίζνες, προσφέροντας το προσωπικό της παραμύθι για μαζική κατανάλωση. Μια ονειρεμένη ζωή, στο πλευρό του τέλειου συζύγου, αλλά και σπουδαία φιλανθρωπική δράση στα πρότυπα της χολιγουντιανής βιομηχανίας του οίκτου.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η απόκοσμη, μηχανική Λάρα Κροφτ, η Αντζελίνα Τζολί των φαντασιώσεων, των επιθυμιών και του φθόνου αποδείχθηκε το ισχυρότερο μέσο παγκόσμιας κινητοποίησης για το θέμα του καρκίνου του μαστού. Και όχι μόνο στον τομέα της πρόληψης, αλλά κυρίως σε εκείνο των προκαταλήψεων – αιτία θανάτου και αυτές, όπως ο καρκίνος, γιατί επιβάλλουν την ενοχή και τη σιωπή, τον φόβο της απόρριψης και της περιθωριοποίησης.

Επιβάλλοντας μια νέα αφήγηση για το κορμί της, μια αφήγηση που έχει το σοκ της ασθένειας, το δέος του θανάτου, αλλά και την ελπίδα στη ζωή, στην ουσία επιτέθηκε στις προκαταλήψεις και στα ψευδοδιλήμματα που μπορεί να σκοτώσουν μια γυναίκα, ότι δεν θα είναι το ίδιο όμορφη μετά ή το ίδιο θηλυκή.

Γι’ αυτό και έχει αξία η απόφαση να ανατρέψει την εικόνα της για πάντα, αφού καμιά φωτογραφία της δεν θα είναι πλέον ίδια με τις παλιές. Η ίδια πρόσθεσε στα βλέμματα του κοινού πάνω της μια νέα αφήγηση, από την οποία θα είναι αδύνατον να απαλλαγούν. Κοινώς ανέτρεψε μονομερώς τους όρους του συμβολαίου της με τη δημοσιότητα.

Πρόσφερε το σώμα της όχι πλέον αψεγάδιαστο, ούτε ενισχυμένο με την υποκριτική διόγκωση, σμίλευση και ό,τι άλλο των πλαστικών επεμβάσεων, αλλά σώμα εκ νέου συμβολοποιημένο, πρότυπο εξανθρωπισμού των έως χθες εικόνων τελειότητας της χολιγουντιανής βιομηχανίας.

Αλλά υπάρχει ένα ακόμη ανατρεπτικό στοιχείο στην «υπόθεση Τζολί»: