"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΙΟΒΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΙΟΒΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ(?) : Η απατηλή συνέχεια

Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.
 
Αρκετοί Eλληνες απορούν, και ενίοτε εξανίστανται, όταν ανακαλύπτουν βιβλία με τίτλους Greek history ή Greek literature να αναφέρονται αποκλειστικά στην αρχαιότητα, χωρίς ουδεμία αναφορά στη νεότερη Ελλάδα. Η νεοελληνική, άλλωστε, είναι η μόνη γλώσσα στην Ευρώπη που χαρακτηρίζεται «modern» ενώ για άλλες γλώσσες είναι η παλαιότερη μορφή της γλώσσας που προσδιορίζεται και όχι η νεότερη εκδοχή της.
 
 Το χάσμα αρχαιότητας και νεωτερικότητας έγινε προσπάθεια να γεφυρωθεί μέσα από τον όρο Hellenic και έτσι πολλά προγράμματα σπουδών, ιδιαίτερα στην Αμερική, βαφτίστηκαν ανάλογα, επιδιώκοντας να αναβαθμίσουν τις νεοελληνικές σπουδές με το να τις συνδέσουν με τις αρχαιοελληνικές ή και τις βυζαντινές.  
 
Και αυτή όμως η προσπάθεια ευρύτερης καθιέρωσης του όρου μέσω της συστηματικής υποκατάστασης του Greek από το Hellenic, όπως πολλοί Ελληνες προτιμούν να δηλώνουν την εθνικότητά τους όταν ταξιδεύουν στο εξωτερικό, προξενεί σύγχυση στους ξένους παρά αναγνώριση της συνέχειας ή απεμπόληση του λατινογενούς Γραικός.  
 
Αρκεί να δούμε το πώς ορίζεται η λέξη «Hellenic» στα αγγλικά λεξικά ή να ξεφυλλίσουμε το πρόσφατο Εγχειρίδιο Ελληνικών Σπουδών (The Oxford Handbook of Hellenic Studies), το οποίο περιέχει μόνο ένα λήμμα για τη νεότερη Ελλάδα και δεν ορίζει πουθενά το Hellenic.

Από εκεί όμως που προέρχεται μια αναπάντεχη αλλά εντέλει απατηλή αίσθηση συνέχειας του ελληνισμού είναι ο διεθνής Τύπος: 
 
Τα τελευταία χρόνια, αλλά και παλαιότερα, οι τίτλοι, τα εξώφυλλα, τα σκίτσα και οι γελοιογραφίες σε δυτικά έντυπα χρησιμοποιούν κατά κόρον αρχαιοελληνικά σύμβολα, μνημεία και εικόνες για να εικονογραφήσουν την κρίση της ελληνικής οικονομίας ή την ανικανότητα των Ελλήνων. Πριν από λίγο καιρό ήταν η Αφροδίτη της Μήλου, ο Παρθενώνας που καταρρέει ή πωλείται, ο δισκοβόλος που συντρίβει το ευρώ και τελευταία ο Κέρβερος του περιοδικού Economist
 
Η αρχαιοελληνική εικονοποιία δεν χρησιμοποιείται απλώς γιατί είναι πιο αναγνωρίσιμη από το ξένο κοινό αλλά γιατί προσφέρεται για συμβολική αποικιοποίηση μέσω μη κολακευτικών συγκρίσεων.

Οπως τον 19ο αιώνα η Δύση διεκδίκησε το κλασικό παρελθόν από τους νεότερους Ελληνες, θεωρώντας ότι δεν είναι σε θέση να το διαχειριστούν αλλά ούτε να λειτουργήσουν ως θεματοφύλακές του, μια ανάλογη αντίληψη υποβάλλεται και σε αυτές τις διαρκείς συσχετίσεις αρχαίων και νέων στον διεθνή Τύπο

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο νέος ουμανισμός

Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας
Ενίοτε γίνεται λόγος για νέο μεσαίωνα με ποικίλες αφορμές. Η πολυ-δυναμικότητα του 21ου αιώνα με τις αναδυόμενες υπερδυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας θυμίζουν σε κάποιους τον 12ο αιώνα, όταν ο κόσμος ήταν ταυτόχρονα και δυτικός και ανατολικός. Τα σημερινά παγκοσμιοποιημένα δίκτυα παρουσιάζουν αναλογίες με τα εμπορευματικά δίκτυα του Μεσαίωνα που δημιούργησαν οι Σταυροφορίες και ο δρόμος του μεταξιού. Οι μεσαιωνικές επιδημίες παραλληλίζονται με τη γρίπη των πτηνών ή και το AIDS, ενώ ο αυξανόμενος ρόλος του Ισλάμ και το χάσμα πλουσίων και φτωχών προκαλούν πρόσθετους συνειρμούς. Η ΕΕ αντιμετωπίζεται ως το αντίστοιχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η Αμερική ως το νέο Βυζάντιο, που βλέπει και προς τα δυτικά και προς τα ανατολικά, ούσα σε μεταβατική κατάσταση.




Μήπως όμως η κρίση μάς φέρει, εκτός από νέες λέξεις, φράσεις ή ανέκδοτα, και νέους συνειρμούς, περνώντας από τον νέο μεσαιωνισμό στον νέο ουμανισμό;  

Ο τελευταίος θα ήταν ένας βολικά ευρύχωρος όρος για να συστεγάσει τις ποικίλες αντιστάσεις των καιρών. Δεν πρόκειται για αυτοτελές κίνημα ή ιδεολογικό ρεύμα, ούτε για αναβίωση του αμερικανικού κριτικού κινήματος των αρχών του εικοστού αιώνα με πρωτεργάτη τον αμερικανό μελετητή Irving Babbitt, αλλά για έναν όρο που θα λειτουργούσε συνοπτικά ως αντίπαλος του νεοφιλελευθερισμού.

Ο «νέος ουμανισμός» φαίνεται να πριμοδοτεί το αίσθημα και όχι τη λογική, τη συμπάθεια και όχι την αποστασιοποίηση. Στο οικονομικό και θεσμικό επίπεδο θα μπορούσε να αναχθεί σε σύνθημά του αυτό που τελευταία ακούγεται συχνά στην Ελλάδα: «Είμαστε άνθρωποι και όχι αριθμοί».  


ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αλλαγή και κουλτούρα

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΖΙΟΒΑ
Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.

Ο ρυθμός αλλαγών στην ελληνική μεταπολεμική ζωή υπήρξε καταιγιστικός. Στη δεκαετία του 1960 η μισή σχεδόν ύπαιθρος δεν είχε ηλεκτροφωτισμό ούτε τηλεόραση και μέσα σε μία δεκαετία όλα τα χωριά ηλεκτροδοτήθηκαν. Στη δεκαετία του 1980 οι Ελληνες περίμεναν χρόνια για να βάλουν τηλέφωνο και σε λίγα χρόνια όλοι σχεδόν είχαν κινητά. Αυτές οι αλματώδεις αλλαγές τώρα αντιστρέφονται και το βιοτικό επίπεδο πιθανώς να γυρίσει πίσω πάλι απότομα. Τι γίνεται όμως στο επίπεδο της κουλτούρας; Συμβαδίζουν εκεί αυτές οι ραγδαίες αλλαγές; Είχαν και έχουν κάποιον πολιτισμικό αντίκτυπο; 
 Αν και ο ορισμός της κουλτούρας είναι υδραργυρικός και δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουμε σε έναν, θα ήθελα να σταθώ σε δύο βασικές αντιλήψεις περί κουλτούρας: την «ανθρωπολογική» ως καθημερινό τρόπο ζωής και την «ουμανιστική» ως νοοτροπιακό σύστημα που βασίζεται στον πνευματικό εκλεκτικισμό.
Οι ραγδαίες βιοτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία διεύρυναν σταδιακά στη Μεταπολίτευση και το χάσμα ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις περί κουλτούρας. Και στο παρελθόν υπήρχε ο διαχωρισμός λαϊκής και λόγιας κουλτούρας, αλλά νομίζω ότι για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση η σχέση λαϊκής και υψηλής κουλτούρας αποκτά τόσο ανταγωνιστικό χαρακτήρα και οι λόγιοι αντιμετωπίζουν απαξιωτικά ή αισθάνονται ότι απειλούνται από αυτό που διεθνώς ορίζεται ως popular culture.
Αυτή η διάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως και το πολιτισμικό στίγμα της Μεταπολίτευσης και αποτυπώνεται μεταξύ άλλων στις αιτιάσεις διανοουμένων για κουλτούρα lifestyle, για trash τηλεόραση ή για παραλογοτεχνία των ευπωλήτων αλλά και αντιστρόφως (με τον νεολογισμό κουλτουριάρης). Ενώ η κουλτούρα ως τρόπος ζωής παρακολούθησε τις ραγδαίες αλλαγές στην ευζωική καθημερινότητα των Ελλήνων μετά τη Μεταπολίτευση, η κουλτούρα ως στάση ζωής παρέμεινε εξαρτημένη από το παρελθόν είτε ως αντίδραση στα μετεμφυλιακά αλλά και παλαιότερα σύνδρομα (εξ ου και η σημερινή διάχυτη δυσπιστία στους θεσμούς και στους νόμους) είτε ως προσπάθεια να αποκατασταθούν ιδεολογικά και πολιτισμικά οι χαμένοι του εμφυλίου πολέμου.
Μπορεί να ζητείται τελευταία από τους διανοοουμένους να πάρουν θέση ή να προτείνουν λύσεις, παρ' όλα αυτά η πνευματική κουλτούρα της Μεταπολίτευσης παρέμεινε κατά βάση κουλτούρα αντίστασης, προσανατολισμένη στο να κλείσει τους λογαριασμούς του παρελθόντος και να αποκαταστήσει τις πολιτικές του εκκρεμότητες
Ενώ η κουλτούρα της ευζωίας κάλπαζε και κυριαρχούσε στο παρόν, η κουλτούρα της διανόησης μηρύκαζε το παρελθόν και ελάχιστα διεκδικούσε το μέλλον προτείνοντας μεταρρυθμίσεις.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η δίψα για πραγματικότητα

Του Δημήτρη Tζιόβα 
Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.
Η πραγματικότητα αποτέλεσε σημείο αναφοράς πολλών φιλοσοφικών, αισθητικών και ιστοριογραφικών συζητήσεων. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε το παράδοξο να δίνεται αφενός έμφαση στην επινόηση και στη φαντασία, η οποία αποτυπώνεται και σε τίτλους βιβλίων με μεγάλη απήχηση, όπως Φαντασιακές κοινότητες ή Η επινόηση της παράδοσης, και παράλληλα να διαφαίνεται κάποια επιστροφή στην πραγματικότητα, όπως μαρτυρούν οι νεολογισμοί «faction» και «docudrama» ή η επανάκαμψη παλαιότερων σαν το biopics (συναίρεση των λέξεων biography και pictures). Αφενός, δηλαδή, η πραγματικότητα αναιρείται ως κάτι εικονικό, κατασκευασμένο ή επινοημένο και αφετέρου κυριαρχεί η δίψα για «πραγματικά γεγονότα», «βιογραφίες προσώπων», «αληθινά συμβάντα»
Τι συμβαίνει τελικά; Μυθοπλαστική κόπωση ή δίψα για γεγονότα, υποτίμηση της φαντασίας ή αναζήτηση μιας νέας μορφής αυθεντικότητας;

O λογοτεχνικός κριτικός της βρετανικής εφημερίδας The Observer, William Skidelsky, τόνιζε πριν από λίγο καιρό ότι είναι καιρός να σταματήσει η ιδεοληψία για έργα τέχνης βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα.
Ως παραδείγματα αυτής της μανίας αναφέρει, μεταξύ άλλων, το βραβευμένο με Μπούκερ μυθιστόρημα της Χίλαρι Μάντελ Γουλφ Χολ βασισμένο στη ζωή του Τόμας Κρόμγουελ, αλλά και τα κινηματογραφικά έργα Ο Λόγος του Βασιλιά και Το Κοινωνικό Δίκτυο, που προτάθηκαν για Οσκαρ το 2010 και αναφέρονται στη ζωή δύο αινιγματικών δημόσιων προσώπων: του βασιλιά Γεωργίου Στ' του Ηνωμένου Βασιλείου και του ιδρυτή του Facebook Μαρκ Ζούκεμπεργκ.

Οι λόγοι για αυτή τη στροφή προς τον μυθοπλασιακό βιογραφισμό δεν είναι προφανείς, ωστόσο έχουν να κάνουν με την αλλαγή αντιλήψεων περί ιδιωτικότητας και αλήθειας.
 
Αφενός η προσωπική ζωή των σταρ τούς επιτρέπει να βρίσκονται διαρκώς στην επικαιρότητα και αφετέρου ο σεβασμός προς τα δημόσια πρόσωπα έχει υποχωρήσει δραματικά με αποτέλεσμα η ιδιωτική τους ζωή, μια περιοχή που κάποτε θεωρούνταν άβατη, να έχει γίνει πιο προσβάσιμη όχι μόνο στους δημοσιογράφους αλλά και στους σκηνοθέτες. 

Ελληνες και φιλέλληνες

Του Δημήτρη Tζιόβα
Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.

Η οικονομική κρίση έφερε μια σημαντική αλλαγή στην εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό καθώς στο παλιό πολιτισμικό στερεότυπο του Ζορμπά ήρθε να προστεθεί ένα νέο στερεότυπο, οικονομικό αυτή τη φορά, του άσωτου εταίρου. Την εδραιωμένη εικόνα περί έθνους Ζορμπάδων ήρθε να ενισχύσει μια νέα αφήγηση περί μη κυβερνήσιμης και σπάταλης χώρας. Η επωδός που ακούει κανείς συνεχώς στα ξένα ΜΜΕ είναι ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί στην Ελλάδα να γίνει μέλος της ευρωζώνης. Για καμία άλλη χώρα δεν λέγεται κάτι τέτοιο, ούτε για την Πορτογαλία ούτε για την Ιρλανδία αλλά ούτε και για άλλες χώρες που έγιναν αργότερα δεκτές στην ευρωζώνη, όπως η Σλοβακία, η Εσθονία ή η Σλοβενία

Οσους φίλους, φιλέλληνες ή συμμάχους στο εξωτερικό και αν ανακαλύψει η Ελλάδα, δεν μπορεί να αποσείσει τη διεθνή εντύπωση ότι είναι μια χώρα όπου δεν τηρούνται οι νόμοι και κυριαρχούν η φοροδιαφυγή και η οικονομική κακοδιαχείριση. Το επιβεβαιώνει, άλλωστε, και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί ο νόμος περί καπνίσματος. Οπότε εξ όνυχος τον λέοντα.

Αρκετοί, κυρίως πολιτικοί, άρχισαν να διατυμπανίζουν ότι σύντομα θα πρέπει να αποκατασταθεί η αξιοπιστία της Ελλάδας στο εξωτερικό. Ξεχνούν όμως ότι η αξιοπιστία μιας χώρας δεν αποκαθίσταται ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Απαιτείται βάθος χρόνου, συνέπεια και προπαντός να εξαλειφθούν οι αιτίες που οδηγούν στην αναξιοπιστία. Εύκολα απωθείται η αρνητική εικόνα, που βασίζεται στην οικονομική και θεσμική πραγματικότητα των εκθέσεων του ΟΟΣΑ για τα χάλια της ελληνικής διοίκησης, και αναζητείται το βολικό καταφύγιο της φιλελληνικής συμπάθειας για τον «μεθυσμένο Διόνυσο», της ζήλιας των υπερβορείων για τη μεσογειακή ευζωία και της διάθεσής τους για παραδειγματική τιμωρία των Ελλήνων, ή της αναζήτησης άλλοθι, βλέποντας την Ελλάδα στην ίδια κατηγορία με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί δεν θέλουν την ελληνική συντροφιά και σπεύδουν να υπογραμμίσουν τη διαφορά τους, διακηρύσσοντας ότι δεν είναι σαν τους Ελληνες.

Η ανάδυση των ταυτοτήτων

Του Δημήτρη Tζιόβα
Καθηγητή Nεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας.

Η εφετινή απογραφή πληθυσµού της Βρετανίας περιελάµβανε ερώτηση και για την εθνική ταυτότητα των απογραφοµένων, γεγονός που οδήγησε διάφορες εθνικές οµάδες, ακόµη και κατοίκους της Κορνουάλης, να πιέζουν για αναγνώριση της ταυτότητάς τους. Είναι γεγονός ότι ζούµε στην εποχή των ταυτοτήτων, δεδοµένου ότι πριν από κάποια χρόνια οι περισσότεροι µιλούσαν για συνειδήσεις (κοινωνικές ή εθνικές) και όχι τόσο για ταυτότητες, ενώ σήµερα τα άρθρα, τα βιβλία και τα συνέδρια περί ταυτότητας έχουν πολλαπλασιαστεί.

Η εισαγωγή της ταυτότητας στις κοινωνικές επιστήµες και στον δηµόσιο λόγο στις Ηνωµένες Πολιτείες συντελείται τη δεκαετία του 1960 µε την εκλαΐκευση του έργου του Erik Erikson (1902-1994), ο οποίος, µεταξύ άλλων, εισήγαγε τον όρο «κρίση ταυτότητας» σε σχέση µε τους εφήβους. Στη διεθνή Εγκυκλοπαίδεια των Κοινωνικών Επιστηµών (1968) δεν θα βρει κανείς λήµµα περί ταυτότητας παρά µόνο ένα του Erikson περί ψυχοκοινωνικής ταυτότητας. Αλλά και τους αριστερούς διανοουµένους δεν τους απασχολεί η ταυτότητα. Για παράδειγµα, στο κλασικό βιβλίο Keywords (1976) του βρετανού µαρξιστή Raymond Williams δεν υπάρχει λήµµα περί ταυτότητας και µόνο στη µεταθανάτια έκδοση ( New Keywords, 2005) προστέθηκε από τους επιµελητές του βιβλίου.

Το πρόβληµα της ταυτότητας δεν ήταν κεντρικό για την Αριστερά, γιατί την απασχολούσαν οικουµενικές αξίες και ιδεώδη (ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη), που τόνιζαν την ενότητα του σκοπού και όχι τόσο τη διαφορετική ταυτότητα του φορέα.

Για τον αριστερό µετρούσε περισσότερο η ταξική συνείδηση παρά η εθνοτική διαφορά. Το πολιτικό πρόταγµα της Αριστεράς, όπως τονίζει και ο Ερικ Χόµπσµποµ, ήταν οικουµενικό και αφορούσε όλη την ανθρωπότητα, ενώ η πολιτική της ταυτότητας στερείται καθολικότητας. Εχει κάτι το αυτοαναφορικά περιχαρακωτικό, καθώς αφορά κυρίως τα µέλη συγκεκριµένων µειονοτικών οµάδων, που ενίοτε µπορεί να συµµαχούν, χωρίς όµως να αποφεύγεται ο επιµερισµός σκοπών και στόχων.

Οι εικόνες της Ελλάδας

Γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας
(καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βirmingham της Αγγλίας)

Για να καταλάβουμε τα προβλήματα με τη σημερινή διεθνή εικόνα της Ελλάδας θα πρέπει να ανατρέξουμε στο πώς χτίστηκε αυτή η εικόνα τους δύο τελευταίους αιώνες και πότε ή γιατί άλλαξε.

Νομίζω ότι ο πρώτος που συνειδητά προσπάθησε να φιλοτεχνήσει την εικόνα των νεοελλήνων στη Δύση ήταν ο Κοραής με την περίφημη διάλεξή του («Υπόμνημα για τη σημερινή κατάσταση του πολιτισμού στην Ελλάδα») στο γαλλικό κοινό το 1803. Γνωρίζοντας τι θα μπορούσε να συγκινήσει τους Ευρωπαίους, ο Κοραής προσπαθεί να συνδέσει την αρχαία με τη νέα Ελλάδα, συσχετίζοντας το Σούλι με τον Αχέροντα και μιλώντας για την απόσβεση του χρέους των Ευρωπαίων προς τον ελληνικό πολιτισμό. Βέβαια η διάλεξη του Κοραή συμπίπτει με την εποχή που ανακαλύπτεται εκ νέου η (κλασική) Ελλάδα από τους Ευρωπαίους, καθώς οι ταξιδιώτες του Grand Τour δεν σταματούν πια στην Ιταλία αλλά διακινδυνεύουν να συνεχίσουν ανατολικότερα.

Από την εποχή εκείνη η εικόνα την οποία προβάλλει η Ελλάδα προς τα έξω είναι αυτή του θύματος και του αγωνιζόμενου για την ελευθερία του λαού. Για τούτο και το ενδιαφέρον των ξένων για την Ελλάδα κορυφώνεται σε τρεις περιόδους (Αγώνας Ανεξαρτησίας, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και δικτατορία) κατά τις οποίες η συμπάθεια για τον μαχόμενο και δοκιμαζόμενο Ελληνα καθορίζει και την εικόνα του, μετριάζοντας χρόνιες προκαταλήψεις ή επιφυλακτικές διαθέσεις.

Αυτή η εικόνα του θύματος συλλειτούργησε με την εικόνα μιας εξωτικής και κατά βάση υποανάπτυκτης χώρας, που βρήκε το σύμβολό της στον Ζορμπά. Αυτή την εικόνα ανέλαβαν να μελετήσουν και να αναδείξουν οι ανθρωπολόγοι της Δύσης, αρχίζοντας με τους Σαρακατσάνους και καταλήγοντας στα εξωτικά της Νάξου. Ετσι από τη δεκαετία του 1960 μέχρι και αυτή του 1980 έχουμε μια άνθηση των ανθρωπολογικών μελετών για την αγροτική Ελλάδα, ενώ έκτοτε οι ξένοι ανθρωπολόγοι φαίνεται να εγκαταλείπουν την Ελλάδα, που παύει πια να είναι τόσο εξωτική και υποανάπτυκτη, και στρέφονται προς άλλες χώρες (π.χ. Ταϊλάνδη). Τούτο συνέβη διότι με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ (τώρα ΕΕ) η εικόνα του θύματος ή της εξωτικής γης δεν μπορούσε πια να υποστηριχθεί για μια χώρα που έγινε δεκτή στο κλαμπ των ισχυρών. Βαθμιαία δημιουργείται η απαίτηση για μια πιο δυναμική εικόνα, εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή του αδύνατου,του δοκιμαζόμενου ή του υποανάπτυκτου.

Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια στη δεκαετία του 1990 προσέφεραν στην Ελλάδα τη δυνατότητα να προβάλει μια άλλη, πιο δυναμική εικόνα. Να εμφανιστεί ως ο ηγέτης των Βαλκανίων και η οικονομική ατμομηχανή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, να επαναλάβει κατά κάποιο τρόπο τον ρόλο που έπαιξε στα τέλη του 18ου αιώνα. Θα μπορούσε επίσης να εξελιχθεί σε εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής, προσελκύοντας φοιτητές από τα Βαλκάνια και τις παρευξείνιες χώρες (κάτι που τώρα επιδιώκουν η Τουρκία αλλά και η Κύπρος).

Δυστυχώς η παρούσα οικονομική κρίση επιβεβαίωσε ότι η ευκαιρία ανάδειξης μιας πιο δυναμικής εικόνας χάθηκε και η Ελλάδα επιστρέφει στην εικόνα του θύματος (αυτή τη φορά των κερδοσκόπων).

Δυνητικά τρεις είναι οι αναβαθμοί ή τα στάδια της εικόνας μιας χώρας.

Το πρώτο είναι της φτωχής ή μικρής χώρας, το δεύτερο της περιφερειακής δύναμης και το τρίτο της συμπαντικής (global) υπερδύναμης.

Δεν είναι τυχαίο ότι η εικόνα της συμπαντικής υπερδύναμης προωθείται ακόμη και μέσω ιδρυμάτων, όταν βλέπουμε αμερικανικά ή βρετανικά πανεπιστήμια να διεκδικούν τα εύσημα του global ή του world-class university. Η αλλαγή εικόνας μιας χώρας μπορεί να αποτυπωθεί ακόμη και στη λογοτεχνία όταν τα εσωστρεφή μυθιστορήματα, που μιλούν για εθνικά τραύματα, χαμένες πατρίδες ή εμφύλιους πολέμους, τα διαδεχτούν τα μυθιστορήματα-μεταφορές για τη χώρα, όπως διαβάστηκε για χρόνια ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, ή τώρα λειτουργούν τα μυθιστορήματα του Παμούκ για την Τουρκία. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν μπόρεσε να κάνει το άλμα και να υπερβεί το σύμπλεγμα της μικρής χώρας, προβάλλοντας τη δυναμική εικόνα μιας περιφερειακής δύναμης, ρόλο που φιλοδοξεί να παίξει η Τουρκία με τον νέο της Οθωμανισμό.

Το παράδοξο στην περίπτωση της Ελλάδας είναι ότι ενώ όλοι σχεδόν εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για τα όσα συμβαίνουν στον τόπο με τη δύσκολη καθημερινότητα ή τις υποβαθμισμένες υπηρεσίες, όταν κάποιο ξένο έντυπο γράψει κάτι αρνητικό για τη χώρα αρκετοί σπεύδουν με εθνική υπερηφάνεια να υπερασπιστούν το γόητρό της. Η αντιφατική συνύπαρξη της χαμηλής αυτοεκτίμησης με την αίσθηση του περιούσιου λαού δείχνει την αμφίβολη υπέρβαση μιας παθητικής και κατά βάση αμυντικής εικόνας.