Toυ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΛΛΙΣ
Η σχέση της Τουρκίας με την Αμερική, τη σημαντικότερη χώρα του κόσμου, τη μεγαλύτερη δημοκρατία και οικονομία, τη χώρα με την ισχυρότερη γεωπολιτική επιρροή και με την οποία τα υπόλοιπα κράτη έχουν πολλούς λόγους να την θέλουν στενή τους σύμμαχο, διαταράχθηκε με την απόφαση του Τζο Μπάιντεν να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Με την κίνηση αυτή η Αμερική διεμήνυσε ότι δεν αποδίδει στην Τουρκία τη σημασία που είχε για δεκαετίες στα μάτια προηγούμενων αμερικανικών κυβερνήσεων.
Η συμμαχία θα συνεχιστεί, αλλά το περιβάλλον θα είναι διαφορετικό.
Γιατί συνέβη όμως τώρα αυτό;
Κυρίως για τρεις λόγους.
Πρώτον, ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει πολύ στενή σχέση με την αρμενική κοινότητα της Αμερικής (κάτι που ισχύει και με την ελληνική) και υπάρχουν κάποιοι ηγέτες οι οποίοι τηρούν τις υποσχέσεις που δίνουν στους ψηφοφόρους.
Δεύτερον, η συμπεριφορά του Ταγίπ Ερντογάν έχει εκνευρίσει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του.
Με την αντιδυτική ρητορική, τις επιθέσεις στο Ισραήλ, την ιδιαίτερη σχέση του με τον Πούτιν, ο Τούρκος πρόεδρος έχει καταφέρει κάτι όχι εύκολο, να έχει απέναντί του και τα δύο κόμματα των ΗΠΑ.
Η «φιλία» του με τον Ντόναλντ Τραμπ ήταν σε προσωπικό επίπεδο και δεν αντανακλούσε το πως τον βλέπει το ρεπουμπλικανικό κόμμα στην πλειοψηφία του.
Στο πλαίσιο της έντονης δυσφορίας που αναπτύσσεται στην Ουάσινγκτον για τη συμπεριφορά του Ερντογάν, κυρίως σε ό,τι αφορά την προμήθεια των S-400, αλλά και κινήσεις του σε άλλα μέτωπα που βρίσκουν αντίθετες τις ΗΠΑ, όπως στη Συρία, αλλά και σε μικρότερο βαθμό στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, οι άνθρωποι επιρροής στα κέντρα εξουσίας, που διάκεινται φιλικά προς την Άγκυρα, λιγοστεύουν συνεχώς.
Ο τρίτος λόγος που ο Τζο Μπάιντεν αποφάσισε να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων, και υπο μια έννοια ο σημαντικότερος, είναι...














