"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΟΥΤΣΗΣ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΟΥΤΣΗΣ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Η διδακτική για τη σημερινή στρατιωτική ηγεσία σύσκεψη της Κιουτάχειας

 


Του Χρήστου Καπούτση

Ο Ελληνικός Στρατός τον Ιούνιο του 1921 έχει προελάσει στα βάθη της ιστορικής Μικράς Ασίας. Μετά την επική κατάληψη της γραμμής Εσκή Σεχίρ- Κιουτάχεια – Αφιον Καραχισάρ, έχοντας μάλιστα αποκρούσει την αντεπίθεση των δυνάμεων του Ισμέτ Ινονού, που ωστόσο δεν είχαν συντριβεί οριστικά, το κέντρο βάρος  του πολέμου έχει μετατοπισθεί ανατολικά , σχεδόν στο κέντρο της Μικράς Ασίας.

Η Κιουτάχεια (τούρκικα: Kütahya) είναι πόλη της βορειοδυτικής ασιατικής Τουρκίας, η κατά την αρχαιότητα ελληνική πόλη Κοτύαιον, ή Κοτυάειον, πατρίδα του Αισώπου. Απέχει  περίπου τα 65 χλμ. του Εσκή Σεχίρ, και 300 χλμ. από τη Άγκυρα.

 Η Κιουτάχεια επελέγη, ως Διοικητικό – Στρατιωτικό κέντρο του σχεδιασμού των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, όπου στους ανώτατους επιτελείς του Στρατηγείου,  πέρα από τις θριαμβολογίες, κυριαρχούσε το ερώτημα «καλά μέχρι εδώ . Και τώρα τι κάνουμε;». 

Στην Κιουτάχεια άρχισαν να καταφθάνουν, στρατιωτικοί, πολιτικοί, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, Πρίγκιπες, Σύμβουλοι γενικώς, οι οποίοι βρέθηκαν σε μία πόλη τυπικώς  τουρκική, που ήταν σε πρωτόγονη κατάσταση.  «Οποία πρωτογενής απολίτιστος χώρα είναι η Μικρά Ασία χωρίς ίχνος ανέσεως. Η βρωμερότης απίστευτος. Αι μυίαι(μύγες)  και τα άλλα ζωύφια υπερβαίνουν πάσαν φαντασίαν» γράφει στα απομνημονεύματά του ο Πρίγκιπας Νικόλαος.

Ο Κωνσταντίνος με την ακολουθία, πήγε πρώτα στο Εσκη- Σεχίρ και μετά στην Κιουτάχεια,  όπου και ασθένησε σοβαρά (υψηλός πυρετός).  Εκεί , σε μια συνομιλία του Κωσταντίνου με τον Νικόλαο, την παρακολουθούσαν και αξιωματικοί του Επιτελείου, προσπάθησαν να επιρρίψουν  την ευθύνη της προέλασης στον Ελευθέριο Βενιζέλο, συναισθανόμενοι ίσως το δραματικό τέλος της εκστρατείας του Ελληνικού Στρατού στα βάθη της Ανατολίας.  

Βέβαια, σκοπίμως παρέβλεψαν να αναφέρουν,  ότι την απόφαση για την προέλαση στα αφιλόξενα βάθη της Ασίας συνέλαβαν οι αυλικοί σύμβουλοι (στρατιωτικοί, διπλωμάτες), αυτοί  που έφεραν  τον Κωνσταντίνο στην Κιουτάχεια.

Στη σύσκεψη  που έγινε στην Κιουτάχεια 16 Ιουλίου 1921 υπό την προεδρία του Κωνσταντίνου και η απόφαση που πάρθηκε, αποδείχτηκε μοιραία τόσο σε στρατιωτικό , όσο και σε πολιτικο-διπλωματικό  επίπεδο.  Είχε αρνητική επίδραση   για τα ελληνικά συμφέροντα και κατ επέκταση,   καταλυτική επιρροή στη δυναμική  φορά των γεγονότων,  που  μαζί με μια σειρά αστοχιών της πολιτικής ηγεσίας,   εν τέλει οδήγησαν   στην Μικρασιατική καταστροφή,  την μεγαλύτερη ίσως τραγωδία του Ελληνισμού.

Στη σύσκεψη στην Κιουτάχεια μετείχαν:  Ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του (το Στρατιωτικό Επιτελείο του Βασιλέως), ο Πρωθυπουργός  Δημήτριος Γούναρης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Ν. Θεοτόκης και ο Αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας.  Συμμετείχαν επίσης, ο υποστράτηγος  Κων. Πάλλης, ο αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, ο υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός  και οι συνταγματάρχες  Πτολ. Σαρηγιάννης και Γ. Σπυρίδωνος, επιτελείς της Στρατιάς, που συνέτασσαν τα επιτελικά σχέδια των πολεμικών επιχειρήσεων.

Εκεί λοιπόν (στη σύσκεψη στην Κιουτάχεια) ανεγνώσθη ένα  σχέδιο που είχε συντάξει ο Επιτελάρχης  της Στρατιάς Υποστράτηγος Κ. Πάλλης με τίτλο «Υπόμνημα της επιχειρήσεως  της Στρατιάς  προς Άγκυρα» (επίτομος Ιστορία του ΓΕΣ), που είναι και ενδεικτική των προθέσεων  του Γενικού Στρατηγείου, όπου υπερτερούσαν οι φιλοβασιλικοί αξιωματικοί. Σε αυτό το υπόμνημα, ρητά αναφέρεται ότι στόχος είναι «η διάλυση των Κεμαλικών δυνάμεων» επομένως είναι αναγκαίο «η Στρατιά να συνεχίσει   την προέλευση προς την Άγκυρα  και να συντρίψει τις εχθρικές δυνάμεις, αν τις συναντήσει». Ασφαλώς υπερφιλόδοξο το  σχέδιο των Επιτελών αξιωματικών, στο οποίο όμως,  πρώτος ο Αρχιστράτηγος Α. Παπούλας, εκφράζει επιφυλάξεις  και αμφιβολίες για την επιτυχία του. Μάλιστα συντάσσει και υπόμνημα, όπου ρητά αναφέρει ότι δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της επιχείρησης προς την Άγκυρα, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων και τις δυσκολίες ανεφοδιασμού της Στρατιάς. (Τα σχετικά έγγραφα υπάρχουν στη ΔΙΣ).

Στην συνέχεια ακολουθεί μια μάλλον  υποτονική συζήτηση, με βασικό θέμα, αν οι ελληνικές δυνάμεις έπρεπε να κινηθούν προς τα ανατολικά και ιδιαίτερα προς την Άγκυρα ή όχι. Οι γνώμες που εκφράστηκαν δεν ήταν ταυτόσημες και κάποιες από αυτές αναδείκνυαν τα προβλήματα που θα ανέκυπταν στον ανεφοδιασμό και από την πορεία στην Αλμυρά Έρημο.

Στην τελική φάση της Σύσκεψης γίνεται ο εξής διάλογος.  

Ο Πρωθυπουργός Δ. Γούναρης ερωτά τον Αρχιστράτηγο και τον Κ. Πάλλη: «Γιατί ευρίσκετε την επιχείρησαν προς Άγκυραν  τόσον δύσκολον, δοθέντος ότι όλοι οι αξιωματικοί του Επιτελείου την θεωρούν εύκολη;». 

Ο Αρχιστράτηγος δεν απαντά … Και αντ αυτού απαντά στον Πρωθυπουργό ο Κ. Πάλλης «Διότι αυτή είναι η γνώμη του Αρχιστρατήγου»!  

Ο  Κωνσταντίνος παρακολουθεί σκεπτικός και αμίλητος (είχε και υψηλό πυρετό και μάλλον δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τη συζήτηση), ο  Πρωθυπουργός σαν να μην άκουσε την απάντηση, επιμένει: «Η επιχείρησης προς Άγκυραν είναι αναγκαία, διότι ο εχθρός, αν δεν ηττηθεί κατά τρόπον οριστικόν θα καταστεί αδύνατον να πραγματοποιηθούν τα πολιτικά οφέλη,  εκ της επιχειρήσεως εις την Μικράν Ασίαν»! 

Ακολουθεί μια μικρά συζήτηση και οι στρατιωτικοί  ασπάζονται  τις ιδέες των πολιτικών.  Το πολεμικό  συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων προς Ανατολάς, με στόχο την Άγκυρα και την οριστική συντριβή του εχθρού. Ο «κύβος ερρίφθη»… η προέλαση προς Άγκυρα και η συντριβή των Κεμαλικών   δυνάμενων εκρίθη αναπότρεπτος, ώστε να προκύψουν τα επιζητούμενα  πολιτικά οφέλη.  Μια απόφαση στρατιωτική,  μείζονος εθνικής σημασίας,  αλλά με πολιτικά χαρακτηριστικά  και  προσδοκώμενα μικροπολιτικά οφέλη.

Ωστόσο, η ομοφωνία κάθε άλλο παρά πραγματική ήταν. Η στρατιωτική ηγεσία είχε αρκετές επιφυλάξεις –ορισμένοι μάλιστα τις εξέφρασαν και κατά τη διάρκεια της επιχείρησης–, δεν επέμεινε όμως. «Στη σύσκεψη αυτή η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία προσήλθαν με αποκλίνουσες προδιαθέσεις και στόχους. Η στρατιωτική πλευρά ήταν μάλλον απρόθυμη για τη συνέχιση της προέλασης, αλλά δεν αναλάμβανε την ευθύνη να εκφέρει την άποψη αυτή ευθέως» (Σωτ. Ριζάς, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», Καστανιώτης, 2015, σ. 266-7).

Η Κυβέρνηση του Δ. Γούναρη και φιλοβασιλικοί αξιωματικοί που μισούσαν τους συναδέλφους τους Βενιζελικούς,  «αγνόησαν» την προφανή δυσχέρεια του ανεφοδιασμού , λόγω επιμήκυνσης της γραμμής του μετώπου, αλλά  και της αναπλήρωσης απωλειών  των προωθημένων μάχιμων Μονάδων της Στρατιάς, των τμημάτων που ήταν σε «επαφή» με τα στρατιωτικά τμήματα του Κεμάλ. 

Επίσης, δεν αξιολογήθηκε επαρκώς το ηθικό του  Έλληνα μαχητή. Πολλοί στρατιώτες  ήταν βετεράνοι των Βαλκανικών πολέμων 1912-13, δηλαδή ήταν  στρατιώτες – πολεμιστές περίπου 7-8 χρόνια! Οι στρατιώτες αυτοί, φτωχοί κυρίως,  προερχόμενοι οι περισσότεροι από την ύπαιθρο χώρα (αγρότες, ποιμένες) ή από αστικές – βιομηχανικές  περιοχές (εργάτες)  έλειπαν από τις οικογένειες του και  δεν μπορούσαν να τις στηρίξουν οικονομικά. Έλειπαν από  την κοινωνική ζωή του  τόπου καταγωγής τους.  Εκτυλίχθηκαν κοινωνικά και οικογενειακά δράματα, όταν μετά  από 6 ή 7 ή και 9 χρόνια οι στρατιώτες αυτοί επέστρεψαν στα σπίτια τους, ηττημένοι, όχι μόνο στρατιωτικά  και ηθικά , αλλά και  «άφραγκοι». Πολλοί αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν   καθότι ένοιωθαν ξένοι, παρείσακτοι  στον τόπο τους και  δυστυχώς σε κάποιες περιπτώσεις και στις οικογένειες τους (οι έγγαμοι ή αρραβωνιασμένοι στρατιώτες,  που επέστρεψαν σπίτια τους μετά από μακροχρόνια απουσία, αντιμετώπισαν μια άλλη κατάσταση πραγμάτων, διαφορετική από εκείνη που άφησαν  φεύγοντας για το μέτωπο…)!

Η φυσιολογική κόπωση του στρατεύματος ειδικά των Μονάδων που καταδίωκαν τα κεμαλικά αποσπάσματα στα βάθη της Ανατολίας, οι  ελλείψεις σε τρόφιμα και πυρομαχικά, η απόσταση από τα κέντρα ανεφοδιασμού σε σχέση με τα διαθέσιμα μεταφορικά μέσα, ήταν οι βασικοί παράγοντες που καθιστούσαν το σχέδιο προέλασης που αποφασίστηκε στη Σύσκεψη στην Κιουτάχεια λίαν επισφαλές, αν όχι και ανέφικτο. Κατά την εφαρμογή του,  αποδείχτηκε και καταστροφικό.

Γιατί η επιμονή του Δ. Γούναρη να συνεχιστεί η προέλαση προς την Άγκυρα, παρά τις αντιρρήσεις ή έστω σοβαρές  επιφυλάξεις του Αρχιστρατήγου; 

Ο μετέχων στην εκστρατεία σε καίριες επιτελικές θέσεις καθώς και στη Σύσκεψη στην Κιουτάχεια  αντιστράτηγος Βίκτωρ  Δούσμανης, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Συμπεραίνομεν αδιστάκτως, ότι ο Δ. Γούναρης , όστις ασφαλώς ήθελε την επιτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας, ίνα εδραιωθεί πολιτικώς και εν τω εσωτερικώ και εν τω εξωτερικώ, ήθελεν όπως η επιτυχία αυτή να αποδοθεί εις αυτόν και μόνον και να εισπράξει τα πολιτικά οφέλη».

Μία άλλη σημαντική παράμετρος είναι η διχόνοια, η κατάρα της φυλής των Ελλήνων. Η διχόνοια,  που έσπειρε ο Εθνικός Διχασμός με αφετηρία το 1915,  διαίρεσε τα ανωτέρα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων σε αλληλομισούμενες φατρίες με ιδιοτελή συμφέροντα και  επέδρασε καταλυτικά στο ηθικό του Στρατεύματος. Συνεπώς, «συνέβαλε», στην τραγική κατάληξη της Στρατιάς, που έφθασε πολεμώντας μέχρι την Άγκυρα, αλλά μετά, υποχρεώθηκε σε σχεδόν άτακτη υποχώρηση και διάλυση,  εγκαταλείποντας τους έλληνες της Μικράς Ασίας  στο έλεος της εκδικητικής μανίας του Κεμάλ , ενώ βρήκαν την ευκαιρία να δράσουν και οι Τσέτες σε βάρος των Ελλήνων. Οι απάνθρωποι Τσέτες, οι   οπλισμένοι άτακτοι ληστές που ήταν Μουσουλμάνοι  κατάδικοι, για δολοφονίες και κλοπές.  

Το ειδικό βάρος της ανείπωτης τραγωδίας, συμπυκνώνεται και στο εξής περιστατικό, όταν πια έχει επικρατήσει ο πανικός και ισχύει το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω ».  Ο επικεφαλής της ελληνικής φρουράς στη Σμύρνη λαμβάνει την εξής τηλεγραφική εντολή από τους ανωτέρους του: «Στρατόν σώσατε, πολίτας εγκαταλείψατε»!!!. Ίσως η πιο τραγική εικόνα της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής…   

Και μια συγκλονιστική αλήθεια, από τον καταδικασθέντα και εκτελεσθέντα Αρχιστράτηγο, που είχε αναλογικά τις μικρότερες ευθύνες από τους προκατόχους του, για την διάλυση της Στρατιάς: «Η μόνη μου εντροπή είναι ότι υπήρξα αρχιστράτηγος φυγάδων»!  Αρχιστράτηγος Κ.  Χατζανέστης , η τελευταία  του φράση, ενώπιον του Εκτελεστικού αποσπάσματος, ο οποίο και χαιρέτησε στρατιωτικά!!!

Η διχόνοια στο Στράτευμα, δυστυχώς  και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, θα συνεχισθεί και στις δεκαετίες του 20 και του 30 με τις δικτατορίες και τα πραξικοπήματα, στον εμφύλιο, στα μετεμφυλιακά πέτρινα χρόνια, στη χούντα των συνταγματαρχών και μετά την μεταπολίτευση που οι στρατιωτικοί θα χωριστούν, σε χουντικούς και δημοκρατικούς.  Έκτος όμως από τα  μικροσυμφέροντα, στις ιδιοτελείς κυρίες διχαστικές συμπεριφορές των στρατιωτικών, παρεισέφρησαν και  τραγικές πολιτικές επιλογές, που εξυπηρετούσαν συχνά ξένα γεωπολιτικά συμφέροντα.

«Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» (Κλαούζεβιτς), υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι υπάρχουν επαρκή στρατιωτικά μέσα, το ηθικό του στρατεύματος είναι υψηλό και η Διοικητική Μέριμνα  εξασφαλισμένη. Η πολιτική ηγεσία της εποχής (Δ. Γούναρης), διέπραξε το λάθος, να λύσει το  μικρασιατικό ζήτημα μέσω της στρατιωτικής οδού, για να δρέψει  πολιτικές  δάφνες, ενώ θα έπρεπε, μετά την αρχική στρατιωτική απόβαση και τις πρώτες επιτυχίες επί εδάφους,  να ακολουθήσει την οδό της διπλωματίας και να επιζητήσει την στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, αντιλαμβανόμενη, η ελληνική πολιτική ηγεσία (Δ. Γούναρης), τους νέους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος . Να σταματήσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις,  να χαραχτεί με τρόπο ρεαλιστικό  το έσχατο εθνικό σύνορο, η  έσχατη γραμμή άμυνας πέριξ της Σμύρνης, να γίνει επαρκής αμυντική οργάνωση και να απεμποληθούν μεγαλοιδεατικά οράματα , όπως η κατάκτηση της Άγκυρας και η συντριβή και εξόντωση του Κεμάλ (αυτή την πρόταση είχαν υποβάλει στους πολιτικούς και στον Κωνσταντίνο,  αρκετοί από τους νουνεχείς και με άρτια στρατιωτική  εκπαίδευση και γενικότερη παιδεία στρατιωτικοί, είτε υπηρετούσαν  στο εκστρατευτικό σώμα, είτε ήταν στα μετόπισθεν στο Γενικό Επιτελείο Στρατού) !  

Η σύσκεψη στην Κιουτάχεια και η απόφαση, να συνεχιστεί η προέλαση του Ελληνικού Στρατού προς Άγκυρα, αποδείχτηκε τραγικά λανθασμένη. Δυστυχώς υπήρξε καταλυτική των δραματικών  εξελίξεων.  Κατάρρευση  του μετώπου, άτακτη υποχώρηση, πλην εξαιρέσεων  , Μονάδων της Στρατιάς, εκδικητική διάθεση των δυνάμεων του Κεμάλ, πυρπόληση και καταστροφή της Σμύρνης, ξεριζωμός του Ελληνισμού, από τα παράλια της Μικρας Ασίας.  

Αν η απόφαση στη Κιουτάχεια ήταν διαφορετική...

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΟΠΛΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: O Χάιζενμπεργκ και η ναζιστική ατομική βόμβα - Η μυστηριώδης συνάντηση της Κοπεγχάγης

Το τελευταίο επεισόδιο στην ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι η χρήση ατομικής βόμβας. 


Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά ως όπλο την ατομική βόμβα, που πρώτοι αυτοί είχαν κατασκευάσει τον Ιούνιο του 1945, και σκόρπισαν τον όλεθρο σε δύο ιαπωνικές πόλεις, τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι (6 και 9 Αυγούστου 1945). Το ωστικό κύμα της έκρηξης, σε συνδυασμό με τη θερμότητα που εκλύθηκε, κονιορτοποίησε τα πάντα σε αυτές τις δυο πόλεις, ενώ οι νεκροί ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες.

 
Έχει προηγηθεί όμως, ένα ιστορικό από κάθε άποψη, αλλά και «σκοτεινό» συμβάν και αφορά την προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας να φτιάξει εκείνη πρώτη πυρηνική βόμβα.
 

Πρόκειται για την περίφημη συνάντηση της Κοπεγχάγης. O διευθυντής του πυρηνικού προγράμματος της ναζιστικής Γερμανίας, Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, θα συναντηθεί με τον Δανό φυσικό Νιλς Μπορ, που είχε στενές επαφές με την ομάδα των επιστημόνων που εργάζονταν στις ΗΠΑ, για την κατασκευή της αμερικανικής πυρηνικής βόμβας.

 
Την περίοδο εκείνη, η ναζιστική βιομηχανική μηχανή προσπαθούσε όλο και περισσότερο να αναπτύξει ένα τεράστιο πρόγραμμα και να κατασκευάσει την πυρηνική βόμβα, ώστε να ανταγωνιστεί το αντίστοιχο αμερικανικό Σχέδιο Μανχάταν.  

Η συνάντηση των δύο κορυφαίων επιστημόνων έγινε στο σπίτι του Μπορ τον Δεκέμβριο του 1941 στην Κοπεγχάγη. Πρόσκειται για Νομπελίστες Φυσικούς , εξέχουσες φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα στον χώρο της φυσικής και είναι οι θεμελιωτές της κβαντομηχανικής.  


Το 1927 ο Χάιζενμπεργκ διατύπωσε την «Αρχή της απροσδιοριστίας», μετά από στενή συνεργασία με τον Νιλς Μπορ.

 
Η αρχή της απροσδιοριστίας έδινε μια τελείως νέα ερμηνεία για τον φυσικό κόσμο, όπως ότι κύμα και σωματίδιο είναι διαφορετικές θεωρήσεις του ίδιου πράγματος, καθώς και την ουσιαστική εξήγηση της σταθερότητας της ύλης. Στη θέση της αιτιότητας της Κλασικής Φυσικής, μπήκε η τυχαιότητα των γεγονότων (η τύχη παράγει μη προβλέψιμα γεγονότα). Η αρχή της απροσδιοριστίας ή διαφορετικά αρχή της αβεβαιότητας είναι βασικό αξίωμα της Κβαντικής Μηχανικής.


“Αγνές” οι προθέσεις Χάιζενμπεργκ;

 
Τι ειπώθηκε λοιπόν, σε κείνη τη συνάντηση της Κοπεγχάγης, δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη.
 

Ο Χάιζενμπεργκ είχε υποστηρίξει ότι ταξίδεψε στην Κοπεγχάγη για να μοιραστεί με τον Νιλς Μπορ τις ανησυχίες του για τα πυρηνικά όπλα. Σε επιστολή του ο Καρλ Χάιζενμπεργκ εξηγεί ότι επισκέφθηκε τον Bohr για να τον προειδοποιήσει, σε επιφυλακτική γλώσσα, ότι οι ατομικές βόμβες μπορούν να κατασκευαστούν και να τον πείσει, ότι οι φυσικοί και στις δύο πλευρές του ατλαντικού θα μπορούσαν να συμφωνήσουν για να σταματήσει το έργο.

Είπε επίσης στον Bohr, ότι η ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων θα απαιτούσε μια τεράστια τεχνική προσπάθεια, που δεν θα μπορούσε κανείς να ελπίζει ότι θα ολοκληρωνόταν εγκαίρως. Ένιωθε, ότι οι φυσικοί θα έπρεπε να μεθοδεύσουν την κατάσταση, ώστε να αποτρέψουν τα κυβερνητικά στελέχη σε Γερμανία και ΗΠΑ, ακόμη και από την προσπάθεια να κατασκευάσουν την ατομική βόμβα.

 
Ο Χάιζενμπεργκ δεν ταξίδεψε στην Κοπεγχάγη επιθυμώντας να εκφράσει τις ηθικές αναστολές που είχε για την κατασκευή ατομικής βόμβας ή να προτείνει στους φυσικούς και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα να αρνηθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ώστε να κατασκευασθεί η βόμβα, αναφέρει ο Μπορ σε επιστολή του προς τον Χάιζενμπεργκ, την οποία όμως δεν έστειλε ποτέ! Ο Bohr, υπενθύμισε ότι ο Χάιζενμπεργκ του έδινε την εντύπωση λέγοντάς του ότι «τον διαβεβαιώνει ότι, γινόταν το παν, ώστε η Γερμανία να αναπτύξει ατομικά όπλα».

 
Παρότι ιστορικοί και επιστήμονες συμφωνούν ότι ο Μπορ είναι αυτός που έθεσε τέρμα στη συνάντηση, δεν μπορούν να καταλήξουν, αν ο Γερμανός επιστήμων ήθελε να σώσει τον κόσμο από τη φρίκη της πυρηνικής βόμβας ή αν απλώς επιζητούσε να αλιεύσει πληροφορίες για την παράλληλη προσπάθεια που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι.

 
Ο ιστορικός της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Χόφστρα Ντέιβιντ Κάσιντι, στο βιβλίο του “Αβεβαιότητα. H ζωή και η επιστήμη του Βέρνερ Χάιζενμπεργκ”, υποστηρίζει ότι ο Γερμανός επιστήμων κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να πετύχει την πυρηνική σχάση και να κατασκευάσει πρώτη η Γερμανία του Χίτλερ, την ατομική βόμβα.

 
Ο γιος του Χάιζενμπεργκ, Γιόσεν, ωστόσο, που είναι φυσικός στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χάμσαϊρ και ο δημοσιογράφος Τόμας Πάουερς, που συνέγραψε το βιβλίο “O Πόλεμος του Χάιζενμπεργκ”, υποστηρίζουν ότι ο Γερμανός επιστήμων κατέστρεψε το γερμανικό πυρηνικό πρόγραμμα. 


Ανεξάρτητα λοιπόν, από τον ρόλο του Χάιζενμπεργκ στην προσπάθεια ή μη στην κατασκευή της πυρηνικής ναζιστικής βόμβας, προκύπτει ένα εφιαλτικό ερώτημα: