"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Απουσίες

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Το δίλημμα «ελευθερία ή θάνατος» δεν τίθεται για να απαντηθεί κυριολεκτικά. Δεν είναι μια διάζευξη όμοια του «κουραμπιές ή μελομακάρονο», «σκύλος ή γάτα», «Βίσση ή Βανδή». Δεν αναμετρούνται δύο ισοδύναμες εναλλακτικές, διότι κανείς δεν θα προτιμούσε ποτέ μόνο του τον θάνατο.

Βρέθηκαν όμως δημοσκοπικά μυαλά που έθεσαν στα σοβαρά το ερώτημα «Μητσοτάκης ή Χάος» – σαν να ήταν το Χάος μια ρεαλιστική επιλογή· σαν να μην επρόκειτο για αλληγορικό σχήμα λόγου. Εκμαίευσαν έτσι το προβλεπόμενο –υγιές κι ανέξοδο– σιχτίρι κάθε δημοκρατικής συνείδησης: «Χάος, ρε! Χάος!».

Παρά το αυτονόητο ψυχολογικό αντανακλαστικό, το Xάος προτιμήθηκε με μόλις 42%, ο Μητσοτάκης –ως το «κάτι» απέναντι στο Χάος– απέσπασε ένα αξιοπρεπές 30%, ενώ σε σκοτεινές μεταφυσικές ατραπούς επέλεξε να κινηθεί ένα 28% που επέλεξε το «άλλο» του Χάους, που δεν είναι ούτε το «κάτι» του «Μητσοτάκης», ούτε καν το τίποτα του Χάους.

Ποιο είναι το Αλλο, που βγαίνει τρίτο κόμμα, και πώς το ξεχωρίζουμε από το Χάος;

Το ερώτημα που απομένει πλέον να απευθύνει ο εμβριθέστατος δημοσκόπος στο κοινό του είναι: Γιατί να υπάρχει το Είναι ενώ θα μπορούσε να υπάρχει το Τίποτα; Μπορούμε να πούμε ότι το Τίποτα «υπάρχει»; Μπορούμε να αφεθούμε ως υποστάσεις στην αγκαλιά του μηδενός, προκειμένου να αποφύγουμε την αγκαλιά του Κυριάκου;

Με αυτόν τον τετραγωνισμό του μηδενός –κουλούρια από τα πανέρια– φαίνεται να πορεύεται, χαμένη στη μετάφραση, η παραπολιτική φιλολογία που υποδύεται την πολιτική ανάλυση.

Δεν είναι όμως μόνο το μυαλό των μυαλοπωλών που μπερδεύεται από την πρωτοφανή συνθήκη: Μια φθαρμένη ηγεσία εξακολουθεί να φθείρεται, χωρίς όμως να έχει ανταγωνισμό. Φθείρεται μόνη της. Αλλά εξακολουθεί να «παίζει» μόνη της.

Τι κάνει απέναντι στο κενό η αντιπολίτευση;

Η σκηνογραφία των τελευταίων ημερών ήταν εύγλωττη. Αντί να προσπαθήσει να πληρώσει το κενό απέναντι στον Μητσοτάκη –αντί να παράσχει ένα πρόσωπο στη διάζευξη που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το Χάος–, η αντιπολίτευση διαδηλώνει και στην πραγματική ζωή την απουσία της: Από τις κενές καρέκλες στην κηδεία του Σαββόπουλου μέχρι τα «ορφανά» καρτελάκια στο τρισάγιο στο Γ΄ Σώμα Στρατού, η αντιπολίτευση επιλέγει να εκφράσει τον αντιμητσοτακισμό της αφήνοντας τον Μητσοτάκη μόνο στη σκηνή· δίνοντας με την απουσία της τελετουργική υπόσταση στο Χάος.

Παράδειγμα πιο ενδεικτικό, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Ορισε και καθαίρεσε διευθυντή του γραφείου του μέσα σε 24 ώρες, γιατί του βρήκαν, λέει, αναρτήσεις συμπάθειας προς το Μη-χάος. Και μετά τη μικρή δίνη στην κομματική μπανιέρα, ο Νίκος Ανδρουλάκης απουσίασε από την κηδεία· απουσίασε από το τρισάγιο· απουσίασε και από τη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του, που συνεδρίασε χωρίς αυτόν.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι…

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Αδειες καρέκλες

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Αν έρθετε στην κηδεία μου, θα έρθω κι εγώ στη δική σας, έλεγε ο μέγας Μποστ. Εξωφρενικό, αλλά ενίοτε ισχύει. Τώρα γιατί δεν πήγαν οι αρχηγοί της ακροδεξιάς και της κεντρο-αριστεράς στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου είναι κάτι που ίσως δεν αποτελεί αίνιγμα.

Κατ’ αρχάς διότι μάλλον τόσα χρόνια δεν ένιωσαν ούτε και κατάλαβαν πολλά από τον Νιόνιο, ως καλλιτέχνηίσως μόνο πότε ήταν υποτίθεται αριστερός και πότε υποτίθεται δεξιός. Ισως αυτόν τον διαχωρισμό ήταν μόνο σε θέση να κάνουν. Μέχρι εκεί.

Οπότε οι επεξεργασίες τους σε σχέση με το φαινόμενο Σαββόπουλος ήταν κομματικές, δηλαδή τον θεωρούσαν απλώς μια προπαγανδιστική μηχανή που κατ’ αρχάς τους εξυπηρετούσε και ύστερα όχι πια. Μέχρι εκεί.

Τίποτε δεν κατάλαβαν που να σχετίζεται με την Τέχνη, με το τραγούδι, με τις προφανείς, αλλά και βαθύτερες ουσίες και πολλαπλές αποχρώσεις, το βάθος και την τόλμη, την πολυσημία, τη σάτιρα και τα αινίγματα του έργου του Νιόνιου. Ο Σαββόπουλος ήταν ένα απλό εξάρτημα προπαγάνδας γι’ αυτούς και τίποτε άλλο. Κάποιοι, μόνο αυτή την έννοια καταλαβαίνουν, μιαν σχέση ντουντούκας. Εξάλλου, ιστορικά στον εν λόγω χώρο οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι πάντα ήταν δυνάμει ύποπτοι και μονίμως κυνηγημένοι. Η πιο ακραία περίπτωση, ο Πολ Ποτ εκτελούσε ανθρώπους επειδή απλώς φορούσαν γυαλιά, άρα ήταν διανοούμενοι, επομένως ταξικά ύποπτοι για τη δήθεν επανάσταση – αλλά και ένα απλό σκουλαρίκι να φορούσε μια γυναίκα πήγαινε για εκτέλεση θεωρούμενη ως διεφθαρμένη απ’ τη ματαιοδοξία του αστισμού. Δαχτυλίδια και κοσμήματα σήμαιναν τουφέκι – μιλάμε για πολύ βαθύ μαρξισμό.

Η θανάσιμη γελοιότητα συναγωνιζόταν και συναγωνίζεται την άξεστη αγένεια – κι ευτυχώς που έχουμε αστικό καθεστώς, διότι πολλοί σαν τον Νιόνιο δεν θα έφταναν όχι στα ογδόντα ένα χρόνια αλλά ούτε στα μισά. Και μήπως λίγα τράβηξαν στο παρελθόν έλληνες διανοούμενοι, ποιητές και καλλιτέχνες, πιστοί στον χώρο που κάπως παρέκκλιναν, λίγα τράβηξε ο Αρης Αλεξάνδρου, ο Στρατής Τσίρκας (που διαφοροποιήθηκε για το κίνημα του ναυτικού του ’44), ή ακόμα στη δεκαετία του ’80 ο Γιάννης Ρίτσος όταν έγραψε τον «Αρίοστο τον προσεχτικό» και τον τσάκισαν τον άνθρωπο για τις ερωτικές του επιλογές.

Οπως προέγραψαν προ ημερών γνωστή τραγουδίστρια γιατί θα πήγαινε, υποτίθεται, να τραγουδήσει στο Ισραήλ κι έπρεπε να ρωτήσει τον κάθε κομματικό γαμοκαμπουρόσαυρο αν έπρεπε να το πράξει και τι χρώμα κάλτσες πρέπει να φοράει κάθε φορά που θα εμφανίζεται.

Κάποιοι καλλιτέχνες έχουνε βάλει πολιτικούς κεχαγιάδες στο έργο τους εν έτει 2025 και δεν το ξέρουνε;

Μπορεί να συμβαίνει κι αυτό – ναι, βέβαια, εφόσον, ακόμα, πάνε εθελοντικά και χώνουνε το κεφάλι τους στον τορβά, πάνε να τους κρίνουνε τενεκετζήδες ινστρούχτορες με κομματικά κριτήρια. Ισως ορισμένοι το κάνουν όχι από υποτιθέμενη ιδεολογία, αλλά μάλλον για να τους αποδεχτεί η φάρα, ή, για να βρούνε κάποια σίγουρη κι εύκολη πελατεία.

Αλλά τι να το κάνεις εκείνο το μέρος του κοινού που σε χειροκροτεί λόγω του ότι κοιμάται ιδεολογικά, ξυπνάει ιδεολογικά, ανασαίνει, ακούει ιδεολογικά και πεθαίνει ιδεολογικά; Τι καλλιτεχνική κρίση μπορεί να έχει;

Οπότε και κατά προέκταση στον καθεαυτό χώρο της πολιτικής: τι έχουν και ψοφούν τα έρ’μα; (Είπαμε: δεν έχουν έρμα, δεν έχουν έρμα.)

Δηλαδή, αν υποθέσουμε πως ο Μητσοτάκης πήγε στην κηδεία του Σαββόπουλου από πολιτική ιδιοτέλεια, για να την πολιτικοποιήσει υπέρ του, τότε, εάν παρίσταντο και όλοι οι άλλοι πολιτικοί αρχηγοί (ως όφειλαν, εξάλλου) δεν θα ακύρωναν αυτή την προσπάθεια του Μητσοτάκη στην πράξη;

Αντίθετα, μη πηγαίνοντας, δεν παραχώρησαν όλο το πεδίο αμαχητί στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας;

Ποιος φταίει για τα αυτογκόλ;

Μήπως, τάχα, υπέθεσαν πως μη πηγαίνοντας στην κηδεία θα έκαναν κακό στη φήμη του Σαββόπουλου, ή θα επηρέαζαν την τεράστια, αδιανόητη αποδοχή που έχει από τον κόσμο, όχι επειδή υπήρξε δεξιός, αριστερός, κεντρώος, Ολυμπιακός, ή Παοκτσής, αλλά επειδή υπήρξε απλώς ο Νιόνιος. Αυτό το μαγικό φαινόμενο που ενέπνευσε τουλάχιστον τρεις γενιές οι οποίες τον αγάπησαν βαθιά και πέρα από τις πολιτικούρες – τουλάχιστον οι περισσότεροι που μπορούν να κάνουν τις βασικές διακρίσεις, ή διαθέτουν τη στοιχειώδη συγκατάβαση και κρίση να καταλαβαίνουν ανάμεσα στα σύκα, στα καρύδια και στο καλό κρασί.

Σε τι κακομοιριά και σε τι πολιτικό ραχιτισμό διολισθαίνουμε; Σε ποια ιδεολογική πλατυποδία;

Πώς είναι δυνατόν, ορισμένοι, ηγέτες όντες, να μην καταλαβαίνουνε ενίοτε τα βασικά;

Απορεί πάσα γλώσσα γι’ αυτή την ιστορία. Για τα άδεια καθίσματα.

Και το πιο νόστιμο είναι πως …

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Αιρετική κηδεία

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

Υπάρχουν δύο περιπτώσεις να σε αγαπήσει η Αριστερά: αν της μοιάζεις κι αν της είσαι χρήσιμος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, είσαι πρόβλημα που αντιμετωπίζει είτε με συνεχή πόλεμο είτε με εχθροπαθή ανοχή.

Οι άδειες «αριστερές» καρέκλες στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή επίδειξη περιφρόνησης ενός ορισμένου προσώπου· ήταν ουσιαστικά μια ευρύτερη, υπαρξιακή δήλωση. Η σύγχρονη Αριστερά μίλησε για τον εαυτό της χωρίς να μιλήσει, και τα είπε όλα: ότι ο θάνατος είναι πολύ μικρός συγκριτικά με τις επιταγές της δογματικής δεοντολογίας της, ότι όσοι αρνούνται την πίστη της είναι ασυγχώρητοι, ότι η τιμωρία των απίστων τούς βρίσκει μέχρι και στον τάφο.

Η απουσία των προέδρων των αριστερών κομμάτων ήταν εκδίκηση προς τον εκλιπόντα για τις αιρετικές ιδέες του, αλλά και προειδοποίηση στους ζωντανούς: όποιος μας απαρνηθεί ή, ακόμα χειρότερα, όποιος προτιμήσει τους ιδεολογικούς μας αντιπάλους, εμάς μπορεί να μας ξεχάσει.

Ενώ κατά τ’ άλλα οι συγκρούσεις εντός της Αριστεράς μαίνονται, σε αυτό το θέμα παρατηρείται σύμπνοια, η οποία με έναν ειρωνικό τρόπο εξηγεί το περιορισμένο αντίκρισμα του χώρου στην κοινωνία. Η μικροψυχία δεν είναι ιδιαίτερα θελκτική εκλογικά. Το διχαστικό πνεύμα και η κακία εμπνέουν τρολ και φανατικούς, όχι πολίτες.

Είναι λοιπόν αντιφατικό ότι οι παρατάξεις που τόσο στενή σχέση ισχυρίζονται πως έχουν με τον λαό βρέθηκαν απέναντί του τις τελευταίες μέρες. Είναι εξόχως «off brand» επιλογή να κραδαίνεις τη νηπενθή σου διάθεση περήφανος, όταν ο λαός στο όνομα του οποίου τάχα ενεργείς, σε μεγάλο βαθμό παραμέρισε τις διαφορές του με τον εκλιπόντα και τον αποχαιρέτισε σαν σύντροφο από τα παλιά.

Αυτό όμως είναι το βασικό πρόβλημα με την Αριστερά στην Ελλάδα: Ο λαός της προχώρησε κι αυτή έμεινε πίσω. Η κριτική του ικανότητα οξύνθηκε, τα αισθήματά του καλλιεργήθηκαν, οι ορίζοντές του πλάτυναν εντυπωσιακά και την ίδια ώρα η Αριστερά, σφιχταγκαλιασμένη με τα ηθικά συμπλέγματα και τις αρχαϊκές ιδεοληψίες της, κοιτάζει τον κόσμο να αλλάζει χωρίς καμία συμμετοχή στο δρώμενο της αλλαγής.

Οι καθημερινοί άνθρωποι σήμερα μπορούν να πουν χωρίς ενδοιασμούς: «Εκανα λάθος. Αλλαξα γνώμη. Συμφωνώ με τον Σαββόπουλο στο ένα. Διαφωνώ στο άλλο. Οπως και να έχει, ό,τι κι αν έγινε, καλό του ταξίδι».

Η Αριστερά αδυνατεί να εντάξει τον εαυτό της σε μια πραγματικότητα αντίστοιχης ψυχικής γενναιοδωρίας, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θέτει την αυθεντία της υπό αμφισβήτηση. Αντ’ αυτού, ρομποτική και άστοργη, θαυμάζει το είδωλό της και αναρωτιέται γιατί δεν το θαυμάζουν και οι άλλοι. Η Ακροδεξιά θα φταίει! Η προπαγάνδα! Η «μιντιακή υπεροπλία» των αντιπάλων!

Τι έχει να προσφέρει η Αριστερά σήμερα στον προοδευτικό πολίτη;

Μια πληθώρα κομμάτων, μια πληθώρα διασπάσεων, πολλές καταγγελίες του «συστήματος» και εσωτερικούς καβγάδες.

Κάποιος παλιός ηγέτης προαναγγέλλει κατ’ εξαίρεσιν και ταξίδια σε «πιο όμορφες θάλασσες», αλλά η αισιοδοξία του οράματος χάνεται στην ασάφειά του.

Από την ατζέντα του χώρου, πάντως, απουσιάζει κάποιος· εκείνος για το συμφέρον του οποίου υποτίθεται ότι ο χώρος οργανώνεται: ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που ζει μακριά από το κομματικό περιβάλλον, που βλέπει την πολιτική ως μέσον και όχι ως σκοπό, που περιμένει προτάσεις και λύσεις για συγκεκριμένα προβλήματα και όχι τη φλύαρη θεωρητικολογία των αυστηρών ιδεολόγων ή το στρατηγικό σνομπάρισμα κηδειών.

Η Αριστερά που δεν καταδέχεται ούτε να θρηνήσει για τον Σαββόπουλο –η ίδια Αριστερά που πενθεί για οποιονδήποτε νεκρό αν αυτό μπορεί να την ευνοήσει– έχει χάσει την επαφή της με τις πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες λειτουργίες.

Είχε ενδιαφέρον η διένεξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου με τη Λιάνα Κανέλλη την εβδομάδα που μόλις πέρασε: οι δύο πολιτικοί δεν τσακώθηκαν πολιτικά· δεν τσακώθηκαν καν ιδεολογικά. Το αντικείμενο της κόντρας ήταν…

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: «Και δέκα παπαγάλοι…»

 

Toυ ΓΙΑΝΝΗ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗ

Tο 1972, στο ενωτικό συνέδριο του Επινέ, ένας παλιός πολιτικός εκλέχτηκε Πρώτος Γραμματέας ενός Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος του οποίου δεν ήταν καν μέλος.

Ο Φρανσουά Μιτεράν ήταν ένας αστός περασμένων δεκαετιών. Δήμαρχος και βουλευτής μιας μικρής επαρχιακής πόλης αλλά κάτοικος της παρισινής «Rive Gauche», με πολλές κυβερνήσεις κι αρκετές αμφιλεγόμενες ιστορίες στην πλάτη του.

Οπως επέβαλλε η στοιχειώδης αστική αγωγή φορούσε πάντα σακάκι και γραβάτα, διάβαζε γαλλική λογοτεχνία κι όχι μαρξιστική κοινωνιολογία, δεν έχανε ποτέ το μεσημεριανό γεύμα, εκτιμούσε τις ωραίες γυναίκες και το καλό κρασί, ήταν επαρκώς κυνικός, συγκρατημένος και ανεξιχνίαστος.

Μιλούσε σε όλους (ακόμη και στην οικογένειά του) στον πληθυντικό ευγενείας, όπως όριζαν οι καλοί τρόποι.

Μόλις εξελέγη σε ένα κόμμα που του ήταν ελάχιστα οικείο αποφάσισε να κάνει έναν «γύρο της Γαλλίας» για να γνωριστεί με τις οργανώσεις.

Μια μέρα φτάνει σε κάποια εργατική πόλη της βόρειας Γαλλίας όπου όλη η τοπική οργάνωση έχει βάλει τα καλά της και τον περιμένει στον σταθμό.

– Σύντροφε Πρώτε Γραμματέα, σύντροφε Μιτεράν…

Βροντοφωνάζει καλωσορίζοντάς τον ο τοπικός σοσιαλιστής. Κι επειδή αντιλαμβάνεται μια παγωμάρα με τα «συντροφιλίκια» και τις οικειότητες συνεχίζει:

– Αγαπητέ Φρανσουά, καλώς ήλθες. Υποθέτω μιλάμε στον ενικό…

– Οπως θέλετε, ήταν η παγωμένη απάντηση του Μιτεράν.

Είμαι βέβαιος πως αν κάποιος τον ρωτούσε τότε τι σόι είναι οι αριστεροί που τον επέλεξαν για ηγέτη τους θα έλεγε ότι είναι κυρίως ανάγωγοι.

Μιλούν δυνατά και στον ενικό, καλλιεργούν μια θρασεία οικειότητα, η φιλολογική παιδεία τους πάσχει και μοιάζουν (προσθέτω εγώ) με έλληνες δημοσιογράφους. Εχουν δηλαδή γνώμη για όλα και κυρίως για όσα δεν ξέρουν.

Αλλά δεν νομίζω ότι ο άνθρωπος θα έβαζε ποτέ ερωτηματικό στον πατριωτισμό τους.

 

Κάπως έτσι η συζήτηση με εθνικούς όρους για την απουσία της Αριστεράς από την κηδεία του Σαββόπουλου είναι ανούσια και ανόητη.

Δεν ήθελαν, δεν ευκαιρούσαν, βαριόντουσαν, δεν πήγαν, «σκασίλα μας μεγάλη και δέκα παπαγάλοι» θα έλεγε ο Διονύσης.

Η παρουσία και η απουσία είναι καθαρά ζήτημα αγωγής.

Στο κάτω κάτω η ηγεσία της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν πλήρης και παρούσα στο κατευόδιο, οι φίλοι του Διονύση βρήκαν δεκάδες τρόπους να εκφράσουν τη λύπη και την αγάπη τους, οι κηδείες δεν έχουν υποχρεωτικές παρουσίες, κανείς μεγάλος καλλιτέχνης και πνευματικός άνθρωπος δεν μετρήθηκε ποτέ από το εκκλησίασμα μιας νεκρώσιμης ακολουθίας.

Η δημόσια αναγνώριση δεν είναι απουσιολόγος.

Ενώ, ούτως ή άλλως, η απούσα Αριστερά δεν αποτελεί καμία θεσμική συντεταγμένη της ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας. Να κάνουν ό,τι τραβάει η ψυχή τους…

«Ας μη βυθιστούμε και στη γελοιότητα» συνήθιζε να λέει ο Μιτεράν για να κλείσει τις αριστερές λογοδιάρροιες που βαριόταν αφόρητα να ακούει.

Τελειώνει εδώ η συζήτηση;

Δυστυχώς όχι.

Αφενός επειδή έχουμε την απόπειρα κάποιων απόντων να ντύσουν απουσίες και παρουσίες σε μια κηδεία με ιδεολογικό κοστούμι (Χαρίτσης στις 25/10, Πολάκης στις 26/10 κ.ά.).

Αφετέρου επειδή η αποκαθήλωση του αριστερού αφηγήματος ή μύθου εκλαμβάνεται από κάποιους περίπου ως έγκλημα δημοκρατίας.

Δεν συγχωρούν ότι ο Σαββόπουλος ήταν από τους πρώτους που επισήμανε ότι η Αριστερά ήταν μια φούσκα. Θέλω να υποθέτω πως του αναγνωρίζεται το δικαίωμα της γνώμης αυτοτελώς κι όχι απλώς ως απόρροια κάποιου «πρότερου έντιμου βίου».

Για τους πρώτους απόντες δεν χρειάζεται να πω πολλά.

Τόσο κόβει το κεφαλάκι τους, αν νομίζουν ότι υπάρχουν άνθρωποι στην Ελλάδα που διεκδικούν να πάρουν pedigree δημοκρατίας από τον Χαρίτση ή τον Πολάκη.

Θα σημειώσω απλώς ότι συχνά στο κεφαλάκι αυτό η έλλειψη αγωγής συμπίπτει με την απουσία νοημοσύνης.

Για τους δεύτερους το πρόβλημα είναι πιο σοβαρό.

 

Διότι η κηδεία του Σαββόπουλου δεν ήταν παρά η αφορμή για να τεθεί στο τραπέζι ένα πολύ πιο ουσιώδες ζήτημα από το φρόνημα κάθε περαστικού.

Κρίνεται η επιτηδευμένη πεποίθηση πως το «αριστερό» είναι κάτι ευγενικό κι ευλογημένο ενώ το «δεξιό» κάτι νοσηρό και κατάπτυστο.

Η μετακίνηση από το ένα στο άλλο νοείται περίπου ως πράξη ηθικής αποστασίας. Ενώ εξυπακούεται ότι η αντίστροφη πορεία πραγματοποιείται ελευθέρως και με μύριους επαίνους.

Χριστέ και Κύριε!

Προφανώς τίποτα τέτοιο δεν ισχύει. Στη δημοκρατία δεν υπάρχει αξιολογική κατάταξη ιδεολογιών, κομμάτων ή παρατάξεων ώστε να αναδεικνύεται ο καλύτερος, ο αγνότερος ή ο ευγενέστερος. Ούτε καν ο πιο γλυκούλης.

Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι ο πατριωτισμός της Αριστεράς. Ούτε οι ψευδαισθήσεις ορθότητας και δικαίωσης των ηλιθίων.

Αλλά η μικρότητα, η μικροπρέπεια και η αρρωστημένη μικρόψυχη νοοτροπία που επέδειξαν κάποιοι υποτιθέμενοι αριστεροί και στην περίπτωση του Σαββόπουλου (Γ. Μυλόπουλος, tvxs, 16/10).

Εδώ λοιπόν οφείλουμε να είμαστε σαφείς.

Δεν φταίει κανένας καλλιτέχνης για τον «στασιμο-αλληθωρισμό» μιας μερίδας ανθρώπων που μπροστά σε έναν κόσμο που αλλάζει επιμένουν στον παλιμπαιδισμό μιας νιότης που έφυγε.

«Α ρε Νιόνιο, μικροί ακούγαμε το Βιετνάμ…». Ναι αλλά ευτυχώς μεγαλώσαμε. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ τελείωσε πριν από μισό αιώνα.

Και δεν φταίει καν η Δεξιά κι ο Μητσοτάκης, ούτε η Ευρώπη κι ο φιλελευθερισμός, ούτε ο εκσυγχρονισμός κι ο Σημίτης, αν οι άνθρωποι αυτοί αρνούνται να κοιτάξουν πέρα από τις κατασκευασμένες βεβαιότητες μιας άλλης εποχής.

Στο κάτω κάτω, ο καλλιτέχνης άλλαζε μαζί με τον κόσμο. Αυτά πίστευε κι αυτά έλεγε με τα μάτια του ταλέντου του. Δεν ζήτησε να τον ψηφίσουμε, ούτε έβαλε υποψηφιότητα να κυβερνήσει τη χώρα.

Οποιος τα άκουγε έχει καλώς. Κάτι κέρδισε, αν κάτι κατάλαβε.

Οποιος δεν τα άκουγε…

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΟΜΜΑΤΟΣΚΥΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οταν ο Νιόνιος είπε «όχι» για τη δημαρχία

 

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΖΙΜΑ 

Ο Διονύσης Σαββόπουλος υπήρξε παθιασμένος Θεσσαλονικιός και πολιτικά ένας άνθρωπος που θεωρούσε αδιαπραγμάτευτο το δικαίωμα να σκέπτεται και να πράττει ελεύθερα. Αυτό το δικαίωμα ήταν που αμφισβήτησαν όσοι σκόπιμα απουσίασαν από την κηδεία και εκείνοι που «έραναν» με δηλητήριο μέσα από το Διαδίκτυο (κυρίως) τον τάφο του.

Κάποιοι τον πετροβόλησαν στο ύστατο χαίρε και ας τον τραγούδησαν εν ζωή με πάθος και συμπορεύθηκαν, εκείνοι μέσω του «κόμματος» και εκείνος πάντα ανένταχτος, στις φυλακές και στους πολιτικούς αγώνες.

Οπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις, ο Σαββόπουλος είχε πολιτική άποψη, την οποία δεν δίσταζε να εκφράσει δημόσια, ούτε να την αλλάξει εάν κατά την κρίση του τα πράγματα όδευαν προς λάθος κατεύθυνση.

Εδώ ήταν η διαφορά με όσους «πετροβόλησαν» το φέρετρό του. Κατ’ εκείνους εδικαιούτο φυσικά να έχει διαφορετική από τη δική τους άποψη, «αρκεί αυτή να ήταν η σωστή».

Ομως ο Σαββόπουλος, όπως με τα τραγούδια του έτσι και πολιτικά, ήθελε να πορεύεται με γνώμονα την ενότητα του λαού, αποφεύγοντας κάθε τι που θα μπορούσε να προκαλέσει διχασμό και φυσικά την ελευθερία της σκέψης του.

Η ιστορία που μου αφηγήθηκε ο φίλος Τάσος Τζήκας για το πώς ο Νιόνιος δεν διεκδίκησε τη δημαρχία στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη είναι ενδεικτική τού πώς αντιλαμβανόταν την πολιτική.

Ηταν το 1998 όταν εγκατέλειψε την Αθήνα για να εγκατασταθεί και να ζήσει στη γενέτειρά του. Εκείνη την εποχή, στην τοπική κοινωνία είχε αρχίσει να διακινείται σε πνευματικούς και επιχειρηματικούς κύκλους η ιδέα της εκλογής δημάρχου που δεν θα τον «τραβάει το κόμμα απ’ το μανίκι».

Στις συζητήσεις στο πατάρι του «Ιανού» έπεσε στο τραπέζι η πρόταση για τον Διονύση Σαββόπουλο, «άξιο τέκνο της πόλης, ποιητή της καθημερινότητάς μας, αυθεντικό ριζοσπάστη που παρέμενε καινοτόμος ακόμη και όταν ξάφνιαζε με τις αλλαγές πορείας του».

Ενα μεσημέρι, αντιπροσωπεία από τους Τζήκα, Νίκο Καρατζά, ιδιοκτήτη του «Ιανού», και Γιώργο Σκαμπαρδώνη, συγγραφέα, πήγαν στο επί της οδού Μητροπολίτου Ιωσήφ διαμέρισμά του και του έκαναν πρόταση να τεθεί υποψήφιος υπερκομματικού συνδυασμού.

Η ιδέα άρεσε στον Σαββόπουλο και στην κουβέντα τέθηκαν οι πρώτες σκέψεις και προτάσεις σχετικά με το πρόγραμμα.

Υπήρχε όμως ένα εμπόδιο:

Μέχρι τότε τον δήμαρχο, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, τον έβγαζε το ισχυρότερο κόμμα (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ) και ως εκ τούτου ο Σαββόπουλος δεν είχε καμία τύχη χωρίς χρίσμα ή έστω στήριξη.

Ο Σαββόπουλος, όμως, δεν ήθελε να είναι ένας κομματικός δήμαρχος και έτσι, ύστερα από πολλή σκέψη, απέρριψε την πρόταση.

Χρειάστηκε να…

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Γιατί η Αριστερά μισεί τον Σαββόπουλο

 Του ΚΩΣΤΑ ΣΤΟΥΠΑ

  • Η πολιτική απουσία στη Μητρόπολη


Ούτε ένας από τους αρχηγούς των κομμάτων της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς δεν παρέστη στην κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου, στη Μητρόπολη. Ούτε ΠΑΣΟΚ, ούτε ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ΚΚΕ, ούτε Νέα Αριστερά. Και όχι μόνο οι αρχηγοί, αλλά ούτε και τα γνωστά στελέχη.

Αυτό δεν είναι απλώς ένδειξη ηθικής μικρότητας. Είναι δείγμα του στενού διανοητικού και πολιτικού τους ορίζοντα. 

Μόνο η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που σπάνια χάνει ευκαιρία να ξεχωρίσει, είχε το θάρρος να εμφανιστεί.

  • Η «πυρηνική καταστροφή» της διαπαιδαγώγησης


Οι παλαιότεροι - εμείς του ’60 και της Μεταπολίτευσης - γνωρίζουμε την «πυρηνική καταστροφή» που προκαλεί στα εγκεφαλικά κύτταρα η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση.

Η συνεχής επανάληψη τσιτάτων αφαιρεί την ικανότητα κρίσης και σκέψης, όπως κάνουν ορισμένες ανατολικές θρησκείες που επιβάλλουν στους μοναχούς να επαναλαμβάνουν αδιάκοπα «μάντρας».

Έτσι επιτυγχάνεται η απόλυτη χειραγώγηση - η παύση της σκέψης.

Γι’ αυτό, όταν το 2015 φωνάζαμε πως όσοι δεν έχουν περάσει από την Αριστερά δεν διανοούνται πόσο επικίνδυνοι μπορούν να αποβούν οι αριστεροί όταν αποκτήσουν εξουσία, δεν υπερβάλλαμε.

Η Χάνα Άρεντ το τεκμηρίωσε στην πραγματεία της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ»:
το κακό συχνά γεννιέται όχι από το πάθος, αλλά από τη ρουτίνα και την υπακοή.

  • Ο Τσίπρας και η χαμένη ευκαιρία


Ο Αλέξης Τσίπρας, που επιχειρεί να επαναλανσαριστεί ως «Ντε Γκολ» της Κεντροαριστεράς, έχασε την μεγαλύτερη ευκαιρία να δείξει τη μεταμέλεια και την μετεξέλιξή του - από «ψέκι» που συναγελαζόταν με ακροδεξιούς και ακροαριστερούς, σε έναν κεντροαριστερό πολιτικό που έχει συμφιλιωθεί με τις ρίζες του.

  • Ο καθρέφτης της Αριστεράς


Γιατί η Αριστερά μισεί τον Σαββόπουλο;

Γιατί αποτέλεσε τον καθρέφτη της. Τον καθρέφτη μέσα στον οποίο έβλεπε καθημερινά την αδυναμία της να αλλάξει, να εξελιχθεί, να ωριμάσει.

Ο Σαββόπουλος έδωσε σε όσους ήθελαν να προχωρήσουν την ηθική δύναμη και τη διανοητική ευχέρεια να το κάνουν.

Όπως έγραψε ο ίδιος:

«Κι εμείς που αριστερίσαμε, ποιο τάχα ήταν το λάθος;

Εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος».


  • Από τον εφιάλτη στο πάθος


Ο σοσιαλισμός, μετά την κατάρρευση της Σοβιετίας στις αρχές του ’90, αποδείχθηκε εφιάλτης.

Οι έντιμοι κομμουνιστές της Δύσης, όπως το ΚΚ Ιταλίας, αυτοδιαλύθηκαν. Οι υπόλοιποι παρίσταναν πως τίποτα δεν συνέβη, αν και το οικοδόμημά τους είχε θαφτεί βαθιά στη γη.

Τι απομένει λοιπόν σε κάποιον που θυσίασε χρόνια, ίσως και τη ζωή του, για μια ψευδαίσθηση;

Η ηδονή του πάθους, η ειλικρίνεια της παραδοχής.

Ο Σαββόπουλος, με τους στίχους και τις μελωδίες του, άνοιγε διαδρόμους διαφυγής σε όσους αισθάνονταν εγκλωβισμένοι. Για τους «ερυθροφρουρούς» της Αριστεράς, αυτό ήταν ιεροσυλία. Έμοιαζε με κάποιον που ανοίγει τρύπες στα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

  • Το μονοπώλιο


Το άλλο έγκλημά του; 

Αμφισβήτησε το μονοπώλιο του πολιτισμού.

Πέρα από όλα, η Αριστερά μισεί τον Σαββόπουλο γιατί...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Κηδείες και ξεφτιλισμένα αριστερά σούργελα

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

 Υπάρχει πένθος «τίμιο»;  

Κι αν υπάρχει, ποιο είναι το αντίθετό του, το «άτιμο» πένθος; 

Δεν μπορεί κανείς εύκολα να ζητήσει τον λόγο από κάποιον για τον τρόπο που επιλέγει να συγκινηθεί. Ο Αλέξης Χαρίτσης ένιωσε την ανάγκη όμως να λογοδοτήσει μόνος του για το γεγονός ότι την ώρα της κηδείας του Διονύση Σαββόπουλου, αντί να συμμετέχει στον δημόσιο αποχαιρετισμό, άκουγε, λέει, Σαββόπουλο στο σπίτι του.  

Η εξήγηση ήταν περίπου ίδια με εκείνη που θα έδινε λίγο αργότερα ο Πολάκης: Στον ναό ήταν ο Αδωνις και επικήδειο εκφώνησε ο Μητσοτάκης.  

Αρα, το κριτήριο για να μετέχει ή να απέχει κανείς από μια κηδεία είναι αν του αρέσει το crowd – σαν να είχε η τελετή λίστα προσκεκλημένων.

Φυσικά, ο λόγος της αποχής δεν ήταν μόνο οι ζωντανοί. Ο λόγος ήταν και ο νεκρός

Ο Χαρίτσης και ο Πολάκης το είπαν ρητώς. Ο πρώτος πιο κομψά από τον δεύτερο, κατέφυγε στο κλισέ των ημερών: Ο τεθνεώς, είπε, ήταν «ο μεγάλος αντιφατικός»

Σωστά. Οι απόψεις που κατά καιρούς εξέφραζε ο δημιουργός δεν θα μπορούσαν εύκολα να τον κατατάξουν σε έναν κανόνα. Ηταν διαρκώς ανήσυχος και αστράτευτος, ψαχνόταν και εκφραζόταν προκλητικά, αναλαμβάνοντας αληθινό προσωπικό κόστος για τις απόψεις του: Στη χούντα είχε καταλήξει στα κρατητήρια. Στη δημοκρατία είχε βιώσει τον εξοστρακισμό από το ίδιο το «προδομένο» του ακροατήριο. Ηταν διαρκώς αιρετικός και γι’ αυτό «αντιφατικός».

Θα ήταν «τίμιο» να τον τιμήσουν οι απόντες μόνο αν ήταν ένας μεγάλος μονολιθικός, αν είχε ασφαλιστεί απαράλλακτος στην πνιγηρή θαλπωρή ενός κόμματος. Αν είχε συνεχίσει να υποδύεται τον αντιστασιακό και στον καιρό της δημοκρατίας, διαιωνίζοντας εκ του ασφαλούς μια πόζα που από πολλούς πρώην συντρόφους του δικαιολογήθηκε ως «ηθικό πλεονέκτημα».

Αν είχε συνεχίσει κι εκείνος να επικαλείται το παλιό τραύμα σαν ανεξάντλητη πηγή ηθικού νοήματος, αναμηρυκάζοντας τα ίδια στερεότυπα αυτοθυματοποίησης, παρότι η εποχή είχε αλλάξει. Παρότι θύτες δεν υπήρχαν πια.

Είπαν ότι από την κηδεία απουσίαζε η «Αριστερά»

Ο ορισμός είναι ολισθηρός και γι’ αυτό οδήγησε και σε εμφυλιοπολεμικές γραφικότητες για την εικαζόμενη εθνικοφροσύνη των απόντων.  

Αριστερός είναι και ο Κουτσούμπας και ο Κασσελάκης; 

Αριστερός και ο Χαρίτσης και ο Ανδρουλάκης;

Πέρα από τις ρευστές ιδεολογικές ταυτότητες, αυτό που ίσως ενώνει τους απόντες είναι η επιθυμία που εξέφρασε ο επικεφαλής της Νέας Αριστεράς: Να μη συνυπάρχεις με τους αντιπάλους σου ούτε στο πλαίσιο μιας νεκρώσιμης ακολουθίας. Να μην καταδέχεσαι να ακουμπήσεις μαζί τους ούτε στο ίδιο φέρετρο. Να μην τους συγχωρείς ούτε νεκρούς.

Αυτή η στάση δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή. 

Είναι ...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΜΠΟΥΡΤΖΟΒΛΑΧΟΠΛΗΚΤΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Ο Αλέξης Χαρίτσης ως θειά

 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Ας μεταφερθούμε σε μια βαθιά επαρχία και σε μια κηδεία. Ενός επιφανούς πολίτη, που τον εκτιμούσαν όλοι. Με ένα «όλοι» σχεδόν καθολικότητας και εκτίμησης.

Εννοείται ότι θα θεωρούσαν χρέος να παρευρεθούν οι συνάνθρωποί του, οι συμπολίτες του, αλλά εξίσου θα έσπευδαν και «θειές», ως μειοψηφία, με τον τόνο αυστηρά στο έψιλον, για να δουν, ενδεχομένως να κατασκοπεύσουν πίσω από τα στενά μάτια τους και τα σφιχτά, σουφρωμένα χείλη τους, τους άλλους που πήγαν. Μα, ο Αλέξης Χαρίτσης, ενεργώντας ως θειά, απογείωσε τον ρόλο χαμηλότερα. Δεν είναι η απόφαση να μην παρευρεθεί, λες και είχαμε την έγνοια της παρουσίας του, αλλά η αγωνιώδης δίψα του να τραβήξει το βλέμμα η απουσία του.

Πώς;

Εκανε, τρόπον τινά, μούτρα για αυτούς που θα πήγαιναν και γι’ αυτό δεν παρέστη. Οπως η λαϊκή ρήση «Θύμωσε η Θυμιώ» ή «Θύμωσ’ ο καλόγερος κι έσκισε τα ράσα του». Και για να τους «την πει» έγραψε: «Το θεώρησα πιο τίμιο από το να σταθώ στη Μητρόπολη δίπλα στον Αδωνι και το μισό υπουργικό συμβούλιο και να ακούω τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αποχαιρετά τον “φίλο του τον Νιόνιο”».

Δηλαδή, εμμέσως, «την είπε» και στον Νιόνιο. Κάπως ως «Να χαίρεσαι τους φίλους σου, παλιοτεθνεόντα. Ε, κι εγώ δεν έρχομαι στην κηδεία» Που δεν ρώτησες τον Χαρίτση με ποιους να πας και ποιους ν’ αφήσεις.   

Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμα και σε αυτή την ηλικία δεν έχει αντιληφθεί στοιχειώδεις αρχές της δημοκρατίας, του πολιτεύματός μας. Και βέβαια, της στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι λοιποί πολιτικοί δεν ήρθαν διά πραξικοπήματος στην εξουσία. Ψηφίστηκαν. Οι πολίτες είναι οι μόνοι που θα αποφασίσουν την τύχη αυτών. Θα τους ψηφίσουν ή θα τους καταψηφίσουν. Θα τους διατηρήσουν ή θα τους εξαφανίσουν. Θα τους «μιλάνε» ή δεν θα τους «μιλάνε» διά ψήφου.

Αντιθέτως, οι πολιτικοί οφείλουν να τους απευθύνονται, να συνομιλούν, να διαφωνούν, να τους μάχονται διά των λόγων, να παρίστανται και όχι να κάνουν μουτράκια ως για γκόμενα. (Αυτά άλλωστε τα τερτίπια-«μουτράκια» είναι εξαντλημένα τόσο από τον Κώστα Καραμανλή όσο και από τον Σαμαρά.)

Αγαπημένοι μου αναγνώστες. Μην ξεγελιόμαστε. Η συμπεριφορά του Αλέξη Χαρίτση δεν έχει να κάνει με Αριστερά ή Δεξιά ή δεν ξέρω τι δήθεν ιδεολογική κατεύθυνση και ιδεολογική συνείδηση. Εχει να κάνει με βαθιά, original μπουρτζοβλαχιά.

Και, μεταξύ μας, αυτή είναι και…

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ - ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: Ο επικήδειος λόγος που διάβασε ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αποχαιρετώντας τον φίλο του Διονύση Σαββόπουλο

 

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

 

Έρχομαι από τη Θεσσαλονίκη να σου μεταφέρω την βαριά οδύνη της πόλης αλλά και το σεβασμό της που αξιώθηκε εκείνη τη βραδιά του 44 να γεννήσει ένα τόσο λαμπρό τέκνο.

Φέρνω το κατευόδιο τώρα που επιστρέφεις στο βαθύτερο κόρφο της γενέθλιας πόλης στο υπόγειο νησί των ποιητών όπου σε περιμένει ο φίλος σου Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο βυζαντινός Πεντζίκης ο επίμονος θεσσαλονικεύς Γιώργος Ιωάννου , περαματάρης ,ο αγαπημένος σου Νίκος Παπάζογλου που θα σε μεταφέρει με το δικό του ιστιοφόρο στο ξέφωτο όπου σε περιμένει η παρέα, το στρωμένο τραπέζι, και οι κουρντισμένες κιθάρες.

Η μητέρα πόλη σε αποχαιρετά. Με τα ανεμισμένα της κάστρα που έψαλλες, τα καΐκια μες στο φως, τα βεγγαλικά, τις χορωδίες, το πλήθος που βλέπει οπτασίες. Η γειτονιά σου η Ανάληψη σε γνέφει όπως και η οδός Ιατρού Ζάννα δύο λεπτά από τη Θάλασσα, δίπλα στην ιχθυόσκαλα, εκεί στην ταβέρνα του Γαβρήλου με τις καλαμωτές, εκεί κοντά που είδες για πρώτη φορά τον Τσιτσάνη να κατεβαίνει από το λεωφορείο κρατώντας ένα μικρό βιολί και να περπατάει δέκα πόντους πάνω από το χώμα, πάνω από το έδαφος, να ίπταται και οι σόλες του να μην λερώνονται ποτέ. Οι γονείς σου και οι γονείς μας, που κάποτε όλοι μας τόσο σκληρά απαρνηθήκαμε, σε χαιρετούν οδυρόμενοι βαθιά, βουβά.

Οι παλιοί σου φίλοι, ο Μπάμπης ο Καλλιπολίτης, ο Τάκης ο Σιμώτας, τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο – δυο στα αγγλικά, οι παιδικοί σου φίλοι, ανεβασμένοι στην ανεμόσκαλα του φωταγωγού σε πικροχαιρετούν. Ο φίλος σου ο Δώρης που παρίσταται, ο Κωστής Μοσκώφ που σε καλούσε να πιείς βερμούτ στα εφηβικά του πάρτι, σε γνέφει από μακριά. Το 5ο Γυμνάσιο Αρρένων και ο καθηγητής μας Γιώργος Βαφειαδης που σε έκανε καλόν στα αρχαία για να αντιμετωπίσεις επιτυχώς τον Αριστοφάνη σε φωνάζουν για μια νέα εφηβική εκδρομή στο Αρσαλή ή στα πεύκα της Νέας Ελβετίας. Και εκεί σας περιμένει καραδοκώντας πίσω από ένα δέντρο με αναμμένη την κάμερα ο έξοχος Λάκης Παπαστάθης. Οι βυθισμένες εκκλησίες της Θεσσαλονίκης και τα Κατηχητικά, οι αναρχικοί της Ροτόντας και οι άγρυπνοι της νύχτας, παλιοί Ρηγάδες και νέοι νοικοκυραίοι, γέροντες και παιδιά, λύκεια και μορμολύκεια, η Τούμπα και η παραλιακή, η Βασιλίσσης; Όλγας, η Χαριλάου και η Καλαμαριά, σε αποχαιρετούν με ένα βαθύ σφίξιμο στην καρδια.

Χθες βρήκα στο δρόμο ένα φίλο, τον Στέφανο, που μου είπε πως ποτέ δεν αισθάνθηκε τόσο ορφανός όσο τώρα που έφυγες, ακόμα και όταν έχασα τους δυο γονείς μου, μού είπε δακρύζοντας, δεν ένοιωσα τόση αβάσταχτη ορφάνια όση τώρα που έφυγε ο Διονύσης.

Ναι, γιατί οι πνευματικοί γονείς είναι πάντα επιλογή και γι αυτό πιο αγαπημένοι. Και συ Νιόνιο που βγήκες από το πνευματικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ξέρεις τι σημαίνει αυτό.

Αγάπησες βέβαια εξίσου την πανέμορφη θεϊκή Αθήνα, τη διαύγεια και το φως, το ανεπανάληπτο κλίμα, τη ζωντάνια και την ελευθερία της. Έφθασες εδώ 18 χρονών με προϋποθέσεις στο μείον άπειρο και μπόρεσές κι έκανες ένα τόσο μεγάλο έργο. Επιβίωσες και δημιούργησες εδώ στην πρωτεύουσα την προσφορά σου με γενναιοφροσύνη και γενναιοδωρία. Έζησες εδώ με τη μούσα σου την Άσπα, φύλακα άγγελο και καθημερινό σου χερουβείμ, και εδώ γεννήσατε τα παιδιά σας τον Κορνήλιο και τον Ρωμανό. Αλλά πάντα και πιο βαθιά υπήρχε μέσα σου το άγχος, η ακοίμητη αγωνία της έκφρασης του ανεπανάληπτου στίχου, του πεπρωμένου της μουσικής, η αγρύπνια για την πιο εύστοχη λέξη. Για την αιφνίδια έλευση της έμπνευσης. Για το πυκνό ουσιώδες, υπέρτατο τραγουδάκι «να υψωθεί σα μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά».

Πώς πληρώνεται όλο αυτό;  

Δεν πληρώνεται. Δεν αναγνωρίζεται τελικά. Δεν υπάρχει αντιμισθία. Είναι κάτι άυλο εκείθεν και υπεράνω. Είναι μια ιεροπραξία υπέρ του γένους, υπερ. της άπειρης διάρκειας του ελληνισμού.

Σκεφτείτε πως επί αιώνες πριν γεννηθούν οι μεγάλοι ιστορικοί Ξενοφών, Θουκυδίδης, Ηρόδοτος οι Έλληνες αντλούσαν την ταυτότητα και την ενότητα τους από δυο ψαλλόμενα ποιήματα, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.  

Σκεφτείτε κατόπιν την αξία ενός μικρού εκκλησιαστικού άσματος: «Τη Υπερμάχω.

Το βάρος ενός στίχου του Διονυσίου Σολωμού, τον Παπαδιαμάντη, τη Φραγκοσυριανή του Μάρκου και πόσο λειψοί θα ήμασταν χωρίς τον Τσιτσάνη, τον Μίκη, τον Μάνο, τον Ξαρχάκο, τον Λοϊζο, τον  Μαρκόπουλο, τον Σπανό και τον Κουγιουήτζη, τον Μαχαιρίτσα  τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τον Νικόλα Άσιμο. Χωρίς τους τραγουδιστές και τους μουσικούς μας, ακόμα και τον τραγουδιστή του ενός τραγουδιού. Χωρίς τους ποιητές μας, χωρίς τον Νιόνιο με τις υπόγειες στοές να συναντάει και να ενώνει τις βασικές μας τις αρχές.

Διονύση η Ελλάδα ολόκληρη και η μητέρα Θεσσαλονίκη σε αποχαιρετούν φιλώντας το σεπτό σου μέτωπο. Είσαι ένα εγγόνι του Λευκού Πύργου. Το έργο σου θα μας φέρει πιο κοντά,  θα το απολαμβάνουμε, θα το μελετούμε και θα το αφουγκραζόμαστε όλοι οι Έλληνες για πάντα.

Σου ευχόμαστε …

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Και τι έγινε που δεν πήγε η αντιπολίτευση στην κηδεία του Σαββόπουλου;

 

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Μπορεί να φταίω εγώ αλλά δεν καταλαβαίνω τα επικριτικά ή παραπονιάρικα κατεβατά για την απουσία της αντιπολίτευσης από την κηδεία του Διονύση Σαββόπουλου. Μου φαίνονται σαν επικριτικά ή παραπονιάρικα κατεβατά εναντίον των κουνουπιών επειδή τσιμπάνε, των χουλιγκάνων επειδή βιαιοπραγούν, του σεισμού επειδή γκρεμίζει σπίτια κ.ο.κ. Μου φαίνεται δηλαδή σαν μια διαμαρτυρία για το φυσικό. Αυτό που, όσο δυσάρεστο κι αν είναι, δεν μπορεί να αλλάξει.

Η αντιπολίτευση τα τελευταία χρόνια είναι ανεύθυνη, εχθροπαθής, τοξική, μισαλλόδοξη και άλλα κακά επίθετα.

Οι αρχηγοί της φέρονται σαν κακομαθημένα πεντάχρονα που, στερούμενοι των φραγμών της ωριμότητας, δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα προκειμένου να κερδίσουν πολιτικά οφέλη (ναι, δεν τα καταφέρνουν γιατί θέλει και λίγο μυαλό).

Πώς είναι δυνατόν τέτοιου είδους άνθρωποι να αφήσουν κατά μέρους τις μικρότητες και τη μνησικακία τους;

Πώς θα ήταν ποτέ δυνατόν να υποτάξουν την εχθροπάθειά τους για να δείξουν ότι μπορούν να καταλάβουν ένα εθνικό μέγεθος ακόμα κι όταν δεν βρίσκουν τρόπο να το οικειοποιηθούν;

Τι, δηλαδή, στη μέχρι τώρα συμπεριφορά τους δικαιολογεί την οποιαδήποτε έκπληξη από τη στάση τους;

Αν κάτι θα ήταν αναπάντεχο, θα ήταν αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι να αναλάμβαναν το (αν μη τι άλλο) θεσμικό χρέος τους να τιμήσουν τον Σαββόπουλο.

Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι με τη δράση τους, τη συμπεριφορά τους και την επιμονή τους να αγνοούν την πραγματικότητα, έχουν καταφέρει να κάνουν τη Νέα τη Δημοκρατία του Κυριάκου του Μητσοτάκη τη μοναδική κυβέρνηση που μετά από 6 χρόνια εξουσίας έχει στις δημοσκοπήσεις διπλάσιο ποσοστό από τον δεύτερο. Οι άνθρωποι είναι και άμυαλοι και άνιωθοι και, όπως φαίνεται, τίποτα δεν πρόκειται να τους κάνει να αλλάξουν.

Και εδώ που τα λέμε δεν έγινε και τίποτα που δεν πήγαν. Δεν φαντάζομαι κανείς από την οικογένεια ή από τους δικούς του ανθρώπους να στεναχωρήθηκε που δεν ήταν εκεί ο σύντροφος Ανδρουλάκης, ο υπηρεσιακός πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ο προκαθήμενος της κομμουνιστικής εκκλησίας στην Ελλάδα ή ο πωλητής του Τελοπόν (η πιο έξυπνη από αυτούς κόρη του Νίκου του Κωνσταντόπουλου, έστω και με καθυστέρηση, πήγε).

Δεν μειώνεται στο παραμικρό το μέγεθος του Σαββόπουλου επειδή οι εκμεταλλευτές θανάτων αδιαφόρησαν για μια κηδεία την οποία δεν θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης είναι ανήμποροι να επηρεάσουν, ανήμποροι να εμπνεύσουν, ανήμποροι να εμφανιστούν ως εναλλακτική διακυβέρνησης.

Είναι …

 

Υπαρκτού Αριστερο-Σκατοψυχο-Ξεφτιλαρόπληκτου Ελληνισμού κωμωδία

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Μουσικό συγχωροχάρτι απ τους ξεφτιλισμένους στον γίγαντα Νιόνιο

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

Του ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

Εχει κάτι κωμικό το να σε συγχωρούν άτομα στα οποία δεν έκανες ποτέ τίποτα κακό. Ατομα από τα οποία δεν ζήτησες ποτέ συγχώρεση.  

Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου έδωσε σε πολλούς την ευκαιρία να επιδείξουν δημοσίως την άτοπη μεγαθυμία τους: Ε, λοιπόν, τον συγχωρούν τον Σαββόπουλο! Που δεν εξέφρασε τις πολιτικές θέσεις τους, που δεν στήριξε ανθρώπους και κινήματα του γούστου τους, που τόλμησε να έχει δική του φωνή, ασύμβατη με τις φωνές που ηχούν στο κόμμα τους, στον πολιτικό τους χώρο ή στο κεφάλι τους. 

Το κατευόδιο του Σαββόπουλου συνοδεύθηκε από ένα γενικευμένο «Ναι μεν, αλλά». 

Ναι μεν ήταν ταλαντούχος, αλλά δεν τίμησε το ταλέντο του! 

Ναι μεν τα έλεγε σωστά στα τραγούδια του, αλλά δεν έζησε με τρόπο που εμείς θεωρούμε συνεπή προς αυτά! 

Ναι μεν, ειδικά τα τελευταία χρόνια, οι δημόσιες παρεμβάσεις του απείχαν από τα προτάγματα της αριστερής ορθοδοξίας, αλλά του κάνουμε τη χάρη να αναγνωρίσουμε την αξία του έργου του. 

Ακόμα πιο κωμικό είναι ότι αυτοί που χαρίζουν τη συγχώρεσή τους χωρίς να τους ζητηθεί, συγχωρέθηκαν πρώτοι από τον συγχωρεμένο εν αγνοία τους. Ο Διονύσης Σαββόπουλος σ’ αυτόν τον κόσμο ζούσε. Ηξερε ποιοι θύμωναν μαζί του και ποιοι οργάνωναν επιθέσεις εναντίον του. Ηξερε τις αντιλήψεις των ανθρώπων, καταλάβαινε τα όριά τους και προχωρούσε παρακάτω χωρίς μνησικακία.

Δεν έκανε όμως κάτι ο Σαββόπουλος για να αξίζει το διαρκές ζύγισμα των μίζερων τιμητών, ακόμα και την ημέρα του θανάτου του. Για την ακρίβεια, ο καλλιτέχνης τα έκανε όλα σωστά: Μίλησε πρώτα ως δημιουργός και έπειτα ως ελεύθερος πολίτης. Και μίλησε σε όλες τις περιπτώσεις σοφά, απαλλαγμένος από την ανάγκη να επιβληθεί ή να γίνει αρεστός. 

 Δεν προπαγάνδισε, δεν φανάτισε ούτε φανατίστηκε, δεν είχε δόλιους σκοπούς. Κατέγραψε την ελληνικότητα ως θεωρία, στοχασμό και βίωμα με τρόπο τόσο ευφυή και ακριβοδίκαιο, ώστε πέτυχε αυτό που οι περισσότεροι μόνο ονειρεύονται: να γίνει οικουμενικός. 

Τόσο οικουμενικός, που άρεσε μέχρι και στους επικριτές του, οι οποίοι, σαν κακομαθημένα παιδιά, μπέρδεψαν την αρέσκεια με την ιδιοκτησία. Αποφάσισαν ότι ο Σαββόπουλος τους ανήκει και, ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένος να θέσει την οικουμενικότητά του στην υπηρεσία τους. Να τους εκφράζει μονίμως και σε όλα· να επιβεβαιώνει τις ιδέες τους· να γίνει η μασκότ τους. 

Μόνο που ο Σαββόπουλος δεν υποσχέθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Το αντίθετο μάλιστα: στάθηκε απέναντι στο κοινό του πολλές φορές και απάντησε στον κομφορμισμό του τελευταίου με πνεύμα προκλητικό και ατίθασο.

Δεν είναι μόνο σαββοπουλικό φαινόμενο η απαξίωση των καλλιτεχνών οι οποίοι αρνούνται να εναρμονιστούν με την ηθική και πολιτική νομιμοφροσύνη που τους επιφυλάσσουν τα ιδεολογικοποιημένα κοινά.  

Μερίδα του κόσμου τα έβαλε και με τον Μίκη Θεοδωράκη κάποτε, όταν κι εκείνος αρνήθηκε να ακολουθήσει το ρεύμα που κάποιοι ανέμεναν να ακολουθήσει. 

Αν ο Χατζιδάκις προλάβαινε τα κοινωνικά δίκτυα, θα τα άκουγε κι αυτός για το πόσο «αντιδραστικός» είναι και για το πόσο οι πολιτικές του ιδέες απάδουν προς την τέχνη του. 

Το πρόβλημα δεν το έχουν οι καλλιτέχνες που «απογοητεύουν». Αλλωστε, δεν είναι δουλειά των καλλιτεχνών να μην απογοητεύουν· δουλειά τους είναι να παράγουν την καλύτερη δυνατή τέχνη, με όποιο κόστος. 

Το πρόβλημα το έχουν εκείνοι που...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΗ ΣΚΑΤΟΨΥΧΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Στο ξόδι του Νιόνιου μας, παρούσα η Ελλάδα, απούσα η ηγεσία της Αριστεράς

 Toυ ΓΙΑΝΝΗ ΜΕΪΜΑΡΟΓΛΟΥ

Το σοκ από την τραγική είδηση του θανάτου του Διονύση Σαββόπουλου βύθισε στο πένθος ολόκληρη την Ελλάδα
. Ένα πένθος παράξενο, που μόνο βουβό δεν ήταν καθώς τα δάκρυα ενώθηκαν γρήγορα σε ένα ατέλειωτο τραγούδι που απλώθηκε σαν συννεφούλα πάνω από τη χώρα. Η εξόδιος ακολουθία ήταν το έναυσμα για ν’ αρχίσει ένα μεγάλο πανηγύρι «στις πλατείες και στους δρόμους από συντρόφους οικοδόμους, φοιτητές» μέχρι την είσοδο του κοιμητηρίου, εκεί που συγγενείς και φίλοι, πιασμένοι από τα χέρια, μπήκαν χορεύοντας και τραγουδώντας τους στίχους της αιώνιας αισιοδοξίας. Ας κρατήσουν οι χοροί!

Μέσα σε τέσσερις μέρες -τόσες πέρασαν από το κακό μαντάτο ως τη Μητρόπολη- ξετυλίχτηκε η ιστορία της Ελλάδας των τελευταίων έξι δεκαετιών σαν ντοκιμαντέρ στην οθόνη που βούλιαξε από τις αναμνήσεις καθώς το πλήθος σάλευε για να τιμήσει τον μεγάλο ποιητή της γενιάς μας.  

Ο Νιόνιος ένωσε στα εύκολα και, κυρίως, στα δύσκολα εξήντα χρόνια κομμάτια της ψυχής μας. Συγκλονιστικές ήταν οι δηλώσεις «επώνυμων» και «ανώνυμων» ανθρώπων. Η πιο σύντομη και λιτή ίσως, έγινε από κάποια γυναίκα που είχε μόλις αφήσει ένα λουλούδι στο φέρετρο: «Ήρθαμε να αποχαιρετήσουμε τη νιότη μας».

Μπορεί η Μητρόπολη να γέμισε, μέσα κι έξω, από τον κόσμο που ήρθε από νωρίς να αποτίσει φόρο τιμής στον τροβαδούρο του, ωστόσο κάποιες θέσεις μέσα στον ναό παρέμειναν κενές με τα ονόματα των «δικαιούχων» τους να χάσκουν στα άδεια καθίσματα. 

Οι ηγέτες των κομμάτων της Κεντροαριστεράς δεν ήταν εκεί. 

Να είχαν άλλες προτεραιότητες στο πυκνό πολιτικό πρόγραμμά τους; 

Να είχαν κάποιες ανυπέρβλητες «ανειλημμένες» υποχρεώσεις; 

Να μη βρήκαν λίγο χρόνο για να θρηνήσουν κι αυτοί τη βαριά, εθνική απώλεια; Να πούνε, σ’ αυτό το τελευταίο κατευόδιο, δυο λόγια για τον Διονύση;

Υπάρχει και χειρότερη εκδοχή. Να μην θέλησαν, ως «προοδευτικοί» ηγέτες, να επικυρώσουν με την παρουσία τους τις επιλογές που έκανε ο Σαββόπουλος στην «πολιτική» του διαδρομή και δεν βόλεψαν τις κομματικές τους γραμμές.  Λες και θα μπορούσε να χωρέσει σε στενά κομματικά όρια ο δημιουργός που μας είχε προειδοποιήσει έγκαιρα ότι «το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι». Ή λες και μπορούσαν να κοντύνουν τον Νιόνιο στο δικό τους μπόι μήπως και τον φτάσουν.  

Μια ακόμα απογοήτευση για ένα κόσμο που ασφυκτιά στο πολιτικό αδιέξοδο και προσπαθεί να πάρει ανάσα. Αυτά που έπρεπε να ειπωθούν από εμάς, ακούστηκαν δυστυχώς από άλλα χείλη. Κρίμα!

Τι κι αν έλειπαν οι «εκπρόσωποι, έρημοι κι απρόσωποι», οι υπόλοιποι ήμσταν εκεί. Δίπλα στο φέρετρο, μέσα και έξω από τον ναό, στον δρόμο, στο κοιμητήριο. «Εμείς, του ‘60 οι εκδρομείς» συνοδέψαμε τον Νιόνιο στο περιβόλι του όπως του έπρεπε, όπως άρμοζε στον άνθρωπο που...