"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: Οι καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής

 Του Σταύρου Ζουμπουλάκη
 

Μεγάλη Εβδομάδα και άρχισαν πάλι κάποια ευαίσθητα αυτιά να διαμαρτύρονται για την κωδωνοκρουσία, ειδικά για τη σχεδόν ολοήμερη της Μεγάλης Παρασκευής. Σε μια Αθήνα όπου κάθε είδους θόρυβοι μας κατακλύζουν από παντού, αυτοί οι ευαίσθητοι ενοχλούνται με τις καμπάνες, αποκαλώντας ενίοτε τη μουσική τους «ηχορρύπανση» – αυτή και μόνο η λέξη για τις καμπάνες αρκεί, αν θέλουμε να καταλάβουμε σε ποια κοινωνία ζούμε πολιτιστικά.  

Υπάρχει πάντως νομοθεσία που τα ρυθμίζει όλα αυτά και οι ναοί σχεδόν στο σύνολό τους συμμορφώνονται – και όταν δεν συμμορφώνονται καταδικάζονται στα δικαστήρια (βλ. και πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, τον Σεπτέμβριο του 2024). Πρέπει ασφαλώς όλοι οι ιερείς και οι επίσκοποι να καταλάβουν ότι σήμερα η καμπάνα δεν παίζει τον ρόλο που έπαιζε παλιά, αφού, αφενός, όλοι έχουμε ρολόγια και, αφετέρου, κανείς δεν πάει πια στην εκκλησία επειδή σήμανε η καμπάνα, αλλά ξέροντας ή μπορώντας εύκολα να μάθει το πρόγραμμα των ακολουθιών. 

Η καμπάνα σήμερα δεν καλεί, έχει άλλη λειτουργία, συνήθως πανηγυρική και, κατά τη Μεγάλη Παρασκευή, πένθιμη.  

Εμένα πάντως μου αρέσει πολύ ο ήχος της, χαίρομαι να τον ακούω, όπως μου αρέσει πολύ και η φωνή του μουεζίνη στις ισλαμικές πόλεις και χωριά, και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πόσο ενοχλητικά μπορεί να είναι εκείνα τα σαράντα δευτερόλεπτα, όταν η καμπάνα σημαίνει για εσπερινό σε όσους ναούς, όλο και λιγότερους, εξακολουθούν να κάνουν κάθε μέρα εσπερινό. 

Ειδικότερα με συγκινούν βαθιά οι καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής, που σήμερα τις προστατεύει ακόμη ο νόμος, μα αύριο κανείς δεν ξέρει

Ας είναι. Δεν έχω επιχειρήματα έναντι τόσης ευαισθησίας, γι’ αυτό θα προσφύγω, όχι για να μεταπείσω κανέναν αλλά προς παρηγορία (δική μου), στη λογοτεχνία.

Αν κάναμε μια ανθολογία με κείμενα μεγάλων συγγραφέων, της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, που μιλούν με θέρμη και συγκίνηση για τα καμπαναριά και τις καμπάνες, θα μας χρειάζονταν πολλοί τόμοι. 

Θα μπορούσα να σταθώ μόνο στον Προυστ, αλλά επειδή αυτοί οι ευαίσθητοι είναι συνήθως καλλιεργημένοι αστοί, θα έχουν, φαντάζομαι, πάνω στο κομοδίνο τους μόνιμα τους τόμους του «Αναζητώντας» και μπορούν εύκολα να ανατρέξουν στις σελίδες του και να διαβάσουν όσα γράφει σε πολλά σημεία για τα καμπαναριά της χώρας του. Θα αναφέρω όμως, γιατί ίσως να μη το γνωρίζουν, ότι ο Προυστ αρθρογράφησε κιόλας στη Figaro για να υπερασπιστεί τα καμπαναριά (κατά συνέπεια και τις καμπάνες) και να συνηγορήσει υπέρ του Μωρίς Μπαρρές, που έδινε αγώνα στη Βουλή και στον Τύπο για να σωθούν οι εκκλησίες – το βιβλίο του «La grande pitié des églises de France» (1914) είναι απολύτως αξιανάγνωστο και σήμερα. Ορισμένα από τα κείμενά του αυτά τα συμπεριέλαβε στο «Pastiches et mélanges» (1919).  

Για να συνδεθούμε και με την Μεγάλη Εβδομάδα , ο Προυστ στο κείμενό του «La mort des cathédrales» (Ο θάνατος των καθεδρικών ναών) εξηγεί, παραθέτοντας τον Emile Mâle, τη μεγάλη συμβολική σημασία της κωδωνοκρουσίας, στο πρώτο μέρος της ακολουθίας του Μεγάλου Σαββάτου της Καθολικής Εκκλησίας («Pastiches et mélanges», L’ Imaginaire/Gallimard, σ. 215). Το σημειώνω αυτό γιατί βιαζόμαστε συχνά να θεωρούμε μόνο αισθητική την υπεράσπιση των ναών από τον Προυστ. Για αυτή την κινητοποίηση του Προυστ, βλέπε και το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Jean-Pierre Rioux (1939-2024), το τελευταίο του πριν πεθάνει (6 Δεκεμβρίου 2024): «Vive nos clochers. Avec Barrès, Hugo, Proust et les autres» (Ζήτω τα καμπαναριά μας. Με τον Ουγκώ, τον Μπαρρές, τον Προυστ και άλλους), Bleu autour, Απρίλιος 2024, σ. 97-116. 

Δεν θα αντισταθώ στον βιβλιογραφικό πειρασμό να προσθέσω και το εξαιρετικό βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Alain Corbin, «Les cloches de la terre. Paysage sonore et culture sensible dans les campagnes au XIXe siècle», Espaces Libres/Albin Michel 2023 (1η έκδοση 1994), όπου μαθαίνουμε και την ιστορικότητα της πολεμικής γύρω από τις καμπάνες, που ξεκίνησε βέβαια –πώς αλλιώς;– με τη Γαλλική Επανάσταση.

H ελπίδα για ένα ανθρώπινο μέλλον βρίσκεται κυρίως στο να περισώσουμε όσο περισσότερα μπορούμε από αυτά που καθιστούν τον κόσμο μας αναγνωρίσιμο. Ανάμεσα σε αυτά εγώ θα συγκατέλεγα και τα καμπαναριά.

Από τους αμέτρητους συγγραφείς που υμνούν τις καμπάνες και τη φωνή τους, θα σταθώ, μένοντας σε γαλλικό έδαφος, στον μέγα Σατωβριάνδο (1768-1848). Οταν θα έρθει η στιγμή στο «Génie du christianisme» (1802) να μιλήσει για τη χριστιανική λατρεία, θα ξεκινήσει με τις καμπάνες. Αποτολμώ μια πρόχειρη μετάφραση λίγων αράδων:
«Ηταν κατ’ αρχάς, νομίζουμε, πράγμα πολύ θαυμαστό που έχουμε βρει το μέσο να γεννάει, με ένα μόνο χτύπημα, την ίδια στιγμή, το ίδιο συναίσθημα σε χίλιες διαφορετικές καρδιές, και έχουμε αναγκάσει τους ανέμους και τα σύννεφα να φορτωθούν τις σκέψεις των ανθρώπων. Κατόπιν, ως μουσική αρμονία, η καμπάνα έχει αναμφίβολα μια ομορφιά πρώτης γραμμής: αυτήν που οι καλλιτέχνες αποκαλούν το μεγαλειώδες [le grand, με υπογράμμιση στη λέξη από τον συγγραφέα]. […] Τέτοια είναι περίπου τα συναισθήματα που γεννούσαν οι ήχοι των ναών μας· συναισθήματα τόσο πιο όμορφα όσο αναμειγνυόταν σε αυτά μια θύμηση του ουρανού. Αν τις καμπάνες τις είχαμε κρεμάσει σε οποιοδήποτε άλλο μνημείο εκτός από τις εκκλησίες, θα έχαναν την πνευματική μέθεξη με τις καρδιές μας […]. Ας αφήσουμε λοιπόν τις καμπάνες να συνάζουν τους πιστούς· γιατί η φωνή του ανθρώπου δεν είναι αρκετά αγνή για να καλεί στο κράσπεδο του θυσιαστηρίου τη μετάνοια, την αθωότητα και τη δυστυχία» (4ο μέρος, 1ο βιβλίο, 1ο κεφάλαιο).

Εγραψα εν απογνώσει παίζων, κατακλείω σπουδάζων: όταν ο φασίζων πολιτικός αυταρχισμός επελαύνει, σε συμμαχία με αδίστακτους τεχνοφασίστες, όταν ο κόσμος και η ζωή μας όπως τα ξέραμε αλλάζουν και γίνονται αγνώριστα, η ελπίδα για ένα ανθρώπινο μέλλον βρίσκεται κυρίως στο...

 

ΠΑΣΧΑ: Η εντολή της ζωής


Η μόνη βεβαιότητα για τον Ιεζεκιήλ είναι ότι ο άνθρωπος έχει απέναντί του έναν Θεό ελέους και συγχώρησης.



Δ​​ύο αναγνωστικές συμπτώσεις μού δίνουν την αφορμή για το σημερινό πασχαλινό σημείωμα. Αφορούν και οι δύο το περίφημο 16ο κεφάλαιο του Ιεζεκιήλ. 


Η πρώτη προέρχεται από το μυθιστόρημα της Μέριλιν Ρόμπινσον «Lila» (2014). Εκεί, η ομώνυμη ηρωίδα, παιδί παρατημένο, που δεν έμαθε ποτέ ποιοι ήταν οι γονείς του, θα ζήσει επειδή μια γριά, πλανόδια εργάτρια θα το πάρει και θα το μεγαλώσει σαν να ήταν το παιδί που κάποιος το θέλησε. Η Λάιλα, σύζυγος πάστορα τώρα πια, διαβάζει, όπως είναι φυσικό, τη Βίβλο. Της αρέσει περισσότερο ο Ιεζεκιήλ, και κυρίως το κεφάλαιο αυτό: «Τη μέρα που γεννήθηκες δεν σού ‘κοψαν τον ομφάλιο λώρο ούτε σε πλύναν με νερό για να σε καθαρίσουν, δεν σ’ έτριψαν με αλάτι ούτε σε σπαργάνωσαν. Κανένα μάτι δεν σε λυπήθηκε [...] αλλά σε πέταξαν στα χωράφια, όταν γεννήθηκες, χωρίς για τη ζωή σου να νοιαστούν. Εγώ πέρασα από κοντά σου, σε είδα να κυλιέσαι μες στο αίμα σου, κι έτσι στην κατάσταση που βρισκόσουνα σου είπα: Ζήσε!».

Εγώ ήμουν αυτό το παιδί, θα πει η Λάιλα, στο οποίο κάποιος φώναξε εκείνο το θαυματουργό «Ζήσε!» και ένα χέρι το πήρε πράγματι και το έσωσε.


Η άλλη αναγνωστική σύμπτωση των ημερών ήταν το βιβλίο –μια συνέντευξη πάλι– του Πάπα Φραγκίσκου «Το όνομα του Θεού είναι έλεος». Αφού παρουσιάσει το περιεχόμενο του κεφαλαίου, θα προσθέσει ο Πάπας: «Μπορώ να διαβάσω τη ζωή μου μέσα από το κεφάλαιο 16 του βιβλίου του προφήτη Ιεζεκιήλ. Διαβάζω αυτές τις σελίδες και λέω: μα όλα αυτά μοιάζουν να γράφτηκαν για μένα. Ο προφήτης μιλάει για την ντροπή και η ντροπή είναι μια χάρις: όταν κάποιος νιώσει το έλεος του Κυρίου, ντρέπεται αφάνταστα για τον εαυτό του, για τις αμαρτίες του». 


Το εγκαταλελειμμένο κορίτσι του Ιεζεκιήλ, που έσωσε ο Θεός, θα μεγαλώσει, θα γίνει όμορφη γυναίκα και ο Γιαχβέ θα την πάρει για δική του. Εκείνη όμως θα τον εγκαταλείψει και θα γίνει πόρνη – και η Λάιλα της Ρόμπινσον θα δουλέψει σε πορνείο


Ο Γιαχβέ θα πικραθεί και θα την τιμωρήσει. Στο τέλος, ωστόσο, θα τη συγχωρήσει: «Εγώ όμως δεν θα ξεχάσω τη διαθήκη που έκανα μαζί σου όταν ήσουν νέα και θα κάμω πάλι μ’ εσένα αιώνια διαθήκη. Τότε θα θυμηθείς τις πράξεις σου και θα ντραπείς. [...] Και όταν θα κάνω μ’ εσένα διαθήκη, θα μάθεις ότι εγώ είμαι ο Κύριος. Τότε θα θυμάσαι τα περασμένα σου και θα ντρέπεσαι και δεν θα μπορείς πια ν’ αρθρώσεις λέξη από την ντροπή σου· τότε θα σε συγχωρήσω για όλα όσα έχεις κάνει. Εγώ ο Κύριος ο Θεός το λέω».


Το κεφάλαιο 16 του Ιεζεκιήλ είναι μια αλληγορία για την Ιερουσαλήμ. Και όμως η αγράμματη Λάιλα του μυθιστορήματος της Ρόμπινσον και ο Πάπας Ρώμης διαβάζουν σε αυτό την προσωπική τους ιστορία.


Διαβάζουν σωστά. Δεν υπάρχει πράγματι άλλος τρόπος να διαβάζεις τη Βίβλο από το να βρίσκεις στην ιστορία του λαού του Θεού, την προσωπική σου ιστορία, τον εαυτό σου και τη ζωή σου, το έλλειμμά σου και την ελπίδα σου. Λίγο παρακάτω, άλλωστε, στο κεφάλαιο 18, ο Ιεζεκιήλ θα πει, με τον πιο ρηξικέλευθο τρόπο, ότι η σχέση με τον Θεό είναι προσωπική και ότι η ευθύνη ανθρώπου είναι ατομική.  


Θα απορρίψει με ένταση κάθε έννοια συλλογικής ευθύνης: δεν μουδιάζουν τα δόντια των παιδιών από τα άγουρα σταφύλια που έφαγαν οι γονείς τους. Κανείς δεν καθορίζεται και δεν δεσμεύεται από τη ζωή των γονιών του, ούτε καν από τη δική του. Ολα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή: ο δίκαιος να γίνει άνομος, και ο άνομος να γίνει δίκαιος, και τότε αυτός στα σίγουρα «ζήσεται». Ζωή του θα είναι τα έργα της δικαιοσύνης που έπραξε.  


Η μόνη βεβαιότητα για τον Ιεζεκιήλ είναι ότι...

ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Μελέτη ζωής


Σήμερα μπορώ να πω, με μεγάλη προσωπική σιγουριά και με ακόμη μεγαλύτερη άνεση, πόσο αφόρητη μου είναι η περίφημη ιδέα του πλατωνικού «Φαίδωνα» ότι η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου και πως «οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσιν». Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ιδέα αυτή δεν εκφράζει κανενός είδους νοσηρή σαγήνευση από τον θάνατο, αλλά, καθώς θεμελιώνεται στην πίστη για την αθανασία της ψυχής, σημαίνει τελικά προσδοκία και προπαρασκευή για την αιωνιότητα. Η γαλήνη του Σωκράτη έναντι του θανάτου δεν παρουσιάζεται στον «Φαίδωνα» ως κουράγιο και γενναιοφροσύνη, αλλά φαίνεται να έχει ως πηγή της τη βεβαιότητα για την αθανασία της ψυχής και την ελπίδα για την αιώνια μακαριότητα. Δεν παύει ωστόσο ο θάνατος, όσο και αν δεν επιδιώκεται, να θεωρείται καλός. Ο φιλόσοφος πρέπει να μάθει να φιλιώσει μαζί του και τελικά να τον θέλει.


Περισσότερο αφόρητο όμως μου είναι το γεγονός ότι η ιδέα αυτή διαπότισε τον χριστιανισμό, τη θρησκεία της Ανάστασης, και αλλοίωσε το κήρυγμα του ευαγγελίου του Χριστού, εκείνου που  διαβεβαίωσε όσους θέλουν να είναι μαθητές του ότι αυτός ο ίδιος είναι η ζωή («Εγώ ειμί [...] η ζωή», Ιω. 14, 10) και ότι ήρθε στον κόσμο για να ζήσουν οι άνθρωποι, να ζήσουν τη ζωή στην πληρότητά της, και με το παραπάνω («εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι», Ιω. 10, 10). «Και περισσόν»: έτσι, χωρίς άλλο προσδιορισμό, ζωή περίσσια, ζωή πλήρη και ακόμη παραπάνω. Ο ιστορικός χριστιανισμός ωστόσο γέμισε μαυρίλα, άρνηση της χαράς, ασκητική στέρηση, mortificatio, memento mori και μακάβριους χορούς. Η διηνεκής μνήμη του θανάτου θεωρήθηκε θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Ο λόγος περί αλλοιώσεως μιας καθαρής αρχικής θέσης, ιδίως όταν πρόκειται για διδασκαλίες με μακρά παράδοση, είναι κατά κανόνα ανιστόρητος και τελικά μάταιος, στο ζήτημα ωστόσο που μας απασχολεί εδώ, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τη λέξη «αλλοίωση», όταν όλα αυτά συνδέθηκαν, με διάφορους τρόπους, με το κήρυγμα της Ανάστασης.
  

Για την ευαγγελική διδασκαλία, ο θάνατος όχι μόνο δεν είναι φίλος αλλά είναι ο μεγάλος εχθρός, ο έσχατος εχθρός που πρέπει να νικηθεί και που νικήθηκε από τον Φίλο της ζωής, τον Χριστό, με την Ανάστασή του. Στον σημερινό χριστιανισμό έχουν υποχωρήσει, είν’ αλήθεια, όλα τα παραπάνω θανατερά στοιχεία. Το παράδοξο, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, είναι ότι έχει υποχωρήσει παράλληλα –στην Ευρώπη μάλιστα μέχρις εξαφανίσεως– και η πίστη στην Ανάσταση. Το ερώτημα λοιπόν δεν μπορεί παρά να τεθεί: Μήπως σε αυτή την απαλλαγή του χριστιανισμού από θανάσιμα χαρακτηριστικά και στην ευαγγελικότερη έκφρασή του έχει συμβάλει ευεργετικά και ο πολιτισμός του Διαφωτισμού και της εκκοσμίκευσης;

Το ζήτημα πάντως δεν είναι πώς να πεθάνουμε, αλλά πώς να ζήσουμε.  


Ο θάνατος θα ’ρθει που θα ’ρθει, και μακάρι να έρθει όσο γίνεται πιο αργά, σε γήρας πολιόν, και ας είναι, όπως προσεύχεται η Εκκλησία, ανώδυνος, ανεπαίσχυντος και ειρηνικός. Ας μη συγχέουμε την επίγνωση της θνητότητας, μοναδικό γνώρισμα του ανθρώπου και πηγή της δημιουργικότητάς του, με την κάθε είδους θανατοφιλία. Η επίγνωση άλλωστε της θνητότητας δεν μας κάνει από μόνη της καλύτερους ανθρώπους, μπορεί κάλλιστα να μας κάνει μηδενιστές και κυνικά φιλήδονους, όπως το γνώριζε ήδη η Βίβλος: «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Ησ. 22, 13, 1 Κορ. 15, 32). Η φιλοσοφία δεν (πρέπει να) είναι μελέτη θανάτου αλλά, αντίθετα, vitae meditatio, μελέτη ζωής, όπως ακριβώς έγραφε ο Σπινόζα στην «Ηθική» του (IV, LXVII).


Για τους χριστιανούς ειδικότερα το ερώτημα, το μόνο ουσιαστικά ερώτημα, είναι πώς να ζήσουν, σε τούτο τον κόσμο της φθοράς, ως μάρτυρες της Αναστάσεως, έχοντας μέσα τους τη χαρά της συμφιλίωσης του κόσμου με τον Θεό εν Χριστώ, τη χαρά της τελικής νίκης επί του θανάτου. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται; Πώς μεταφράζεται στην καθημερινή ζωή τους;  


Για να μην πλατειάζουμε άσκοπα: 

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ - ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ: O μεγάλος διωγμός των Χριστιανών υπό το βλέμμα της αδιάφορης Ευρώπης


Η μικρή πόλη Sheikh Zwayd βρίσκεται στο βορειότερο σημείο της χερσονήσου του Σινά, πάνω ψηλά στη Μεσόγειο. Εκεί, κοντά στο κοιμητήρι της, βρέθηκε στα μέσα Ιουλίου, αλυσοδεμένος και αποκεφαλισμένος ένας χριστιανός μαγαζάτορας (Τhe New York Times, 10/8/2013). Στην πόλη Ελ Αρίς, τη μεγαλύτερη του βόρειου Σινά, τον Ιούλιο επίσης, ένας τουλάχιστον ιερέας δολοφονήθηκε, πολλοί χριστιανοί απήχθησαν, με αίτημα για την απελευθέρωσή τους υψηλά λύτρα, πολλοί άλλοι απειλήθηκαν. Συμμορίες τζιχαντιστών που δρουν ανεξέλεγκτες στην περιοχή είναι οι δράστες αυτών των εγκλημάτων. 

Ολοι οι χριστιανοί του Σινά ζουν σε συνθήκες τρόμου, μόνοι και αβοήθητοι, στο έλεος κυριολεκτικά του Θεού. Το μόνο που σκέπτονται είναι πώς θα φύγουν από εκεί. Οσοι έχουν τη δυνατότητα το κάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκκλησίες, σπίτια, μαγαζιά κλείνουν καθημερινά. Ενώ θα φανταζόταν κανείς ότι η ανατροπή του Μόρσι θα περιόριζε τις αντιχριστιανικές δραστηριότητες, στη χερσόνησο του Σινά τουλάχιστον συνέβη το αντίθετο. Μα και στην υπόλοιπη Αίγυπτο τα πράγματα, και από την άποψη αυτή, δεν πάνε καλύτερα: ογδόντα εκκλησίες έχουν καεί από την ημέρα της ανατροπής του.

Μα καλά, θα μπορούσε δικαιολογημένα να αναρωτηθεί κανείς, όταν στη Συρία υπάρχουν ήδη 100.000 νεκροί, όταν η Αίγυπτος βρίσκεται στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου, με τον στρατό να ρίχνει στο ψαχνό ενάντια σε μουσουλμάνους διαδηλωτές, οπαδούς του Μόρσι, εσύ μιλάς τώρα για μια φούχτα χριστιανούς του Σινά; Πάλι τον χαβά σου για τους διωκόμενους χριστιανούς; 

Ναι, τον χαβά μου - το αποδέχομαι. Δεν είναι καθόλου κακό να έχει ο καθένας τον χαβά του, αρκεί να λέει την αλήθεια.

Το έχουμε ξαναγράψει αρκετές φορές: το μέλλον του χριστιανισμού στον γενέθλιο τόπο του και στις περιοχές της πρώτης ανάπτυξής του είναι εξαιρετικά δυσοίωνο. Τα ισλαμιστικά κινήματα τον ξεριζώνουν με τρόπο αιματηρό. Η τελική εξαφάνισή των χριστιανών από τις περιοχές αυτές είναι ζήτημα χρόνου. 

ΠΑΙΔΕΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αξιολόγηση, επειγόντως!

Του Σταυρου Ζουμπουλακη

Με τον ν. 1304 του 1982 καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή στην ελληνική εκπαίδευση. Το φάντασμά του όμως πλανιέται ακόμη πάνω από τα σχολεία μας. Κανείς από τους σημερινούς δασκάλους και καθηγητές δεν έχει αντικρίσει στη ζωή του επιθεωρητή, επικαλούνται όμως ακόμη το ψιλό, για αυτούς, όνομα σε κάθε συζήτηση περί αξιολόγησης - και, εννοείται, εναντίον της. Τα φαντασιακά φόβητρα είναι ισχυρότερα από τους πραγματικούς φόβους. 

Το 1982 ωστόσο δεν καταργήθηκε μόνο ο επιθεωρητής, σταμάτησε συλλήβδην και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Ο σχολικός σύμβουλος, που με τον ίδιο αυτό νόμο τον αντικατέστησε, δεν αξιολόγησε ποτέ κανέναν, μολονότι η αξιολόγηση περιλαμβανόταν στα καθήκοντά του. Εκτοτε, κάθε λίγο και λιγάκι, ψηφίζονται νόμοι, εκδίδονται προεδρικά διατάγματα και υπουργικές εγκύκλιοι που επιβάλλουν και ρυθμίζουν την αξιολόγηση, και από τα οποία -είναι απίστευτο- δεν εφαρμόστηκε ποτέ κανένα!

Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η μαγική δύναμη που δεν αφήνει να εφαρμοστεί η αξιολόγηση, τριάντα χρόνια τώρα; 

Η ερώτηση είναι βεβαίως ρητορική: οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών

Ο πραγματικός λόγος της άρνησής τους, παρά τα όποια δήθεν προοδευτικά και αντιαυταρχικά επιχειρήματα που επικαλούνται, είναι πως δεν θέλουν τίποτε να ταράξει τη βολή τους. Εκείνο που ουσιαστικά λένε οι συνδικαλιστές και όσοι εκπαιδευτικοί τους ακολουθούν είναι ένα και μόνο: «Αφήστε μας να κάνουμε ανεξέλεγκτοι και χωρίς συνέπειες ό,τι μας βολεύει».  

Βεβαίως, η εφαρμογή των νόμων του κράτους δεν θα ματαιωνόταν διαρκώς, αν από την άλλη μεριά δεν υπήρχαν δειλοί και πολιτικάντηδες υπουργοί Παιδείας.

Για την αξιολόγηση, η θεωρητική συζήτηση και πρακτική (ποιον και τι αξιολογούμε, ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια και για ποιο σκοπό) είναι πλούσια διεθνώς. Αν όμως δεν θέλουμε να κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, καλυπτόμενοι πίσω από ευγενείς και πολιτικά ορθές θεωρητικολογίες, για να γίνεται στα σοβαρά λόγος περί αξιολόγησης, πρέπει να συντρέχουν οπωσδήποτε και οι εξής τρεις όροι: