"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΗΝΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η «Ιθάκη» ήταν στα SOS



Θα είχε νόημα να βγει και να μιλήσει από το Σύνταγμα – εκεί όπου πολιτικά συναγελάστηκε με την Ακροδεξιά και μετά την έβαλε στην κυβέρνηση· να βγει από το αεροδρόμιο – εκεί όπου τον εγκαταλείπει η νέα γενιά· από μια ιδιωτική επιχείρηση – εκεί όπου ακόμη κι εκείνοι που τον πίστεψαν τελικώς του γυρνούν την πλάτη· να μιλήσει από τα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας, τα κέντρα αποτοξίνωσης και τις φυλακές – ας μη μιλήσουμε για το τι συμβαίνει εκεί.  


Θα είχε νόημα να βγει και να μιλήσει από το Μάτι ή τη Μάνδρα – εκεί όπου αποδείχθηκε ελάχιστος· από τους Λειψούς ή τους Φούρνους – εκεί όπου όλα στηρίζονται στην τύχη· από ένα μουσείο, μια γκαλερί, ένα βιβλιοπωλείο, ένα θέατρο – εκεί όπου δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει.  


Θα είχε νόημα να βγει και να μιλήσει από το Ελληνικό – εκεί όπου ο «νεολαίος» μέσα του δυσανασχετεί, μαζί και οι επενδυτές.


Βγήκε, όμως, από την Ιθάκη, δηλαδή από την πιο κλισέ εκδοχή του κουλτουριάρη, αναπαράγοντας το «πρότυπο» του ακαλλιέργητου που θέλει να θολώσει τα νερά. Και βγήκε από την Ιθάκη για να πανηγυρίσει, συγκρατημένα βέβαια –κανείς δεν ξεχνάει τους νεκρούς στο Μάτι–, το τέλος μιας μνημονιακής εποχής στην οποία ο ίδιος συνέβαλε γενναιόδωρα.  


Οι 17 ώρες της περήφανης διαπραγμάτευσης, τον Αύγουστο του 2015, ήταν η απαραίτητη τελευταία στροφή πριν από τη λύτρωση. Πριν από την Ιθάκη.


Ταξίδεψε έως την πατρίδα του Οδυσσέα, για να μας ενημερώσει απλώς ότι τελείωσαν τα προγράμματα – δηλαδή, οι συμβάσεις, η χαρτούρα. Πήγε ώς εκεί για να κηρύξει τη νέα εποχή, ενώ στις 10 Σεπτεμβρίου, ήτοι σε 17 ημέρες, θα υποστεί ξανά αξιολόγηση από εκείνους που βδελυσσόταν


Δεν τον ενδιέφερε να κάνει ταμείο, να δει τι μένει, τι συνέβη όλα αυτά τα χρόνια, τι κερδίσαμε, τι χάσαμε, πού βρισκόμαστε σήμερα και πού θέλουμε να πάμε αύριο. 


 Δεν μπήκε στον κόπο να μας εξηγήσει τις επικείμενες φουρτούνες, τι είδους κουπί θα χρειαστεί να τραβήξουμε. Εκείνος δεν γνωρίζει από ανάλυση κειμένου – έχει μείνει στα SOS, και σε αυτά ήταν η επάνοδος του Οδυσσέα και το ποίημα του Καβάφη.


Τι κρίμα όμως... Είχε όλο τον χρόνο μπροστά του να εμπνεύσει τους πολίτες για δουλειά, εάν ο ίδιος δεν τους ενέπνεε απελπισία· να πείσει όσους έφυγαν από τη χώρα να επιστρέψουν, να δουλέψουν εδώ, εάν ο ίδιος δεν τους έδιωχνε καταπνίγοντάς τους ακόμη περισσότερο με τον πόλεμο στην αριστεία και στην προσπάθεια· να πείσει εκείνους που χαροκάηκαν επί ημερών του ότι δεν θα φέρει πίσω τις απώλειες, αλλά θα κατορθώσει να μην υπάρξουν άλλες, εάν ο ίδιος δεν είχε αναλάβει την πολιτική ευθύνη που εντέλει δεν σήμανε καμία αλλαγή ή μιαν υπόσχεση ότι σε αυτήν τη χώρα μπορούμε, τέλος πάντων, να πεθάνουμε αξιοπρεπώς· να πείσει τους πολίτες ότι μπορούν να εμπιστευθούν το κράτος διότι το κράτος είμαστε όλοι, εάν εκείνος δεν το έβλεπε μόνον ως Δημόσιο.  


Είχε όλο τον χρόνο μπροστά του να συνειδητοποιήσει ποια χώρα υπηρετεί, τι προσόντα και τι ανάγκες διαθέτει.


Εκείνος κατέφυγε...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ζυγίζεται η αισχύνη;



Για να μην ξεχνιόμαστε, στις 21 Αυγούστου, Τρίτη ημέρα, κατά τας Γραφάς, η πεφιλημένη πατρίς θα είναι πλέον μνημονιακώς απελεύθερη. Αυτό φρόντισε να μας υπενθυμίσει ο Φώτης Κουβέλης, αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Αμύνης, την περασμένη Τετάρτη, δηλώνοντας ότι αντιλαμβάνεται τον πόνο που έχει προκληθεί από τις φονικές πυρκαγιές («έχουν μαυρίσει οι ψυχές όλων μας»), αλλά στις 21 Αυγούστου έχουμε «ένα τεράστιο γεγονός».


Δεν έχει άδικο. Εξάλλου, αυτή είναι η περιρρέουσα κυβερνητική ντιρεκτίβα: ένα σας δίνουμε, ένα σας παίρνουμε. Υπάρχει πάντοτε ένα ζύγι, αυτό το μικροαστικό δούναι και λαβείν, αυτό το μίζερο «να μη μας ρίξουν» στην ανταλλαγή. Είναι η κυνική κουτοπονηριά, με την οποία μας στολίζουν νυχθημερόν κυβερνήτες και συγκυβερνήτες. Και εξακολουθούν να το κάνουν, ενώ πράγματι θα παραδώσουν στάχτη – καθόλου μεταφορική, παντελώς κυριολεκτική.


Αυτούς τους τραγικούς θανάτους τοποθετούν διαρκώς στο ζύγι, αυτούς που θολώνουν την εικόνα της επιτυχίας (κατά τον Παύλο Πολάκη), που ρίχνουν μιαν αχλύ στην αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, που τα πήγε περίφημα την πρώτη εβδομάδα, αλλά τη δεύτερη άρχισαν να ξηλώνονται οι επιτελείς, πολιτικοί και επιχειρησιακοί, οι αρχικώς «αλάνθαστοι». Σε αυτό το ζύγι τοποθετούνται οι απώλειες και ο θρήνος, αφού «στη διάρκεια της προσπάθειάς μας για υπέρβαση των μνημονίων δεν καταφέραμε να αλλάξουμε, όπως οφείλαμε και έχει ανάγκη ο τόπος, εκείνες τις νοοτροπίες και τις αντιλήψεις που το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της συνενοχής και της διαπλοκής είχαν μετατρέψει την ελληνική κοινωνία σε συνυπεύθυνη στην παρανομία και ταυτόχρονα το νομιμοποιούσε» (κατά την –ασύντακτη– ανακοίνωση της Κίνησης «Πράττω»). Λυπούμαστε πολύ, δεν προλάβαμε, είχαμε άλλες δουλειές... Αυτές που θα γιορτάσουμε στις 21 Αυγούστου.


Διότι, σε δέκα ημέρες από σήμερα, η «μεταμνημονιακή άνοιξη», που χαρίεσσα μας περιμένει, θα ισοσκελίσει τα πάντα: τους θανάτους, τη Μάνδρα, το Μάτι και τον Νέο Βουτζά. Θα ισορροπήσει –τρία χρόνια, ένα μνημόνιο, ένα δημοψήφισμα και τουλάχιστον δύο καταστροφές μετά– τον πόνο με την «περήφανη επιτυχία» που έβαλε γραβάτα στον πρωθυπουργό. 


Αυτό που δεν έχουν, όμως, ακόμα καταλάβει είναι ότι...

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ: Το κακό σταμάτησε ν’ αστειεύεται εδώ και καιρό

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΘΗΝΑΚΗ 
 

Δεχόμαστε επίθεση; Αυτή είναι η πρώτη σκέψη που περνάει από το μυαλό κάποιου βλέποντας, ακούγοντας και διαβάζοντας τα νέα από τη Γαλλία. 


Η Νίκαια, τη μέρα του εορτασμού της Βαστίλλης, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της ίδιας της Δημοκρατίας της Δύσης, δέχτηκε δολοφονική επίθεση· ένα λευκό φορτηγό έπεσε με μανία πάνω στους εορτάζοντες πολίτες και επισκέπτες της επαρχίας της Νότιας Γαλλίας και «σαν κορίνες του μπόουλινγκ» τους θέρισε.


Το τυφλό μίσος του πιο σκοτεινού ανθρώπινου νου, του ISIS (που, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προσώρας πληροφορίες, έχει την ευθύνη γι’ αυτήν τη μαζική δολοφονία αθώων ανθρώπων), εξαπέλυσε την παράνοιά του ανήμερα του εορτασμού της Δημοκρατίας.


Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ χθες μόλις ανακοίνωσε ότι συζητείται σοβαρά η άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης της Γαλλίας στις 26 Ιουλίου, οπότε και λήγει. Και αυτήν ακριβώς την ημέρα επέλεξε ο ISIS να επιτεθεί, αποδεικνύοντας ότι δεν θέλει μόνο να θρηνήσουμε θύματα, αλλά, ταυτόχρονα, να θρηνήσουμε τον πολιτισμό μας, θανάσιμα λαβωμένο από τον δικό του. Εναν «πολιτισμό» που εφευρίσκει τους πιο διαβολικούς τρόπους για να σκορπίσει τον θάνατο.


Ισως τα μέτρα στη Νίκαια δεν ήταν ισάξια των μέτρων που πάρθηκαν στο Παρίσι. Ισως ο Φρανσουά Ολάντ, όταν κήρυξε τη Γαλλία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, έπρεπε να το εννοεί και να μην επιτρέψει όχι διαδηλώσεις και γιορτές, αλλά ούτε καν τη διοργάνωση του ποδοσφαιρικού Euro. 


Δεν το έπραξε. Θύμα κι εκείνος της συναισθηματικής ιδεολογικοποίησης της ελευθερίας. 


Οταν δέχεσαι επίθεση από έναν στρατό που δεν φοβάται να πεθάνει, την κατάσταση έκτακτης ανάγκης την εννοείς. Αλλά αυτές είναι οι μοιραίες εμμονές της Δύσης με τον εαυτό της. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, κοστίζουν πολύ.


Τα επιχειρήματα της Δύσης μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί. Ο δυτικός κόσμος φαίνεται ανυπεράσπιστος απέναντι στο εμπόλεμο μαύρο. Ενα μαύρο που...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Mια τελετή του μέλλοντός μας


Π​​ρο μηνών, το ιταλικό περιοδικό «Danza & Danza» είχε ανακηρύξει τον Δημήτρη Παπαϊωάννου ως τον κορυφαίο χορογράφο του 2015. «Ολοι συμφωνούν για την καλλιτεχνική αξία του Δημήτρη Παπαϊωάννου [...] είναι ένας καλλιτέχνης απολύτως ικανός να αφηγηθεί την ιστορία του δράματος σήμερα, με ένα οπτικό θέατρο που είναι μαγικό και μεγάλου εύρους», ανέφερε η επιτροπή αιτιολογώντας την επιλογή της


Φέτος, ο ίδιος και οι συνεργάτες του είναι υποψήφιοι για 6 βραβεία EMMY


Κάποιος, κάποτε, στα κοινωνικά δίκτυα είχε χαρακτηρίσει τον Δημήτρη Παπαϊωάννου μαέστρο των συμβολισμών· αυτός είναι ένας ακριβής χαρακτηρισμός.


Ας παραμείνουμε στο επίπεδο των συμβολισμών. Η παράδοση της χώρας μας παρουσιάστηκε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας με εκείνον τον μαγικό τρόπο-ομπρέλα που η ομάδα του Παπαϊωάννου γνωρίζει καλά, χρόνια τώρα. Κι ας κάνουμε ένα υποθετικό σενάριο: 


 Αν σε εκατό χρόνια από τώρα, σε μια αντίστοιχη περίπτωση ένας αντίστοιχος Παπαϊωάννου προσπαθούσε να αποδώσει συμβολικά το παρελθόν της Ελλάδας, πώς θα το συνόψιζε;


Στην απόπειρα να εντοπίσω ένα-δυο πράγματα, έπεφτα επανειλημμένως στον σκόπελο της απουσίας αποστασιοποίησης από το παρόν. Φυσικά, αρμόδιοι για κάτι τέτοιο θα είναι ο ιστορικός του μέλλοντος, που θα καταγράψει, και ο καλλιτέχνης του μέλλοντος, που θα εκφράσει.


Ας φανταστούμε μερικά σενάρια, κυρίως ως μία μικρή αποτύπωση του παρόντος στις πόλεις μας. Οι μικρές ομάδες που δρουν ανάμεσά μας, οι παρέες που, δίχως καμιά φορά να το ξέρουν, δίνουν ζωή στην καθημερινότητά μας, οι μονάδες που δραστηριοποιούνται εξωστρεφώς, οι γραφιάδες που δεν κουράζονται ν’ αποτυπώνουν το ρευστό παρόν, οι ιδιωτικοί φορείς που τροφοδοτούν τη δημιουργία, εκείνοι που αντιστέκονται στη γενική μιζέρια με ένα μικρό, τοσοδά, όραμα θα είναι οι εικόνες που θα παρελαύνουν σε μια τελετή έναρξης το 2116.


Αυτό κρύβει, νομίζω, και μια κάποια θλίψη λόγω της αποσπασματικότητας και της μοναχικότητας, οι οποίες καταδεικνύουν την απουσία ενός συλλογικού οράματος, ενός, έστω, συλλογικού φαντασιακού που βάζει μπρος τη μηχανή της κοινωνίας προς ένα συλλογικό «καλό» σε παγκόσμιο πλαίσιο.


Στην παρέλαση της μελλοντικής τελετής, φοβάμαι, θα πορεύονται μονάδες και μικρές ομάδες που αντιστάθηκαν στη λαίλαπα της μιζέριας. Κι αυτοί οι, ας πούμε, γενναίοι δεν μπορεί παρά να δημιουργούν θλίψη για κάποιους Δον Κιχώτες που προσπάθησαν, ίσως κάτι κατάφεραν, αλλά πορεύτηκαν μόνοι.


Από πίσω –ή, ίσως, προπορευόμενοι– ποιοι θα είναι;  


Οι δυστυχισμένοι του κόσμου και οι απελπισμένοι και πολλάκις απελπιστικοί Ελληνες;


Θα υπάρχει ένας «Αϊλάν» να συνοψίζει μια ατελείωτη τραγωδία και ένα τρακτέρ να διατρέχει τη χώρα, μεταφορικά ανοίγοντας δρόμους και κυριολεκτικά κλείνοντάς τους; 


Θα έχει εξαντλημένες κυβερνήσεις και εξαντλητικές συμφωνίες; 


Θα έχει χιλιόμετρα χαρτιού, όπου θα καταγράφονται ονόματα, διευθύνσεις και τραπεζικοί λογαριασμοί, αλλά και τρόικες, κλούβες στο «Χίλτον» και αβαθή επιστολογραφία; 


Θα έχει ιούς Ζίκα και τοίχους να μας χωρίζουν απ’ το «απέξω», που δεν θα μας αρμόζουν, και τείχη που δεν θα μας αναλογούν;


Τα πράγματα είναι πιο οριακά απ’ ό,τι νομίζουμε



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μνημείο μικροαστισμού


Παρακολούθησα, προχθές, σχεδόν ολόκληρη τη συνεδρίαση των επιτροπών και της Ολομέλειας της Βουλής. Επειδή, ασφαλώς, οι πολιτικές και ιδεολογικές τοποθετήσεις είναι σχεδόν πάντοτε οι αναμενόμενες, προσπάθησα να εστιάσω στον λόγο των κοινοβουλευτικών μας· και ακόμη περισσότερο στον λόγο, στις λέξεις, στην ορολογία των βουλευτών της συμπολίτευσης που προσπαθούσαν, με κλάματα και οδυρμούς, να δικαιολογήσουν τη θετική τους ψήφο στο νέο, «αριστερό» μνημόνιο.

Με δύο λέξεις: μνημείο μικροαστισμού. Και όχι διότι προσπαθούσαν να μιλήσουν για το ψυχικό και ηθικό βάρος μιας τέτοιας ψήφισης, αλλά διότι προέβαιναν σε απέλπιδες απόπειρες να καταδείξουν ότι, με τα λόγια, θα αποκαθαρθούν στο πουργκατόριο της αριστερής ψυχής. 

 «Ντρέπομαι», «με βαριά καρδιά», «δεν πιστεύω αυτό που υπογράφω», «συρθήκαμε με το πιστόλι στον κρόταφο», ώς και τις αυτοκτονίες ή τους θανάτους από αναθυμιάσεις επικαλέστηκαν κατά τον τρόπο του γνώριμου εθνολαϊκισμού

Οπως ακριβώς ο μικροαστός των δεκαετιών του ’80 και του ’90 προσπαθούσε ν’ απεκδυθεί την καταγωγή του με δάνεια, κάρτες, μίζες και ρουσφέτια, αγωνιζόμενος ν’ αλλάξει κοινωνική τάξη και, όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού, βρέθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο και ένα βήμα πριν από την απόλυτη καταστροφή, λέγοντας ότι δεν φταίει (ποτέ δεν φταίει), έτσι και οι οδυρόμενοι βουλευτές, από την ανάποδη, πάλεψαν ν’ απεκδυθούν τη μνημονιακή τους πρακτική με τη γλώσσα της θυματοποιημένης αριστερής ψυχής.

Μόνο που η σύγκρουση με την πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το μικροκομματικό συμφέρον και η ανταπόκριση στις αγωνιστικές προσδοκίες ήρθε σε σύγκρουση με τη διάσωση της χώρας και τη διατήρηση της ευρωπαϊκής της ταυτότητας. 

Κι αντί της υπερηφάνειας γι’ αυτήν την επιλογή, είδαμε τη μιζέρια ενός λόγου, μια ψυχογλωσσικής ορολογίας που φοβάται να δηλώσει: