"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ Τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση, Κεφαλαιοποίηση, Συμπληρωματική Ασφάλιση

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Απόσπασμα ομιλίας του Ομοτ. Καθηγητή Οικονομικών Επιστημών, π. Υπουργού, Τάσου Γιαννίτση,  ΕΛ.Ε.Τ.Ε.Α. 2ο Συνέδριο Επαγγελματικής Ασφάλισης στο πάνελ Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση, Κεφαλαιοποίηση και Φορείς Παροχής Συμπληρωματικής Ασφάλισης 


1. Τρεις εισαγωγικές επισημάνσεις:                   

Πρώτον, η συζήτηση αυτή συνδέεται με ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα: σε ποιο βαθμό θέλουμε να επιβαρύνουμε τις νεότερες γενεές, μετατοπίζοντας συνεχώς το κόστος της ευημερίας μας ή των λαθών μας σε αυτές και στο μέλλον; Π.χ. το βάρος για το ασφαλιστικό, το χρέος, την κλιματική αλλαγή, την ανεργία. Ποια είναι τα όρια μιας τέτοιας μετακύλισης;

Δεύτερον, η συζήτηση για τη μερική κεφαλαιοποίηση των συντάξεων δεν μπορεί να γίνει παραγνωρίζοντας τον βαθύτατο προβληματικό χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος. Να θυμίσω τρεις εξελίξεις στην περίοδο 2000-2018:

    οι συνολικές δαπάνες για συντάξεις αυξήθηκαν από 17,5 δισεκ. ευρώ σε 35 δισεκ. ευρώ ή από 12,7% σε 18,7% του ΑΕΠ,

 
    οι φόροι από τους οποίους το Δημόσιο χρηματοδοτεί τις συντάξεις αυξήθηκαν από 6,4 δισεκ. ευρώ  σε 17 δισεκ. ευρώ, και

 
    η σχέση συνολικών συντάξεων προς συνολικούς μισθούς αυξήθηκε από 41% σε 71%.


Τρίτον, αντίθετα με τη γενική εντύπωση, οι αρνητικές επιδράσεις του ασφαλιστικού μιας χώρας δεν προκύπτουν μόνο όταν υπάρχουν ελλείμματα, αλλά και από το βάρος του στην οικονομία, ανεξάρτητα από τα ελλείμματα. Σήμερα, η Ελλάδα, μετά την Ιταλία, έχει το μεγαλύτερο βάρος ασφαλιστικών δαπανών στο ΑΕΠ σε όλη την Ευρώπη. Και οι δύο οικονομίες δεν ανθούν.


2. Τέσσερις παράγοντες για τη μερική εισαγωγή της κεφαλαιοποίησης

Θα αναφερθώ σε τέσσερις παράγοντες που κάνουν σκόπιμη την εισαγωγή ενός συστήματος κεφαλαιοποίησης για ένα τμήμα του ασφαλιστικού συστήματος:

    Τη διαγενεακή δικαιοσύνη με δεδομένη την καλπάζουσα γήρανση,


    την εμπέδωση εμπιστοσύνης,

 
   την καταπολέμηση της de facto ιδιωτικοποίησης του συστήματος ασφάλισης για αυξανόμενο αριθμό ασφαλισμένων, και


    τη μείωση της επιβάρυνσης των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων για τη χρηματοδότηση των σημερινών ελλειμμάτων.

α) Διαγενεακή δικαιοσύνη και επιταχυνόμενη γήρανση. Όταν κάθε νεότερη γενεά είναι αριθμητικά μικρότερη από την προηγούμενη, όπως στην Ελλάδα, είναι μαθηματικά βέβαιο, ότι θα έχει συνταξιοδοτικό όφελος χαμηλότερο από το ποσό που θα έχει πληρώσει για τις συντάξεις της προηγούμενης γενεάς. Μια τέτοια σχέση δεν σημαίνει αλληλεγγύη γενεών, αλλά αναπαραγωγή μιας διευρυμένης αδικίας

 Γιατί κάθε νέα γενεά πρέπει να υφίσταται μια όλο και μεγαλύτερη μείωση του εισοδήματός της, αντί ένα τμήμα των συντάξεων αυτών να χρηματοδοτηθεί από την αποταμίευση αυτών που θα τις αποκτήσουν;  


β) Εμπιστοσύνη. Με κλονισμένη την εμπιστοσύνη στο ασφαλιστικό σύστημα, η μετάβαση σε νέα σχήματα ασφάλισης χρειάζεται να εμπνέει μακροχρόνια τη βεβαιότητα, ότι οι νέοι κανόνες λειτουργίας θα είναι διαφανείς, αποτελεσματικοί και ανεπηρέαστοι. Η κεφαλαιοποίηση ενός τμήματος της κοινωνικής ασφάλισης μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, εφ’ όσον:  

    Αποθαρρύνει την εισφοροδιαφυγή
και διασφαλίσει ότι οι ίδιοι που καταβάλουν εισφορές θα είναι και οι ωφελούμενοι της αποταμίευσής τους και όχι άλλοι.


 Προστατεύει το ασφαλιστικό σύστημα από αναποτελεσματικές, άδικες ή καταχρηστικές κρατικές παρεμβάσεις, όπως αυτές που οδήγησαν στην κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος.

Υπάρχει, βέβαια, ο κίνδυνος από τις παγκόσμιες ή εθνικές διακυμάνσεις των χρηματοοικονομικών συστημάτων. Είναι ίσως το πιο σοβαρό ζήτημα που σχετίζεται με την κεφαλαιοποίηση. Όμως, μεγάλες χρηματοοικονομικές κρίσεις δεν αγγίζουν μόνο το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Πλήττουν και την πραγματική οικονομία, κάνοντας αναγκαίες ευρύτερες προσαρμογές των εισοδημάτων προς τα κάτω, αδιάφορα από το ασφαλιστικό σύστημα.

Δεν είναι τυχαίο, ότι τα δέκα καλύτερα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης στον κόσμο, με κριτήρια τη διατηρησιμότητα, την καταλληλότητα για τους ασφαλισμένους, και την ακεραιότητα, είναι συστήματα τα οποία συνέδεσαν με επιτυχία το διανεμητικό με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Η επιτυχία τους όμως δεν σχετίζεται μόνο με θεσμικές επιλογές, αλλά, κυρίως, με τη συνολικότερη κουλτούρα, αλληλεγγύη, ακεραιότητα, κοινωνική προνοητικότητα και αποτελεσματικότητα λειτουργίας τους σε ευρύτατο πεδίο σχέσεων.

γ) Έμμεση ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης. Η σημερινή υπερβολική επιβάρυνση του κόστους εργασίας λόγω των αυξημένων εισφορών και φόρων και των συνεχών περικοπών στις κρατικές κοινωνικές παροχές, οδηγεί όλο και περισσότερους εργαζόμενους προς την αδήλωτη εργασία και την παραοικονομία. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινούνται και οι 750 χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, δηλαδή ένας τεράστιος αριθμός.

Στην ουσία, το σημερινό δημόσιο διανεμητικό σύστημα οδηγεί σε μια ιδιότυπη ιδιωτικοποίηση της ασφάλισης. Ωθεί έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό εργαζόμενων στην άρνηση να συμμετέχουν σε ένα σύστημα που δεν τους εγγυάται την ανταποδοτικότητα. Έτσι, είτε παραμένουν ανασφάλιστοι, είτε, αν μπορούν, προσφεύγουν σε ιδιωτική ασφάλιση, είτε μεταναστεύουν, ώστε να  ξεφύγουν από τις χαμηλές αμοιβές, τις δυσβάστακτες εισφορές και φόρους και την αναπτυξιακή καθίζηση. Η τάση αυτή πλήττει ευθέως το ασφαλιστικό σύστημα και τον προϋπολογισμό, αλλά και την ανάπτυξη, η οποία αντί να στηρίζεται σε οργανωμένες και διεθνώς ανταγωνιστικές μορφές παραγωγής, συρρικνώνεται σε ένα πλήθος μη βιώσιμων παραγωγικών μονάδων. Όλες αυτές οι επιπτώσεις δεν είναι υποθετικές. Τις ζούμε σήμερα, και βλέπουμε τον κίνδυνο ενός νέου αφανισμού σημαντικού αριθμού ευάλωτων επιχειρήσεων.

Με άλλα λόγια, οι τάσεις αυτές, χωρίς να δημιουργούν εμφανείς συνθήκες σύγκρουσης γενεών ή άλλες εντάσεις, υπονομεύουν «από τα κάτω» και αφανώς την ομαλή λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος, της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικότερα.

δ) Η κρατική χρηματοδότηση των τεράστιων ελλειμμάτων του σημερινού συστήματος επιβαρύνει ιδιαίτερα τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Μέχρι το 2010 περίπου το Κράτος χρηματοδότησε τα ελλείμματα του ασφαλιστικού μέσω εξωτερικού δανεισμού, με αποτέλεσμα μια πρωτόγνωρη οικονομική κρίση και κατάρρευση εισοδημάτων και απασχόλησης. Από το 2010 και μετά, όταν ο εξωτερικός δανεισμός σταμάτησε, η κρατική χρηματοδότηση των ακόμα μεγαλύτερων ελλειμμάτων έγινε με αύξηση των φόρων στα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, μείωση δημόσιων επενδύσεων, κοινωνικών δαπανών για τους άνεργους, την υγεία και την εκπαίδευση και την άμυνα. Και στις δύο περιπτώσεις το κόστος του ασφαλιστικού ήταν κοινωνικά ασύμμετρο.

3. Το κεντρικό ερώτημα

Τελικά, η αναξιοπιστία και οι κίνδυνοι που έχει το σημερινό σύστημα, κάνουν σκόπιμη την επιλογή, να έχουν οι ασφαλισμένοι δικαίωμα να χειριστούν ένα τμήμα της συνταξιοδοτικής τους διασφάλισης, μέσα σε ένα στέρεο θεσμικό πλαίσιο.  

Μια τέτοια επιλογή ξεπερνάει το ασφαλιστικό.  

Σχετίζεται με το ερώτημα: 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πώς γλιστράει η ιστορία;

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Ομότιμος καθηγητής, πρώην υπουργός.
 
 
Το πιο παραστατικό μέγεθος για το πόσο γλίστρησε η Ελλάδα στην κρίση είναι η σχέση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Ελληνα προς το ίδιο μέγεθος στην ΕΕ των «15». 
 
 
Η σχέση αυτή ήταν 62,2% το 1960, άγγιξε το 85,5% στην αρχή της κρίσης (2009), για να καταλήξει ταχύτατα 56 χρόνια πίσω, ξανά στο 62,2% (2016)
 
 
Αν, αντί με την Ευρώπη, η χώρα συγκριθεί με τον εαυτό της, μπορεί να είναι αυτάρεσκα ευχαριστημένη: το σημερινό ΑΕΠ είναι ίδιο με αυτό του 2003: 14 χρόνια πίσω. Μόνο! Ομως, στην ΕΕ-«15» το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε, αντίστοιχα, κατά 36%.
 
 
 Ο λογαριασμός είναι βαρύς: όλα όσα βιώνουμε στην κρίση, αλλά δεν χρειαζόταν να βιώσουμε.

 
Τα μεγάλα κενά βρίσκονται στο παραγωγικό μας υπόβαθρο, στην πολιτική αντίληψη για το τι σημαίνει ανάπτυξη και πώς επιτυγχάνεται, και στη δύσκολη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την ανάπτυξη: Για 36 χρόνια (1981-2016), ο μακροχρόνιος ρυθμός μεγέθυνσης στην Ελλάδα ήταν 0,8% έναντι 1,8% στην ΕΕ των «15», δηλαδή κάτω από το μισό. Το ΔΝΤ τόλμησε να προβλέψει, πρόσφατα, 1%, αλλά πλήγωσε το φιλότιμό μας. Παρότι χάσαμε στην παραγωγή, δεν μάθαμε. Για χρόνια, ασχολιόμαστε μόνο με την αναδιανομή, και κυρίως των δανεικών, με τα οποία ξεπέσαμε στην εξάρτηση από τις τράπεζες, που -σωστά - δεν μας αρέσει, αλλά την ενισχύουμε!  
 
 
Οταν είσαι μια κοινωνία με έναν από τους υψηλότερους βαθμούς ανισότητας στον ΟΟΣΑ, πριν από την κρίση και σήμερα, αναμφίβολα υπάρχει μείζον πρόβλημα. Ομως όταν, αντί να παράγεις για να διανέμεις, διανέμεις και αναδιανέμεις αυτά που δεν έχεις, στο τέλος μετράς τα δάχτυλά σου.

 
Αναδιανομή παραγωγής και εισοδήματος και αναδιανομή δανεικών και εξάρτησης είναι δύο διαφορετικά πράγματα.  
 
 
Ανεργία, ανισότητες, φτώχεια, υποβαθμισμένες συνοικίες, πλημμύρες, πυρπολήσεις ανθρώπων, αναπτυξιακό τέλμα, όλα είναι αποτελέσματα ενός κοινού παρονομαστή: της υστέρησής μας σε ικανότητες να οικοδομήσουμε μια κοινωνικά πειστική και στέρεα ιδεολογική, θεσμική και οικονομική βάση, και να παρακολουθήσουμε τους μετασχηματισμούς σε έναν κόσμο που εξελίσσεται ραγδαία.

 
Αν η καρδιά της κρίσης είναι οικονομική, η αφετηρία της είναι αξιακή, γνωστική και πολιτισμική, και οι χειρισμοί της πολιτικοί. Ολα παραπέμπουν σε παράγοντες όπως οι γνώσεις και οι αντιλήψεις μας, η συλλογική ευφυΐα μας και η λειτουργία της κοινωνίας μας συνολικά, αλλά και των τμημάτων που βρίσκονται «επάνω», στη «μέση» και «κάτω». Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα: 
 
 
Το σκληρό και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ Ελλάδας και «προωθημένων» χωρών της Ευρώπης αφορά τις διαθέσιμες δυνάμεις κάθε πλευράς, που ιστορικά παίζουν έναν προωθητικό ρόλο στην εξέλιξη της χώρας τους. Η διαφορά μας δεν είναι στις προβληματικές καταστάσεις. Είναι στην απουσία μιας κρίσιμης μάζας δυνάμεων που να σκέφτονται το αύριο της κοινωνίας μας και να καταλαβαίνουν τη σημασία των μεγάλων εξελίξεων που σημειώνονται στην Ευρώπη, στην Ασία, στον κόσμο, στην οικονομία, στην πολιτική, στο κλίμα, στις σχέσεις μεταξύ κοινωνιών.

 
Το κενό αυτό δεν είναι τόσο κενό «προσώπων». Ιστορικά είχαμε πάντα δυνάμεις και πολλά ικανά πρόσωπα, σε πολλά πεδία. Το χάσμα μας με όσους προχωρούν βρίσκεται στην αδυναμία συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας όσων με τον έναν ή τον άλλον τρόπο βρίσκονται στην «κορυφή» της πυραμίδας. Εδώ λείπουν μηχανισμοί και δυνάμεις, που στο δημόσιο πεδίο πρέπει να αντιμετωπίσουν τους μεγάλους κινδύνους της χώρας, να διακρίνουν νέες ευκαιρίες και να δουλέψουν σε κατευθύνσεις, που δεν θα είναι αοριστολόγες, γραφικές ή ατυχείς, δεν θα δημιουργούν νέα μεγάλα προβλήματα, ούτε θα οδηγούν συνειδητά ή από ασύγγνωστη άγνοια σε νέα αδιέξοδα. Ομως όλα αυτά είναι μακριά από το σύστημά μας. Ισως κάποια από αυτά να συζητούνται ιδιωτικά. Γύρω-γύρω αδιαφορία, υπεροψία, ειρωνειούλες. Χωρίς όμως ένα συλλογικό, πειστικό, ηγεμονικό εγχείρημα, άτομα, ομάδες και κράτος θα εγκλωβίζονται στην τροχιά του κοινωνικού κατακερματισμού και του νεοφιλελεύθερου - δεξιού ή αριστερού - ατομικισμού.

 
Γιατί; 
 
 
Ο φόβος για το ότι μπορεί να ομολογηθούν ιστορικά λάθη, «σκιάχτρα», παραπλανητικές επιλογές - fake news τα λέμε τώρα -, αντιφάσεις, καταστροφικές συνέπειες, όπως στο Ασφαλιστικό, στην οικονομική πολιτική, στον υπερδανεισμό, στο πώς φτάσαμε και πώς διαχειριστήκαμε την κρίση. 
 
 
Το τίμημα; 
 
 
Το μέλλον μας.

 
Για το 2018 λοιπόν. Το 2018 δεν θα σφραγιστεί από τα εσωτερικά μας, αλλά από τις διεθνείς εξελίξεις. Ο κίνδυνος να πρωταγωνιστήσουν Τραμπ και Κιμ Γιόνγκ Ουν σε ένα καταστροφικό συμβάν είναι ασύλληπτα υψηλοί και οι καταστάσεις που μπορεί να ανακύψουν - και για εμάς - τερατώδεις
 
 
Να υιοθετήσουμε αισιοδοξία και χαμόγελα; 
 
 
Εθνικά, το 2018 είναι...

"Η εθνική κυριαρχία, ξέρετε, δεν κερδίζεται με λόγια..."

Απόσπασμα απο πρόσφατη  ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ομιλία του Τ. ΓΙΑΝΝΙΤΣΗ στη ΒΟΥΛΗ

(Παράδοξο για πολιτικό, και ειδικότερα για Πασόκο, και συνεπώς συνένοχο στην πορεία καταστροφής μας, αλλά πρόκειται για εξαιρετικό απόσπασμα...)

«...Yποστηρίζεται ότι είμαστε διχοτομημένοι μεταξύ Δύσης και Aνατολής. Tο απόλυτο λάθος. Eίμαστε τριχοτομημένοι μεταξύ Δύσης, Aνατολής και Nότου. 

H Aνατολή βέβαια, έδειξε ότι ξέρει να προχωρήσει. Kάνει πλέον άλματα, μας χαιρετάει από όλο και πιο μακριά και μας κοιτάζει σαρκαστικά στην ομφαλοσκόπησή μας. Kαι όσοι πιστεύουν ότι θα υπερασπιστούμε τα εθνικά μας οράματα ακολουθώντας πορεία προς το Nότο, θα δοκιμάσουν στο πολιτικό πεδίο -δυστυχώς και όλοι οι υπόλοιποι- μια ακόμα πιο οδυνηρή έκπληξη από αυτήν που είχαμε στο οικονομικό πεδίο. Kαι όταν λέω Nότος, θα σας πω πολύ ωμά, ότι εννοώ τις παρυφές μεταξύ Aνατολής και Tρίτου Kόσμου. Eννοώ την κατάσταση που βλέπουμε σήμερα στα αναρίθμητα κλειστά μαγαζιά, με τα ξύλα στις πόρτες και στα παράθυρα σε όλη την Eλλάδα, στις χιλιάδες κλειστές μικρές ή μεγαλύτερες επιχειρήσεις, στους ανθρώπους σε κάθε φανάρι και σε ειδικές συνοικίες, στο σχεδόν ένα εκατομμύριο ανέργων και στον άγνωστο αριθμό νέων που φεύγουν από τη χώρα σαν να είμαστε στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Aκριβώς την ίδια εικόνα που βλέπαμε σε γειτονικές χώρες δεκαπέντε με είκοσι χρόνια πριν και λυπόμασταν για τον κόσμο τους. Όμως το μέλλον το δικό μας δεν το λυπηθήκαμε καθόλου, και το χειρότερο - υπάρχουν δυνάμεις που δεν το λυπούνται ούτε σήμερα.

Πολύς λόγος γίνεται για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Όμως η εθνική κυριαρχία, ξέρετε, δεν κερδίζεται με λόγια. Kερδίζεται με πολιτικές, που προσφεύγουν στο μικρότερο δυνατό βαθμό στα δάνεια και τα χρέη, που χρησιμοποιούν τα δάνεια για επενδύσεις και ανάπτυξη και όχι για κατανάλωση και εφήμερη ευημερία. H εθνική κυριαρχία κερδίζεται με πολιτικές που κατανοούν μέχρι πού είναι στρατηγικά σκόπιμο να φτάσει η δανειακή εξάρτηση από το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα για να μη λειτουργήσει αυτό σαν παγίδα. Στη χώρα μας όμως ζούμε μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, μια ιδιότυπη κατάσταση. Oι ίδιες φωνές που καταγγέλλουν την παγκοσμιοποίηση, τις τράπεζες, το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο, και καλά κάνουν, οι ίδιες ζητούν πολιτικές, που για να υλοποιηθούν απαιτούν νέα δάνεια, νέα χρέη, νέα αδιέξοδα, νέες και βαθύτερες εξαρτήσεις και απομειώσεις της εθνικής κυριαρχίας μας. Kαι τι σημαίνει αποδυνάμωση της εθνικής κυριαρχίας το γνωρίζουν όλοι, οπωσδήποτε όλοι σε αυτή την αίθουσα.