Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
«Ω! πόλις αιμάτων όλη ψευδής, αδικίας πλήρης
Με βάση αυτό το «αξίωμα», αρκετά συχνά «ρεαλιστές» πολιτικοί αποφεύγουν τις δραστικές αλλαγές και τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις προκρίνοντας μια πιο συντηρητική λογική διαχειριστικού παρά ανανεωτικού χαρακτήρα στις πολιτικές τους προτεραιότητες και στη στρατηγική. Οπως έχει παρατηρήσει σχετικά ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης, τα κόμματα συνήθως αποδέχονται και προωθούν μόνο τις μεταρρυθμίσεις εκείνες από τις οποίες προσδοκούν ότι θα επωφεληθούν εκλογικά. Η συνέπεια είναι ότι σχεδόν κάθε μεταρρύθμιση «μπορεί να προχωρήσει μόνο στον βαθμό που δεν θίγει τα κομματικά κεκτημένα».
Αν στα παραπάνω προστεθεί και η λεγόμενη αδράνεια των «ιθαγενών», δηλαδή των στελεχών της ίδιας της διοίκησης, αλλά και η αδιαφορία ή μάλλον αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης της κοινωνίας των πολιτών, ίσως δεν εκπλήσσει ότι η δημόσια διοίκηση στη χώρα δεν κατάφερε να εξελιχθεί στο επίπεδο μιας οργάνωσης «βεμπεριανού» τύπου με σταθερούς κανόνες λειτουργίας, πάγια ιεραρχία, επαγγελματισμό, διαφάνεια και αξιοπιστία. Παρά τις ποικίλες διοικητικές μεταρρυθμίσεις που κατά καιρούς επιχειρήθηκαν, το κυρίαρχο «δόγμα» συγκρότησης του κρατικού μηχανισμού δεν κατάφερε να απαλλαγεί από τα κατάλοιπα των πελατειακών σχέσεων, του νομικισμού και της «γραφειοκρατίας» στην πιο αρνητική εκδοχή της. Διάφορες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες συχνά εμφανίστηκαν να υποφέρουν από μια παλινδρόμηση ή εκκρεμή κίνηση μεταξύ αλλαγής του ισχύοντος και συντήρησής του.
Μάλιστα, το «παράδοξο της διακυβέρνησης» στη δημοκρατία μάς δείχνει ότι παρά τις αλλαγές στα πρόσωπα και στις κυβερνήσεις, μια κρίση απόφασης φαίνεται να διατρέχει την πολιτική διαδικασία. Οπως και η ατολμία για τις κρίσιμες, τις μεγάλες επιλογές για τις διορθωτικές τομές και τις μεταρρυθμίσεις ουσίας. Ετσι, ένα από τα κυριότερα ελλείμματα διακυβέρνησης στη χώρα αναφέρεται ειδικότερα στην κυβερνητική ικανότητα για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και συντονισμό πολιτικής σε έναν σύνθετο ως κατακερματισμένο διοικητικό μηχανισμό του κράτους. Η αδυναμία της πολιτικής να λειτουργήσει με τέτοιους όρους έχει οδηγήσει στην απομυθοποίηση ή «απομάγευσή» της, κατά τον όρο του Max Weber, από τις μάζες του πληθυσμού, που δεν συγκινούνται πια από αυτήν, όπως τον πρώτο καιρό της Μεταπολίτευσης.
Η «ρουτινοποίηση» του πολιτικού χαρίσματος και η υπαλληλοποίηση πολιτικών και διοικητικών στελεχών σε κομματικές ή συνδικαλιστικές πειθαρχίες μοιάζει ήδη να κυριαρχεί. Η «κομματοκρατία», που είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στη διοίκηση του κράτους, είναι φυσικό να μην ελκύει, αλλά να εχθρεύεται τη γοητεία και την αξία της προσωπικότητας, τα ελεύθερα πνεύματα, την πολιτική κουλτούρα της αναζήτησης, του προβληματισμού, της αμφιβολίας.



