"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ - 1968: Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο



«Ο​​​​ποιος το θυμάται, δεν ήταν εκεί»: αυτός ο σουρεαλιστικός και ανατρεπτικός συνάμα αφορισμός, σαν tweet από το παρελθόν, αφορά πρωτίστως το 1968, τη χρονιά που εκτοξεύεται η «Οδύσσεια του Διαστήματος», του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στις αρχικά άδειες κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ, όταν την ίδια περίοδο η νεολαία του δυτικού κόσμου ξεκινά, με την άγνοια κινδύνου που διαθέτουν τα νιάτα, τη δική της οδύσσεια στη «μεγάλη πορεία προς τους θεσμούς»: από τη διαμαρτυρία στην ένταξη, από τη σύγκρουση στη διαχείριση και από την απελευθέρωση στον (νεο)κομφορμισμό.


«Το να γράψεις Ιστορία σημαίνει να αποδώσεις φυσιογνωμία στις χρονολογίες», σημειώνει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο ίδιος μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στις χρονολογίες του Μεσοπολέμου που ανακαλύφθηκε εκ νέου όχι μόνο χάρις στον Αντόρνο και στις εκδόσεις Suhrkamp, αλλά και στη διάρκεια των φοιτητικών κινητοποιήσεων στη Δ. Γερμανία πρωτίστως, κι αν κάτι χαρακτηρίζει το 1968 είναι οι φυσιογνωμίες του. Στο ομαδικό πορτρέτο εμφανίζονται πρόσωπα που θα μεταποιηθούν σύντομα σε pop εικόνες, θαρρείς βγαλμένες από τον Γουόρχολ:  
Τσε και Κον Μπέντιτ,  
Μπιτλς και Ρόλινγκ Στόουνς
Γιόχαν Κρόιφ και Τζορτζ Μπεστ,  
Ρόμπερτ Κένεντι και Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, 
Αλεξάντρ Ντούμπτσεκ και Ρούντι Ντούτσκε, 
Ουλρίκε Μάινχοφ και Αντρέας Μπάαντερ, 
Τουίγκι και Μπομπ Μπίμον.


Παράλληλα, το 1968 παραμένει μέχρι τις μέρες μας η πιο ποπ χρονιά, γεμάτη έντονα χρώματα, τραγούδια που μένουν ανεξίτηλα στη μνήμη, αιματηρές συγκρούσεις, ψυχεδέλεια και ελευθεριότητα στη σύγχρονη ιστορία του δυτικού κόσμου: μια μαγική μυστηριώδης περιήγηση στις κοινωνίες, όπως το «Μagical mystery tour» που τραγούδησαν τον Δεκέμβριο του 1967 οι Μπιτλς, ξέφρενη και συναρπαστική στο τελευταίο λούνα παρκ της σύγχρονης Ιστορίας. Κι αν στο τζουκ μποξ του ’68 στοιβάζονται αμέτρητα δισκάκια και LP, συγκροτήματα και συναυλίες, μελωδίες και κραυγές (από το «Whiter shade of pale» των Procol Harum, στο «We want the world and we want it now!» του Τζιμ Μόρισον), που διαμόρφωσαν μουσικά τη νεολαία της εποχής, σήμερα απλά συνοδεύουν τις αναζητήσεις των νεολαίων και των γονέων τους στην τεχνολογική συνύπαρξή τους – τώρα πια κυρίως στο ΥouΤube και στο vimeo.


Ομως, ως χρονολογία, το 1968 δεν σηματοδοτεί μόνο ή κυρίως τη νεανική εξέγερση, στο «Φρίσκο», στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στην Πράγα. Νοηματοδοτεί και σκηνοθετεί μιντιακά κάθε φορά εκ νέου την επέτειο: ο προσδιορισμός τού (κάθε) έτους είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για την κοινωνική κατασκευή, την (ύστερη) αφήγηση και τις «Μυθολογίες» της. Ο Μπαρτ έχει ήδη μιλήσει για τον «μύθο από τα αριστερά» και τον «μύθο από τα δεξιά», προσδίδοντάς του τα χαρακτηριστικά του χρησμού: «Ο μύθος δεν είναι ούτε ένα ψέμα ούτε μια ομολογία: είναι μια απόκλιση».


Στον σκοτεινό θάλαμο της Ιστορίας, το 1968 μπορούμε να το κατανοήσουμε καλύτερα μόνο στο αντεστραμμένο είδωλό του, του «μαγικού αριθμού» –όπως πρόσφατα το πρόβαλε ευφυώς η Frankfurter Allgemeine, στην απομαγευτική ανάλυση του ιστορικού Axel Schildt, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου, στον αντίποδα του εκτενούς αφιερώματος του L’ Obs, με τίτλο 68, Le grand tournant (Η μεγάλη στροφή)– αλλά και μέσα από τις διαθλάσεις του χρόνου που προηγήθηκε, του χρόνου που ακολούθησε – ουσιαστικά μιας ολόκληρης δεκαετίας που κωδικοποιήθηκε ως «1968».


Ως χρονολογία, το 1968 συσσωρεύει, «σαν ηφαίστειο που ξυπνά», όλα τα εκρηκτικά υλικά, της αδήμονης εξέγερσης και της ανοιχτής σύγκρουσης, για την επόμενη «μεγάλη αφήγηση», ανανεώνοντας το οπλοστάσιο των ιδεών και, συνακόλουθα, των λέξεων: η γενιά της αμφισβήτησης κατά της γενιάς της συντήρησης. Η ραγδαία μετάβαση από το πολιτικό (ανυπακοή και αντίσταση) στο κοινωνικό (χειραφέτηση και αυτονομία) και στο ιδεολογικό (παραδοσιακός μαρξισμός και Νέα Αριστερά) προκάλεσε πρωτόγνωρες ρήξεις στις δυτικές κοινωνίες μέχρι να προκύψει σειρά μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών, καταδεικνύοντας τις ανεξάντλητες αντοχές του λεγόμενου «συστήματος». Ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε ανατρεπτικές ιδέες και προσάρμοσε δεόντως αντισυμβατικές πρακτικές, διευρύνοντας ακροατήρια (audiences), ανανεώνοντας πηγές, ενέργειας και έμπνευσης, και, κυρίως, αγορές σε πείσμα των πολεμίων του, επικυρώνοντας θριαμβικά την επικυριαρχία του το 1989, με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και τη συνακόλουθη προέλαση της παγκοσμιοποίησης.


Πενήντα χρόνια μετά, ιστορική και συλλογική μνήμη περιπίπτουν όλο και περισσότερο στη δίνη μιας «κουλτούρας της αναβίωσης» (culture of revival), στο πλαίσιο μιας συστηματικής επετειακής «ρετρομανίας», όπως δείχνουν δύο τουλάχιστον αξιοσημείωτες προσεγγίσεις, της Elizabeth E. Guffrey («Retro. The Culture of Revival, Reaction Books), ως προς τη βιομηχανία του πολιτισμού και την αέναη επιστροφή του ρετρό, και του Simon Reynolds («Retromania. Pop Culture’s Addiction to its Own Past, Faber and Faber), αναφορικά με τη μουσική νοσταλγία μέσα από τις νέες μουσικές και επικοινωνιακές πλατφόρμες.


Ουσιαστικά, και το «1968» εντάσσεται σε μία «πολιτική ρετρομανία», αρχής γενομένης με την Επανάσταση των Μπολσεβίκων (1918), που περισσότερο «αποθηκεύει» τα δεδομένα παρά ενεργοποιεί τα υποκείμενα, ξαναχαράζοντας στις αυλακώσεις του βινύλιου της μνήμης εικόνες και ήχους remastered. Ή, με τα λόγια του Σ. Ρέινολτς: «Ζούμε στο ψηφιακό μέλλον, αλλά εξακολουθούμε ακόμα να αισθανόμαστε υπνωτισμένοι από το αναλογικό παρελθόν μας».


Ελληνικό υστερόγραφο: 


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Αμόλα καλούμπα!


«Ο αϊτός του Μίμη πετά. Πετά υψηλά στον ουρανό. Φαίνεται σαν πουλί. Ο Μίμης τον καμαρώνει και κρατεί το σχοινί γερά». Στην εικόνα του παλιού αναγνωστικού, διά χειρός (πιθανότατα) Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου, δεσπόζει ο Μίμης, ένα κορίτσι-χωρίς-όνομα (η αδελφή του; μια γειτονοπούλα; κάποια συμμαθήτρια;), στέγες κεραμιδωτές και ένας ουρανός με αετούς. Ο κοντοκουρεμένος, σχεδόν γουλί, μπόμπιρας κουμαντάρει γερά τον χαρταετό, το κοριτσάκι κρατά στο ένα χέρι την καλούμπα ενώ ακουμπά το άλλο στον ώμο του Μίμη. 

Εξιδανικευμένες εικόνες, ρομαντικά στερεότυπα (όχι χωρίς έναν υπόγειο καταμερισμό ρόλων και εργασιών), ακαθόριστο τοπίο, μεταξύ πόλης και υπαίθρου, και μια γλυκόπικρη γεύση νοσταλγίας, που αργότερα απαθανατίστηκε σε γραμματόσημα και τετράδια που εξέδωσαν τα Ελληνικά Ταχυδρομεία.

Ο «έλλην χαρταετός» της Καθαράς Δευτέρας είχε το χάρισμα να κατασκευάζεται από φυσικά υλικά: χαρτί, ξύλο και σπάγκο, παλιότερα μάλιστα με αυτοσχέδιες ζωγραφιές, για να κατακτήσει, πρόσκαιρα έστω, τον ουρανό, και κάποιοι από αυτούς, προνομιούχοι, να «μιλήσουν με τον Θεό», αν κάποτε φτάσει στον Μεγαλοδύναμο το χειρόγραφο σημείωμα στην άκρη της ουράς. Σ’ αυτόν συναντώνται τα «τσερκένια» των Σμυρνιών, οι «ουτσουρμάδες» των Κωνσταντινουπολιτών, πριν και μετά τα «Σεπτεμβριανά», πριν και μετά την «Πολίτικη κουζίνα», τα «πουλιά» των Ποντίων και ο «φυσούνας» των Επτανησίων, όπως μάς θυμίζει ο Δημήτρης Σ. Λουκάτος στο εξαιρετικό βιβλίο του «Πασχαλινά και της Ανοιξης», στην παλιά καλή σειρά των εκδόσεων Φιλιππότη.

Αυτό το «εύθυμον έθιμον», που για τους λαούς της Ανατολής είναι αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς τους, όπως το τάι τσι και η εκπαίδευση των καναρινιών, αλλά και για τους Ευρωπαίους, που με καλό καιρό κατακλύζουν τα πάρκα και πετάνε κατά μόνας τους «αετούς», διατηρεί σε μας εκείνη τη νοσταλγική νότα, με το σόι γύρω από το τραπέζι και τη μητρική ταραμοσαλάτα (με ψωμί, όχι με πατάτα), που δίνει χρώμα και γεύση στην ανάμνηση.

Κι όταν ο αττικός ουρανός γέμιζε με τα φτερωτά εξάγωνα, πρόβαλλε ένα patchwork, μια πολύχρωμη κουβέρτα, και η πόλη γινόταν, έστω και για λίγες ώρες, μια Παιδική Χαρά, με τις χαρούμενες φωνές των παιδιών, την αυτοπεποίθηση του (συνήθως «ξερόλα») πατέρα, την ανησυχία της γιαγιάς, «να προσέξουνε τα καλώδια της ΔΕΗ», κι όλα ή σχεδόν όλα ξαναζωντανεύουν σαν τρισδιάστατη εικόνα στο παλιό αναγνωστικό: η μαεστρία και τα «ζύγια», η πείρα και η μαστοριά, η «λάσκα» και η «κόντρα», η βιασύνη και η απογοήτευση, τα πάντα χορεύουν στο λίκνισμα του χαρταετού, έστω και σε φθίνουσα πλέον πορεία. Ο «αϊτός» ήταν μια συμβολική σκυτάλη ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο, όμως τα παιδιά των παιδιών μας θα πετάνε κι αυτά, μαζί με τα παιδιά τους, χαρταετό;

Γράμματα στον Αη Βασίλη

Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου

Λίγο πριν ολοκληρώσει τον κύκλο του, το 2012 (όπως κάθε ημερολογιακό έτος που θέλει να είναι συνεπές με τις αρχικές προσδοκίες και τους τελικούς απολογισμούς) επιφυλάσσει τα καλύτερα και τα χειρότερα για το τέλος. Με τις γιορτές ο κόσμος, θέλοντας και μη, από συνήθεια ή από ανάγκη, ανασαίνει, ανασυντάσσεται, ανασκουμπώνεται, έστω για λίγο: η πόλη στολίζεται, οι έγνοιες παραμερίζονται, το κακό ξορκίζεται, ακόμα και μετά τη σφαγή του Νιουτάουν (...)

Ο ένθετος κόσμος του βιβλίου «μετράει» τους εκατό καλύτερους τίτλους της χρονιάς, οι εκδότες κάνουν το δικό τους φίνις (ανάμεσα στα νέα αστυνομικά ακόμα ένας καινούργιος Μαρής, «Η κυρία της νύχτας»), οι ξένες επιφυλλίδες γιορτάζουν τα 70ά γενέθλια του Πέτερ Χάντκε, η Penguin, ως συνήθως, κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο με Sudoku για το 2013, μόνο η Ευρωπαϊκή Ενωση αναζητεί ακόμα τη νέα μεγάλη αφήγηση, προσπαθώντας να κλείσει όπως όπως το «κουτί της Πανδώρας».

Ομως, στον παράλληλο κόσμο των παιδιών, τα παιδιά σε όλο τον κόσμο αφήνουν για λίγο το κινητό, ξεχνούν τον Super Mario και συνεχίζουν να γράφουν γράμματα στον Αγιο Βασίλειο (που δεν έχει ηλεκτρονική διεύθυνση), ακριβώς όπως έκαναν και πριν από εκατό χρόνια. Για το 2011 μετρήθηκαν στη Γερμανία 647.000 επιστολές παιδιών, όλες χειρόγραφες, στον καλοκάγαθο παππούλη, με την κόκκινη στολή, τη γενειάδα σαν μπαμπάκι και τους ιπτάμενους ταράνδους, που αλλού ακούει στο όνομα Santa Claus ή Nikolaus και σ’ εμάς Αη Βασίλης.

Η ιστορία διδάσκει ότι αυτή η «ξεχασμένη πολιτισμική τεχνική της χειρόγραφης ενημέρωσης» (FAZ, 16/2) χειραφετήθηκε από τη γονεϊκή πρόσδεση (τα παιδιά απευθύνονταν εγγράφως στον πατέρα και τη μητέρα, ενίοτε και στους νονούς, για να τους ευχηθούν και να εκμυστηρευτούν τις επιθυμίες τους για τα χριστουγεννιάτικα δώρα) κάπου στο τέλος του 19ου αιώνα, καθώς άρχισαν να στέλνουν απ’ ευθείας στον Αη Βασίλη τις επιστολές τους, γραμμένες με ξυλομπογιές ή αργότερα με μαρκαδόρους και διακοσμημένες με σχέδια και εικόνες (χριστουγεννιάτικα δέντρα, αγγελάκια, αστεράκια, καράβια). Η παιδική φαντασία καλπάζει ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον καταναλωτισμό, την αφέλεια και την (αθώα) σκοπιμότητα, τις προσδοκίες και τις υποσχέσεις. Το χρωματιστό χαρτομάνι τυλίγει την υδρόγειο σφαίρα σαν σε χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα, με κάθε λογής μικρές επιθυμίες, ενίοτε ανορθόγραφες, γι’ αυτό και αξιολάτρευτες: φτηνές και ακριβές, απλές ή πολύπλοκες, γενικές ή πολύ συγκεκριμένες, εγωιστικές ή αλτρουιστικές, μαξιμαλιστικές ή μινιμαλιστικές, όπως της μικρής Σβένγια, που σπάει όλα τα ρεκόρ της ολιγάρκειας: «Αγαπητέ Αη Βασίλη, χαίρομαι που θα ’ρθουν τα Χριστούγεννα, αλλά έχω ένα μικρό πρόβλημα, και μάλιστα δεν ξέρω τι να ζητήσω από σένα για τα Χριστούγεννα, όμως αυτό δεν με πειράζει».

ΕΚΛΟΓΕΣ: Πολιτική δίχως Πρόσωπο

Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου

Η Καμίλα Αντόνια Αμαράντα Βαγέχο Ντόουλινγκ, πιο γνωστή ως Καμίλα Βαγέχο, είναι η πρωταγωνίστρια της φοιτητικής εξέγερσης στη Χιλή και ταυτόχρονα «Το πρόσωπο της χρονιάς» για τους αναγνώστες του Guardian. Από τη Λατινική Αμερική μέχρι την Ευρώπη κι από τους New York Times και το ΤΙΜΕ μέχρι την ΖΕΙΤ, η φωτογραφία της κοσμεί τα πρωτοσέλιδα και τις διαδικτυακές εκδόσεις των ΜΜΕ: από την εποχή της Ουρλίκε Μαρί Μάινχοφ είχε να εμφανιστεί στα «οδοφράγματα» ένα δροσερό, νέο κορίτσι, που θα μπορούσε κάλλιστα να κοσμεί τα εξώφυλλα των λαϊκών περιοδικών ή να πρωταγωνιστεί σε ταινίες του Φράνκο Τζεφιρέλι και του Ζαν-Λικ Γκοντάρ· κι όμως μιλάει για πολιτική χωρίς ο λόγος της να απωθεί. Γνωρίζει τη θέση της στο συλλογικό εγχείρημα, αναγνωρίζει τα όριά της και κατανοεί τις μιντιακές στρατηγικές ως προς την εργαλειοποίηση της εικόνας (της).

Αν κάτι χαρακτηρίζει ειδικά αυτές τις εκλογές, πέρα από την ένδεια των επιχειρημάτων και τη ρηχότητα των τηλεοπτικών αντιπαραθέσεων, είναι η παντελής απουσία του Προσώπου, δηλ. του ή της πολιτικού που θα εμπνεύσει πρωτίστως με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά: στο βλέμμα του θα αντανακλάται η καθαρότητα των προθέσεων και των ιδεών, όχι των υποσχέσεων, ό, τι συμπυκνώνεται στη λαϊκή (θυμο) σοφία «το πρόσωπο είναι σπαθί».


O θάνατος της γραφομηχανής

Tου Κωστα Θ. Καλφοπουλου

Η είδηση ότι στο Μουμπάι της Ινδίας κλείνει το τελευταίο εργοστάσιο παραγωγής γραφομηχανών ούτε λύπησε ούτε ξάφνιασε κανέναν. Στην εποχή της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όταν ακόμα και οι υπολογιστές κινδυνεύουν να παραμεριστούν από τα κινητά και τα tablet «φορητής ψυχαγωγίας και ενημέρωσης», ηχεί απόκοσμα, σαν ανακοίνωση ενός ζωολογικού κήπου για τον θάνατο της γηραιότερης χελώνας, κι είναι ζήτημα, αν οι νέες γενιές «χρηστών» θα ήταν ικανές να περιγράψουν με λόγια πώς μοιάζει μια γραφομηχανή.

Θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει την κατασκευή και διάδοση της γραφομηχανής στην «φυσική ιστορία των μέσων επικοινωνίας» με την έλευση του τρένου στην ιστορία των μετακινήσεων, αφού αμφότερα σφραγίζουν την εποχή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης. Οπως το τρένο αποτέλεσε την κορωνίδα της, στις μεταφορές και τα ταξίδια, έτσι και η γραφομηχανή, αυτή η «ατμομηχανή της γραφής», ανέτρεψε άρδην τους ρυθμούς του σκεπτόμενου, και ταυτόχρονα γράφοντος, υποκειμένου, και επιβεβαίωσε απόλυτα τον χρησμό που προανήγγειλε την έλευση του υπολογιστή: «Η γραφομηχανή θα αποξενώσει από την πένα το χέρι του λογοτέχνη τότε μόνο, όταν η ακρίβεια των τυπογραφικών στοιχείων ενταχθεί άμεσα στον σχεδιασμό των βιβλίων» (Β. Μπένγιαμιν).

«Από το στόμα μιας παλιάς Remington» (μιας εταιρείας, που κατασκεύαζε ταυτόχρονα και όπλα), για να θυμηθούμε ένα από τα μικρά αριστουργήματα της μεταπολεμικής νεοελληνικής λογοτεχνίας, διά χειρός Γιάννη Πάνου, βγήκαν αμέτρητα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και σκέψης (ο Νίτσε ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που κατέφυγε λόγω πρεσβυωπίας σε αυτή), αλλά και ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις από μέτωπα πολέμου, εστίες ταραχών και μητροπόλεις της νεωτερικότητας. Τα ονόματά τους (Olivetti, Adler, Brother, Remington, Royal, Underwood, Erika, Triumph, ΙΒΜ, με το επαναστατικό σφαιρίδιο-κεφαλή και πολλές άλλες), δεν ανακαλούν μόνο εικόνες από δημοσιογραφικά γραφεία και ντουμανιασμένα «εργαστήρια συγγραφέων», αλλά, πολύ περισσότερο, στις ριπές των πλήκτρων και την εμφάνιση των τυπογραφικών στοιχείων πάνω στο χαρτί, μαζί με το κλασικό «καμπανάκι» της στο γύρισμα του κυλίνδρου: στην ιστορία των μέσων, η γραφομηχανή παραμένει η αδιαφιλονίκητη Βασίλισσα.