Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τέταρτος δρόμος προς κόλαση;
Από τον Ξενοφώντα Κοντιάδη,
Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρο Ιδρύματος Τσάτσου
Τέσσερις δρόμοι έχουν προταθεί για τη σχέση κράτους-αγοράς.
Ο πρώτος είναι ο αχαλίνωτος καπιταλισμός, αυτός που οδήγησε στις διαδοχικές κρίσεις των παγκόσμιων αγορών, στις φούσκες των στεγαστικών δανείων, στα επενδυτικά προϊόντα-μαϊμού και στο χρηματιστηριακό καζίνο. Λίγοι τολμούν πλέον να τον υποστηρίξουν ανοιχτά, ιδίως κάποιοι αμετανόητοι νεοφιλελεύθεροι, όμως οι πολιτικές που ακολουθούνται τα τελευταία χρόνια από τα ανεπτυγμένα κράτη, πρωτοστατούσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά ολοένα οξύτερες εκδοχές του, με καταστροφικές επιπτώσεις για την απασχόληση, την κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον.
Ο δεύτερος δρόμος είναι ο υπαρκτός σοσιαλισμός της κρατικά διευθυνόμενης οικονομίας, που κατέρρευσε παταγωδώς, σύμφωνα με ορισμένους, εξαιτίας της συστηματικής παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων και των εγγενών προβλημάτων ως προς τη λειτουργία της οικονομίας, κατ’ άλλους πάλι ως αποτέλεσμα μιας εντεινόμενης πολεμοκαπηλίας και αρνητικής προπαγάνδας της Δύσης. Οσοι εμπνέονται ακόμη από αυτό τον δρόμο δεν πείθουν ευρέα ακροατήρια, αν και στην Ελλάδα η δύναμη του ΚΚΕ τείνει να ενισχυθεί, ιδίως ως αποτέλεσμα της σκληρότερης λιτότητας που βιώνει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Ο τρίτος δρόμος ξεκίνησε ως σοσιαλδημοκρατία, σε σύγκλιση με τον ευρωκομμουνισμό, με έμφαση στα επιτεύγματα της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας της αγοράς και του κράτους πρόνοιας στη μεταπολεμική Ευρώπη, αλλά κατέληξε δεκανίκι του θατσερικού δόγματος, υπό την εκδοχή ιδίως του Μπλερ, νυν πολυεκατομμυριούχου, ιδρυτή πρόσφατα επενδυτικής τράπεζας στην καρδιά των χρηματοπιστωτικών παιγνίων. Αντίστοιχα, στη Γερμανία ήταν η «τριτοδρομική» σοσιαλδημοκρατία του Σρέντερ που εκπόνησε την περίφημη «Ατζέντα 2000», γκρεμίζοντας το πιο αξιόπιστο μοντέλο κοινωνικού κράτους.
Τον τέταρτο δρόμο εισήγαγε προ ημερών ο Γιώργος Παπανδρέου, ως καταγγελία του τρίτου δρόμου, επιχειρώντας να εκσυγχρονίσει την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και να τιθασεύσει τις παγκόσμιες αγορές με ένα, αρκετά νεφελώδες ακόμη, νέο μείγμα κράτους-αγοράς.
Οσοι θυμούνται την εξαιρετικά διαυγή ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1992 σε σύνοδο των Ευρωπαίων σοσιαλιστών στη Μαδρίτη, με θέμα «τι σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα», θα διαπιστώσουν σημαντικά δάνεια στη νεόκοπη αντίληψη περί τέταρτου δρόμου. Επεσήμαινε, τότε, ο Α. Παπανδρέου, ότι είναι αβέβαιο αν το μοντέλο που περιέγραφε «θα είναι ικανό να επιβιώσει στην τρικυμία που εξαπέλυσε ο παγκόσμιος καπιταλισμός». Προφανώς, με το ίδιο σκεπτικό καθυστερεί σήμερα και η εφαρμογή του τέταρτου δρόμου, αφού οι σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν το προηγούμενο εξάμηνο δεν έχουν καμία σχέση ούτε με αυτόν ούτε καν με το προεκλογικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ.
Μήπως θα μπορούσαμε λοιπόν να επεξεργαστούμε και έναν πέμπτο ή έκτο δρόμο; Η ανθρώπινη φαντασία και η ευρηματικότητα είναι απεριόριστες. Στο σημείο αυτό ανακύπτει, όμως, η κλασική διάκριση μεταξύ θεωρίας και πράξης. Ως γνωστόν, ο δρόμος για την Κόλαση είναι σπαρμένος από αγαθές προθέσεις. Ενίοτε, οι αγαθές προθέσεις απλώς απαλύνουν τη δύσβατη διαδρομή των εργαζομένων προς την Κόλαση. Ας ελπίσουμε ότι ο τέταρτος δρόμος του Γιώργου Παπανδρέου δεν αποτελεί παυσίπονο καθ’ οδόν προς τη νεοφιλελεύθερη πυρά.
www.kontiadis.gr
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΑΣΟΚ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ,
BLOGS
Kοινωνία σε δοκιμαστικό σωλήνα
Γράφει ο Ξενοφώντας Κοντιάδης
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος Ιδρύματος Τσάτσου
Θα πτωχεύσει τελικά η χώρα; Θα εξοβελιστεί από το ευρώ; Ποιες οι επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους; Αποτέλεσε ορθή επιλογή η υπογραφή του μνημονίου και η υπαγωγή στον μηχανισμό στήριξης; Είναι εφικτή και σκόπιμη η έξοδος από τον μηχανισμό σήμερα; Θα πιάσουν τόπο οι θυσίες των εργαζομένων και των συνταξιούχων; Εξαρτάται ουσιωδώς η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας από τη μείωση του εργασιακού κόστους; Πόσο ασφαλείς είναι οι αποταμιεύσεις στις ελληνικές τράπεζες;
Οι πολίτες υφίστανται ακατάπαυστα έναν βομβαρδισμό πληροφοριών, μελετών, προβλέψεων, που καταλήγουν σε διαφορετικές εκτιμήσεις και σενάρια για το ίδιο τους το μέλλον, χωρίς ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα ούτε να παρέμβουν, ούτε να επηρεάσουν, ούτε καν να αντιληφθούν πλήρως τι ακριβώς διαδραματίζεται τους τελευταίους μήνες. Αυτόκλητοι αναλυτές διατυπώνουν καθημερινά αντικρουόμενες απόψεις, καθώς νεοφιλελεύθεροι, κεϊνσιανοί και μαρξιστές καταλήγουν σε προγνώσεις που η μία εμφανίζεται πιο σκοτεινή και δυσοίωνη από την άλλη. Εκείνος, πάντως, που εκφέρει τον πιο καταστροφικό λόγο κερδίζει συνήθως τη μεγαλύτερη δημοσιότητα.
Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα έχουν ήδη τεθεί από τους κρατούντες στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, εν ονόματι ενός απροσδιόριστου, ατεκμηρίωτου και αμφισβητούμενου δημόσιου συμφέροντος. Οι συλλογικές διεκδικήσεις εκφυλίζονται σε παρωδίες μαζικών κινητοποιήσεων, που, όπως έχουν σχεδιαστεί, ενίοτε, καθίστανται όχι μόνο αναποτελεσματικές, αλλά και επιζήμιες για σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, διαβρώνοντας περαιτέρω την εσωτερική αλληλεγγύη μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων. Παράλληλα, οι δημοκρατικές διαδικασίες προφανώς έχουν απολέσει πλέον το αληθινό τους νόημα, αφού οι πολίτες ψηφίζουν κόμματα συλλήβδην απαξιωμένα, που μετά τις εκλογές ακολουθούν κατά κανόνα εντελώς διαφορετικούς δρόμους από εκείνους που είχαν εξαγγείλει. Ο φόβος, η ανασφάλεια και η οργή δεν μετατρέπονται όμως σε συλλογικότητα, αλλά σε εσωστρέφεια, καχυποψία και έναν ιδιότυπο συντηρητισμό με επίκεντρο την ατομική επιβίωση.
Κανείς δεν γνωρίζει πλέον ποιο θα είναι αύριο το οικογενειακό του εισόδημα, ούτε αν θα επαρκεί για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Δεν γνωρίζει εάν και με ποιους όρους θα εργάζεται την επόμενη μέρα, πότε και πόση σύνταξη θα λάβει, με ποιο νόμισμα θα συναλλάσσεται, πώς θα φορολογείται ή εάν τα παιδιά του έχουν μέλλον σε αυτή τη χώρα. Και ουδείς μπορεί να δεσμευτεί ή, έστω, να πιθανολογήσει με σοβαρότητα τι σκοπεύουν να πράξουν αύριο οι κυβερνώντες, ποια «νέα μέτρα» θα αποφασιστούν εν μια νυκτί.
Αυτή η διάχυτη αβεβαιότητα παραλύει την ελληνική κοινωνία, απομυζώντας τα τελευταία υπολείμματα δυναμισμού, σε μια περίοδο που θα απαιτούσε την αξιοποίηση κάθε ικμάδας με βάση ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Αντί για αυτό, ωστόσο, η αίσθηση που τείνει να επικρατήσει είναι ότι οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν μετατραπεί σε πειραματόζωα, μια ολόκληρη κοινωνία σε δοκιμαστικό σωλήνα, προκειμένου να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν οι οικονομικές θεωρίες έγκριτων οικονομολόγων, διεθνών οργανισμών και μαθητευόμενων μάγων της πολιτικής.
Γενιά του χάους
Γράφει ο Ξενοφώντας Κοντιάδης
(Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος Ιδρύματος Τσάτσου)
Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων αποτελεί κάθε χρόνο αφορμή ελπίδας για χιλιάδες οικογένειες. Oμως για τους νέους το μέλλον δεν διαγράφεται απλώς αβέβαιο και επισφαλές, αλλά ζοφερό και σισύφειο. Oσοι πρωτοβγαίνουν στην αγορά εργασίας καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν δύσμορφο Λεβιάθαν. Αν στις πρόσφατες μετρήσεις η ανεργία των νέων εγγίζει το 35%, οι προγνώσεις αναφέρονται σε εκρηκτική αύξησή της μέχρι και το 50%, ενώ για όσους εξασφαλίσουν μία θέση εργασίας οι προοπτικές εμφανίζονται εξίσου δυσοίωνες: Στην πλειονότητά τους πρόκειται για εργασιακές σχέσεις χαμηλόμισθες, συχνά μερικής απασχόλησης στα χαρτιά, αλλά υπερωριακής στην πράξη, χωρίς επαρκή ασφαλιστική κάλυψη, μη συναφείς με το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο και υπό τη διαρκή απειλή της απόλυσης.
Τα κροκοδείλια δάκρυα των συνενόχων στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου δεν εισφέρουν τίποτα περισσότερο από μια θλιβερή υπόκρουση στην ερήμην καταδίκη μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων, που μόλις τώρα συνειδητοποιούν ότι σε τελική ανάλυση αυτοί θα πληρώσουν τα χρέη των χρυσών παιδιών της μεταπολιτευτικής ευφορίας. Οι νέοι βιώνουν σήμερα, πέρα από το διαρκές άγχος της ανεργίας, τις έντονες ανισότητες στην εκπαίδευση και τις ανύπαρκτες ευκαιρίες για έρευνα, καινοτομία και ανάπτυξη επιχειρηματικότητας.
Σε ένα ακραία δύσοσμο πολιτικό περιβάλλον, όπου η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και ευρύτερα της πολιτικής τάξης αποτελεί κοινό τόπο, το κύριο πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη διάψευση προσδοκιών, αφού οι προσδοκίες ούτως ή άλλως έχουν συρρικνωθεί στην επιβίωση, αλλά στην εκ των προτέρων απόρριψη της δυνατότητας μιας εναλλακτικής διαδρομής. Είτε αυτό αποκληθεί απουσία οράματος, είτε συστημική απαισιοδοξία, είτε κατάργηση της ελπίδας, για τους νέους ανθρώπους πρόκειται για το επικινδυνότερο πεδίο αναφοράς.
Τι μπορεί να εκκολάψει η επικράτηση της αντίληψης ότι όλα είναι στημένα, διεφθαρμένα και μη επιδεχόμενα αλλαγής; Η ίδια η καταγγελία της αναξιοκρατίας, της αρπαχτής και της ευτέλειας χάνει πλέον το νόημά της όταν εκφυλίζεται σε φτηνό, επαναλαμβανόμενο μιντιακό θέαμα, όπου οι καταγγέλλοντες δεν παρουσιάζουν εμφανή ίχνη διαφοροποίησης, έστω αισθητικής, από τους καταγγελλόμενους. Υπό άλλες συνθήκες, μια τέτοια οικονομική, πολιτική και αξιακή παρακμή θα τροφοδοτούσε έναν «αριστερόστροφο» εξεγερσιακό λόγο, ή θα διέσπειρε το «δεξιόστροφο» μίσος εναντίον των Αλλων, όποιοι και αν ήταν αυτοί. Ούτε κάτι τέτοιο φαίνεται όμως τώρα να εκφράζεται με πληρότητα, αφού υπερισχύουν τα αντανακλαστικά μιας ιδιότυπης οργής, που συνοδεύεται από απάθεια, μιας δικαιολογημένης αγανάκτησης που εκφράζεται ναρκοληπτικά ως αποξένωση από την ασθμαίνουσα πραγματικότητα.
Για μια πολιτεία το έσχατο όριο της χρεοκοπίας συνίσταται στην περιφρόνηση προς τη νέα γενιά. Μόνο από αυτή τη «γενιά του χάους» θα μπορούσε ενδεχομένως να αναδυθεί ένας καινούργιος δυναμισμός. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ήδη οι επαγγελματίες της πολιτικής «ψαρεύουν» τριαντάρηδες για τις προσεχείς μικροκομματικές αναμετρήσεις. Ωστόσο η προσθήκη ορισμένων άφθαρτων προσώπων στο παλιό κάδρο δεν αρκεί πια για να διασωθεί ένα χρεοκοπημένο πολιτικό και αναπτυξιακό πρότυπο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



