"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Woodstock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Woodstock. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ - Woodstock: Η Κοίμηση της δεκαετίας του '60



    Ήταν ένα πρωτοφανές, τεράστιο κοινωνικό γεγονός, μια στιγμή στην ιστορία παντελώς ιδιαίτερη και σημαντική που κράτησε τρεις μέρες, από Παρασκευή 15 έως Κυριακή 17 Αυγούστου του 1969. Αν σκεφτούμε πως πριν από την έναρξη του 65ωρου μουσικού μαραθώνιου προηγήθηκε ένα κήρυγμα αγάπης-προσευχή του Ινδού πνευματικού δασκάλου Σουάμι Σατσιντανάτα, μπορεί να θεωρήσει κανείς το γεγονός του Woodstock ως μία στιγμιαία παθητική αντίσταση τύπου Γκάντι σε ένα κόσμο που δεν άρεσε στους νέους. Ήταν μια μείζονα αυθόρμητη κοινωνική αντίδραση στον δυτικό παράδεισο.
 

Θα μπορούσε να δει κανείς στο γεγονός του Woodstock και την έναρξη μιας άλλης παγκοσμιοποίησης που εξαγοράστηκε πολύ γρήγορα από το σύστημα, με αποτέλεσμα να πάψει να είναι επικίνδυνη. Αναμφισβήτητα, όμως, γονιμοποίησε για πάντα την ανθρωπότητα με μια εναλλακτική κουλτούρα, με την ιδέα ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής που πάντρευε τον δυτικό ορθολογισμό και τον μυστικισμό της Ανατολής.
 

Είναι πλέον κοινή αντίληψη ότι το Woodstock αποτελεί παγκόσμιο πολιτισμικό ορόσημο. Η ιστορική του επίπτωση οφείλεται σε δύο μείζονα επικοινωνιακά γεγονότα που το συνόδεψαν: το τρίωρο ντοκιμαντέρ του Μάικλ Γουάντλεϊ (σε μοντάζ του Μάρτιν Σκορτσέζε) και το τριπλό LP που αργότερα συμπληρώθηκε με ένα διπλό LP, το οποίο περιελάμβανε την Janis Joplin και άλλα σχήματα που δεν είχαν χωρέσει στο πρώτο. Το φιλμ και ο δίσκος έκαναν το Woodstock παγκόσμιο γεγονός. Η εμπειρία του μουσικού φεστιβάλ και των μηνυμάτων του έγινε έτσι κτήμα όλου του κόσμου και κυρίως των νέων. Είμαστε στην προ-διαδικτυακή και προ-ψηφιακή εποχή.

 
Το μοναδικό αυτό κοινωνικό-πολιτικό και πολιτισμικό γεγονός έκλεισε μια δεκαετία που συγκλόνισε τον κόσμο: Βιετνάμ, δολοφονία Τζον Κένεντι, παραστρατιωτική εισβολή στην Κούβα, έναρξη της δεκαετούς πολιτιστικής επανάστασης στη μαοϊκή Κίνα, εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, "βόλτα" στη Σελήνη, εξέγερση στα αμερικάνικα πανεπιστήμια, γαλλικός Μάης και δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι συναποτελούν το διεθνές σκηνικό που προκάλεσε το αντιπολεμικό γεγονός του Woodstock.


Υπήρξε βέβαια και η καταλυτική προσωπικότητα του 23χρονου παραγωγού Μάικλ Λανγκ που μαζί με τρεις άλλους μπόρεσε να συγκεντρώσει 450.000 κόσμο, χωρίς τις δυνατότητες της σημερινής επικοινωνίας, χωρίς Beatles, Stones, Doors, Dylan και Led Zeppelin για κράχτες. Μοίρασε μόνο φυλλάδια στα πανεπιστήμια της ευρύτερης Νέας Υόρκης, υποσχόμενος «τρεις μέρες μουσικής, αγάπης και ειρήνης».

 
Ακολούθησε η γνωστή στους πάντες μουσική πανδαισία που συνδυάστηκε με μια ανεπανάληπτη μαζική ψυχεδελική εμπειρία και πολύ σεξ. Η εμβληματική φωτογραφία που τραβήχτηκε τη Δευτέρα το μεσημέρι των δύο αγκαλιασμένων νέων τυλιγμένων με ένα λαχουράτο sleeping bag που κόσμησε το εξώφυλλο του δίσκου, έγινε το σήμα κατατεθέν μιας γενιάς. Μιας γενιάς που έχασε την ευκαιρία να αλλάξει τον κόσμο, καθώς, όπως είπε ένας μεγάλος ρόκερ, τελικά...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η «μέθη» του Γούντστοκ: 50 χρόνια μετά

Καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.
(www.htsoukas.com) 


«Το Γούντστοκ είναι μια δίψα αξεδίψαστη, ένας πυρετός του ουρανού. Τα νιώθουμε αυτά αλλά δεν μπορούμε να τα πούμε με λέξεις, παρά μόνο αν γίνουν μουσική, χορός, ποίηση»
Διονύσης Σαββόπουλος, «Τα Νέα», 10-11.8.2019

 

Οταν οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη ζωή τους με τρόπο διαφορετικό από τον κυρίαρχο, αναζητούν άλλους ανθρώπους να μοιραστούν τα αισθήματά τους.  

Νιώθεις αυτό που νιώθω; Σκέπτεσαι όπως σκέπτομαι; 

Δεν αρκεί η εγκεφαλική συγκατάνευση. Νιώθουμε υπαρξιακή ανάγκη να βρεθούμε σωματικά με τους άλλους στον ίδιο χώρο – να μετάσχουμε στην κοινή εμπειρία. 


 Το φεστιβάλ μουσικής του Γούντστοκ («Τρεις μέρες ειρήνης και μουσικής»), που πραγματοποιήθηκε πριν από πενήντα χρόνια (15-18 Αυγούστου 1969) σε μια τεράστια φάρμα στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης, ήταν μια γιγάντια σύναξη ανήσυχων, συγγενών ψυχών. 


Σχεδιάστηκε ως μια συνηθισμένη συναυλία ροκ για πενήντα χιλιάδες άτομα και κατέληξε όχι μόνο στο μεγαλύτερο φεστιβάλ μουσικής αλλά, κυρίως, να συμβολίσει εμβληματικά την αναδυόμενη «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 1960.

 

Μισό εκατομμύριο νέοι, για τρεις μέρες, μέσα στον ήλιο, στη βροχή και στη λάσπη, σε αυτοσχέδιες, ανθυγιεινές, και επισφαλείς συνθήκες οργάνωσης, βίωσαν στιγμές διονυσιακής έκστασης, με άφθονη μουσική, αλκοόλ, έρωτα, ακόμη και ναρκωτικά. Ο ειρηνικός χαρακτήρας του φεστιβάλ (καθόλου αυτονόητο – οι ταραχές ήταν συχνές, ενώ ένα χρόνο πριν είχαν δολοφονηθεί ο Ρόμπερτ Κένεντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), η διάχυτη ανεκτικότητα, και η αλληλέγγυα αυτο-οργάνωση δημιούργησαν για λίγο, όπως είπε κάποιος, «μια νέα εναλλακτική πόλη».

 

Η πρόνοια των διοργανωτών να κινηματογραφηθεί το φεστιβάλ και η βραβευθείσα με Οσκαρ, ταινία-ντοκιμαντέρ του Μάικλ Γουόντλεϊ που ακολούθησε, συνετέλεσαν αποφασιστικά στη διείσδυση του Γούντστοκ ως μιντιακού γεγονότος στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα και στην έμμεση βίωση της μοναδικής ατμόσφαιράς του από εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο. Οταν η ταινία προβλήθηκε στο «Παλάς», στην Αθήνα της δικτατορίας, τον Νοέμβριο 1970, χιλιάδες νέοι ένιωσαν, έστω και με διαμεσολαβημένη επικοινωνία, το κλίμα του Γούντστοκ. Το αυτοσχέδιο τραγούδι του Χέιβενς «Ελευθερία» ήταν στα χείλη όλων. Το Γούντστοκ είχε γίνει «Γούντστοκ» – ένα αυθύπαρκτο συμβάν που, στο μέτρο που αναπαράγεται μιντιακά, διευρύνει την επιρροή του αρχικού γεγονότος, συζητείται, και γίνεται αντικείμενο οικειοποίησης σε διαφορετικά συμφραζόμενα.


Τι έφερε κοντά το πρωτοφανές πλήθος στο Γούντστοκ; 



Ούτε οι ίδιοι ήξεραν καλά. Το μείζον, τελικά, ίσως δεν ήταν η μουσική καθαυτή αλλά η πανηγυρική σύναξη. Πενήντα χιλιάδες άτομα προσήλθαν μία μέρα νωρίτερα! Η συμμετοχή δήλωνε κάτι παραπάνω από μια διάθεση «to have fun» – ήταν προσκύνημα, ιεροτελεστία χειραφέτησης, δίψα για «μετα-υλιστικό» νόημα ζωής. Σε πρόσφατο ντοκιμαντέρ του PΒS, μια τότε παρευρεθείσα είπε: «Ηταν απερίγραπτο. Με κατέλαβε ένα ζεστό αίσθημα και [σκέφτηκα] “Θεέ μου, υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στον κόσμο που σκέπτονται όπως εγώ;” Ηταν σαν να συναντάς τους αδελφούς και τις αδελφές σου».
 

Τι υποδήλωνε η εντυπωσιακή παρουσία τους; 


Την ανάγκη να εκφράσουν μια νέα στάση ζωής: σεξουαλική απελευθέρωση, αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ, αντιαυταρχισμός, σεβασμός στην ετερότητα, αναζήτηση αυθεντικότητας.

 

Ακόμα πιο βαθιά, καθρεφτίστηκε μια νέα υπαρξιακή στάση απέναντι στον εαυτό – ολιστική, μη λογοκεντρική, εκφραστική. Το διονυσιακό-ρομαντικό πνεύμα του Γούντστοκ ήταν κατάφαση στη ζωή – στο πάθος για ετερότητα, συναισθηματική έκφραση και προσωπική δημιουργία, στη λαχτάρα για «αρχέγονη ενότητα» με τους άλλους και τη φύση. Παραδόξως, η αχαλίνωτη ατομική εκφραστικότητα συνυπήρχε με τις άτυπες νόρμες της φεστιβαλικής συλλογικότητας.

 

Ο Νίτσε λέει ότι το μεγαλείο της αρχαιοελληνικής τραγωδίας ήταν η συνύφανση του απολλώνειου και του διονυσιακού στοιχείου: του λόγου και του πάθους, της τάξης και της αταξίας, της έλλογης υποκειμενικότητας και της άλογης υπέρβασής της. Αν εμβληματικό στοιχείο του απολλώνειου πνεύματος είναι η απεικόνιση (η μορφή), το αντίστοιχο του διονυσιακού είναι η μουσική. Η μουσική απευθύνεται στο συναίσθημα και βιώνεται αισθητικά ως «μέθη»-απελευθέρωση ψυχικής ενέργειας, αισθησιακή δόνηση, μετοχή σε μια «αρχέγονη ενότητα» που υπερβαίνει την οδύνη της ατομικής ύπαρξης.
 

«Διεύρυνση συνείδησης»


 

Το Γούντστοκ ήταν μια διονυσιακή έκρηξη σε μια «τακτοποιημένη» ζωή, σε εποχή τεχνο-οικονομικής αισιοδοξίας· «μέθη», αναζητώντας συνειδησιακή πληρότητα, σε περίοδο ευημερίας.  


Αν και η «διεύρυνση συνείδησης» επιχειρήθηκε από αρκετούς τότε –ανόητα, αδιέξοδα και ενίοτε αυτοκαταστροφικά– με ναρκωτικά, το αίτημα της συνειδησιακής πληρότητας παραμένει, για τον ανήσυχο άνθρωπο, ζωντανό. Το νόημα της ζωής μας δεν είναι δεδομένο – αντλώντας από συλλογικές παραδόσεις (δεν μπορούμε να αποχωρήσουμε από την κοινωνία), καλούμαστε να το ορίσουμε προσωπικά. Το νεωτερικό άτομο φιλοτεχνεί τον εαυτό του.

Το Γούντστοκ σηματοδότησε την, με τα λόγια του Μαρξ, απόπειρα για «χειραφέτηση των αισθήσεων»: τη μη χρησιμοθηρική-εργαλειακή προσέγγιση του κόσμου. 



«See me, touch me, feel me, heal me», τραγουδούσε ο Τάουνσεντ.  


Οι χειραφετημένες αισθήσεις δεξιώνονται τον κόσμο: η ανάγκη και η απόλαυση αποβάλλουν τον εγωκεντρικό τους χαρακτήρα, η φύση δεν θεωρείται απλώς αντικείμενο χρήσης. Η χειραφέτηση, φυσικά, δεν είναι κατάσταση αλλά διαρκής κίνηση. Το Γούντστοκ αποκρυστάλλωσε και τόνωσε τη δυναμική της.

 

Το Γούντστοκ δεν ήταν επανάσταση αλλά...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μπορούσε να επαναληφθεί το Γούντστοκ;

Ενα ζευγάρι χορεύει στο Γούντστοκ. Από τις εμβληματικές φωτογραφίες του θρυλικού Τζιμ Μαρσαλ οι οποίες περιέχονται στο λεύκωμα «Jim Marshall: Show Me the Picture Images and Stories from a Photography Legend». H συγκεκριμένη κόσμησε το εξώφυλλο του Newsweek εκείνο το καλοκαίρι


Εφέτος τον Δεκαπενταύγουστο συμπληρώθηκε μισός αιώνας από το περίφημο φεστιβάλ του Γούντστοκ, το ιστορικό τριήμερο «ειρήνης και μουσικής» (15 έως 18 Αυγούστου 1969) και αυτή η επέτειος έδωσε την ιδέα της επανάληψης στον ίδιο χώρο


Ο Μισέλ Λανγκ που ήταν από τους συνδιοργανωτές του ιστορικού Γούντστοκ, είχε αρχίσει από τον Ιανουάριο τις προσπάθειές του για την αναβίωση του φεστιβάλ. Καθώς όμως πλησίαζε ο Αύγουστος, άρχισαν οι διαδοχικές ακυρώσεις, χορηγών, μουσικών συγκροτημάτων, ακόμη και χώρου για το φεστιβάλ. Ο ίδιος επέμενε μέχρι την τελευταία στιγμή. Όπως έλεγε, άλλωστε «και το 1969 ένα μήνα πριν το φεστιβάλ δεν είχαμε βρει ακόμα χώρο». Έτσι, μέχρι και πριν λίγες μέρες, στο επίσημο website των διοργανωτών της επανάληψης του Γούντστοκ έδινε το χρόνο που απομένει ως την έναρξη και ανήγγειλε πως «σε λίγο ξεκινά η προπώληση των εισιτηρίων». Που τελικά δεν ξεκίνησε ποτέ.  


 Το ερώτημα που θέτω είναι όμως: θα μπορούσε όντως να επαναληφθεί το Γούντστοκ; 


Αρκεί δηλαδή η μίμηση μιας σειράς χαρακτηριστικών που είχε το Γούντστοκ, με κυριότερα τις ίδιες ημερομηνίες του Αυγούστου, τον ίδιο χώρο και πολλά δημοφιλή συγκροτήματα, μεταξύ των οποίων και ορισμένα που είχαν παίξει στο ιστορικό Γούντστοκ για να πραγματοποιηθεί η επανάληψή του; 


Θα θυμίσω μια ιστορία που αναφέρει «ένας ξεχασμένος γερμανός κοινωνιολόγος και φιλόσοφος του 19ου αιώνα» (κλέβω τον Καστοριάδη) ο Καρλ Μαρξ. Αναφέρει λοιπόν πως κάποιος Άγγλος αποφάσισε να δημιουργήσει μία κλωστοϋφαντουργία στην Αυστραλία. Φόρτωσε λοιπόν ένα πλοίο με τα κατάλληλα μηχανήματα, πήρε και εργάτες και σάλπαρε. Όταν όμως έφτασε στην Αυστραλία, οι εργάτες του έφυγαν και πήγαν να γίνουν βοσκοί και αγρότες. Γιατί, όπως γράφει ειρωνικά ο Μαρξ, «ο δυστυχής κ. τάδε –δεν θυμάμαι όνομα- πήρε μαζί του μηχανήματα και εργάτες, αλλά ξέχασε να πάρει μαζί του και τις παραγωγικές σχέσεις».  


Με ανάλογο τρόπο λοιπόν, θεωρώ ότι το Γούντστοκ δεν αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της νεανικής επανάστασης του τέλους των 60ς και δεν έγινε μύθος, λόγω των επιμέρους συστατικών του (πλήθος, δημοφική συγκροτήματα κλπ) αλλά επειδή υπήρχε το συνδετικό υλικό – η ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής.  


Σε μία προ δεκαετίας συνέντευξή της στο περιοδικό Rolling Stone, η Τζόαν Μπαέζ που βγήκε στη σκηνή του Γούντστοκ την πρώτη μέρα μετά τον Ραβί Σανκάρ και τον Αρλο Γκάθρι (που είχε τραγουδήσει το εμβληματικό «Coming into Los Angeles») είχε αναφερθεί και στις εμπειρίες της από το φεστιβάλ: Πώς έφτασε εκεί με ελικόπτερο μαζί με τη Τζάνις Τζόπλιν, πώς απέφευγε ό,τι φαγώσιμο ήταν κοντά στη σκηνή μήπως και περιέχει LSD αλλά και γιατί η μαγεία του Γούντστοκ είναι αδύνατο να επαναληφθεί όποιες προσπάθειες κι αν έχουν γίνει ή θα γίνουν στα επόμενα χρόνια. «Ολοι ήταν τρελαμένοι και έχω την αίσθηση ότι αυτή ήταν και η συλλογική μνήμη όλων εκεί. Ήταν η λάσπη και οι μπάτσοι που έψηναν χοτ ντογκς και πολλοί που τριγυρνούσαν γυμνοί. Ανακαλώντας όσα έγιναν εκείνη την εποχή, μου φαίνεται σαν μία τέλεια καταιγίδα, και γι αυτό τόσοι άνθρωποι θα ήθελαν να βρίσκονται εκεί. Και όχι μόνο στο Γούντστοκ, αλλά σε όλη εκείνη την περίοδο που την χαρακτήριζε η μουσική και το αίσθημα κοινότητας που είχαν οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλο είτε γιατί συμμετείχαν στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, ή στο κίνημα εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ. Ηταν σαν μία τέλεια καταιγίδα και έβλεπα το Γούντστοκ σαν το μάτι του κυκλώνα, γιατί συνδύαζε τόσα πολλά – ένα τριήμερο αγάπης, ερωτικών σχέσεων, με αναζήτηση της ομορφιάς, και με ενδιαφέρον για τους άλλους αλλά και με πολιτικοποίηση. Και επειδή ήταν απομονωμένο υπήρχε ασφάλεια στο να γίνονται όλ’ αυτά, και γι αυτό μπορούσε ένας μπάτσος να ψήνει χοτ ντογκ αφήνοντας το όπλο του στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου του και να μην νοιάζεται – γιατί ήταν εξαιρετικά ασφαλές μέρος».  


Ο γερμανός θεωρητικός της ποπ κουλτούρας, Γενς Μπάλζερ (Jens Balzer) έγραψε ότι το Γούντστοκ σχηματοποίησε πολλές εναλλακτικές κοινωνικές μορφές, οι οποίες εξελίχθηκαν στη συνέχεια κατά τη δεκαετία του 1970, όπως π.χ. την ιδέα μια κοινωνίας ισότητας, την απαίτηση για ελεύθερο έρωτα και σεξουαλικότητα, την αναζήτηση άλλου τρόπου ζωής και μάλιστα σε σχέση με τη φύση, ή τη ζωή σε κολεκτίβες.  


Στο Γούντστοκ ήταν επίσης κυρίαρχη η έκσταση μέσα από τη μουσική αλλά και μέσα από τα ναρκωτικά, χωρίς να παραβλέπουμε τον διαλογισμό (εμπνευσμένο από την Ινδία) και τη γιόγκα. Και μάλιστα μέσα στο χάος που δημιούργησε το τεράστιο και μη αναμενόμενο πλήθος (πάνω από 400.000), η βροχή και η λάσπη, το κρύο και το ανεπαρκές μάνατζμεντ. Στοιχεία, που σαν από θαύμα δεν παρεμπόδισαν την ολοκλήρωση του φεστιβάλ και μάλιστα στο σημείο του να αποτελέσει ταυτόχρονα το υψηλότερο σημείο και το τέλος του κινήματος των χίπις.  


Ηταν ουσιαστικά μια πρόσκαιρη αλλά έμπρακτη πραγματοποίηση μιας ουτοπίας με κύρια στοιχεία την αμφισβήτηση των δεδομένων τότε τρόπων ζωής (στις δυτικές κοινωνίες), τον αυτοπροσδιορισμό και την αναζήτηση προσωπικών δρόμων (στους οποίους περιλαμβανόταν και η χρήση ελαφρών ναρκωτικών και LSD) και την ανοχή στη διαφορετικότητα.  


Μια πραγματική πολιτισμική επανάσταση με σημαντικές και ανεξίτηλες επιδράσεις (ανεξάρτητα από το πώς τις αξιολογεί καθένας): ο 20ος αιώνας τελείωσε με διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτόν που είχε επικρατήσει μέχρι τα μέσα του. Σήμερα, 50 χρόνια μετά, η κάνναβη αποποινικοποιείται σταδιακά σε όλο και περισσότερες χώρες, το γυμνό δεν ενοχλεί όπως 50 χρόνια πριν, πολλοί κάνουν γιόγκα, σε πολλές περιπτώσεις έχουν σπάσει οι κάθετες ιεραρχίες, παίρνοντας πιο οριζόντιες μορφές και ο σεβασμός στη διαφορετικότητα πλέον κυριαρχεί. 


Γενικά δηλαδή φιλελευθεροποιήθηκαν πολλές όψεις της καθημερινής ζωής (ακόμα και η ΚΝΕ που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν εναντίον του ροκ – κάτω ο αμερικάνικος τρόπος ζωής – έφερε στο φεστιβάλ του 1988 τους Ten Years After, με τον κιθαρίστα Αλβιν Λι, μία από τις μπάντες που έκαναν μεγάλη αίσθηση στο Γούντστοκ με το «I’m going home»). Και βέβαια η αποθέωση της νεότητας! Που μπορεί μεν η αρχική στάση 50 χρόνια πριν να ήταν αυτή του Μικ Τζάγκερ, πως «μετά τα 30 προτιμώ να αυτοκτονήσω», όμως τελικά πήρε τη μορφή «να είμαστε νέοι ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες», επιλογή και τάση φανερή πλέον στις κοινωνίες μας. 


Αν όμως η επίδραση της νεανικής επανάστασης των 60s με την κορύφωση του Γούντστοκ ήταν καθοριστική, οι κοινωνίες σήμερα βρίσκονται σε διαφορετική φάση, αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα και δεν μπορώ επιπλέον να μην παρατηρήσω πως για τη μεγάλη μάζα των νέων (και σε Ευρώπη και Αμερική τουλάχιστον) αφενός μεν είναι απούσα η τάση για αναζήτηση, αφετέρου δε η μουσική έχει εκπέσει σε όργανο διασκέδασης, χωρίς τον πλούτο, το βάθος και την αναζήτηση που χαρακτήριζε το ρoκ των 60s και 70s. Eτσι, δεν υπάρχουν σήμερα τα στοιχεία εκείνα που θα καθιστούσαν δυνατή μια αναβίωση του Γούντστοκ. 


 Και μάλιστα, αν συνυπολογίσουμε και την κυριαρχία της πολιτικής ορθότητας, τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αν μιλάμε για αναβίωση: Μπορεί το ροκ να προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τη μαύρη μουσική, αλλά στο Γούντστοκ κυριαρχούσαν τα συγκροτήματα των λευκών (με την εξαίρεση του Τζίμι Χέντριξ, τους Sly and the Family Stone και τον Richie Havens που άνοιξε το Φεστιβάλ με το Freedom. Επίσης, αν δούμε και τις ποσοστώσεις ανδρών γυναικών, η τεράστια πλειοψηφία των μουσικών στα συγκροτήματα ήταν άνδρες.  


Oπως άλλωστε τόνισε και η Τζόαν Μπαέζ στην προαναφερθείσα συνέντευξή της «κανένα άλλο φεστιβάλ δεν μπόρεσε να αποδώσει τα ίδια συναισθήματα με το Γούντστοκ. 


Όμως...