"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ζήτω οι εθνομηδενιστές!



Χίλιες φορές ο συνεπής και επαρκώς τεκμηριωμένος εθνομηδενιστής, παρά εκείνος που μας εμπαίζει εκτοξεύοντας «πατριωτικές κορόνες» προκειμένου να αλιεύσει την ψήφο μας. Αρκετά…


    Αρκετά με όσους θεωρούν ότι διαθέτουμε μνήμη χρυσόψαρου και λησμονούμε όσα υποστήριζαν περί του Κυπριακού ή της Γενοκτονίας των Ποντίων.


    Αρκετά με εκείνους που έτρεχαν άρον-άρον να διορθώσουν το βιογραφικό τους ενόψει της συμμετοχής τους στα κοινά.


    Αρκετά με όσους συστηματικά συναγελάζονται με συγκεκριμένους εργολάβους του Δημοσίου, έχοντας μάλιστα ευεργετηθεί από αυτούς και τώρα τους καταγγέλλουν με ύφος «χιλίων καρδιναλίων».


    Αρκετά με τις προκλήσεις στη νοημοσύνη μας, που μετατρέπονται σε εκλογικές προσκλήσεις και ψήφων παρακλήσεις.



Αν η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει μετά από δύο αιώνες κρατικής ύπαρξης να διαθέτει στρατηγική, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε όσους καπηλεύτηκαν το πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων προτάσσοντας μια προφανέστατα αμφισβητούμενη βάσει των παρελθουσών θέσεων τους «ιδεολογική καθαρότητα». Εξαίρεση, λοιπόν, δεν αποτελούν και εκλογικές διαδικασίες, ενδιάμεσα των οποίων γράφεται το παρόν κείμενο.


Πολλοί «επιτήδειοι πατριώτες» αυτοπαρουσιάστηκαν και κατάφεραν να θέλξουν τα κομματικά επιτελεία με ακαδημαϊκές περγαμηνές και μεγαλόσχημους τίτλους, εξασφαλίζοντας θέση εντός των ψηφοδελτίων. Φυσικά, ας μην ξεχνούμε και το αναγκαίο ρητορικό χάρισμα… πού καιρός για αναζήτηση της ουσίας… εξάλλου, αυτό απαιτεί χρόνο.  


Τα έλεγε ο Ροΐδης: «Εν ενί λόγω, όπως όλοι οι Εσκιμώοι είναι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου κάπως ρήτορες εξ ανάγκης».


    Ευτυχώς που η πατρίς δικαιώνεται σε ταβέρνες, πλατείες και αλάνες…


Το πολιτικό σύστημα εν Ελλάδι δημιουργήθηκε με συγκεντρωτικούς όρους ήδη από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης του κράτους. Άλλωστε ήταν ετερόφωτο, και προς τούτο ο έλεγχός του προϋπέθετε τη δημιουργία «μαντριών». Όσο περνούν τα χρόνια και υπό το πρίσμα της νέας κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης σε πλανητική βάση, ο εν λόγω συγκεντρωτισμός αποκτά πιο οξεία χαρακτηριστικά, με τα κόμματα να λειτουργούν τελείως μηχανιστικά με την καθοδήγηση της εκάστοτε (ή προβαλλόμενης ως τέτοια) δεξιάς, αριστερής ή κεντρώας νομενκλατούρας.


Αυτό συμβαίνει ενώ η τεχνολογία δύναται να προσφέρει τις συνθήκες δημιουργίας πολυσυλλεκτικών πολιτικών οργανισμών. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι επιθυμητή από τα επιτελεία, τα οποία προκρίνουν «βολικές λύσεις» έχουσες τη δυνατότητα να διαδραματίσουν ρόλο φερέφωνων και ως εκεί.


«Βολικές λύσεις» οι οποίες έχουν λάβει τον τίτλο τους από την ικανότητα ελιγμών και όχι ειλικρινούς αναθεώρησης απόψεων. Δεν στέκομαι καν στα λόγια του Τσόρτσιλ: «Οι άλλοι αλλάζουν απόψεις για χάρη του κόμματός τους, εγώ αλλάζω κόμμα για χάρη των απόψεών μου». Οι απόψεις, άλλωστε, υπάρχουν για να αλλάζουν.

    Το πρόβλημα έγκειται όταν αυτό πραγματοποιείται εργαλειακά, και άρα προκύπτει θέμα εξαπάτησης και εμπαιγμού των ψηφοφόρων – στοιχείο που δεν ενέχει απλά την ηθική διάσταση.


Η παραπλάνηση των ψηφοφόρων οδηγεί...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΟΥΣΤ@ΡΟΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Υψηλό φρόνημα εξευτελισμού

Η υπερδομή μάς λέει ότι όλα είναι αίτιο και μέσον παραγωγής υπερηφάνειας· ακόμα και όσα πρέπει να προκαλούν ντροπή
Το θέαμα είναι περισσότερο εμετικό, παρακμιακό και θλιβερό, παρά εξοργιστικό 


Ενας τύπος με θολό βλέμμα, αποκρουστικός, έχει καλύψει τα γυμνά κρέατά του με την ελληνική σημαία και κάνει κάτι σαν τεμενά μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου. 


Τα όργανα της τάξης δεν αντιδρούν. Κάνουν κάτι σαν χειρονομία. Μόνο αυτό.  


Τριγύρω του αλαλάζει ένα ετερόκλητο πλήθος. Μια πλημμύρα χρωμάτων που μοιάζει με ατύχημα σε εργοστάσιο, με έκρηξη που διέλυσε ένα τοπίο και ανακατεύει τα διαφορετικά υλικά με τον συνήθη χαοτικό τρόπο της τυχαιότητας. Ολο μαζί μια αποστροφή και μισή, μια αηδία που πολιορκεί τα μάτια τα οποία αντικρίζουν το θέαμα. Αναγούλα.

 
Είναι αναπόφευκτο να γίνει ο συνειρμός με μνήμες από πρόσφατα συλλαλητήρια και εκδηλώσεις υπέρ της Μακεδονίας και εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών. Εκεί, η δράση της καταστολής ήταν προληπτική. Ετρωγες ξύλο ή χημικά, κατάμουτρα και κατάσαρκα, δίχως να έχεις κάνει κάτι επιλήψιμο - εκτός από την ύπατη παρανομία: να εκδηλώνεσαι υπέρ της Ελλάδας, όπως τη γνώρισες και όπως την αγάπησε η παγκόσμια Ιστορία.

 
Ο τύπος με τη σημαία στα αχαμνά του είναι ένας κρατικός ήρωας, ένας πρωταγωνιστής της νεοταξικής πανίδας, που θα προβάλλεται όσο βολεύει τους κλειδοκράτορες. Μετά, το βιολί θα αλλάξει ρυθμό κι ίσως αλλάξει και ο ίδιος. Κανείς δεν ξέρει, αλλά και κανείς δεν νοιάζεται στ' αλήθεια.
 
Οι παρελάσεις της ντροπής είναι η επιβεβαίωση του ποιο στρατόπεδο έχει την περισσότερη ισχύ και ποιος έχει το δικαίωμα να ονοματίζει τι είναι καλό και τι είναι κακό, ποιο μοτίβο συμπεριφοράς είναι αποδεκτό και ποιο όχι στην ψηφιοποιημένη Βαβυλώνα του 2019.

 
Η αντιστροφή των αξιών προχωρά με φουλ ταχύτητα και το σύστημα των «φρένων» σπασμένο, εκτός λειτουργίας. 


Ο μόνος τρόπος αντίδρασης σε αυτή την ασχήμια είναι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΑίικος ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γιατί επιβράβευσαν τη γνωστή Ρεπούση

H εμμονική Μαρία Ρεπούση επιστρέφει μέσω ΣΥΡΙΖΑ με... δόξα και τιμή. Διαφημίζεται μάλιστα ως σπουδαία μετεγγραφή με ειδικό πολιτικό βάρος. Είναι άξιο απορίας πώς μπορεί να πιστεύουν κάτι τέτοιο στο κυβερνών (για λίγες μέρες ακόμα) κόμμα. 


Ποιο πολιτικό εκτόπισμα έχει η εν λόγω κυρία και τι πραγματικά πρεσβεύει; 


Επιστρέφει ως τι;  


Ως δικαιωμένη για τις ακραίες θέσεις της μήπως ή για τη χοντροκομμένη της προσπάθεια να διαστρέψει την ιστορική αλήθεια στα σχολικά βιβλία;

 
Η περίπτωση Ρεπούση και η επιλογή του κ. Τσίπρα να τη συμπεριλάβει στις λίστες των υποψήφιων βουλευτών αποδεικνύουν πώς αντιλαμβάνεται η Αριστερά τα ευαίσθητα εθνικά θέματα. Υπό κανονικές συνθήκες η εν λόγω πανεπιστημιακός θα έπρεπε να είναι αποκλεισμένη πολιτικά. Αντε το πολύ πολύ να κατέβαινε με το... Ουράνιο Τόξο που θα της ταίριαζε γάντι! Ομως αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο κι αν θέλει να κρύψει το αληθινό του πρόσωπο.

 
Θυμίζω, για όσους έχουν ξεχάσει, ότι οι απαράδεκτες απόψεις της περί «συνωστισμού» στη Σμύρνη καταδικάστηκαν συλλήβδην και φυσικά δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Ακόμα κι αν θεωρηθεί θεμιτή η προσπάθεια να αφαιρεθούν από την Ιστορία υπερβολές ή ωραιοποιήσεις που βολεύουν μόνο τη δική μας πλευρά, τα γεγονότα της Σμύρνης είναι τόσο κραυγαλέα, που μιλούν από μόνα τους. Τις σφαγές και την ωμότητα των Τούρκων βεβαιώνουν άλλωστε και δεκάδες ξένοι ιστορικοί και παρατηρητές, άρα δεν πρόκειται για υποκειμενική καταγραφή των γεγονότων.

 
Η ίδια η κυρία Ρεπούση αρκετό καιρό μετά τον σάλο που είχε ξεσηκώσει ομολόγησε ότι οι αναφορές της σε «συνωστισμό» ήταν ατυχείς και προσπαθώντας να δικαιολογηθεί είχε πει «τι να κάνουμε τώρα, ιερά εξέταση θέλετε να περάσω;».

 
Τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους είχαν καταδικάσει (άλλα σε υψηλούς και άλλα σε χαμηλότερους τόνους) τη διαστροφή της Ιστορίας στο επίμαχο σχολικό βιβλίο. Αρα κανείς σχεδόν (πλην των γνωστών ακραίων εθνομηδενιστών) δεν έδωσε δίκαιο στη Ρεπούση.

 
Ενα είναι σίγουρο: Ουδείς θα γνώριζε την εν λόγω ιστορικό αν δεν υπήρχε το ατόπημά της με τη Σμύρνη. Με αυτόν τον τρόπο έγινε γνωστή στο πανελλήνιο και απέκτησε ξαφνικά «οντότητα». Ενα «λάθος» την κατέστησε δημόσιο πρόσωπο και αποτέλεσε το «διαβατήριό» της για να γίνει ακόμα και βουλευτής με το συνονθύλευμα της ΔΗΜ.ΑΡ. Τώρα έρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας, να της δώσει σωσίβιο, πολιτική διέξοδο και εμμέσως νομιμοποίηση. Προφανώς για να κάνει και στο μέλλον παρόμοια «λάθη».

 
Η κυρία Ρεπούση είναι αμετανόητη όχι μόνο για τη Σμύρνη αλλά και για τα περισσότερα εθνικά θέματα. Αμφισβητεί σχεδόν τα πάντα και όλως τυχαίως μονίμως οι απόψεις της ταυτίζονται με όσα υποστηρίζουν οι εχθροί μας.  


Τι λέει, για παράδειγμα, για τη Γενοκτονία των Ποντίων; 


Προσφάτως μιλώντας στην ΕΡΤ δήλωσε: «Λέω στους Ποντίους να αφήσουν την Ιστορία ήσυχη. Η Ιστορία είναι επιστήμη που μέσα στον ρόλο της είναι να προβληματίζει, να αναζητεί την άλλη άποψη, να βάζει ερωτηματικά. Η Ιστορία δίνει σημασία στην ερμηνεία. Θα έλεγα ότι δεν απειλείται η μνήμη των Ποντίων αν η Ιστορία βάζει κάποια ερωτηματικά, αν έρχεται και τα μελετάει. Εγώ ως ιστορικός τα λαμβάνω υπόψη». 


Επομένως η κυρία Ρεπούση καλεί τους Ποντίους να σταματήσουν να ασχολούνται με την Ιστορία τους και με το θέμα της Γενοκτονίας. 


Να τη χαίρονται λοιπόν στον ΣΥΡΙΖΑ!

 
Φέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη Γενοκτονία, που η κυρία Ρεπούση αμφισβητεί. Ο αιώνας που πέρασε δεν μπορεί να σβήσει τις μνήμες ούτε να παραχαράξει την Ιστορία, όσοι «επιστήμονες» κι αν το επιχειρήσουν.  


Ο ελάχιστος φόρος τιμής στα θύματα των Ποντίων θα ήταν η συγκεκριμένη συμπλεγματική πανεπιστημιακός να βρισκόταν πλήρως απομονωμένη. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή που της άνοιξε την «αγκαλιά» του, επιβεβαίωσε ότι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ (ΑΝΘ)ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Λίγοι καταλαβαίνουν



Πριν από πολλά χρόνια, ως νεαρός φοιτητής, είχα ρωτήσει έναν πολιτικό ο οποίος αργότερα έγινε και πρωθυπουργός: «Γιατί χρειαζόμαστε σε τούτη τη χώρα τις έννοιες Αριστερά και Δεξιά κι όλες τις πολιτικές κοσμοθεωρίες που τις συνοδεύουν, όταν έχουμε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γραμματεία και την Ορθόδοξη πίστη μας;». Ας μην βιαστούν οι περισπούδαστοι αναλυτές, οι σοφοί γραμματείς και συζητητές του αιώνος τούτου (Α Κορ. 1,20) ν’ απορρίψουν το συγκεκριμένο ερώτημα ως απλοϊκό, ως απότοκο νεανικής αφέλειας κι απειρίας.


    Αν είναι ανιδιοτελείς και διατηρούν ακόμα μια κάποια δυνατότητα ελεύθερης σκέψης, μόνο να κερδίσουν θα έχουν αν συλλογιστούν πάνω αυτήν την πρόταση σ’ όλο της το βάθος.    


Από τότε, έχοντας πια πλούσιες εμπειρίες από τη σταδιακή μας παρακμή, σε μια ομιλία που έκανα πριν κανένα χρόνο ύστερα από πρόσκληση της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων αναρωτήθηκα: «Πόσος είναι ο κόσμος που θέλει τη γνήσια και έμπρακτη έκφραση των ευγενικών αρχών του ελληνικού και ορθόδοξου ήθους στην ελληνική πολιτική σκηνή;». Και τι δε θα έδινα για να έχω μια ικανοποιητική (και στο μέτρο του εφικτού αξιόπιστη) απάντηση σ’ αυτή μου την απορία. Όχι βέβαια με λόγια και δηλώσεις, αλλά εμπράκτως. Κλείνοντας την ομιλία εκείνη που είχε τον τίτλο «Εν τίνι έφης με νικάν» εξέφρασα την ευχή: «Ας ελπίσουμε ότι κάτι νέο έξω από το υπάρχον πολιτικό σύστημα θα δώσει την ευκαιρία ώστε (αν όχι τίποτε περισσότερο) τουλάχιστον να απαντηθεί αυτό το ερώτημα αξιόπιστα, δημοκρατικά και με νηφαλιότητα στις επερχόμενες εκλογές».


Γιατί, όμως, αναφέρθηκα σε κάτι ολωσδιόλου νέο, τόσο ως κομματικό σχηματισμό όσο και ως πρόσωπα που το συναπαρτίζουν; 


 Γιατί δεν εξέφρασα τη διπλωματική και επαμφοτερίζουσα άποψη της υποστήριξης προσώπων και πατριωτών που εμπνέονται από ελληνικό, πατριωτικό και ορθόδοξο φρόνημα σε οποιοδήποτε κόμμα και αν ανήκουν;    


Προφανώς, γιατί αυτό νομίζω πως χρειάζεται στις μέρες μας.


Στην παρούσα συγκυρία κορυφώθηκε μια διαχρονική πολιτική πρακτική με αποφάσεις και νομοθετήματα που αντίκεινται στο ελληνορθόδοξο ήθος και στην παράδοσή μας.  


Η παραφθορά της εθνικής μας ταυτότητας πραγματοποιήθηκε σταδιακά από ολόκληρο σχεδόν το φάσμα των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης. Η αποδόμηση στο πλαίσιο αυτό, όμως, κάλπασε με την παρούσα κυβέρνηση. Εύχομαι να πέσω έξω, αλλά δεν το νομίζω. Εκτιμώ ότι αυτά που γκρέμισε η παρούσα κυβέρνηση στα εθνικά και θρησκευτικά μας θέματα δεν θα τα ανορθώσει, δεν θα τα αποκαταστήσει η επόμενη.


    Η οικονομική κρίση και η παρακμή μας έχει, πράγματι, πνευματικό υπόβαθρο. Η απάντησή μας επιβάλλεται να έχει πνευματικό χαρακτήρα.


Όσοι επιθυμούν τη διατήρηση της γνήσιας ορθόδοξης και ελληνικής εθνικής μας ταυτότητας, της παιδείας και του πολιτισμού μας θα πρέπει να καταγράψουν τις δυνάμεις τους εκλογικά με καθαρότητα και σαφήνεια για να στείλουν ένα ηχηρό μήνυμα. Αυτού του είδους η καταγραφή, προφανώς, δεν μπορεί να γίνει αθροίζοντας τις ψήφους που έλαβαν συγκεκριμένοι ευπατρίδες υποψήφιοι μέσα στα διάφορα κόμματα (αν υπάρχουν όντως τέτοιοι). Η καταγραφή αυτή μπορεί να γίνει μόνο ως άθροισμα του συνολικού ποσοστού κομμάτων που εμφορούνται από γνήσιο, πατριωτικό, ανεξάρτητο, δημοκρατικό και ορθόδοξο ήθος.


Το μάθημα των προηγούμενων εκλογών πρέπει να μας γίνει μάθημα. Ένα μικρό κόμμα που διακήρυττε τον πατριωτικό και ορθόδοξο χαρακτήρα του χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι από ένα αριστερό κόμμα με τα αποτελέσματα που όλοι ξέρουμε. 


Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ήταν πραγματικά το κλειδί, ο καταλύτης. Δεν ήταν τόσο τα εκλογικά ποσοστά που πρόσφεραν στην κυβέρνηση συνεργασίας. Ήταν, μάλλον, η ψευδεπίγραφη σιγουριά (που διαφημίστηκε δεόντως) ότι θα αποτελέσουν τον εγγυητή ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μην εφαρμόσει τις πολιτικές του στα εθνικά θέματα, στη δημόσια ασφάλεια, στο μεταναστευτικό, στην παιδεία και στα θρησκευτικά ζητήματα. Έτσι, κάποιος πολίτης με ευαισθησίες στα θέματα αυτά ένιωσε ασφαλής με την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Νόμισε ότι θα ευεργετηθεί η τσέπη του από μια αριστερή φιλολαϊκή πολιτική, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος της αποδόμησης στα ζητήματα πατρίδας και θρησκείας. Τελικά ούτε το καλό απόλαυσε, ούτε το κακό απέφυγε. Δράμα...


Αυτοί που σχεδιάζουν αυτά τα πράγματα είναι στρατηγικοί παίκτες ολκής∙ ατσίδες στην επικοινωνία και στην προπαγάνδα που παίζουν τον κοσμάκη στα δάκτυλα. Όσοι αγαπούν ανιδιοτελώς την ελληνική παιδεία και την Ορθοδοξία μας, όσοι έχουν πληγωθεί από την συμφωνία των Πρεσπών, ας προσέξουν μην βγουν και πάλι εξαπατημένοι. Η συμμετοχή ανθρώπων που έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία του «καλού χριστιανού» και του «πατριώτη» στα ψηφοδέλτια ενός κόμματος δεν σημαίνει ότι η πολιτική του συγκεκριμένου κόμματος διαπνέεται από ελληνικό και ορθόδοξο ήθος. Τα κόμματα εξουσίας σερβίρουν έτσι, σερβίρουν και γιουβέτσι, όλα τα ’χει ο μπαχτσές, διάλεξε και πάρε∙ μαζεύουν ψήφους από παντού. Πάει, όμως, έτσι στον κάλαθο των άχρηστων η ψήφος σου και το μήνυμά της. 


    Οι επικείμενες εθνικές εκλογές είναι ίσως οι σημαντικότερες στην ιστορία της πατρίδας μετά τη λεγόμενη Μεταπολίτευση.


Η χημική αντίδραση της ζύμωσης για τη συγκρότηση και το ξεσκαρτάρισμα του γνήσιου δημοκρατικού και ανιδιοτελώς πατριωτικού χώρου χρειάζεται φως. 


Τα τείχη του κομματικού φεουδαλισμού και οι ιδιοτέλειες του καθενός μας μάς κρατούν στο πηχτό σκοτάδι της πνευματικής, οικονομικής και εθνικής παρακμής.  


Χρειάζεται...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ (ΑΦ)ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Βαρεθήκαμε να είμαστε Eλληνες;



Η αδιαφορία με την οποία αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα που μιλάμε και τις σημασίες της, η αμέλεια της εκπαίδευσης απέναντι σε ό,τι το ελληνικόν, μάλλον με υποχρεώνει να απαντήσω καταφατικά στην ερώτηση του τίτλου


Επειδή βλέπω ήδη πολλούς σχολιαστές να με αντιμετωπίζουν ως νοσταλγό της «παλιάς» παιδείας, με τις εθνικοπατριωτικές κορώνες και τη μετατροπή των νέων γενεών σε τροφίμους ενός περίκλειστου ιδρύματος, το ξεκαθαρίζω ευθύς εξαρχής.


Οταν λέω «ό,τι το ελληνικόν», δεν αναφέρομαι στην ελληνοκεντρική αντίληψη που αντιμετώπιζε την Ιστορία ως κατάλογο αιώνων στους οποίους οι Ελληνες είχαν πάντα το δίκιο με το μέρος τους και τους διέκρινε μόνον ο ηρωισμός. Ούτε στην απονεύρωση του κλασικού μας πολιτισμού με την απομνημόνευση πρώτων χρόνων.

Αναφέρομαι σε όλη αυτήν την ύλη που σε πείθει ότι η γλώσσα που μιλάς έχει τη δική της αξία, ότι μπορεί να γεννήσει και να υπερασπιστεί τη σκέψη και τις ευαισθησίες ενός ανθρώπου που ζει στον 21ο αιώνα. Και ότι η εκφραστική της δύναμη δεν περιορίζεται στην παράθεση προκατασκευασμένων σκέψεων με προκατασκευασμένο τρόπο όπως γίνεται στην έκθεση ιδεών, αλλά σου δίνει τη δυνατότητα να δεις και να κρίνεις τον κόσμο που ζεις με τον δικό σου τρόπο. Η ύλη αυτή έχει ένα όνομα: λέγεται λογοτεχνία. Και έχει και υλική υπόσταση. Δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα. Την αποτελούν οι συγγραφείς και τα έργα τους, από τον Σολωμό ώς τον Σεφέρη και από τον Βιζυηνό ώς τον Βαλτινό.


Γιατί ένα δεκαπεντάχρονο παιδί να μην έχει βαρεθεί που είναι Ελληνας; Απ’ τη στιγμή που άρχισε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του του λένε πως έχει πίσω του προγόνους που έζησαν πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια και βάλε.


Επειδή δεν μπορεί να συλλάβει τη χρονική διάρκεια, αν δεν του κάτσει στον λαιμό η ιδέα, την καταπίνει αμάσητη. Κι όταν πια φτάσει στο σημείο εκείνο όπου υποτίθεται θα του εξηγήσουν τη σημασία αυτών των τριών χιλιάδων χρόνων, κοιτάζει γύρω του και λέει: Αν τόσα χρόνια δούλεψαν για να γίνει αυτό που ζω άσ’ τα καλύτερα. Ας ψάξω αλλού. Πού θα βρει τα επιχειρήματα για να αγαπήσει τον τόπο του;


Επειδή μεγάλωσα μέσα στη χούντα έμαθα να τον αγαπάω απ’ τα διαβάσματά μου. Η καθημερινότητα με απωθούσε, όμως οι Ορνιθες του Χατζιδάκι, ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη και του Ρίτσου, η ποίηση του Σεφέρη, η ζωγραφική του Τσαρούχη με συμφιλίωναν μαζί του. Οι δάσκαλοί μου στο Παρίσι μού έμαθαν να τον αγαπάω, επειδή κι αυτοί τον αγαπούσαν


Ο Γιώργος Μπαμπινιώτης έγραψε ότι τα greeklish είναι κίνδυνος για τις νέες γενιές. Συμφωνώ. Αρκεί να επισημάνουμε τη διαφορά. Αλλο greeklish και άλλο η αγγλική, η «κοινή» του κόσμου μας. Η γλωσσομάθεια είναι απαραίτητο όπλο για το Ελληνόπουλο που ξέρει ότι αν περάσει τα σύνορα της χώρας, ακόμη κι αν δεν χρειαστεί να δείξει διαβατήριο, οφείλει να μιλάει τουλάχιστον μια μεγάλη γλώσσα, κατά προτίμησιν αγγλικά. Ομως, ούτε αυτό μπορεί να του το προσφέρει η εκπαίδευσή του. Η κατάσταση, λόγω Διαδικτύου, έχει βελτιωθεί από τα τουριστικά αγγλικά των προηγούμενων γενεών, όμως η πραγματική γνώση των αγγλικών, των γαλλικών, των γερμανικών εξακολουθεί να παραμένει προνόμιο των επιλέκτων.


Δεν είμαι γλωσσολόγος, πιστεύω όμως ότι αν η εκμάθηση της μητρικής γλώσσας –όσο κι αν ο όρος αμφισβητείται, εγώ πιστεύω στην ύπαρξή της– δεν σε εξοπλίζει με το απαραίτητο γλωσσικό αίσθημα, τότε και οι υπόλοιπες καταγράφονται μηχανικά. Πώς θα καταλάβεις τον Καμύ αν δεν έχεις νιώσει το ρίγος της λογοτεχνίας στη γλώσσα που μιλάς; Το λέω εκ πείρας. Απελευθερώθηκα με τα γαλλικά όταν ένας σπουδαίος δάσκαλος, ο Πέτρος Παπαδόπουλος, έριξε στο εφηβικό γραφείο μου τον «Ξένο» στα γαλλικά και μου ζήτησε να τον διαβάσω. Ημουν 15 και γαλλικά έκανα από τα 5 μου. Ακολούθησε «Η ελπίδα» του Μαλρώ.


Δύσκολη δουλειά να δηλώνεις Ελληνας εν έτει 2019. Δεν αναφέρομαι στα πρακτικά, τα οικονομικά και τα λοιπά. Αναφέρομαι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας


Συκοφαντήθηκε πολύ η μεταπολίτευση. Συκοφαντήθηκε πριν από την κρίση ως «γενιά του Πολυτεχνείου» και μετά την κρίση ως «παλαιό πολιτικό σύστημα». Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι η περίοδος 1975-2018 ήταν, παρά την κρίση, η καλύτερη εποχή της Ελλάδας. Το 1974 το κατά κεφαλήν ακαθάριστο προϊόν ήταν μόλις 2.812 δολάρια. Το 2018 ήταν επταπλάσιο, 20.309 δολάρια. Πριν από 45 χρόνια το προσδόκιμο ζωής ήταν στα 72 έτη, ένα χρόνο μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ. Το 2018 στην Ελλάδα ήταν 81 έτη, ενώ στις ΗΠΑ 78,7 έτη.

 
Η μεγαλύτερη συμβολή όμως της μεταπολίτευσης αφορά αυτό που θεωρούμε δεδομένο, την εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών. 


Ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Θανάσης Διαμαντόπουλος, μιλώντας στην παρουσίαση των επτά τευχών «10 και μία δεκαετίες πολιτικών διαιρέσεων» (εκδ. Επίκεντρο), έκανε μια ενδιαφέρουσα σύγκριση μεταξύ της μεταπολίτευσης και της προηγούμενης ιστορικής περιόδου.
 

«Νοσηρότητες υπήρξαν κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης», είπε, «αλλά είναι νοσηρότητες που αναδεικνύει η ματιά του βραχέος χρόνου. Αν δούμε τον μακρύ χρόνο, τον ιστορικό χρόνο, η μεταπολίτευση είναι ίσως η μόνη περίοδος της εύρωστης Δημοκρατίας σε αντίθεση με την περίοδο της εύτρωτης Δημοκρατίας, όταν είχαμε Δημοκρατία. [...] Είναι η πρώτη φορά που όλες οι εκλογές έγιναν εντός του θεσμικού πλαισίου. Δεν είχαμε αυθαίρετη παράταση της εκλογικής περιόδου, όπως έγινε τουλάχιστον δύο φορές το 1920 και το 1932, που προκήρυξε εκλογές η βενιζελική κυβέρνηση πολύ πέραν της τετραετίας. Δεν είχαμε αλλαγές Συντάγματος εκτός της συνταγματικής νομιμότητας. Για πρώτη φορά το 2001 είχαμε συνταγματική συναινετική αναθεώρηση, κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Στην περίοδο 1910-1974, που εξετάζουν τα βιβλία (δεν διαφέρει πολύ σε χρόνο από την περίοδο της μεταπολίτευσης: 64 χρόνια η μία, 45 η άλλη), είχαμε τέσσερις τυπικές δικτατορίες κι άλλες τέσσερις άτυπες. Εχουμε την περίοδο 1910-1974 πέντε διαφορετικά Συντάγματα, όλα εισαχθέντα πραξικοπηματικώς, συν την επαναφορά ενός έκτου. Και πάνω απ’ όλα έχουμε αίμα. Κάποιες φορές αναδρομικό. Ο στρατηγός Παπούλας εκτελέσθηκε το 1935 χωρίς να έχει καμία σχέση με το αδίκημα που του αποδόθηκε, για μια αλλαγή πολιτικού στρατοπέδου που είχε κάνει το 1922 και θεωρήθηκε παραταξιακός αποστάτης. Οι 154 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν το 1948 δεν είχαν σχέση με τη δολοφονία του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά· ήταν πράξη αντιποίνων...» (4.4.2019)


Ο καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευάνθης Χατζηβασιλείου, που μίλησε στην ίδια εκδήλωση, εξήγησε γιατί περάσαμε από την εύτρωτη προ του 1974 Δημοκρατία στην εύρωστη Δημοκρατία της μεταπολίτευσης. «Κυριάρχησε η αρχή “υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος”. Αυτό είναι μοιραίο για τη σταθερότητα της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία είναι πάνω απ’ όλα συμφωνημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Από τη στιγμή που διαρρηγνύεται ο συμφωνημένος αυτός χαρακτήρας και τίθεται μια υπέρτερη αρχή, από τη στιγμή που θα πεις “υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος”, μετά είναι ζήτημα χρόνου να αρχίσεις να εργαλειοποιείς αυτήν την αρχή στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση».

 
Πράγματι, τη «σωτηρία της πατρίδος» επικαλέστηκαν και οι συνταγματάρχες για να καταλύσουν το δημοκρατικό καθεστώς το 1967. Ηταν η τελευταία φορά. Τα καμώματα της επταετίας ανέδειξαν τον εργαλειακό χαρακτήρα της αρχής «υπέρτατος νόμος η σωτηρία της πατρίδος» και ουδείς μπορούσε πλέον να την επικαλεστεί. Το πρόβλημα όμως είναι πως η Δημοκρατία, η συμπεφωνημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων, δεν έγινε ο «υπέρτατος νόμος». Πολλοί λαϊκιστές την υπονομεύουν για τη «σωτηρία» άλλων, σημαντικότερων κατά την άποψή τους αρχών. Και δυστυχώς τα ελλείμματα Παιδείας είναι τόσο μεγάλα, που πολλοί –πρωτίστως οι νέοι που δεν έχουν την εμπειρία της εύτρωτης Δημοκρατίας– τους πιστεύουν.

 
Το έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας σπανίως συζητείται στις μέρες μας. Λένε ότι κάποιος νέος που θα μπει τώρα στην αγορά εργασίας θα αλλάξει επάγγελμα πέντε με έξι φορές στη ζωή του. Δεν θα αλλάξει εργοδότη, ούτε θα κάνει κάτι που έχει σχέση με όσα έμαθε, αλλά πρέπει να αποκτήσει νέες δεξιότητες. Μπορεί να σπούδασε γλωσσολογία, αλλά οι ανάγκες της αγοράς θα τον οδηγήσουν να εργάζεται στον τομέα των υπολογιστών. Επειδή το τοπίο της οικονομίας αλλάζει ραγδαία, πρέπει να εκπαιδεύεται και να επανεκπαιδεύεται.

 
Απλοποιητικός λαϊκισμός

 
Ομως και το τοπίο της πολιτικής αλλάζει διαρκώς, αλλά περιμένουμε από έναν νέο να αντεπεξέλθει με τα πέντε κολλυβογράμματα που έμαθε στην Αγωγή του Πολίτη, με ό,τι ακούσει στις συντροφιές του και ό,τι πάρει το μάτι του στο timeline του Τwitter, ανάμεσα στα νέα της Σούλας-Μπούλας και την εγκυμοσύνη κάποιας Καρντάσιαν. Η Δημοκρατία είναι από χέρι χαμένη επειδή διαρκώς μεταμορφώνεται και ελάχιστοι πλέον κατανοούν τις διαδικασίες της. Γράφαμε και παλιότερα πως «το “βάθεμα και το πλάτεμα της Δημοκρατίας” απαιτεί όλο και περισσότερους παίκτες στη διαδικασία, αλλά –φευ– έχει όλο και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Εκεί, όμως, βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα της: όσο προστίθεται πολυπλοκότητα στο σύστημα, τόσο πιο ακατανόητο γίνεται, αλλά και δομικά πιο ασταθές. Ο μέσος πολίτης δεν μπορεί, για παράδειγμα, να κατανοήσει πώς μια ανεξάρτητη αρχή μπορεί να αντιταχθεί και να απαγορεύσει το “προφανές” (βλέπε υπόθεση αναγραφής θρησκεύματος στις ταυτότητες). Δεν μπορεί να κατανοήσει τις δαιδαλώδεις διαδικασίες για τη λήψη μιας απόφασης ή τις ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν, επειδή ακριβώς στη διαδικασία εμπλέκονται πολλοί ανεξάρτητοι παράγοντες […]. Ετσι οι πολίτες απλοποιούν την πολυπλοκότητα της Δημοκρατίας σε συνωμοσίες: των Εβραίων, της παγκοσμιοποίησης, των Αμερικανών, της διαπλοκής κ.λπ. Εδώ, όμως, βρίσκει εύφορο έδαφος ο παντός τύπου απλοποιητικός λαϊκισμός. Κι εκεί βρίσκεται το “δημοκρατικό παράδοξο”: η διεύρυνση της Δημοκρατίας προσθέτει πολυπλοκότητα. Η πολυπλοκότητα απομακρύνει τους πολίτες κι αυτό αφήνει έδαφος στους λαϊκιστές εχθρούς της» («Το δημοκρατικό παράδοξο και κρίση της πολιτικής», Καθημερινή 28.1.2007).

 
Οσοι γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του ’60 έχουν μάθει τα βασικά του πολιτεύματος –όπως τα ‘χουν μάθει τέλος πάντων– για την εκτελεστική εξουσία, τη Βουλή, τη Δικαιοσύνη, αλλά εν τω μεταξύ καλούνται να ψηφίσουν στις ευρωεκλογές, να σεβαστούν τις αποφάσεις των ανεξάρτητων αρχών (τι είναι ετούτο πάλι;), να καταλάβουν τη διαφορά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ψιλά γράμματα· τόσο ψιλά, που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μας χρειάζεται σήμερα ένας Καποδίστριας;



Στις 2/4/1827, πριν από 190 χρόνια, η 3η Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων που συνήλθε στην Τροιζήνα, επέλεξε ως πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια με εισήγηση του Θ. Κολοκοτρώνη και τη σύμφωνη γνώμη του Γ. Καραϊσκάκη


Αντίθετος ήταν ο ξένος παράγοντας, κυρίως οι Άγγλοι.  


Ο Καποδίστριας ήλθε στην Ελλάδα με υποδοχή μεσσία, γνωρίζοντας όμως ότι θα σηκώσει τον βαρύ σταυρό του μαρτυρίου. Βρισκόταν μπροστά σε μια ερειπωμένη χώρα, λεηλατημένη από την δουλεία αιώνων, και για να αναστηθεί χρειάστηκαν ποταμοί αίματος.


Βρήκε διάλυση παντού, αυθαιρεσίες στρατιωτικών, κοινωνικές συγκρούσεις, λαθρεμπόριο, λεηλασία του δημοσίου χρήματος, ο στόλος σε ακινησία… Αυτήν τη χώρα ήρθε να κυβερνήσει, γνωρίζοντας το δύσκολο έργο που αναλαμβάνει, αλλά και το γεγονός ότι θα γίνει στόχος του φθόνου, των συκοφαντιών και των δολοπλόκων, Ελλήνων και ξένων.


 Εν τούτοις, έβαλε πάνω απ’ όλα αυτά το χρέος προς την πατρίδα και να εργασθεί σκληρά γι’ αυτήν.


Τις πρώτες πέντε μέρες στην Αίγινα, ο Καποδίστριας είδε πολιτικούς και οπλαρχηγούς, τους είπε τις απόψεις του, που έγιναν δεκτές, αφήνοντας όμως και την απειλή πως αν δεν γίνουν εκείνα που πρέπει τα… μαζεύει και φεύγει. Εξέδωσε αμέσως κώδικα νόμων, και προέβη σε κατανομή αρμοδιοτήτων, οργάνωση και πειθαρχία στρατού και στόλου, πιστή τήρηση των νόμων, εξάλειψη της πειρατείας και της ληστείας. Ψήφισε το Σύνταγμα της Τροιζήνας το Μάϊο του 1827, καθιέρωσε την διάκριση των εξουσιών, υπογραμμίζοντας ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Όμως, έσπευσε λίγες μέρες μετά να αναστείλει την ισχύ του Συντάγματος…



Το θέρος του 1927 ο  Γάλλος στρατηγός Φαβιέρος οργάνωσε το στρατό, το 1829 συνεστήθη η Σχολή των Ευελπίδων, ενώ ο Καποδίστριας δημιούργησε τη Λιμενική Αστυνομία, ίδρυσε Ορφανοτροφείο στην Αίγινα για 500 ορφανά αγωνιστών της Επανάστασης, έλαβε μέτρα για την υγεία και γεωργία, ίδρυσε εκπαιδευτήρια, μουσική σχολή, Μουσείο Αρχαιοτήτων (με καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας), τυπογραφείο για την εκτύπωση κρατικών κειμένων, διδακτικών βιβλίων, εφημερίδων, καθώς και  στατιστική υπηρεσία που διενήργησε την πρώτη απογραφή πληθυσμού, που ήταν 569.000.


Για τη δημοσιονομική πολιτική ο Καποδίστριας είπε: «τώρα που ελευθερώθημεν πρέπει να προαγάγωμεν όσον το δυνατόν τα οικονομικά μας, καλή αυτών διαχείρισις σημαίνει δια το μέλλον Μεγάλη Πατρίς». Και στέλνοντας το μήνυμα στους γραμματείς (υπουργούς), είπε ότι «εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματα μου αρκούν δια να ζήσω, δεν πρόκειται να αγγίξω ούτε οβολό από τα δημόσια χρήματα. Μόνον αν μείνω αδέκαρος θα καταφύγω στο δημόσιο ταμείο και αυτό μόνο για τα έξοδα που απαιτεί η εκτέλεση των καθηκόντων μου. Αποστρέφομαι και απορρίπτω ανέσεις, αναπαύσεις του βίου και κάθε πολυτέλεια, ενόσω το έθνος είναι κυκλωμένον από ερείπια και ο λαός εις εσχάτην πενία. ‘Ο,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εις την Ευρώπην, κεφάλαια, γνώσεις, τα αφιερώνω εις την πατρίδα. Ελπίζω, ότι όσοι εξ’ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ' εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσία της».



Ο Καποδίστριας έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθια προς τους Γάλλους και παγερή αδιαφορία προς τους Άγγλους, που τον αγνόησαν όταν επισκέφθηκε το Λονδίνο και όταν διαπίστωσε ότι η ελληνική γη ήταν υποθηκευμένη στους Άγγλους δανειστές μας. Ωστόσο, είχε σκληρούς αντιπάλους εντός της Ελλάδος ·πύκνωσαν οι τάξεις των δυσαρεστημένων και… θεσιθηρών, που εστρέφοντο στη δημοσιογραφία για να τον πλήξουν. Τότε κυκλοφορούσε και το περίφημο: «ή υπούργημα μου δίδεις, ή εφημερίδα γράφω…».


Για τους λεγόμενους λογιότατους-διανοούμενους-κουλτουριάρηδες, θα πει το αμίμητο:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ψηφίζοντας τους κράχτες

Ο Στέλιος Κυμπουρόπουλος πέτυχε ένα μοναδικό ρεκόρ συλλογής σταυρών, καθώς τον προτίμησαν περισσότεροι από μισό εκατομμύριο συμπατριώτες μας.  


Ο Πολάκης δικαιούται προμήθεια, αλλά, δυστυχώς για αυτόν, δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο.  


Σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας έδωσε σταυρό στον Κυμπουρόπουλο, ποσοστό που δεν μπορεί να μετρήσει ούτε η πιο τολμηρή φαντασία υποψηφίου.  


Αυτό μας λέει πολλά για τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος και επιβεβαιώνει κάτι που στα κόμματα γνωρίζουν εδώ και καιρό: οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν μόνο με πολιτικά κριτήρια, το συναίσθημα υπερτερεί απέναντι σε κάθε δείκτη αξιολόγησης.  


Ο Κυμπουρόπουλος δεν προτιμήθηκε, φυσικά, για το πολιτικό του στίγμα, τον μεστό του λόγο και τις παρεμβάσεις του στη δημόσια σφαίρα. Οι ψηφοφόροι τον επέλεξαν ως σύμβολο και ως απάντηση στον Πολάκη. Ψήφισαν την εικόνα του Κυμπουρόπουλου στο αμαξίδιο, επιβραβεύοντας το σθένος του. Και αποδοκίμασαν το ύφος και το ήθος που αντιπροσωπεύει ο Πολάκης.  


Κανένας δεν θυμάται τι είπε ο Κυμπουρόπουλος για την Ευρώπη και ποια είναι η πολιτική του πρόταση για την Ελλάδα. Αυτά τα λένε και άλλοι. Ενδεχομένως το μήνυμα που κομίζει να είναι πιο ενδιαφέρον από αυτά. Σίγουρα είναι πιο ισχυρό.  


Από το ίδιο υλικό κατασκευάστηκε και ο σταυρός προς τον Θοδωρή Ζαγοράκη, τον Αλέξη Γεωργούλη και τον Πέτρο Κόκκαλη, ίσως και προς τον Κώστα Αρβανίτη, ακόμα και προς την Έλενα Κουντουρά. Αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο. Οι άνθρωποι ψηφίζουν όπως ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ. Βλέπουν ετικέτα, ανακαλούν τη διαφήμιση, επιλέγουν κάτι που νομίζουν ότι το γνωρίζουν καλύτερα. 


Νομίζω, όμως, ότι το ρεκόρ του Κυμπουρόπουλου επαναπροσδιορίζει το φαινόμενο με εμφατικό τρόπο.  


Πιθανότατα να μας πει το ίδιο και η Βάνα Μπάρμπα ή και ο Γιώργος Χρανιώτης. Δεν ανήκουν, φυσικά, στην ίδια κατηγορία, Κυμπουρόπουλος και ηθοποιοί, όμως διεγείρουν συγγενή μη πολιτικά αντανακλαστικά.  


Τα κόμματα θα επενδύουν όλο και περισσότερο σε πρόσωπα εκτός πολιτικής ή, αν θέλετε, στην πολιτική θα προσέρχονται όλο και περισσότεροι άνθρωποι από χώρους που δεν συνάδουν με τα παραδοσιακά ήθη της δημόσιας ζωής.  


Είναι καλό ή κακό αυτό; 


 Έχει πολλές πλευρές για να το δεις


Από τη μία λες ότι θα είναι πιο πολλές οι φωνές, χρήσιμες ή κενές περιεχομένου, που θα συμβάλλουν στο συλλογικό βουητό.  


Από την άλλη, παραδέχεσαι ότι έτσι όπως λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός, με αρχηγικά κόμματα και συγκεντρωτικές ηγεσίες, δεν έχει και τόση σημασία ποιος πατάει το κουμπί στην ηλεκτρονική ψηφοφορία.  


Θα συμφωνήσουμε, όμως, πως ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Σαν να μην πέρασε μια μέρα



Είναι πάντοτε χρήσιμο να ανατρέχεις σε παλιά φύλλα εφημερίδων και να διαπιστώνεις άλλοτε πόσο διαφορετικά, άλλοτε πόσο ίδια και ενίοτε πόσο επίκαιρα είναι πράγματα που γράφτηκαν πριν από πάρα πολλά χρόνια


Διάβαζα ένα άρθρο του Γεωργίου Βλάχου που γράφτηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 1947. Διαφορετικές εποχές, άλλες συνθήκες και απειλές. Βρήκα όμως τα γραφόμενά του –εν μέσω ενός άγριου εμφυλίου– εξαιρετικά ενδιαφέροντα:


«Οι σημερινοί κάτοικοι του τόπου αυτού διαιρούνται εις δύο είδη μεγάλα. 


Δεν διαιρούνται  εις κομμουνιστάς και αστούς, εις όργανα ξένων και πατριώτας, εις δεξιούς και αριστερούς, εις μοναρχικούς και εις δημοκράτας. 


Διαιρούνται εις αυτούς που θα μείνουν και εις αυτούς που θα φύγουν. 


Αυτοί, οι δεύτεροι, ενδεχόμενον είναι να μη φύγουν ποτέ· αλλ’ αυτό δεν σημαίνει. Και τώρα και του χρόνου και μετά πέντε χρόνια, άμα κάθονται στο καφενείον, στον ήλιο, κάθονται με τη βαλίτσα στο χέρι, σχεδιάζουν την μελλοντικήν εγκατάστασίν τους κάπου αλλού, σε μιαν ήσυχην πολιτείαν της Νοτίου Αμερικής, ονειρεύονται ένα μικρό μαγαζί εις ένα ξένο λιμάνι, ζουν εις τόπους μακρυνούς, που κανέναν δεν ξέρουνε και κανείς δεν τους ξέρει, όπως λέγει και το τραγούδι. Αυτοί κάνουν λίρες, μηχανεύονται χίλια δυο μέσα διά να στείλουν έξω τα χρήματά τους, πτωχαίνουν με τα όνειρά τους τον τόπον, σκορπίζουν τον τρόμον παντού, σταματούν τις δουλειές, στέκονται μελαγχολικοί, και με την βαλίτσα πάντοτε, εμπρός εις του αλλουνού το γιαπί: “Τρελλός είσαι και καρφώνεις τα λεπτά σου εδώ; Δεν βλέπεις τι γίνεται; Θα ’ρθη μεθαύριο ο Ζαχαριάδης να σε σφάξη και να στα πάρη”. Και προχωρούν και πηγαίνουν παρέκει, όπου το νέον κατάστημα συγυρίζεται, και παραπέρα, όπου έρχεται από ξένες θάλασσες το καράβι, και συνεχίζουν τον ελεεινόν αμανέν:


“Εδώ θα δουλέψης; Εδώ ήρθες να ξεφορτώσης;..” Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν δυστυχώς την ευκολίαν να φύγουν όλοι μαζί για να γλιτώνωμε. Θα μείνουν κι αυτοί  μαζί μας, εδώ, διαρκώς υπ’ ατμόν, διαρκώς εις τον προλιμένα, πάντοτε πίσω από ένα διαβατήριον και μίαν θεώρησιν προξενείου, απαισιόδοξοι, ηττοπαθείς, σπορείς συμφορών, θεωρούντες πάντοτε πατρίδα των το μπαούλο και αδειάζοντας παντού το μπαούλο τους, εις τους δρόμους, εις τα σπίτια, στις γειτονιές: “Παλαβός είμαι να μείνω; Θα πάω να ζήσω αλλού”. Και μένουν. Αλλά τι να τους κάνωμε; Καλύτερα, καθώς λέμε, να έφευγαν γρήγορα όλοι μαζί, αυτοί, οι ψυχικώς περαστικοί, οι εφήμεροι, οι δεύτεροι Ελληνες.


Και οι πρώτοι;.. Οι πρώτοι, κακοί ή καλοί, είμαστε εμείς, που θα μείνωμε ή ούτως ή άλλως. Εμείς που εμεγαλώσαμε εδώ, που εζήσαμε εδώ, που εγεράσαμε εδώ, που έχομε βαθειά εις τα χώματα αυτού του τόπου τις ρίζες μας και θέλομε, άμα πεθάνωμε, να μας θάψουν εδώ. Εμείς λοιπόν, δεξιοί, αριστεροί, κομμουνισταί και φασίσται, πρέπει κάπως να κάνωμε κάποιο σχέδιον που να μας εξασφαλίζη ένα είδος ζωής εις αυτό το μέρος που έχομε οριστικώς και αμετακλήτως αράξει.


Ροβινσώνες ενός τρομακτικού ναυαγίου, δικαίωμα έχομε, αφού δεν συμφωνούμε, να τσακωνώμαστε μεταξύ μας, να μη καλημεριζώμαστε, να μη χαιρετιώμαστε, να κτίζωμε ο καθένας σε άλλην άκρην του νησιού την παράγκα μας, και πού και πού ο ένας μας να μαχαιρώνη τον άλλον. Αυτό δεν βλάπτει. Αλλά να βάζωμε στο δάσος φωτιά; Για να μείνωμε χωρίς στέγην; Για να πεθάνωμε τον χειμώνα από το κρύο;… Θα ήταν μωρία μας


Και όμως...

Υπαρκτού συριζοκατσαπλιά ελληνισμού κωμωδία



ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητης ξεφτίλας κωμωδία








16/6/2019: ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ






Σαν σήμερα (16/6/ΧΧΧΧ)

1903: Ιδρύεται η PepsiCo, η μεγάλη αντίπαλος της Coca-Cola (Pepsi Cola).




1913: Αρχίζει ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, με την επίθεση της Βουλγαρίας εναντίον της Σερβίας και της Ελλάδας.




1963: Η Βαλεντίνα Τερέσκοβα γίνεται η πρώτη γυναίκα που ταξιδεύει στο διάστημα.




1952: Γεννιέται ο Γιώργος Παπανδρέου, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.









2015: Πεθαίνει σε ηλικία 90 ετών από τη ζωή, ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ








2017: Αφήνει την τελευταία του πνοή  σε ηλικία 87 ετών, ο πρώην Καγκελάριος της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ, στην οικία του στο Λούντβιγκσχαφεν της νοτιοδυτικής Γερμανίας.

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι πολλοί και οι λίγοι

Του ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ


Το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτός μόνον εκπροσωπεί τους καλούς πολλούς εναντίον μιας κακιάς μειοψηφίας αναδεικνύει μια σύγχυση ως το ποιοι στην Ελλάδα είναι οι πολλοί και ποιοι οι λίγοι, ποιοι οι προνομιούχοι και ποιοι τα υποζύγια, ποια η πρόοδος και ποια η συντήρηση.  


Αναδεικνύει μια σύγχυση αξιών, προχειρότητα σκέψης και έναν κυνισμό που δεν πλήττει μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ: είναι γενική η τάση να απλοποιούμε δύσκολα ζητήματα προκειμένου να ενισχύσουμε τη δική μας θέση, να δικαιολογήσουμε τις δικές μας πράξεις. Ας ελπίσουμε ότι η κατάχρηση του τεχνάσματος από τον ΣΥΡΙΖΑ και η διαφαινόμενη αποτυχία του θα δείξουν την ανάγκη για ουσιαστικά επιχειρήματα και ειλικρίνεια στη δημόσια συζήτηση.


Πώς ξεχωρίζουμε τους πολλούς από τους λίγους; 


Οταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες ταλαιπωρούνται χωρίς λόγο από αιφνίδιες απεργίες και στάσεις εργασίας στα μέσα μαζικής μεταφοράς, ποιοι είναι οι πολλοί και ποιοι οι λίγοι, ποιοι οι καλοί και ποιοι οι κακοί; 


Οταν η ανικανότητα των υπευθύνων να προβλέψουν προβλήματα, να σχεδιάσουν λύσεις και να διαχειριστούν τα της αρμοδιότητάς τους, εις βάρος των πολιτών, πώς αλλάζει η σχέση μεταξύ των πολλών και των ολίγων που κυβερνούν; 


Οταν το κόστος του Δημοσίου αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητάς του, πώς εξασφαλίζεται το μέλλον των πολλών; 


Οταν συμμορίες δρουν ανενόχλητες εις βάρος των πολιτών, καταστρέφοντας δημόσια και ιδιωτική περιουσία, καταπατώντας την ανάγκη των πολλών να φαίνεται ότι λειτουργούν οι θεσμοί, ποιοι (κατά την απλή λογική του ΣΥΡΙΖΑ) είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί; 


Οταν υπονομεύεται η δημόσια Παιδεία, ποιοι πλήττονται περισσότερο; Οι πολλοί ή οι λίγοι;


Ο ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύθηκε άριστα την αίσθηση πολλών ότι αδικούνται και απειλούνται. Τους έπεισε ότι κάτω από τη σημαία του θα ήταν ασφαλείς, θα επανακτούσαν τη χαμένη περηφάνια τους και θα εκδικούνταν αυτούς που προκάλεσαν τα δεινά τους. Η εξουσία, όμως, απαιτεί την ικανότητα να υλοποιείς τις υποσχέσεις σου, να δίνεις στους πολίτες την αίσθηση ότι είσαι ειλικρινής, ότι επιδιώκεις το δίκαιο, ότι εξασφαλίζεις τις καλύτερες προοπτικές για τη χώρα. Σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ απειλεί ότι εάν δεν τον ψηφίσουν οι πολλοί θα επιστρέψουν οι άλλοι, οι λίγοι, οι κακοί. Δεν κατάλαβε ότι...